Legislator Case Law & Legislation
1652/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership acquisition via long-term possession under Greek Civil Code.

Case Number 1652/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting his claim to property ownership. The appellant argued that the lower court violated the burden of proof rules by failing to recognize his twenty-year continuous possession derived from a gift. The court rejected this, ruling that the appellate court correctly applied the burden of proof to the appellant to demonstrate both the transfer of possession and the continuous exercise of ownership rights over the specified period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 1045, 1051 of the Civil Code; Article 559(13) of the Code of Civil Procedure: The burden of proof for acquiring ownership through long-term possession lies with the claimant, who must demonstrate continuous possession for twenty years consistent with the property's nature and purpose.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription long-term possession burden of proof property ownership appellate review Greek Civil Code twenty-year period

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 1045, 1051 of the Civil Code
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 2915/2001
Article 270 of the Code of Civil Procedure
Article 1094 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1652 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1652/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Στραβόλαιμο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 78/27-7-1992 και 79/27-7-1992 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/1994, μη οριστική 20/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2001 μη οριστική, 100/2004 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν η από 26-7-2004 αίτηση αναίρεσης και οι από 22-11-2005 πρόσθετοι λόγοι και εκδόθηκε η 1627/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου. Το Εφετείο Αιγαίου εξέδωσε την 268/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-2-2008 αίτησή του και με τους από 17-3-2009 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 10-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο αναιρεσείων ατομικά ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, για μεν την ίδρυση του από το άρθρ. 559 αριθ.1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης και όχι ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξήχθη από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς, ελλείψεις που ανάγονται σε επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή ελλείψεις που ανάγονται στη μη αναφορά και τον προσδιορισμό καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, διότι αυτό δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 εδ.2 ΚΠολΔ.

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής ουσιώδη σχετικά με τις από 27-7-1992 δύο ένδικες διεκδικητικές δύο ακινήτων αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίες ως βάση τους είχαν την κτήση της κυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία:

Τα δύο επίδικα εδαφικά τεμάχια είναι συνεχόμενα μεταξύ τους και αποτελούν τμήματα ενός μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο συνολικά είναι μια στενόμακρη λωρίδα γης που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ..., στην περιοχή "..." ..., έχει έκταση περίπου 10.000 τ.μ., απεικονίζεται στα τοπογραφικά σκαριφήματα που συνοδεύουν τις δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (που διατάχθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και το Εφετείο) και ορίζεται περιμετρικά με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο σκαρίφημα της πρώτης πραγματογνωμοσύνης, ενώ στο σκαρίφημα της δεύτερης επισημαίνεται με λοξές παράλληλες γραμμές, περιέχει ένα διώροφο κτίσμα-οικία του Ψ1 καθώς και μία δεξαμενή νερού και συνορεύει βορείως εν μέρει με το ναό ...

και με κλιμακωrό μονοπάτι που καταλήγει στην παραλία, όπου υπάρχουν ιαματικές πηγές και η εκκλησία ..., νοτίως με ακίνητο ιδιοκτησίας ..., ανατολικά με παλαιά επαρχιακή-δημόσια οδό ...-... και δυτικά με πρανή της ιδιοκτησίας κληρονόμων ... . Το επίδικο αυτό ακίνητο των 10.000 τ.μ., από το έτος 1968 το κατέχει και το νέμεται ο εναγόμενος Ψ1, ο οποίος με το ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Γ. Καραθανάση μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το βορινό τμήμα του στα παιδιά του, Ψ2 και Ψ3 για το λόγο δε αυτό η πρώτη από τις ένδικες αγωγές που αφορά το βορινό αυτό τμήμα στρέφεται κατά ων παραπάνω τέκνων του. Πρόκειται για ακίνητο που το έδαφός του έχει επικλινή διαμόρφωση, αφού βρίσκεται ακριβώς πάνω στο "φρύδι" της ...

της ..., που με κρημνούς, ύψους πολλών δεκάδων μέτρων, απολήγει στην όμορη ιδιοκτησία ... . Κατά το μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από μη καλλιεργήσιμο έδαφος, ενώ ανατολικά κατά μήκος της δημόσιας οδού υπάρχει τοίχος-πεζούλα από ξερολιθιές και μετά από αυτές υπάρχει καλλιεργήσιμο έδαφος (θηραϊκή γη-πορσελάνη).

Το επίδικο, ευρισκόμενο στο "φρύδι"της ..., είναι εκτεθειμένο όχι μόνο στους ισχυρούς ανέμους, αλλά και στους στροβιλισμούς που προκαλούνται καθώς στη ροή τους συναντούν αυτή τη μεγάλη και απότομη υψομετρική διαφορά εδάφους, με αποτέλεσμα η καλλιέργεια αυτού να είναι, αν όχι αδύνατη, σίγουρα ασύμφορη. Εξαιτίας των μεγάλων κλίσεων που παρουσιάζει, και της εν γένει διαμόρφωσής του, είναι δυσχερής και η εμβαδομέτρησή του και προφανώς γι' αυτό το λόγο οι πραγματογνώμονες δεν προσδιορίζουν τις πλευρικές του διαστάσεις και υπολογίζουν το εμβαδόν του κατά προσέγγιση, στα 10.000 τ.μ.

