Legislator Case Law & Legislation
1652/2006 AI generated

Supreme Court remands case for retrial due to insufficient reasoning on bad faith and unjust enrichment under Article 919 of the Civil Code.

Case Number 1652/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded the case for retrial because the lower court failed to provide adequate reasoning regarding the bank director's alleged bad faith. The appellant argued that the director's instructions to sell equipment to an insolvent buyer, while aware of the buyer's financial distress, constituted an act contrary to good morals intended to induce loss. The court found the appellate judgment's justification for this conduct insufficient and lacking in motive analysis, necessitating a new trial to properly assess the claim under Article 919 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Article 919 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a lower court's reasoning regarding an alleged act contrary to good morals is insufficient to establish the requisite intent for unjust enrichment, the decision must be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
unjust enrichment bad faith good morals induced loss remand for retrial insufficient reasoning Civil Code Article 919

Cited Legislation

AI generated
Article 919 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 10/91
AP 55/2003
AP 1615/99

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1652 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1652/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατσαντώνη.

Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μίγγο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-1992 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 15/2004 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Ιουλίου 2004 αίτησή της και τους από 3 Ιουνίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 24 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος του κύριου δικογράφου και δεύτερος επίσης του δικογράφου των προσθέτων λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που τίκτει υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91, AΠ 55/2003, ΑΠ 1615/99). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας) συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (Ολ.

ΑΠ 398/75, ΑΠ 1346/2000, ΑΠ 925/91). Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 55/2003, ΑΠ 297/59).

Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζομένη με εκείνες του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ.

Ενώ, αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτήν τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει) είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα.

Με την 3391/1985 πράξη της συμβολαιογράφου .... συστάθηκε η εταιρία " .... ΕΠΕ", με έδρα .... και μοναδικούς εταίρους τον .... και την ....., πατέρα και σύζυγο αντίστοιχα του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου), και σκοπό την ίδρυση και λειτουργία εργοστασίου, δηλαδή την κατασκευή κύριων κτιριακών εγκαταστάσεων και βοηθητικών χώρων κλπ.

Διαχειρίστρια τής ως άνω εταιρίας ορίστηκε αρχικά η σύζυγος τού εφεσιβλήτου. Προς ευόδωση των σκοπών της, η εταιρία αυτή ζήτησε να λάβει από την εκκαλούσα τράπεζα, οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσείουσα, βιοτεχνικό δάνειο για την αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού υπό τους όρους της 197/78 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής.

Το δάνειο θα χορηγείτο με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Στις 2-4-1985 καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας και της άνω αναφερθείσας εταιρίας ".... ΕΠΕ" η υπ' αριθ. 434 σύμβαση δανείου, ποσού δρχ. 3.900.000, το οποίο καταβλήθηκε εφάπαξ σ'αυτήν. Η εξόφληση του δανείου θα γινόταν στη 2-4-1992, ενώ ο τόκος συμφωνήθηκε στα 13,5% ετησίως, πληρωτέος ανά τρίμηνο.

Ο εφεσίβλητος, δυνάμει συμβάσεως εγγυήσεως που κατάρτισε αυθημερόν με την εκκαλούσα, ανέλαβε έναντι αυτής την ευθύνη ότι θα καταβληθεί ολοσχερώς το ποσό του δανείου με τους τόκους και τα έξοδα, ευθυνόμενος, ως αυτοφειλέτης και παραιτηθείς ανεπιφύλακτα από το ευεργέτημα διζήσεως καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 853, 854, 858, 862, 863, 866 και 868 ΑΚ.

Περί το τέλος 1985, επειδή οι αρχικοί εταίροι της άνω ΕΠΕ αντιμετώπισαν σοβαρά οικογενειακά προβλήματα, θέλησαν να μεταβιβάσουν τα εταιρικά τους μερίδια και να πωλήσουν την εν γένει επιχείρηση. Ενδιαφέρθηκαν για την αγορά αυτή ο Χ1 και ο Χ3, οι οποίοι είχαν συνεργαστεί με την ΕΠΕ, ο μεν πρώτος ως λογιστής, ο δε δεύτερος ως διαχειριστής και γνώριζαν σαφώς την οικονομική κατάσταση της εταιρίας, η οποία τότε ήταν πολύ καλή και δεν αντιμετώπιζε προβλήματα.

