Supreme Court allows appeal against bank contract terms, finding lack of clarity on share value fluctuation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a banking contract dispute. The plaintiff argued that bank employees induced him to deposit funds and buy shares without disclosing that the share value was variable and not fixed. The court found the fifth ground of appeal valid because the contract documents failed to clearly state that the share price depended on external factors, creating a misleading impression of stability. Consequently, the contested judgment was annulled and the case remitted for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A contract term regarding variable share value is void if the document fails to clearly disclose this fluctuation, inducing the other party to believe the value was fixed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1651 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1651/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης" και με διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Κλαμαρή και Δημήτριο Τσιμπανούλη, οι οποίοι ανακάλεσαν τις δύο από 19-10-2023 δηλώσεις τους για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Α., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11032/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4786/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-8-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού την από 26-7-2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθετε ότι τυγχάνει ιδιωτικός υπάλληλος με γνώσεις Λυκείου, απασχολούμενος ως φύλακας σε εταιρεία φύλαξης. Ότι την 14-4-2013 τοποθέτησε τα χρήματα που είχε σε άλλη τράπεζα, ύψους 200.000 ευρώ, σε προθεσμιακή κατάθεση του εναγομένου συνεταιριστικού πιστωτικού ιδρύματος, διάρκειας ενός έτους, με συμφωνημένο επιτόκιο 3,25%, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης των αναφερομένων στην αγωγή προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου.
Ότι την 10-12-2013 αγόρασε μία συνεταιριστική μερίδα του εναγομένου αντί του ποσού των 34 ευρώ, κατόπιν σχετική προτροπής των ίδιων υπαλλήλων του εναγομένου, που του ανέφεραν πως αυτό απαιτείται για να συνεχίσει να συνεργάζεται με τον εναγόμενο. Ότι την 14-4-2015, που έληξε η ανωτέρω προθεσμιακή κατάθεση και είχε ανέλθει στο ποσό 168.000 ευρώ, κατόπιν φορτικών προτροπών των αναφερομένων στην αγωγή υπαλλήλων του εναγομένου πείσθηκε να καταθέσει, συνάπτοντας σχετική σύμβαση, μέρος του ανωτέρω ποσού, ύψους 120.000 ευρώ στο προθεσμιακό πρόγραμμα εγγυημένων καταθέσεων με τον τίτλο "ΑΠΟΔΙΔΩ", με επιτόκιο για το πρώτο έτος 4%, ενώ το υπόλοιπο μέρος του ποσού το άφησε, ως είχε, στην ετήσια προθεσμιακή κατάθεση με επιτόκιο 2,3%.
Ότι σύμφωνα με τη σχετική σύμβαση, τα χρήματα που θα τοποθετούσε στον ανωτέρω λογαριασμό τυπικά θα διαιρούνταν σε δύο τμήματα, το ένα ποσού 109.130 ευρώ, που αντιπροσώπευε το 90% του ποσού της καταθέσεως, θα αφορούσε συνεταιριστικές μερίδες του εναγομένου, ενώ το υπόλοιπο ποσό ύψους 10.870 ευρώ, που θα αντιπροσώπευε το 10% του ποσού της καταθέσεως θα αποτελούσε τον καταθετικό λογαριασμό "ΑΠΟΔΙΔΩ" και εξαιτίας τούτου εκδόθηκε τίτλος από τον εναγόμενο, από τον οποίο προέκυπτε πως ο ενάγων έχει καταστεί μέλος αυτού με 3118 συνεταιριστικές μερίδες, συνολικής αξίας 109.130 ευρώ και αξίας εκάστης μερίδας 35 ευρώ.
Ότι, σύμφωνα με τις σχετικές διαβεβαιώσεις των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου ο ανωτέρω διαχωρισμός ήταν για καθαρά τεχνικούς λόγους και ότι το κατατεθέν ποσό ήταν εξασφαλισμένο, αφού το σύνολο του κεφαλαίου στην πραγματικότητα θα αποτελούσε κατάθεση στον ανωτέρω προθεσμιακό λογαριασμό, ενώ οι συνεταιριστικές μερίδες ήταν άμεσα και ελεύθερα ρευστοποιήσιμες, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι στην πραγματικότητα, όμως, ο ανωτέρω καταθετικός λογαριασμός αποτελούσε επενδυτικό προϊόν υψηλού ρίσκου, αφού η αξία των συνεταιριστικών μερίδων εξαρτιόταν άμεσα από την οικονομική πορεία του εναγομένου και ότι παράλληλα η ρευστοποίηση αυτών δεν ήταν άμεση και ελεύθερη. Ότι την 4-8-2015 ο εναγόμενος αρνήθηκε το αίτημα του ενάγοντος για ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και ότι την 18-11-2015 με απόφαση της γενικής συνέλευσης του εναγομένου αποφασίστηκε η μείωση της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, η οποία ανήλθε στα 3 ευρώ.