περίπου. Για τους παραπάνω, προφανώς, λόγους, δεν καλλιεργήθηκε για τα τελευταία τουλάχιστον 70-80 χρόνια, για τα οποία υπάρχουν στοιχεία και μαρτυρίες, και μέχρι τη δεκαετία του 1980 δεν είχε μεγάλη αξία, αφού προοριζόταν, όπως και τα περισσότερα γειτονικά ακίνητα, μόνο για την εξόρυξη θηραϊκής γης, δραστηριότητα που είχε ήδη ατονήσει από το τέλος της δεκαετίας του 1970.

Για τους ίδιους προφανώς πιο πάνω λόγους το επίδικο ήταν ανέκαθεν απερίφρακτο και έτσι είχε τη δυνατότητα οποιοσδήποτε διερχόμενος να εισέρχεται σ' αυτό ή να εναποθέτει εκεί άχρηστα πράγματα, όπως είχε πράξει ο οινοποιός ..., ο οποίος έχει γειτονική ιδιοκτησία και για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα εναπέθετε σ' αυτό τα υπολείμματα που απέμεναν κατά τη διαδικασία σύνθλιψης των σταφυλιών.

Άλλος οινοπαραγωγός της περιοχής, ο ..., σε χρόνο που δεν εξακριβώθηκε, αλλά πάντως πριν από 25 τουλάχιστον χρόνια κατασκεύασε προς τη νοτιοανατολική πλευρά του τσιμεντένια δεξαμενή 15-20 κ.μ., περίπου, στην οποία συγκέντρωνε το κρασί, που παρήγαγε ο ίδιος και άλλοι αμπελουργοί της ..., και από εκεί το διοχέτευε με πλαστικές σωλήνες σε πλοία, που αγκυροβολούσαν στη θαλάσσια περιοχή ... .

Η δεξαμενή αυτή υπάρχει μέχρι σήμερα και χρησιμοποιείται από τους εναγομένους ως υδατοδεξαμενή για την κάλυψη των αναγκών διώροφης παραθεριστικής κατοικίας, την οποία κατασκεύασαν στο επίδικο μετά την άσκηση των κρινόμενων αγωγών. Οικοπεδική αξία, και μάλιστα μεγάλη, άρχισε να αποκτά το επίδικο κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οπότε άρχισαν να ανεγείρονται στο "φρύδι" της ...

παραθεριστικές κατοικίες και ξενοδοχεία και να αναπτύσσεται η όλη περιοχή τουριστικά. Ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι απέκτησε το επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, διότι το νεμήθηκε από το 1965, οπότε του το παρεχώρησε με άτυπη δωρεά η μέχρι τότε κυρία αυτού - θεία του ΒΒ, συνεχώς έως το έτος 1989, οπότε τον απέβαλαν από αυτό οι εναγόμενοι:

Οι διακατοχικές πράξεις, που υποστηρίζει με τις αγωγές ότι ασκούσε στο επίδικο, είναι η εποπτεία, οι επισκέψεις, η επίβλεψη και η παρακολούθηση. Προς απόδειξη των πράξεων αυτών εξέτασε δύο μάρτυρες και προσκόμισε τους τίτλους κτήσεως της προαναφερόμενης θείας του ΒΒ, καθώς και την από 25-5-1925 ιδιόχειρη επιστολή του πάππου του ΓΓ, η οποία απευθύνεται προς κάποιον ...

και με την οποία προτείνεrαι η εκμετάλλευση των αναφερομένων σ' αυτήν δύο ορυχείων θηραϊκής γης, το ένα από τα οποία - όπως υποστηρίζει - ταυτίζεται με το επίδικο. Οι επικαλούμενοι τίτλοι της θείας του ΒΒ και των δικαιοπαρόχων της είναι τα συμβόλαια ..., ... και ... των συμβολαιογράφων Καλλίστης, Π. Καραβία, Θήρας Σαράντου Λαουρή και Καλλίστης Γ.

Αλαφούζου, αντίστοιχα. Τα έγγραφα αυτά, βέβαια, δεν είναι κρίσιμα, εφόσον ο ενάγων το προβαλλόμενο με τις αγωγές δικαίωμα κυριότητάς του θεμελιώνει σε έκτακτη χρησικτησία. Είναι όμως χρήσιμα για την κρισιολόγηση της διαφοράς και των ισχυρισμών των διαδίκων, ενόψει της θέσης, της προπεριγραφόμενης ιδιαίτερης μορφολογίας του εδάφους και της φύσεως του επιδίκου, για το λόγο δε αυτόν διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και από το δικαστήριο τούτο η επανάληψή της, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος ή των εναγομένων.