Πριν την μεταβίβαση, ο εφεσίβλητος μαζί με τον λογιστή Ζ1 επισκέφτηκαν το κατάστημα της εκκαλούσας και συζήτησαν με τον τότε διευθυντή Ζ3 τις διαδικασίες απαλλαγής του εφεσιβλήτου από την εγγύηση, λόγω της περαιτέρω πώλησης της εταιρίας (ΕΠΕ) προς τρίτους. Ζήτησε δε ο εφεσίβλητος να εξοφλήσει ο ίδιος το δάνειο μαζί με τους τόκους εφάπαξ πριν την μεταβίβαση και αυτά τα χρήματα να προστεθούν στο τίμημα για τη πώληση της επιχείρησης.

Ο τότε διευθυντής όμως της εκκαλούσας, ο οποίος είχε και φιλικές σχέσεις με τον εφεσίβλητο, τού απέκλεισε αυτή την δυνατότητα, ισχυρισθείς ότι το δάνειο ήταν μακροπρόθεσμο, τελούσε υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και απαιτείτο για την εξόφλησή του η έγκριση της Τράπεζας Ελλάδος, του αντιπρότεινε δε, προς διευκόλυνσή του, και τον διαβεβαίωσε ότι θα τον απάλλασσε από την εγγύηση αν οι αγοραστές της εταιρίας (....

ΕΠΕ) και μάλιστα ο Χ1 εγγυόνταν εκ νέου την αποπληρωμή του δανείου. Πράγματι ο εφεσίβλητος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Χ1, τον ενημέρωσε για τη δυνατότητα απαλλαγής του από την εγγύηση και συμφώνησαν να συναντηθούν στο γραφείο τού διευθυντή της εκκαλούσας Ζ3 την επόμενη ημέρα και ώρα 10.00, για να προβεί στις απαιτούμενες διαδικασίες για την αλλαγή του προσώπου του εγγυητή.

Στις 30-12-1985 λοιπόν συγκεντρώθηκαν στο γραφείο του διευθυντή της εκκαλούσας ο εφεσίβλητος, ο Ζ1 που ήταν ο λογιστής του εφεσιβλήτου, ο υπάλληλος τού λογιστή Ζ2, ο Χ1 και η σύζυγός του Χ2, η οποία τελικά θα εμφανιζόταν ως αγοράστρια των εταιρικών μεριδίων μαζί με τον Χ3. Ο Ζ3, διευθυντής κατά τα άνω της εκκαλούσας στο κατάστημα αυτής ...

και με την ιδιότητά του αυτή διαβεβαίωσε τους παρισταμένους, ότι είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με την Τράπεζα της Ελλάδας, η οποία έδωσε, κατά τα λεγόμενά του, την έγκριση για την αλλαγή του προσώπου του εγγυητή και στη συνέχεια ο εφεσίβλητος και η Χ2, παρουσία όλων, υπέγραψαν δύο έγγραφα που συντάχθηκαν και δακτυλογραφήθηκαν από τους υπαλλήλους της εκκαλούσας, ήτοι τη σύμβαση δανείου και την άρση εγγυήσεων του εφεσιβλήτου, στου οποίου τη θέση στο δάνειο υπεισήλθε η Χ2.

Έτσι ο εφεσίβλητος, όταν αποχώρησε από την εκκαλούσα και μετά απ' όλη την άνω διαδικασία και τις διαβεβαιώσεις του διευθυντή, ήταν πεισμένος ότι το ζήτημα της εγγυήσεως είχε τακτοποιηθεί και ότι αυτός στο μέλλον, μετά και την πώληση της εταιρίας ..... ΕΠΕ, δεν θα είχε καμιά ευθύνη ως εγγυητής, αφού νομίμως, όπως πίστευε, είχε απαλλαγεί από την εγγύησή του προς την εταιρία, η ίδια εντύπωση δε είχε δημιουργηθεί σ' όλους τους άνω αναφερθέντες παρισταμένους στις πράξεις αυτές (υπογραφές εγγράφων) και αφού ρητά περί τούτου τον διαβεβαίωσε ο εν λόγω διευθυντής του καταστήματος της εκκαλούσας.