Ότι, συνεπεία των ανωτέρω, έχει στην πραγματικότητα εκμηδενιστεί το ποσό που τοποθέτησε στις συνεταιριστικές μερίδες του εναγομένου, ήτοι του ποσού των 109.130 ευρώ και ότι επιπλέον από την προπεριγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου έχει υποστεί ηθική βλάβη. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζητούσε κατά την κυρία βάση της αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος συνεταιρισμός να του καταβάλει:
α] το ποσό των 109.130 ευρώ, ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστη εξαιτίας της συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου και β] το ποσό των 15.000 ευρώ, ως ηθική βλάβη εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου και συνολικά το ποσό των 124.130 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 11032/2017 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως νόμω αβάσιμη και στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή αδικοπραξίας και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό 124.130 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική του ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο εναγόμενος πιστωτικός συνεταιρισμός, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου ο εναγόμενος άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], η οποία είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη (ΑΠ 1/2019, ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).
Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης / ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης / προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.
Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1007/2019).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή (παρ. 1 εδ.
α), ότι ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας (παρ. 1 εδ. β), ότι ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (παρ. 3), και ότι ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας (παρ. 4 εδ.
α), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).
Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, AΠ 1849/2017).
Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του άρθρου 914 ΑΚ, ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για αυτοτελή νόμιμο λόγο ευθύνης, αλλά για εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης, με τη διαφορά ότι με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες.
Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, καθώς και την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 2070/2022, ΑΠ 525/2022, ΑΠ 1295/2019, ΑΠ 974/2018).
Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ν. 3606/2007, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν.4514/3-1-2018 (βλ.
άρθρο 98 τούτου), "1. Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ [Ανώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών], στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους.... 2.
Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:... (γ) τα άρθρα 25 έως 30...", κατά το άρθρο 4 του ιδίου νόμου, "1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών. (γ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, η οποία συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΠΕΥ με κεφάλαια της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ' αυτών. (δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. (ε) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα. (στ) Η αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. (ζ) Η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. (η) η λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ)...", κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτουν: (α) Οι κινητές αξίες. (β) Τα μέσα χρηματαγοράς. ...." και κατά το άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του ιδίου νόμου, "1.
Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.
Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες... 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.
Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).
Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι' αυτόν.
Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή...". Επίσης, κατά την Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/31-10-2002 "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (Φ.Ε.Κ. 277 Α/2002), τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, να παρέχουν κατ' ελάχιστον, ως προς τις λοιπές (πλην καταθέσεων και χορηγήσεων) πάσης φύσεως εργασίες τους, αναλυτικές πληροφορίες για το ύψος των προμηθειών και να ανακοινώνουν αναλυτικά το ύψος των αμοιβών τους και εξόδων υπέρ τρίτων για παροχή υπηρεσιών, ώστε οι συναλλασσόμενοι να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, ειδικότερα δε καθ' όσον αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων.
Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως.
Κατά δε την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών προσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, έτσι ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη, το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως.
Με βάση τα παραπάνω, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων.
Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (ΑΠ 931/2019, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Οι ανωτέρω διατάξεις, καθώς και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 8 ν. 2251/1994, εφαρμόζονται και επί αστικών συνεταιρισμών, που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, αποκλειστικά όμως στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στα πλαίσια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, και όχι κατά την απόκτηση από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του πιστωτικού συνεταιρισμού με καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας, διαδικασία που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ.
του νόμου 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί κ.λπ." και του καταστατικού του συνεταιρισμού, εφόσον η απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας δεν είναι νοητό, κατά τις διατάξεις των ν. 1667/1986, 3606/2007, 2551/1994 και Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002, να αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας του ίδιου του συνεταιρισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο εναγόμενος-εκκαλών αποτελεί πιστωτικό συνεταιρισμό περιορισμένης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης" και με διακριτικό Τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ", που λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1995, κατόπιν σχετικής αδείας από την Τράπεζα της Ελλάδος.
O ενάγων-εφεσίβλητος, που τυγχάνει έγγαμος με άνεργη σύζυγο, είναι ιδιωτικός υπάλληλος και δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις επί οικονομικών ή επενδυτικών ζητημάτων. Το οικογενειακό τους εισόδημα προέρχεται κυρίως από την επαγγελματική δραστηριότητα του εφεσίβλητου, ενώ άλλη επιχειρηματική δραστηριότητά τους δεν αποδείχθηκε.
Κατά το έτος 2012, ο εφεσίβλητος-ενάγων κατέθεσε σε προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση στην τράπεζα με την επωνυμία "PROBANK" χρηματικό ποσό 200.000 ευρώ, το οποίο αποτελεί μέρος τιμήματος, που είχε εισπράξει από την πώληση ακινήτου κυριότητάς του στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής... Περί τον μήνα Απρίλιο του 2013, ο εφεσίβλητος επισκέφτηκε το κατάστημα του εκκαλούντος πιστωτικού ιδρύματος στο Περιστέρι Αττικής, όπου o διευθυντής του καταστήματος Β.
Τ. και o τραπεζικός υπάλληλος Γ. Ν. τον έπεισαν να μεταφέρει στο εναγόμενο πιστωτικό ίδρυμα όλο το ανωτέρω χρηματικό ποσό, αφού τον ενημέρωσαν πως θα απολάμβανε μεγαλύτερο επιτόκιο για ετήσια προθεσμιακή κατάθεση ύψους 3,25%. Ενόψει αυτού, ο ενάγων, την 10η-4-2013 ανέλαβε τα ανωτέρω χρηματικό ποσό από την Τράπεζα "PROBANK" και, ακολούθως, την 14η-4-2013 άνοιξε στο υποκατάστημα του εκκαλούντος τον υπ' αριθμό ...
κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τον ίδιο και την σύζυγό του, στον οποίο αρχικά τοποθετήθηκε το ποσό των 200.000 ευρώ και τον υπ' αρ. ... κοινό ετήσιο προθεσμιακό λογαριασμό με την ονομασία "Μηνιαίο Εισόδημα Διπλό", με συμφωνημένο επιτόκιο 3,25% με συνδικαιούχους τον ίδιο και την σύζυγό του και ημερομηνία λήξης την 10η-4-2014, στον οποίο κοινό προθεσμιακό λογαριασμό τοποθέτησε αμέσως ακολούθως το ποσό των 200.000 ευρώ.
Τον Δεκέμβριο του αυτού έτους (2013) οι ανωτέρω υπάλληλοι του ζήτησαν να αποκτήσει μία συνεταιριστική μερίδα του εναγομένου ισχυριζόμενοι πως τέτοια ενέργεια θα ήταν προς όφελος του, αφού θα λάμβανε πλεονεκτήματα που έχουν μόνο όσοι έχουν την ιδιότητα του συνεταίρου του εναγομένου... Ο εφεσίβλητος υπέβαλε την από 10-12-2013 προδιατυπωμένη αίτηση εγγραφής συνεταίρου και αγόρασε την 10η-12-2013 μία συνεταιριστική μερίδα του εναγομένου αντί του ποσού των 35 ευρώ, που ήταν η ονομαστική της αξία και εκδόθηκε σχετικός τίτλος, καθιστάμενος ο εφεσίβλητος-ενάγων συνέταιρος του εκκαλούντος-εναγομένου.
Η, εν λόγω, μερίδα αποτελεί την υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα για την απόκτηση της συνεταιριστικής Ιδιότητος κατά την έννοια του άρθρ.3 παρ. 1 Ν. 1667/1986. Κατά την απόκτηση της ανωτέρω μερίδας o ενάγων δεν έλαβε καμία πληροφόρηση από τους ανωτέρω υπαλλήλους του εναγομένου σχετικά με την φύση και τις συνέπειες της συνεταιριστικής μερίδας και της ιδιότητός του ως συνεταίρου καθώς και της νομικής μορφής του εναγομένου, αφού η απόκτηση αυτής, ως προελέχθη, ήταν ένα εντελώς τυπικό ζήτημα για την συνέχιση της συνεργασίας του με το εναγόμενο.
Εξάλλου, στο περιεχόμενο της ανωτέρω αιτήσεως δεν γίνεται καμία αναφορά ή παραπομπή σε άλλα έγγραφα ως προς την έννοια, φύση, τυχόν κινδύνους κλπ της συνεταιριστικής μερίδας και της ιδιότητος του συνεταίρου του εναγομένου. Στην συνέχεια, την 14η-4-2014, που έληξε η ανωτέρω ετήσια προθεσμιακή κατάθεση, o ενάγων έκλεισε τον ανωτέρω κοινό προθεσμιακό λογαριασμό και άνοιξε τον υπ' αριθμ. ...
απλό ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, όπου αρχικά τοποθετήθηκε το ποσό των 200.000 ευρώ (συγκεκριμένα 200.011,33 ευρώ), καθώς και τους εξής ατομικούς προθεσμιακούς λογαριασμούς: α) τον υπ' αρ. ... ατομικό ετήσιο προθεσμιακό λογαριασμό, με ημερομηνία λήξης την 14-4-2015 και επιτόκιο 3,25%, στον οποίο τοποθέτησε το ποσό των 184.700 ευρώ εκ του ποσού των 200.000 ευρώ και β) τον υπ' αρ. ...
ατομικό μηνιαίο προθεσμιακό λογαριασμό με ημερομηνία λήξης, την 14η-5-2014 και επιτόκιο 3,10%, στον οποίο τοποθέτησε το υπόλοιπο ποσό των 14.300 ευρώ εκ του ποσού των 200.000 ευρώ. Ο αληθής λόγος, ωστόσο, της προπεριγραφομένης συμπεριφοράς ήταν, πως το εναγόμενο πιστωτικό ίδρυμα λειτουργώντας με την μορφή του συνεταιρισμού κατά τον Ν. 1667/1986 μπορούσε, μεν, να συναλλάσσεται με τα μέλη του ελεύθερα, αλλά, με τα μη μέλη του, ωστόσο, απαιτείτο προηγουμένη έγκριση της Τραπέζης της Ελλάδος και με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που τυχόν θα έθετε και, πάντως, σε καμία περίπτωση οι συναλλαγές με τρίτους δεν θα υπερέβαιναν ποσοστό 50% επί των χορηγήσεων δανείων ή των καταθέσεών του σύμφωνα με το άρθρο υπ' αρ. 4.2.