Σημειώνεται ότι και οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι απέκτησαν το επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, η οποία άρχισε το 1968, οπότε - όπως περαιτέρω υποστηρίζουν - παρεχώρησε στον Ψ1 ο θείος του ΑΑ τους τίτλους ιδιοκτησίας του οποίου αυτοί επικαλούνται. Οι επικαλούμενοι ωστόσο από τους διαδίκους τίτλοι ιδιοκτησίας και οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων δεν διαφωτίζουν την υπόθεση ως προς το ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου, αφού σύμφωνα με το τελικό συμπέρασμα της πρώτης πραγματογνωμοσύνης, το επίδικο "πρέπει" να περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο από τον ενάγοντα τίτλο κυριότητας (...) της θείας του ΒΒ, ενώ, αντίθετα σύμφωνα με το αντίθετο συμπέρασμα της δεύτερης (επαναληπτικής) πραγματογνωμοσύνης το παραπάνω συμβόλαιο αφορά άλλο ακίνητο που βρίσκεται στα "..." ..., δηλαδή σε απόσταση 10 χιλιομέτρων περίπου από το επίδικο, το δε επίδικο ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται σε έναν από τους τίτλους (συμβόλαιο ...) του αναφερομένου πιο πάνω ΑΑ, θείου του εναγομένου Ψ1.

Αλλά και από την γενόμενη από το δικαστήριο επισκόπηση, σύγκριση και αντιπαραβολή των επικαλούμενων από τους διαδίκους συμβολαίων, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους της θείας και δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ΒΒ. Και τούτο κυρίως διότι, ενώ και στους τρεις επικαλούμενους από τον ενάγοντα τίτλους το περιγραφόμενο σ' αυτούς δεύτερο κατά σειρά ακίνητο (που κατ' αυτόν ταυτίζεται με το επίδικο) χαρακτηρίζεται ως αμπελώνας εκτεινόμενος έως τον αιγιαλό, α) ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων ούτε από κάποιο άλλο στοιχείο προέκυψε ότι το επίδικο καλλιεργήθηκε ποτέ ως αμπέλι, β) το επίδικο δεν εκτείνεται ως τον αιγιαλό αφού απέχει απ' αυτόν περί τα 200 μέτρα και παρεμβάλλεται μεταξύ επιδίκου και αιγιαλού η ιδιοκτησία ..., και γ) οι φερόμενοι ως πρώην όμοροι ιδιοκτήτες του επιδίκου ..., ...

και ... φαίνεται να είναι άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή. Περαιτέρω, το Εφετείο, παρέθεσε τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, σύμφωνα με το πρώτο των οποίων, όταν ήταν 12 χρονών άκουσε από την ΒΒ ότι έχει ένα κτήμα στον ..., η ίδια ασκούσε εποπτεία από το 1920, που το αγόρασε, μέχρι το 1965, που το δώρισε στον ενάγοντα, το 1965 πήγε με τον ενάγοντα στο επίδικο και τοποθέτησε δύο μεταλλικές ταμπέλες, μετά όμως από δύο ή τρεις μήνες πέρασε από το επίδικο και οι ταμπέλες δεν ήταν στις θέσεις τους, χωρίς να ξέρει αν άνθρωποι τις έβγαλαν ή ο αέρας, η ΒΒ δεν καλλιέργησε το επίδικο, δεν το περιέφραξε, δεν το τοπογράφησε, δεν εξόρυξε ποτέ ελαφρόπετρα από αυτό, ο ίδιος δεν θυμάται το επίδικο ως αμπέλι, ούτε άκουσε κάτι τέτοιο από τον πατέρα του, στο επίδικο για πρώτη φορά εργασίες έκανε ο Ψ1, ο οποίος έκτισε σ' αυτό σπίτι, η ανέγερση του οποίου κράτησε πάνω από έτος, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, σύμφωνα δε με τη δεύτερη μάρτυρα, η ΒΒ την πληροφόρησε ότι στον ...

έχει ένα κτήμα, το οποίο δεν το φύτεψε ούτε το καλλιέργησε ποτέ, γιατί ο πατέρας της είπε να το χρησιμοποιήσει για ορυχείο, το έτος 1964 ύστερα από εντολή της ο αδελφός της τοποθέτησε σ' αυτό σημάδια (πέτρες), χωρίς να ξέρει τι σήμαιναν και πόσο καιρό έμειναν, μετά το έτος 1956 η ΒΒ δεν πήγε ποτέ στο επίδικο αλλά έστελνε άλλους, ο δε Χ δεν έκανε ποτέ πράξεις στο επίδικο τέτοιες που να φαίνεται ότι το προορίζει για ορυχείο.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, έκρινε το Εφετείο, δεν ενισχύουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντος στους οποίους θεμελιώνονται οι ένδικες αγωγές. Αντίθετα, δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων είναι χαρακτηριστικά σαφείς και κατηγορηματικές ως προς το κρίσιμο θέμα της κατοχής του επίδικου ακινήτου από τους εναγομένους.