Ακολούθως, έγινε η πώληση της εταιρίας "... ΕΠΕ" προς τους Χ2 και Χ3 με συμβολαιογραφική πράξη, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως στα βιβλία του Πρωτοδικείου Καβάλας. Παράλληλα με την πράξη αυτή της μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων προς τους νέους άνω αγοραστές, καταρτίστηκε και ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι αγοραστές ανέλαβαν την υποχρέωση να πληρώσουν και να εξοφλήσουν προς την εκκαλούσα το δάνειο που λήφθηκε από τους πωλητές τους, για την αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού, που ανερχόταν κατά τα άνω στο ποσό των 3.900.000 δρχ., οι δε πωλητές αποξενώθηκαν στο εξής από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρίας.

Στη συνέχεια, με την 3988/86 πράξη της συμ/φου .... τροποποιήθηκε το καταστατικό της εταιρίας ..... ΕΠΕ, εισήλθε και τρίτος εταίρος, η ... αυξήθηκε το κεφάλαιο της εταιρίας κατά 900.000 δρχ. και έλαβαν οι νέοι εταίροι, κατόπιν αιτήσεώς τους, νέα δάνεια από την εκκαλούσα, υπό την εγγύηση και αυτά του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς καμιά όμως εγγύηση τρίτων προσώπων.

Με την 4486/87 πράξη της ίδιας άνω συμ/φου ορίστηκε νέος διαχειριστής της εταιρίας ο Χ3, ο οποίος, επειδή η εταιρία αντιμετώπισε έντονα οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις έναντι της εκκαλούσας, ήτοι της πιστοδότριας Τράπεζας, στις 27-6-1987, καθ' υπόδειξη του διευθυντή τής τελευταίας Ζ3, πώλησε στον Ψ1 τον μηχανολογικό εξοπλισμό της επιχείρησής της, έναντι συνολικού τιμήματος 5.450.000 δρχ., συμφωνήθηκε δε ο άνω αγοραστής να καταβάλει το τίμημα όχι στην πωλήτρια εταιρία αλλά στην εκκαλούσα κατά δόσεις.

Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι η πωλήτρια εταιρία θα παρακρατήσει την κυριότητα του πωληθέντος μηχανολογικού εξοπλισμού, μέχρις ολοσχερούς αποπληρωμής του τμήματος από τον αγοραστή Ψ1 προς την εκκαλούσα, στον δε αγοραστή παραδόθηκε η κατοχή μόνον των μηχανημάτων. Ο ανωτέρω όμως αγοραστής Ψ1 ουδέν κατέβαλε στην πιστοδότρια τράπεζα, ούτε στην πωλήτρια εταιρία.

Στις 4-9-1987 η εκκαλούσα τράπεζα κοινοποίησε στην εταιρία ".... ΕΠΕ" συστημένη επιστολή επείγουσα, με την οποία ενημέρωνε την τελευταία, ότι το αρχικό βιοτεχνικό δάνειο βρίσκεται σε καθυστέρηση και την καλούσε να προσέλθει εντός δέκα ημερών στο κατάστημά της για την τακτοποίηση της εκκρεμότητας, προκειμένου να αποφευχθούν οι κυρώσεις σε βάρος τής ΕΠΕ.

Ο τότε διαχειριστής τής ΕΠΕ, επειδή δεν μπορούσε αυτή να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, κατέθεσε στις 17-12-1987 δήλωση αναστολής πληρωμών στην Γραμματέα του Πρωτοδικείου Καβάλας. Επί της δηλώσεως αυτής εκδόθηκε η 34/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία κηρύχθηκε η εταιρία αυτή σε κατάσταση πτωχεύσεως, ορίστηκε ημέρα παύσεως των πληρωμών η 15-12-1987 και διορίστηκε σύνδικος.

Επειδή δεν βρέθηκε η αναγκαία περιουσία για την εξακολούθηση των εργασιών της πτώχευσης, στην οποία περιλαμβανόταν και ο μηχανολογικός εξοπλισμός (που είχε πωληθεί με παρακράτηση της κυριότητας), με την 982/59/89 απόφαση του ιδίου άνω δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης. Στο μεταξύ, η εκκαλούσα στις 14-10-1988 κίνησε τη διαδικασία για την κατάπτωση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, αναφορικά με το χορηγηθέν πρώτο βιοτεχνικό δάνειο (υπ' αριθ. 434/2-4-1985), το οποίο βρισκόταν σε καθυστέρηση μετά τις 2-4-1987, αφού δεν είχαν εξοφληθεί 4 δόσεις, ήτοι της 2-4-1987, 2-10-1987, 2-4-1988 και 2-10-1988.