του άρθρου 2 του Καταστατικού του εναγομένου. Ενόψει αυτού, αποκτώντας ο εφεσίβλητος την ιδιότητα του μέλους εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του εκκαλούντος ώστε να μπορεί (το εκκαλούν) να πραγματοποιεί μεγαλύτερο όγκο τραπεζικών συναλλαγών με τρίτους μη μέλη αυτού, αφού το ποσό της καταθέσεως του ενάγοντος δεν θα προσμετράτο στον ανωτέρω ποσοτικό περιορισμό και παράλληλα θα επαύξανε αντιστοίχως το ποσό των καταθέσεων του εκκαλούντος, χωρίς, αντίστοιχα, ο εφεσίβλητος να αποκτά οιοδήποτε όφελος, οικονομικό ή άλλο.
Ενισχυτικό των αμέσως ανωτέρω αποτελεί το γεγονός ότι από την 1η.1.2014 θα άρχιζε η ισχύς της εφαρμογής του Κανονισμού 575/2013 της 26ης Ιουνίου 2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) με αριθμό 648/2012, ο οποίος με τα άρθρα 26 έως 29 επανακαθόρισε τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού των ίδιων κεφαλαιακών μέσων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που έχουν την έδρα τους στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε συνεταιριστική τράπεζα, όπως ο εναγόμενος, που θα εγγυόταν απόδοση για συνεταιριστικές μερίδες, δεν θα επιτρεπόταν να συνυπολογίζει τις μερίδες αυτές στα ίδια εποπτικά της κεφάλαια.
Ειδικότερα, η πρόβλεψη διασφάλισης ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης για το σκέλος επένδυσης που ενέτασσε τις συνεταιριστικές μερίδες και η της συνακόλουθη κάλυψη τυχόν διαφοράς, εφόσον η πραγματική απόδοση υπολειπόταν της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης, ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 26-29 του κανονισμού 575/2013 (ΕΕ) αναφορικά με τις προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό κεφαλαιακών μέσων ως μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.
Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος δεν πληρούσε την προϋπόθεση της αδυναμίας μείωσης ή εξόφλησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου (άρθρο 28 παρ. 1 στ), αφού είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων. Ως εκ τούτου ο εναγόμενος γνώριζε ήδη από τα τέλη Ιουνίου 2013 ότι οι συνεταιριστικές μερίδες, που είχαν εκδοθεί έως τότε απ' αυτόν στο πλαίσιο προγενέστερου επενδυτικού προγράμματος δεν θα μπορούσαν από 1.1.2014 και εφεξής να συνυπολογιστούν στα εποπτικά κεφάλαιά του, καθόσον οι συμβατικές του υποχρεώσεις αναφορικά με τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης και την απόδοση της ονομαστικής αξίας όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων παρέμεναν ενεργές.
Κατόπιν τούτων ο εναγόμενος, προκειμένου να αντιμετωπίσει το μείζον αυτό ζήτημα της κεφαλαιακής του επάρκειας, αποτρέποντας οποιαδήποτε εκροή κεφαλαίων από το ταμείο του, αλλά και να αποφύγει να καταστεί αφερέγγυος προς τους συνεταίρους του, αποφάσισε αφενός να καταργήσει προγενέστερο επενδυτικό πρόγραμμα με την επωνυμία "χρυσή επένδυση" και αφετέρου να θέσει σε ισχύ το νέο τραπεζικό προϊόν με τον τίτλο "Αποδίδω".
Κατά τους όρους του τελευταίου ο συνέταιρος δικαιούταν να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης χρηματικό ποσό, το συνολικό ύψος του οποίου δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του, οι οποίες αποσυνδέονταν πλήρως από οποιαδήποτε εγγύηση απόδοσης, ούτως ώστε να μην απολαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης έναντι των λοιπών.
Στην συνέχεια και κατά τον μήνα Απρίλιο του 2015 και προ της λήξεως (14-4-2015) του υπ' αρ. ... ατομικού ετήσιου προθεσμιακού λογαριασμού, οι ανωτέρω προστηθέντες υπάλληλοι του εναγομένου πιστωτικού ιδρύματος, ήτοι o διευθυντής του υποκαταστήματος στο Περιστέρι καθώς και ο υπάλληλος αυτού, με τους οποίους ο ενάγων-εφεσίβλητος είχε αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης λόγω της τρίχρονης συναλλακτικής επαφής του με αυτούς, συνέστησαν στον ενάγοντα να εντάξει τόσο την ανωτέρω συνεταιριστική του μερίδα όσο και τα χρήματά του, που διατηρούσε στους προαναφερθέντες λογαριασμούς, στον ειδικό καταθετικό λογαριασμό-πρόγραμμα με την ονομασία "ΑΠOΔΙΔΩ", αόριστης διαρκείας, ο οποίος διέθετε πολύ ευνοϊκότερο επιτόκιο και όρους σε σχέση με τις απλές ετήσιες προθεσμιακές καταθέσεις, όπως ο ανωτέρω ετήσιος προθεσμιακός λογαριασμός, που ο ενάγων είχε κατατεθειμένο το ποσό των 184.700 ευρώ.