Καθόσον, σύμφωνα με τον πρώτο τούτων, το επίδικο επιτηρούσε για λογαριασμό του εναγομένου Ψ1, ο ΔΔ από τα έτη 1964-1965, το 1965 κατασκευάστηκε από τον ..., με άδεια του Ψ1, δεξαμενή, η οποία υπάρχει μέχρι και σήμερα και τη χρησιμοποιεί ο εναγόμενος ως δεξαμενή του σπιτιού που έχει χτίσει. Όλοι στην περιοχή ήξεραν σαν ιδιοκτήτη τον Ψ1 από το 1968 και μετά και πριν απ' αυτόν τους συγγενείς του.

Το 1990 ο Ψ1 φύτευε μέσα δένδρα κι έχει χτίσει και σπίτι καλής κατασκευής Ο ίδιος, που πηγαίνει πολύ συχνά στην περιοχή δεν είδε κανέναν άλλο στο επίδικο εκτός από τον Ψ1 και τους θείους του. Όταν ήταν Πρόεδροι της Κοινότητας ... οι ... και ..., από τον Ψ1 ζητήθηκε η έγκριση να τους παραχωρήσει τμήμα από το επίδικο κτήμα ώστε να φαρδύνουν οι δρόμο.

Πριν από το 1990 το επίδικο δεν το είχε φυτέψει, ούτε το είχε καλλιεργήσει, ούτε το είχε περιφράξει ο Ψ1, αλλά ο θείος του ΔΔ είχε τοποθετήσει πέτρες που τις είχε βάψει άσπρες και τις πέτρες αυτές τις είχε βάλει το 1964-1965. Σύμφωνα δε με το δεύτερο των μαρτύρων αυτών, ο Ψ1 πήρε το επίδικο, με άτυπη δωρεά, από το θείο του Ψ1, το 1968 και από τότε το έχει στη νομή και κατοχή του.

Ο Ψ1, εκτός από τη φύλαξη, έχει δενδροφυτεύσει τον επίδικο χώρο κι έχει φτιάξει μέσα σ' αυτόν οίκημα πολυτελούς κατασκευής, στο οποίο διαμένει κάθε φορά που επισκέπτεται τη ... . Το 1963 ο ΔΔ με εντολή του Ψ1, τοποθέτησε πέτρες σαν ορόσημα από την πλευρά των γκρεμών. Ο ΔΔ ξεκίνησε να φυλάει το επίδικο και όλη την έκταση που έχει σήμερα ο Ψ1 το 1963, γιατί ξεκινούσαν τότε να γίνονται ορυχεία στην περιοχή και φοβόταν να μην ανοιχτεί δρόμος.

Μέσα στο επίδικο ο ... κατασκεύασε μία δεξαμενή, με άδεια του Ψ1, η οποία διασώζεται μέχρι σήμερα και χρησιμοποιείται ως υδατοδεξαμενή για το ανωτέρω οίκημα, ουδέποτε η ΒΒ ή ο Χ ή κανείς άλλος που ενεργούσε για λογαριασμό τους, πήγε ποτέ στο επίδικο ή προέβησαν σε καμία ενέργεια ώστε να εγκαταστήσουν ορυχείο στον επίδικο χώρο, ουδέποτε έβαλαν ταμπέλες, το 1968-1969, ο θείος του εναγομένου μαζί με τον τοπογράφο ...

μέτρησαν το επίδικο ώστε ο Ψ1, στον οποίο το είχε δώσει, να γνωρίζει πόσο είναι. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων δεν απέδειξε το προβαλλόμενο από αυτόν δικαίωμα κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων και απέρριψε τις ένδικες αγωγές, κατά παραδοχή τη έφεσης των εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφαση, που έκρινε αντιθέτως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, της ταυτότητας των επίδικων ακινήτων, τα οποία σαφώς προσδιόρισε, κατά θέση, έκταση, κατηγορία και όρια, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ζήτημα αυτό, με την παραδοχή ότι τα δύο επίδικα εδαφικά τεμάχια είναι συνεχόμενα μεταξύ τους, αποτελούν τμήματα ενός μεγαλύτερου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 10.000 περίπου τ.μ., το οποίο είναι μια στενόμακρη λωρίδα γης, με επικλινή διαμόρφωση, που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ..., στην περιοχή "..." ..., απεικονίζεται στα τοπογραφικά σκαριφήματα που συνοδεύουν τις αναφερόμενες στην απόφαση δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, περιέχει ένα διώροφο κτίσμα-οικία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ψ1 καθώς και μία δεξαμενή νερού και συνορεύει όπως στην απόφαση ειδικότερα περιγράφεται και δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ΒΒ, καθώς και της μη άσκησης επί του επιδίκου πράξεων νομής από τον ενάγοντα, συνακόλουθα και της μη κτήσης της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία από αυτόν, με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του εν λόγω διαδίκου ότι απέκτησε αυτό με έκτακτη χρησικτησία, διότι το νεμήθηκε από το 1965 συνεχώς έως το έτος 1989, αλλά ότι το ακίνητο αυτό το κατέχει και νέμεται, από το έτος 1968, ο εναγόμενος Ψ1, οι οποίες, αιτιολογίες, επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974, 1045, 1094 ΑΚ, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι προς εφαρμογή αυτών όροι.

Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, τρίτος, τέταρτο μέρος, τέταρτος, δεύτερο μέρος, πέμπτος, τρίτο μέρος, ένατος, δεύτερο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τους οποίους, αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ασαφών αιτιολογιών, αναφορικά με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου και την ταύτισή του με το ακίνητο που αναφέρεται στο ...

συμβόλαιο της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ΒΒ, τον οποίο μόνο επικαλέσθηκε ο εν λόγω διάδικος, είναι αβάσιμοι. Ο από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρ.559 αριθ 19 ΚΠολΔ δωδέκατος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης, διότι δεν αναφέρονται οι πράξει νομής επί του ακινήτου του εναγομένου Ψ1, είναι απαράδεκτος, διότι στην κρινόμενη υπόθεση ουσιώδες ζήτημα δεν αποτελούσαν οι πράξεις νομής του εναγομένου, ώστε η έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με αυτές να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, αλλά οι πράξεις νομής επί του επιδίκου του επικαλούμενου έκτακτη χρησικτησία ενάγοντος, η μη απόδειξη των οποίων είχε ως συνέπεια την απόρριψη, ως αβάσιμης, της ένδικης αγωγής του.

Με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, τρίτο, δεύτερο και τρίτο μέρος, δέκατο, δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας, λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν, α) από που και πως προκύπτει το γενόμενο δεκτό ως αποδειχθέν, από το Εφετείο, ότι ο ενάγων επικαλέσθηκε ως κτητικούς τίτλους της δικαιοπαρόχου του και τα ..., ...

συμβόλαια, β) ποία συμβόλαια επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι, τα οποία έλαβε υπόψη το Εφετείο ώστε να καταλήξει στο πόρισμά του, ότι από την γενόμενη επισκόπηση των επικαλούμενων από τους διαδίκους τίτλων δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ΒΒ, γ) ποίο εκ των δύο ορυχείων, που αναφέρονται στην από 25-5-1925 ιδιόχειρη επιστολή του ΓΓ ταυτίζεται, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, με το επίδικο.

Επίσης με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, από την αυτή ως άνω διάταξη του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτο, έβδομο, δεύτερο μέρος, αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω αντιφατικότητας, δ) της αιτιολογίας ότι το επίδικο κατά το μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από μη καλλιεργήσιμο έδαφος με την περαιτέρω παραδοχή ότι η καλλιέργειά του είναι ασύμφορη.

ε) της αιτιολογίας ότι το επίδικο δεν καλλιεργήθηκε κατά τα τελευταία 70-80 χρόνια, με την περαιτέρω παραδοχή, ότι δεν καλλιεργήθηκε ποτέ ως αμπέλι. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες με αυτούς πλημμέλειες δεν αφορούν ουσιώδες ζήτημα, υπό την έννοια που εκτέθηκε, αλλά ανάγονται στην αναφορά και στον προσδιορισμό των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους και λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, καθώς και σε ισχυρισμούς και επιχειρήματα του ενάγοντος, σχετικά με τη θέση και την φύση του επιδίκου, οι οποίες δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Ο πρόσθετος δέκατος τέταρτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από τον αριθ.1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 976 εδ.β ΑΚ, με μη εφαρμογή της, από το Εφετείο, παρόλο ότι ο ενάγων προέβαλε, και απέδειξε τα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά, ήτοι την από μέρους του κτήση της νομής του επίδικου ακινήτου με άτυπη δωρεά από τη δικαιοπάροχό του και την άσκηση νομής επ' αυτού, με την τοποθέτηση μεταλλικών πινακίδων, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 περ. β ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται μόνον όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων.

Στην προκείμενη υπόθεση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, προβάλλεται ότι το Εφετείο, με την παραδοχή ότι ο ενάγων επικαλέσθηκε πως το δεύτερο επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με το ακίνητο που αναφέρεται και στα ..., ... συμβόλαια, ενώ αυτός ισχυρίσθηκε ότι μόνο το αναφερόμενο στο ... συμβόλαιο ακίνητο ταυτίζεται με το δεύτερο επίδικο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με την μη υπαγωγή του ισχυρισμού αυτού του ενάγοντος "στον κανόνα δικαίου για την ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου της νομής".

Επίσης, με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, από την ίδια ως άνω διάταξη, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γιατί, αφού δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, ότι η καλλιέργεια του επίδικου ακινήτου ήταν ασύμφορη, η περαιτέρω αξίωσή του, προκειμένου να δεχθεί ότι αυτό περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ότι καλλιεργείτο ως αμπέλι, είναι απαράδεκτος αφού προσκρούει στα ανωτέρω διδάγματα.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες αφορούν την χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την εκτίμηση αποδείξεων και, επομένως, δεν ιδρύουν τους επικαλούμενους λόγους αναίρεσης Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης, αντένστασης και γενικά αυτοτελούς αίτησης, δυνάμενοι μάλιστα να θεμελιώνουν παράλληλα και λόγο έφεσης. Επομένως, δεν συνιστούν "πράγματα"οι ισχυρισμοί, που αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων, καθώς και αυτοτελείς ισχυρισμοί που δεν έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.8α ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό του ενάγοντος που δεν προτάθηκε, ήτοι ότι το επίδικο ταυτίζεται "κατ' αυτόν" με τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα ..., ... και ...