Έτσι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με τα υπ' αριθ. πρωτ. 2032575/6952/0025/3-5-1989 και 2045949/9818/0025/ 22-6-1989 έγγραφά του ενέκρινε την κατάπτωση της εγγυήσεως υπέρ της εκκαλούσας εκ δρχ. 4.336.042. Ακολούθως το Α΄ Δημόσιο Ταμείο Καβάλας κοινοποίησε το πρώτο στις 8-5-1991 προς τον εφεσίβλητο ειδοποίηση, καλώντας τον να προσέλθει στην Υπηρεσία μέχρι 20-5-1991 για να ρυθμίσει το χρέος από το ως άνω βιοτεχνικό δάνειο, που είχε καταπέσει πια υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Τότε ο εφεσίβλητος εξεπλάγη από την άνω εξέλιξη, δεδομένου ότι μετά τις 30-12-1985 ήταν σίγουρος ότι είχε απαλλαγεί από την εγγύηση του δανείου και κανείς δεν τον είχε ενημερώσει ή ενοχλήσει σχετικά με την άσχημη οικονομική κατάσταση της ΕΠΕ και τη μη εξόφληση των δόσεων του δανείου. Επισκέφτηκε δε αμέσως τον διευθυντή της εκκαλούσας στο κατάστημα ...., τού εξέθεσε την κατάσταση και του ζήτησε το έγγραφο περί απαλλαγής του από την εγγύηση που είχε υπογραφεί στις 30-12-1988, για να το προσκομίσει στο Δημόσιο Ταμείο και εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί και ότι θα ψάξει να το βρει και ότι θα τον ενημερώσει.

Παρών στην συνάντηση αυτή ήταν ο εκ των μαρτύρων του εφεσιβλήτου Ζ1 ο οποίος κατέθεσε συγκεκριμένα ότι ο διευθυντής έδειξε ότι πρέπει να έγινε κάποιο λάθος, ότι θα έψαχνε τα χαρτιά και θα τον ενημέρωνε. Μετά από δύο ημέρες, επισκέφθηκε ξανά την εκκαλούσα ο εφεσίβλητος, ο διευθυντής απουσίαζε και γι'αυτό συναντήθηκε με τον υπάλληλό της ...., υπεύθυνο για τις χορηγήσεις.

Ο τελευταίος έψαξε να βρει σχετικό φάκελο, αλλά αυτό στάθηκε αδύνατο, υπήρχε ο προηγούμενος και ο επόμενος φάκελος ενώ ο συγκεκριμένος απουσίαζε, τότε δε ο ως άνω υπάλληλος δικαιολογήθηκε ότι κάπου θα γύριζε ο φάκελος στα γραφεία και ότι ο ίδιος θα έψαχνε να τον βρει. Την επόμενη ημέρα, ο εφεσίβλητος μαζί με τους Ζ1 και Ζ2 επισκέφθηκε πάλι τον άνω υπάλληλο, ο οποίος στενοχωρημένος τού ανακοίνωσε ότι κάπου είχε χαθεί ο φάκελος.

Στο μεταξύ, το Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα η Α΄ Δ.Ο.Υ. Καβάλας επέβαλε κατάσχεση στην ακίνητη περιουσία του εφεσιβλήτου προς ικανοποίηση των ανωτέρω απαιτήσεών της από το βιοτεχνικό δάνειο, στις 21-6-1991. Προ αυτής της καταστάσεως και ενώ η οφειλή του εφεσιβλήτου, ως εγγυητή της εταιρίας "... ΕΠΕ" είχε ανέλθει στο ποσό των 7.349.591 δρχ.

για το κεφάλαιο, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις, αναγκάσθηκε ο τελευταίος να ρυθμίσει την οφειλή στις 23-7-1991 και να καταβάλει ο ίδιος το άνω ποσό των 7.349.591 δρχ. Ο εφεσίβλητος, μετά ταύτα, ερευνώντας την ως άνω υπόθεση, βρήκε το ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο πουλήθηκε ο μηχανολογικός εξοπλισμός της ΕΠΕ στον Ψ1, υπό τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας και με δεδομένο ότι ουδέν κατεβλήθη εις εξόφληση τού συμφωνηθέντος τιμήματος, ζήτησε με εξώδικη δήλωσή του στις 21-10-1991 προς τον σύνδικο της πτωχεύσεως να προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την ανεύρεση των μηχανημάτων, που αποτελούσαν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας και να ζητήσει την ανάκληση και παύση των εργασιών της πτωχεύσεως.