Για το άνοιγμα αλλά και την διατήρηση, ωστόσο, του ανωτέρω λογαριασμού απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η εκ μέρους του καταθέτη απόκτηση και διατήρηση συνεταιριστικών μερίδων του εναγομένου και συγκεκριμένα εκ του συνολικού ποσού της κατάθεσης κατά ποσοστό έως 10% της αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων που θα κατείχε ο καταθέτης θα κατατίθετο στον καταθετικό λογαριασμό "Αποδίδω" και το λοιπό 90% του κατατεθειμένου κεφαλαίου θα έπρεπε να έχει τοποθετηθεί προς αγορά συνεταιριστικών μεριδίων, οι οποίες αποσυνδέονταν πλήρως από οποιαδήποτε εγγύηση απόδοσης, ούτως ώστε να μην απολαμβάνουν προνομιακής μεταχείρισης έναντι των λοιπών.
Συγκεκριμένα, με τους όρους της σύμβασης που αφορούσε σε αυτό το νέο προϊόν προβλέπονταν μεταξύ άλλων τα εξής: α) Ως αξία των συνεταιριστικών μερίδων λαμβανόταν η τρέχουσα αξία των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης, όπως η αξία αυτή είχε προσδιοριστεί στην τελευταία εκάστοτε Γενική Συνέλευση της τράπεζας, και αποτελούσε τη βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης στο λογαριασμό "ΑΠOΔΙΔΩ" (όρος 3), β) ο ειδικός λογαριασμός ήταν έντοκος και το επιτόκιο καθορίστηκε σύμφωνα με την αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού, δηλαδή το επιτόκιο πολλαπλασιάζονταν με τους εξής δύο συντελεστές: i) με σταθερό συντελεστή 10 και ii) με μεταβλητό συντελεστή διατήρησης κατάθεσης ανάλογα με την πραγματική διάρκεια, που κυμαινόταν από 1,20 έως 1,50 (όρος 4), γ) οι τόκοι θα αποδίδονταν σε κάθε ετήσια επέτειο της ημερομηνίας πραγματοποίησης της κατάθεσης (όρος 5), ο υπολογισμός των οποίων θα γινόταν με βάση έτος 360 ημερών (όρος 6), δ) ο συνεταίρος δικαιούταν να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, βάσει του αντίστοιχου συντελεστή κατά τα οριζόμενα στον υπ' αριθμόν 4 όρο (όρος 7), και ε) η σύμβαση θα ήταν αορίστου χρόνου και ο συνεταίρος δικαιούταν να ζητήσει οποτεδήποτε, με έγγραφη αίτησή του, το κλείσιμο οποιουδήποτε λογαριασμού ενώ αντίστοιχα η τράπεζα είχε το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς κατόπιν προηγούμενης, προ 30 ημερών, έγγραφης προειδοποίησης (όρος 8).
Έτσι και για τον ανωτέρω σκοπό, την 14η-4-2015, ο ενάγων συνήψε στο κατάστημα του εναγομένου πιστωτικού ιδρύματος στο Περιστέρι Αττικής δύο συμβάσεις: α) την από 14.4.2015 αίτηση εγγραφής συνεταίρου για την αγορά πρόσθετων-προαιρετικών 3.117 συνεταιριστικών μερίδων της Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων, ονομαστικής αξίας εκάστης 35 ευρώ και συνολικού ύψους (3.117 Χ 35€=) 109.095 ευρώ, το οποίο τίμημα εξόφλησε αυθημερόν, και κατόπιν εγκρίσεως της σχετικής αιτήσεως από το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου (άρθρ. 6 καταστατικού εναγομένου) εκδόθηκε από το εναγόμενο σχετικός τίτλος, 3.118 συνεταιριστικών μερίδων, συμπεριλαμβανομένης της μίας υποχρεωτικής μερίδας που κατείχε από την 10η.12.2013, κατά τα ανωτέρω και ενεγράφη στο τηρούμενο βιβλίο μητρώου μελών του εναγομένου για το σύνολο των μερίδων αξίας 109.130 ευρώ και β) την από 14.4.2015 σύμβαση ανοίγματος ατομικού ειδικού λογαριασμού ετήσιας προθεσμιακής κατάθεσης με την ονομασία "Αποδίδω", στον οποίο λογαριασμό με αριθμ. ...
κατέθεσε ποσό, ύψους 10.909,50 ευρώ. Επισημαίνεται, πως στην σχετική από 14.4.2015 αίτηση για το άνοιγμα του ανωτέρω καταθετικού λογαριασμού αναφέρεται ο αριθμός των συνεταιριστικών μερίδων, που κατείχε ο ενάγων και η τότε τρέχουσα αξία αυτών, ώστε βάσει αυτών να υπολογισθεί το ύψος του, εν λόγω, καταθετικού λογαριασμού.
Το περιεχόμενο όλων των ανωτέρω εγγράφων που υπέγραψε ο ενάγων εδραίωσαν την εσφαλμένη πεποίθησή του, ότι προέβαινε ως προς το σύνολο του κατατεθειμένου κεφαλαίου του, ήτοι του ποσού των 120.004,50 ευρώ, σε κατάθεση σε καταθετικό λογαριασμό και όχι σε κάποιας μορφής επένδυση κινητών αξιών. Επιπλέον, για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών ο ενάγων, o οποίος κατά το τότε χρονικό διάστημα ήταν άνεργος, όπως η σύζυγός του, και στερείτο άλλων οικονομικών πόρων, με την από 14-4-2015 αίτησή του άνοιξε τον υπ' αρ. ...