συμβόλαια, ενώ ο ενάγων επικαλέσθηκε μόνο ότι το δεύτερο επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο τελευταίο των ως άνω συμβολαίων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι στην κρινόμενη υπόθεση, η οποία είχε ως αντικείμενο τις ένδικες διεκδικητικές ακινήτων αγωγές του αναιρεσείοντος που στηρίζονταν σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας των επιδίκων (έκτακτη χρησικτησία), θεμελιωτικός ισχυρισμός ήταν η απόκτηση της νομής του επιδίκου από τον ενάγοντα και η άσκηση από αυτόν πράξεων νομής επ' αυτών επί μία συνεχή εικοσαετία, και όχι η ταύτιση του δεύτερου επίδικου ακινήτου με εκείνο που αναφέρεται στους ανωτέρω τίτλους, το οποίο δεν ήταν ουσιώδες ζήτημα για την απόδειξη της νομής του ενάγοντος επί του επιδίκου, αλλά επιχείρημα του ενάγοντος για την απόκτηση από μέρους του της νομής του ακινήτου, και, επομένως, δεν αποτελούσε "πράγμα", κατά την έννοια που εκτέθηκε.

Με την ίδια αιτιολογία είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, ο από την ίδια διάταξη του άρθρ.559 αριθ. 8 α ΚΠολΔ δέκατος πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, κατά την γενόμενη εκτίμησή του, ότι το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό του ενάγοντος, που δεν προτάθηκε, σχετικά με την κυριότητα επί του επιδίκου και τον τρόπο κτήσης αυτής από τους δικαιοπαρόχους της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ΒΒ, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν ουσιώδης στην κρινόμενη υπόθεση, και, συνεπώς, δεν αποτελούσε "πράγμα", με την έννοια που εκτέθηκε.

Με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ενδέκατο, δέκατο τρίτο, τρίτο μέρος, δέκατο τέταρτο, πρώτο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ 8β ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του ενάγοντος σχετικούς, με τη θέση, τα όρια του επίδικου ακινήτου, ότι αυτό ταυτίζεται με το αναφερόμενο στο ...

συμβόλαιο, ιδίως κατά τη θέση ... και κατά το βόρειο όριο τον Ι. Ν. ... και ότι αυτός απέκτησε τη νομή αυτού το έτος 1965 με άτυπη δωρεά από την προηγούμενη νομέα. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την πληττόμενη απόφαση, με την οποία προσδιορίζεται, κατά θέση, έκταση, όρια, φύση το επίδικο ακίνητο και έγινε δεκτό ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ότι αυτό νέμεται από το έτος 1968 ο εναγόμενος και ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το νεμήθηκε από το έτος 1965, οπότε του το παραχώρησε με άτυπη δωρεά η μέχρι τότε κυρία αυτού ΒΒ, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι.

Με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, έβδομο, πρώτο μέρος, όγδοο, ένατο, τρίτο μέρος, δέκατο, πρώτο μέρος, δωδέκατο, πρώτο και δεύτερο μέρος, ψέγεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του ενάγοντος, που προβλήθηκαν με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, σχετικά, α) με τους λόγους για τους οποίους το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με το αναφερόμενο στο ...

συμβόλαιο, τη φύση αυτού και τους λόγους για τους οποίους δεν καλλιεργήθηκε αλλά προτιμήθηκε ο προορισμός του για εξόρυξη θηραϊκής γης, β) με τους λόγους για τους οποίους η φράση "εκτεινόμενο μέχρι του αιγιαλού" τέθηκε στο ... συμβόλαιο από σκοπιμότητα για την μελλοντική αξιοποίηση του ακινήτου ως ορυχείου και όχι με την έννοια ότι αυτό συνορεύει με αιγιαλό, γ)με τους λόγους που αναφέρονται στο ότι η αναφορά στους πρώην όμορους ιδιοκτήτες, που μνημονεύονται στο ...

συμβόλαιο, δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενόψει του επικληθέντος πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον ενάγοντα και τη δικαιοπάροχό του, δ) με τους λόγους για τους οποίους ένα από τα ακίνητα-ορυχεία, που αναφέρονται στην από 25-5-1925 ιδιόχειρη επιστολής του ΓΓ, ταυτίζονται το αναφερόμενο στο ...

ακίνητο, την άσκηση νομής επ' αυτού από τη δικαιοπάροχό του από το έτος 1921 και την παράδοση της νομής του σ' εκείνον, ε) σχετικά με τη δωρεά του επίδικου από τον ΑΑ στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, το έτος 1974, καθώς και το είδος και το μέγεθος του κτίσματος που ανήγειρε ο ανωτέρω διάδικος στο επίδικο. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια που εκτέθηκε, αλλά, πραγματικά επιχειρήματα του ενάγοντος, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το Δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ 8 περ.α ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα "πράγματα", ήτοι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης, που δεν προτάθηκαν νόμιμα και το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη.