Το ίδιο αίτημα επανέλαβε ο εφεσίβλητος με την από 15-11-1991 αίτησή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, οπότε εκδόθηκε η 19/1992 απόφασή του με την οποία ανακλήθηκε η απόφαση που κήρυξε την παύση των εργασιών της πτώχευσης. Πλην όμως, δεν στάθηκε δυνατό να ανευρεθούν τα ως άνω μηχανήματα και με τον τρόπο αυτό απωλέσθηκαν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία της ΕΠΕ, με συνέπεια να μην μπορεί να ικανοποιηθεί η εκκαλούσα από την περιουσία της πρωτοφειλέτριας, αλλά να ικανοποιηθεί από την περιουσία του εγγυητή.

Απ' όλα τα άνω συνάγεται αβίαστα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η συμπεριφορά του διευθυντή του Υποκ/τος της εκκαλούσας .... Ζ3 υπήρξε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και εξαιτίας της ζημιώθηκε ο εφεσίβλητος. Ειδικότερα, ενώ ο εφεσίβλητος ως επιχειρηματίας επί μακρόν διατηρούσε συναλλακτικές σχέσεις με την εκκαλούσα και είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις και σχέσεις εμπιστοσύνης με τον τότε διευθυντή της του υποκ/τος Ζ3 και ενώ ο τελευταίος γνώριζε πολύ καλά την ανησυχία τού εφεσιβλήτου σχετικά με την απαλλαγή του από την ευθύνη του εγγυητή τού βιοτεχνικού δανείου που είχε λάβει η εταιρία "...

ΕΠΕ", μετά την πώλησή της σε τρίτα πρόσωπα, εντούτοις δεν χειρίστηκε την ως άνω υπόθεση με την αναγκαία για τις συναλλαγές επιμέλεια. Ενώ δηλαδή διαβεβαίωσε τον εφεσίβλητο ότι είχε επικοινωνήσει με την Τράπεζα Ελλάδος για την άρση της εγγυήσεως και ότι είχε λάβει την έγκρισή της, ότι ρύθμισε όλες τις αναγκαίες διαδικαστικές προϋποθέσεις και του παρουσίασε δακτυλογραφημένο έγγραφο περί άρσεων της εγγυήσεως, το οποίο ο εφεσίβλητος υπέγραψε ενώπιον μαρτύρων στις 30-12-1985, στη συνέχεια αυτό το έγγραφο δεν το κοινοποίησε στην τράπεζα Ελλάδος, αντίγραφό του δεν παρέδωσε στον εφεσίβλητο και τέλος δεν καταχώρισε αυτό στον οικείο φάκελο, με συνέπεια, όταν το ζήτησε ο τελευταίος, να του πουν από την εκκαλούσα ότι χάθηκε.

Ότι υπήρξε έγγραφο άρσης της εγγύησης, προκύπτει πέρα από την κατάθεση των μαρτύρων του εφεσιβλήτου αλλά και από το ότι στο κείμενο της αρχικής συμβάσεως δανείου, στη θέση του εγγυητή και σε όλες τις σελίδες υπάρχει η υπογραφή της αγοράστριας των μετοχών Χ2 δίπλα στις υπογραφές του εφεσιβλήτου. Το ανωτέρω σημαίνει ότι αυτή εγγυήθηκε το δάνειο στη θέση του εφεσιβλήτου και σαφώς δεν υπήρχε ανάγκη και δεύτερου εγγυητή για το εν λόγω δάνειο, όταν τα επόμενα δύο δάνεια που δόθηκαν στην ΕΠΕ μετά την πώλησή της λίγους μήνες αργότερα, δόθηκαν χωρίς καμια εγγύηση τρίτου προσώπου, πέραν του Ελληνικού Δημοσίου.