ατομικό μηνιαίο (3() ημερών) προθεσμιακό λογαριασμό με επιτόκιο 2,35%, στον οποίο κατέθεσε το ποσό των 51.419,79 ευρώ εκ του ανωτέρω αρχικού ποσού των 200.000 ευρώ. Με τον ανωτέρω τρόπο ο ενάγων εμφαίνετο να είναι αφ' ενός συνέταιρος του εναγομένου κατέχοντας μία υποχρεωτική μερίδα αξίας 35 ευρώ και 3.117 συνεταιριστικές μερίδες, προαιρετικές κατά την έννοια του άρθρ. 3 παρ.3 N. 1667/1986 ως ισχύει, συνολικής αξίας 109.095 ευρώ και αφ' ετέρου καταθέτης με κατάθεση ποσού 10.909,50 ευρώ, πλην όμως, o ενάγων είχε την ειλικρινή και ακλόνητη πεποίθηση, η οποία ανταποκρίνετο στην βούλησή του, βάσει της ανωτέρω ενημέρωσης των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου καθώς και των προμνησθέντων εγγράφων, πως τα ανωτέρω ποσά αποτελούσαν ένα ενιαίο ποσό, που είχε καταθέσει στον καταθετικό λογαριασμό "ΑΠOΔΙΔΩ" ύψους 120.004,50 ευρώ, επί του συνόλου του οποίου θα υπολογιζόταν οι τόκοι και το οποίο ποσό για λόγους αφορώντες το εναγόμενο είχε επιμερισθεί σε δύο τμήματα το ένα από αυτά (90%), δηλαδή ποσό 109.095 ευρώ, θα αφορούσε απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων του εναγομένου, ενώ το άλλο (10%), δηλαδή ποσό 10.909,50 ευρώ, θα αποτελούσε κατάθεση στον καταθετικό λογαριασμό "ΑΠΟΔΙΔΩ", ο οποίος καταθετικός λογαριασμός στο σύνολο του κεφαλαίου, ήτοι του κατατεθειμένου ποσού των 120.004,50 ευρώ, θα αντικαθιστούσε λόγω των πλεονεκτημάτων του τον μέχρι τότε ανωτέρω τηρούμενο από τον ενάγοντα ετήσιο προθεσμιακό λογαριασμό.
Ωστόσο, το νέο αυτό πρόγραμμα είχε χαρακτήρα απλής αποταμιευτικής κατάθεσης, ώστε πλέον κάθε συνεταίρος που εντασσόταν σε αυτό θα μπορούσε να απαιτεί από τον εναγόμενο, όταν το ζητούσε, μόνο την απόδοση του κατατεθειμένου κεφαλαίου και των νόμιμων τόκων που αναλογούσαν, όχι όμως άλλη παροχή, όπως θα συνέβαινε π.χ.
στην περίπτωση κατά την οποία θα μπορούσε να ζητήσει ολόκληρο το ποσό, που είχε καταβάλει για την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων. Τούτο άλλωστε αποτυπωνόταν και στα ενημερωτικά φυλλάδια που παρουσίαζαν το προϊόν αυτό, στα οποία επισημαινόταν η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση των αποταμιεύσεων, ανερχόμενη έως 45% πλέον εκείνης των προθεσμιακών καταθέσεων.
Η ανωτέρω πρακτική των υπαλλήλων του εναγομένου-εκκαλούντος συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 εδ ε' του Ν 3606/2007, καθόσον πρόκειται για σύσταση που δόθηκε σε συγκεκριμένο πελάτη-επενδυτή, στο πλαίσιο σχετικών συμβάσεων που καταρτίστηκαν άτυπα μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει των οποίων ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει συμβουλή στον ενάγοντα-εφεσίβλητο για χρηματοπιστωτικά ζητήματα, δεδομένου ότι η πληροφόρηση αυτή αποκτούσε μέγιστη σημασία και αποτελούσε τη βάση για λήψη σοβαρών αποφάσεων εκ μέρους του σχετικά με την επένδυση των κεφαλαίων του, καθώς διατηρούσε συντηρητικό προφίλ, αποβλέποντας να καλύψει προεχόντως την ανάγκη ασφαλούς τοποθέτησης των κεφαλαίων του.
Το δε συντηρητικό επενδυτικό προφίλ του ενάγοντος συνάγεται ιδίως από το ιστορικό των τραπεζικών συναλλαγών του, οι οποίες έως τότε περιορίζονταν σε ασφαλείς τοποθετήσεις των κεφαλαίων του σε προθεσμιακές καταθέσεις και σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου. Το προφίλ του αυτό δεν αλλοιώνεται, εξάλλου, από το γεγονός ότι απέκτησε την συνεταιριστική μερίδα που προαναφέρθηκε, ιδίως διότι η μία και μοναδική υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα, το χαμηλό κεφάλαιο που κατέβαλε ο ενάγων για την απόκτησή του δεν συνιστούν την συμπεριφορά εκείνη του επενδυτή, που αναλαμβάνει τον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου του ενόψει απολαβής σημαντικά μεγαλύτερου αυτού που επένδυσε, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εναγόμενος με τον σχετικό λόγο έφεσής του απορριπτομένου, ως ουσιαστικά αβασίμου.