Εξάλλου, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. β ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποίες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν καθώς και ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πρώτο, δεύτερο μέρος, αποδίδονται στο Εφετείο αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 8 περ.α και 11 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που δεν προτάθηκαν νόμιμα από αυτούς, καθώς και αποδεικτικά μέσα των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση από μέρους αυτών, ήτοι ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα των οποίων έγινε επίκληση με τις από 21-1-2004 προτάσεις τους σε προηγούμενη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η 100/2004 απόφαση του Εφετείου, που αναιρέθηκε με την 627/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση, σύμφωνα με το άρθρο 240ΚΠολΔ, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των εν λόγω διαδίκων, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, αλλά με απλή ενσωμάτωση σ' αυτές των προτάσεων εκείνων, χωρίς αναφορά και επίκληση συγκεκριμένων μερών αυτών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συνιστούσαν "πράγματα", κατά την έννοια που εκτέθηκε, οι οποίο λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο παρόλο ότι δεν προτάθηκαν νόμιμα, ούτε οι αποδείξεις που δεν προτάθηκαν νόμιμα και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, καθώς και οι ισχυρισμοί για τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις αυτές.

Επειδή, κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα ..., ...

και ... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Καλλίστης, Χριστόφορου Παπαδόπουλου, Θήρας, Σαράντου Λαούρη και Αθηνών, Ιωάννη Μαυρουδή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, σχετικά με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου και το ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων το νεμήθηκε από το 1965 έως το έτος 1989, συνακόλουθα ότι δεν απέκτησε αυτό με έκτακτη χρησικτησία, τα ως άνω τρία συμβολαιογραφικά έγγραφα, των οποίων ρητή μνεία γίνεται στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, το από μηνός Οκτωβρίου 1974 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., φωτοαντίγραφο της οικοδομικής άδειας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και το από 16-10-1989 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., που προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα.

Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος κύριος, δεύτερο μέρος, δεύτερος πρόσθετος, δωδέκατος πρόσθετος, πρώτο μέρος, δέκατος τρίτος πρόσθετος, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι.

Ο συναφής προς τους ανωτέρω λόγους, πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρ.559 αριθ.18 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια μη συμμόρφωσής του με την 627/2006 αναιρετική απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε η 100/2004 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου για πλημμέλεια από τον αριθ.11 περ.

γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι γιατί δεν συνεκτιμήθηκαν, από το Δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ΒΒ, και τα ανωτέρω ..., ... και ... συμβόλαια, είναι αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω τρία συμβόλαια (..., ...και ...), τα οποία ρητώς μνημονεύονται ότι λήφθηκαν υπόψη, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του σχετικά με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου και τα ως άνω τρία συμβολαιογραφικά έγγραφα και επομένως συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Επειδή, για την ίδρυση του από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.11 περ. β ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, πρέπει οι αποδείξεις να έχουν ληφθεί υπόψη για απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, ναι μεν η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση ιδρύει τον από τον αριθ. 11 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πλην όμως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή.

Τέλος, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κύριο λόγο αναίρεσης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο, πρώτο μέρος, προβάλλεται ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ 11 β ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη του, προκειμένου να κρίνει αν το δεύτερο των επίδικων ακινήτων περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο από τον ενάγοντα τίτλο κυριότητας της δικαιοπαρόχου του Φ.

Ασιμή, ήτοι στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλλίστης Γ. Αλαφούζου, τα ..., ... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Καλλίστης Π.Καραβία και Θήρας Σαράντου Λαούρη, τα οποία δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε στο δικαστήριο ο εν λόγω διάδικος. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν αποτελεί ουσιώδες ζήτημα στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, στην κρινόμενη υπόθεση, η οποία είχε ως αντικείμενο τις ένδικες διεκδικητικές ακινήτων αγωγές του αναιρεσείοντος που στηρίζονταν σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας των επιδίκων (έκτακτη χρησικτησία), θεμελιωτικός ισχυρισμός ήταν η απόκτηση της νομής των ακινήτων αυτών από τον ενάγοντα και η άσκηση πράξεων νομής από εκείνον επ' αυτών επί μία συνεχή εικοσαετία, και όχι η ταύτιση του δεύτερου επίδικου ακινήτου με εκείνο που αναφέρεται στους ανωτέρω τίτλους, το οποίο δεν ήταν ουσιώδες ζήτημα για την απόδειξη της νομής του ενάγοντος επί του επιδίκου.

Σε κάθε όμως περίπτωση οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, είναι αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, αφενός ότι τα ως άνω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από τον διορισθέντα, με την 1/1994 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονα, πολιτικό μηχανικό, ..., και διαλαμβάνονται στην από ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτού, συνεπώς δεν απαιτείτο να γίνει ειδική επίκληση τούτων από τους διαδίκους προκειμένου να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο, αφετέρου ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στην ανωτέρω παραδοχή του, για την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, και όλων των εγγράφων "που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", δηλαδή δέχθηκε ανελέγκτως, ότι τα διάδικα μέρη προσκόμισαν τα πιο πάνω έγγραφα.