Επίσης ούτε την αίτηση περί άρσεως της εγγυήσεως έπρεπε να υποβάλει εγγράφως ο εφεσίβλητος, αλλά απλώς προφορικώς και η Τράπεζα έπρεπε να προβεί στις έγγραφες διατυπώσεις για την άρση αυτή. Όμως η συμπεριφορά του ίδιου άνω διευθυντή τής εκκαλούσας και μετέπειτα υπήρξε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και προς τις κρατούσες αντιλήψεις για τις τραπεζικές συναλλαγές, διότι ενώ γνώριζε τη δεινή οικονομική κατάσταση της ΕΠΕ, της υπέδειξε να πωλήσει τον μηχανολογικό εξοπλισμό της προς τον Ψ1, ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, υπήρξε αφερέγγυος και δεν κατέβαλε το τίμημα.

Και ενώ δεν πλήρωσε το τίμημα προς αυτήν (εκκαλούσα), ως όφειλε, η τελευταία δεν έδωσε εντολή να κινηθεί το συντομότερο δυνατό η διαδικασία εισπράξεως του δανείου και τούτο το έπραξε μόλις μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως της ΕΠΕ. Ειδικότερα, ενώ από τη σύμβαση δανείου προβλεπόταν ότι το δάνειο καθίσταται ληξιπρόθεσμο, σε περίπτωση καθυστερήσεως έστω και μιας δόσης και ο οφειλέτης περιέρχεται σε υπερημερία και η πιστοδότρια τράπεζα δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξη αυτού, στην προκείμενη δε περίπτωση η πρωτοφειλέτρια ΕΠΕ ήδη από 2-4-1987 δεν κατέβαλλε τις δόσεις του δανείου, αυτός (Ζ3) όχι μόνο δεν κίνησε αυτή τη διαδικασία, δεσμεύοντας τον μηχανολογικό εξοπλισμό και ικανοποιώντας άμεσα την απαίτηση από το δάνειο, αλλά αντίθετα στις 2-6-1987 υπέδειξε την πώλησή της σε μη φερέγγυο πρόσωπο.

Περίμενε δε να καταστούν ληξιπρόθεσμες συνολικά 4 δόσεις, για να κινήσει τη διαδικασία καταπτώσεως της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι επαχθέστερη για τους οφειλέτες και ως εκ τούτου εξαιρετική. Καθόλο δε αυτό το διάστημα, αν και ερχόταν σε καθημερινή σχεδόν επαφή με τον εφεσίβλητο, ο οποίος είχε κατάστημα κοντά στην τράπεζα και κατέθετε σ'αυτήν τις εισπράξεις της επιχείρησής του, εντούτοις δεν τον ενημέρωσε ποτέ για την άσχημη οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτριας "....

ΕΠΕ", πριν δε κινήσει τη διαδικασία καταπτώσεως της εγγυήσεως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, δεν απευθύνθηκε προς τον εφεσίβλητο για την εξόφληση του καθυστερημένου δανείου ούτε και προς την έτερη εγγυήτρια Χ2. Ο Ζ3 ακολούθησε αυτήν την τακτική στα πλαίσια των καθηκόντων του ως Διευθυντή υποκαταστήματος Τράπεζας, παρόλο που γνώριζε ότι αυτή αντίκειται στα χρηστά ήθη και ότι πιθανόν να προκαλούσε αυτή ζημία στο εφεσίβλητο, αφού στο τέλος αυτός, ως ο μόνος φερέγγυος, θα καλείτο να καταβάλει το ποσό του δανείου και μάλιστα επιβαρημένο με προσαυξήσεις λόγω καθυστερήσεως.