Έτσι και ειδικότερα, οι ανωτέρω υπάλληλοι παρουσίασαν στον ενάγοντα το ανωτέρω καταθετικό πρόγραμμα, ως μία ιδιαιτέρως συμφέρουσα και ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων του με απολύτως εγγυημένο το κατατεθειμένο κεφάλαιο, το οποίο θα μπορούσε να αναλάβει οποτεδήποτε στο σύνολό του ή μερικώς και άνευ οιουδήποτε περιορισμού, ιδίως χρονικού, ή ποινής ή εξόδων που θα είχαν ως αποτέλεσμα την μείωση του κεφαλαίου ή των τόκων και με ιδιαίτερα υψηλό επιτόκιο εν συγκρίσει με το ποσοστό επιτοκίου που προσέφεραν άλλες τράπεζες αλλά και παρόμοια προθεσμιακά προγράμματα του εναγομένου, το οποίο μάλιστα θα αυξάνετο ανάλογα με το χρονικό διάστημα, που θα διατηρούσε το κεφάλαιο στο, εν λόγω, τραπεζικό πρόγραμμα.
Κατά την σχετική παρουσίαση και ενημέρωση του ενάγοντος οι, ως άνω, υπάλληλοι του εναγομένου εμφατικώς τόνιζαν, πως το, εν λόγω, τραπεζικό πρόγραμμα αποτελούσε καταθετικό, αποκλειστικά, τραπεζικό προϊόν, ήτοι ότι πρόκειται για αποταμιευτική επιλογή, η οποία, ενόψει των ανωτέρω χαρακτηριστικών σε σχέση με τότε αντίστοιχους καταθετικούς απλούς, ή προθεσμιακούς λογαριασμούς τόσο των λοιπών τραπεζών όσο και του ίδιου του εναγομένου, ήταν ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον ίδιο και ότι δεν αποτελούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο επενδυτικό προϊόν ή επένδυση οιασδήποτε μορφής, ακόμα και προς την ίδια την Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων και ότι, συνεπώς, από την επιλογή αυτού δεν υπήρχε πιθανότητα να διακινδυνεύσει το κεφάλαιό του, αλλά, αντιθέτως, τα χρήματά του θα συνέχιζαν να είναι τοποθετημένα σε έναν καταθετικό λογαριασμό, όπως η προθεσμιακή κατάθεση στην οποία βρίσκονταν ήδη τοποθετημένα και η οποία θα απέδιδε μεγαλύτερο επιτόκιο.
Ο ανωτέρω επιμερισμός του κατατεθειμένου κεφαλαίου στο, εν λόγω, καταθετικό πρόγραμμα και ιδίως η αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, κατά την σχετική ενημέρωση του ενάγοντος, γινόταν καθαρά για εσωτερικούς-τεχνικούς λόγους του εναγομένου, διότι έπρεπε να εμφανίζεται ο καταθέτης και ως συνέταιρος του εναγομένου, ώστε να απολαμβάνει τα προνόμια του εν λόγω λογαριασμού που δικαιούνταν μόνο συνέταιροι-μέλη αυτού αντιστοίχως των μερίδων που κατείχαν και όχι μη μέλη και εν προκειμένω το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό επιτοκίου, αλλά στην πράξη δεν αλλοίωνε το είδος, την φύση και την συνολική λειτουργία του, εν λόγω, τραπεζικού προϊόντος στο σύνολο του κατατεθειμένου κεφαλαίου, που ήταν κατάθεση σε καταθετικό λογαριασμό και όχι επένδυση σε επενδυτικό προϊόν και ιδίως επένδυση σε κινητές αξίες, και ειδικότερα σε συνεταιριστικά μερίδια του εναγομένου πιστωτικού ιδρύματος και συνακολούθως το κατατεθειμένο κεφάλαιο, που αφορούσε την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, θα ήταν εξασφαλισμένο, όπως αντιστοίχως σε κάθε προθεσμιακή κατάθεση.
Εξαιτίας αυτών, κατά την σχετική ενημέρωση των ανωτέρω υπαλλήλων, το επιτόκιο, που θα απολάμβανε ο καταθέτης, δεν υπολογιζόταν μόνο επί του ποσού της προθεσμιακής καταθέσεως, το οποίο, ως προελέχθη, ανερχόταν κατά μέγιστο ποσοστό στο 10% επί της αξίας των μερίδων που θα αποτελούσαν το 90%, αλλά επί του συνολικού ποσού, ήτοι και του ποσού που θα κατέβαλε ο καταθέτης προς αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, ενώ τόσο το ποσό του κεφαλαίου όσο και το ποσό των τόκων δεν θα αυξομειωνόταν αναλόγως της πραγματικής αξίας των μερίδων, αλλά, αντιθέτως θα παρέμενε αμετάβλητο, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της κατάθεσης.