Επειδή, ναι μεν η δικαστική ομολογία, η οποία, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη εις βάρος εκείνου που ομολόγησε και αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, όμως, η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη αυτήν, για να ιδρύσει τον από το αρθ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνακόλουθα, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, δωδέκατος, δεύτερο μέρος, δέκατος τρίτος, πρώτο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ 11 περ.γ ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, δικαστικές ομολογίες των εναγομένων, οι οποίες περιέχονται στις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης και στο δικόγραφο της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφαση, αντίστοιχα, σχετικά με το ότι η δωρεά του επίδικου ακινήτου στον πρώτο εναγόμενο από τον θείο του έγινε το έτος 1974 και ότι το ακίνητο που αναφέρεται στο ...

συμβόλαιο ευρίσκεται στην περιοχή ..., είναι απαράδεκτοι, διότι οι επικαλούμενες ομολογίες δεν αφορούν ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκείμενης δίκης, στην οποία ουσιώδεις ισχυρισμοί ήταν η άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων ακινήτων από τον ενάγοντα, επί μία συνεχή εικοσαετία.

Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τους λόγους αναίρεσης, τρίτο κύριο, πέμπτο πρόσθετο, πρώτο μέρος, ένατο πρόσθετο, πρώτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, ήτοι α) του ... συμβολαίου, που σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ο τίτλος του δικαιοπαρόχου του πρώτου εναγομένου ΑΑ και το ακίνητο που αναφέρεται σ' αυτό ταυτίζεται με το επίδικο, ως προς το ζήτημα του ονόματος του ανωτέρω, το οποίο είναι Ψ1, δηλαδή είναι άλλο πρόσωπο από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, β) των ...

και ... συμβολαίων, ως προς τη φύση του επίδικου ακινήτου, το οποίο στο πρώτο εξ αυτών αναφέρεται ότι είναι ένα και όχι δύο, όπως δέχθηκε το Εφετείο, στο δε δεύτερο, ότι σ' αυτό υπάρχει μία οικία και, επομένως, δεν χαρακτηρίζεται ως αμπελώνας, όπως δέχθηκε το Εφετείο, καθώς και γ) ως προς τα ονόματα των όμορων ιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου, τα οποία επακριβώς αναφέρονται στα συμβόλαια αυτά και δε μνημονεύονται ως πρώην όμοροι ιδιοκτήτες που "φαίνεται να είναι άγνωστα πρόσωπα στην περιοχή", όπως έγινε δεκτό με την πληττόμενη απόφαση.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι παραδοχές του Εφετείου, σχετικά με την ταυτότητα του επιδίκου, τη φύση αυτού καθώς και τα όριά του, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση, η οποία συνάχθηκε από την συνεκτίμηση τόσο των ανωτέρω συμβολαιογραφικών εγγράφων, όσο και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως καταθέσεων μαρτύρων, εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, εγγράφων, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία των εν λόγω συμβολαιογραφικών εγγράφων για τα αποδεικτέα αυτά θέματα.

Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτό έφερε ο αντίδικός του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων.

Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, ήτοι εκείνου που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, με την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, κατά την οποία ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Αν η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε κτήση της κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, για την ευδοκίμησή της, ο ενάγων φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 974 επ., 1045, 1051 ΑΚ, του στοιχείου της κτήσης της νομής του επιδίκου από τον ίδιο και το δικαιοπάροχό του, στην περίπτωση που επικαλείται συνυπολογισμό της νομής του τελευταίου, καθώς άσκησης αυτής συνεχώς για χρονικό διάστημα είκοσι ετών.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δέκατο τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τέταρτο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ.13 ΚΠολΔ, προβάλλεται, ότι το Εφετείο, που με την πληττόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος, που ως βάση της είχε την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ΒΒ και ο ενάγων δεν απέδειξε το προβαλλόμενο απ' αυτόν δικαίωμα κυριότητας, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, καθόσον, εφόσον ο ενάγων απέδειξε ότι απέκτησε τη νομή του επίδικου ακινήτου με "μακρά χειρί" παράδοση της νομής του επιδίκου, λόγω δωρεάς, από τη δικαιοπάροχό του ΒΒ, οι εναγόμενοι έπρεπε να ισχυρισθούν και αποδείξουν, κατ' ένσταση, συνδρομή λόγου καταλυτικού του δικαιώματος αυτού του ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες, "δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ΒΒ και ... ο ενάγων δεν απέδειξε το προβαλλόμενο απ' αυτόν δικαίωμα κυριότητας", το Εφετείο, δε δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο το παραχώρησε, το έτος 1965, στον ενάγοντα η ανωτέρω δικαιοπάροχός του και ότι έκτοτε αυτός το νεμήθηκε συνεχώς επί μία εικοσαετία, επομένως ο ίδιος έφερε το βάρος της απόδειξης των περιστατικών αυτών προς ευδοκίμηση των ένδικων αγωγών του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-2-2008 αίτηση και τους από 17-3-2009 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 268/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