Δηλαδή όχι μόνο αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό, αλλά συνέχισε να εμπαίζει τον εφεσίβλητο, διαβεβαιώνοντάς τον να μην ανησυχεί, όταν ο τελευταίος τον επισκέφθηκε στο γραφείο στη τράπεζα μετά την ειδοποίησή του από το Δημόσιο Ταμείο. Κατόπιν των ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 71 ΑΚ, δέχθηκε το Εφετείο, η εκκαλούσα εναγομένη ευθύνεται για την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, κρίνοντας περαιτέρω ότι πρέπει να επιδικασθεί σ'αυτόν το ποσό των 7.349.591 δρχ., ως αποζημίωσή του, λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς του οργάνου της, καθώς και το ποσό των 200.000 δρχ., ως χρηματική του ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από το αδίκημα και απορρίπτοντας ως αβάσιμη ουσιαστικά την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ. Ειδικότερα, αφού ο αναιρεσίβλητος, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, είχε εγγυηθεί την ολοσχερή εξόφληση του δανείου, με τους τόκους και τα έξοδα και είχε αναλάβει ευθύνη αυτοφειλέτη, έχοντας παραιτηθεί από την ένσταση της διζήσεως (άρθρο 855 ΑΚ) και από όλες τις λοιπές ενστάσεις που προβλέπουν οι περί εγγυήσεως διατάξεις του ΑΚ, εφόσον δηλαδή την εναγόμενη Τράπεζα με τον αναιρεσίβλητο συνέδεε ο από την εγγύηση αυτή ενοχικός δεσμός, ο οποίος και δεν είχε καταλυθεί, αφού το Εφετείο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τής προσβαλλόμενης απόφασή του, δεν κάνει δεκτό, ότι ο αναιρεσίβλητος, με μεταγενέστερη σύμβαση, όντως είχε απαλλαγεί από την εγγυητική του ευθύνη, η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του διευθυντή της εναγόμενης τράπεζας, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενη, δεν απαλλάσσει τον αναιρεσίβλητο, ως εγγυητή, από την αντίστοιχη ευθύνη του και επομένως η πιο πάνω συμπεριφορά του οργάνου τής τράπεζας δεν αποτέλεσε αναγκαίο όρο για την επέλευση της ζημίας και δεν ήταν, καθεαυτή ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την επικαλούμενη ζημία.

Εξάλλου, ενόψει της ανάληψης από τον αναιρεσίβλητο της πιο πάνω εγγυητικής ευθύνης, η οποία και δεν είχε αρθεί με μεταγενέστερη σύμβαση, το Εφετείο δεν εξηγεί, γιατί η προαναφερόμενη συμπεριφορά του διευθυντή της εναγόμενης τράπεζας, περί ρυθμίσεως των λεπτομερειών για την άρση της εγγυήσεως, ενείχε δολερή πρόθεση για επαγωγή ζημίας στον αναιρεσίβλητο.

Δεν εξηγεί δηλαδή το Εφετείο, ποιο ήταν το κίνητρο του υπαλλήλου αυτού, ή ποιο σκοπό αποσκοπούσε να εξυπηρετήσει εκείνος με την πιο πάνω συμπεριφορά του. Επιπλέον το Εφετείο, δεχόμενο ότι καθ' υπόδειξη του ίδιου διευθυντή, ενώ γνώριζε ο τελευταίος τη δεινή οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτιδας ΕΠΕ, πωλήθηκε ο μηχανολογικός εξοπλισμός της προς τον Ψ1, "ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, υπήρξε αφερέγγυος", αντί να κινήσει το συντομότερο δυνατό τη διαδικασία για την είσπραξη του δανείου, δεν εξηγεί γιατί η υπόδειξη αυτή "υπήρξε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και προς τις κρατούσες αντιλήψεις για τις τραπεζικές συναλλαγές", αφού δεν δέχτηκε (το Εφετείο) ότι ο διευθυντής αυτός τελούσε σε γνώση της αφερεγγυότητας του αγοραστή, ενώ δέχτηκε ότι, κατά τη συμφωνία, ο αγοραστής θα κατέβαλε το τίμημα όχι στην πωλήτρια εταιρία, αλλά στην τράπεζα που είχε παράσχει το δάνειο.

Επίσης, ειδικότερα, δεν εξηγεί, γιατί η υπόδειξη αυτή, για την πώληση του μηχανολογικού εξοπλισμού, ενείχε πρόθεση επαγωγής ζημίας στον αναιρεσίβλητο, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, αφού ο αγοραστής, ενόψει του ότι δεν υπάρχει παραδοχή για τη γνώση από το διευθυντή της αφερεγγυότητας τούτου, ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα, καταβάλλοντάς το όχι στην πωλήτρια, αλλά στην τράπεζα για την εξόφληση του δανείου.

Έτσι το Εφετείο, για τα πιο πάνω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ. Επομένως, οι δεύτερος, του κύριου δικογράφου και δεύτερος επίσης του δικογράφου των προσθέτων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι βάσιμοι.

ΙΙ. Ενόψει των πιο πάνω βάσιμων λόγων της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 15/2004 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων σαράντα (1.640) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