Ωστόσο ο ενάγων προέβη στην ένταξη των κεφαλαίων του στο ανωτέρω πρόγραμμα "Αποδίδω" χωρίς να αντιληφθεί τον κίνδυνο απώλειάς τους που αναλάμβανε, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Οι αρμόδιοι, ως άνω, υπάλληλοι του εναγομένου, που συνδέονται με τον τελευταίο με σχέση πρόστησης, κατά παράβαση των υποχρεώσεών τους για ακριβή και πλήρη ενημέρωση του ενάγοντος, αν και όφειλαν, ένεκα της ιδιότητάς τους και με βάση τη σχέση εμπιστοσύνης που είχαν αναπτύξει με αυτόν, λόγω της προϋφιστάμενης συνεργασίας τους, που ενέτεινε την υποχρέωση διαφώτισης και προάσπισης των συμφερόντων του, εντούτοις δεν του κατέστησαν σαφές ούτε τον διαφώτισαν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, που συναρτάται απολύτως με την καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου έναντι του αντισυμβαλλόμενου ενάγοντος, ότι το νέο τραπεζικό προϊόν δεν προέβλεπε ελάχιστη εγγυημένη απόδοση και δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων του, ενώ παράλληλα δεν του εξέθεσαν τους κινδύνους, που εγκυμονούσε η συμμετοχή του στο πρόγραμμα "Αποδίδω", έτσι ώστε να έχουν τεθεί υπόψη του όλα τα δεδομένα και να είναι σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες της συμμετοχής του στο πρόγραμμα "Αποδίδω".
Ο ενάγων δεν ήταν δυνατό να διαβλέψει τους κινδύνους από το ανωτέρω τραπεζικό προϊόν καθώς και από την οποιαδήποτε επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, διότι η αντίληψη και κατανόηση αυτών προϋπέθετε εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικής επιστήμης και λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, τις οποίες δεν διέθετε, όπως οι, ως άνω, προστηθέντες του εναγομένου.
Το αποδεικτικό αυτό συμπέρασμα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το Καταστατικό του εναγόμενου ήταν αναρτημένο στην ιστοσελίδα του ούτε από τους όρους των ως άνω συμβάσεων και τις πληροφορίες που παρείχαν τα ενημερωτικά φυλλάδια του εναγόμενου για τα παραπάνω προϊόντα του, αφού από την ανάγνωσή τους δεν προέκυπτε με σαφήνεια ότι η αξία στην οποία θα αγοραζόταν από τον εναγόμενο κάθε συνεταιριστική μερίδα που κατείχε ο ενάγων, κατά την υποβολή αιτήματος από τον τελευταίο για τη ρευστοποίησή της, θα ήταν μεταβλητή, συναρτώμενη με εξωσυμβατικούς παράγοντες και όχι σταθερή, δεδομένων και των διαβεβαιώσεων των υπαλλήλων του εναγομένου, για τις οποίες έγινε μνεία, ότι τα κεφάλαιά του ήταν ασφαλή.
Επιπλέον, τόσο στις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων όσο και στο ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε ο εναγόμενος για την προώθηση του προγράμματος "Αποδίδω", το οποίο, κατά τη σύμβαση, διείπε και αυτό τους όρους λειτουργίας του, δεν γινόταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων και ως εκ τούτου ο ενάγων ουδόλως πληροφορήθηκε ότι η διαδικασία ρευστοποίησης τελούσε υπό ιδιόμορφο καθεστώς.
Τουναντίον, από το περιεχόμενο του, εν λόγω, ενημερωτικού φυλλαδίου εμπεδώνεται στη συνείδηση των πελατών του εναγομένου η αλληλένδετη σχέση της επένδυσης του κεφαλαίου τους μεταξύ της σύμβασης απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και του ειδικού καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω", καθόσον σε αυτό αναφέρεται ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ρευστοποίησης μερίδων, αναπροσαρμόζεται αυθημερόν:
α) το ποσό της κατάθεσης, έτσι ώστε αυτό να μην υπερβαίνει το 1:10 της αξίας των μερίδων του συνεταίρου που απομένουν, μη υπολογιζόμενων των μερίδων για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ρευστοποίησης, όπως η αξία αυτή υπολογίστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και β) η κλίμακα του επιτοκίου, βάσει του εναπομένοντος ποσού.
Το γεγονός ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να έχει και πράγματι δεν είχε γνώση των, ως άνω, κινδύνων ενισχύεται και από το ότι στην ιστοσελίδα του εναγομένου, στο ενημερωτικό κείμενο που αφορούσε στις συνεταιριστικές μερίδες, περιλαμβανόταν έως τον Ιανουάριο του έτους 2015 απάντηση στην ερώτηση εάν μπορεί να γίνει ρευστοποίηση μερίδων, ότι οι προαιρετικές μερίδες ρευστοποιούνται άμεσα, με συμπλήρωση της αντίστοιχης αίτησης διαγραφής μερίδων στο κατάστημα εξυπηρέτησης του πελάτη, η οποία (απάντηση) έπειτα απαλείφθηκε.
Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση δεν είχε τη μορφή της εκτέλεσης εκ μέρους του εναγομένου της επενδυτικής επιλογής του ενάγοντος, στην οποία είχε ο ίδιος καταλήξει, αλλά μέσω των προαναφερόμενων υπαλλήλων του εναγομένου, ο ενάγων διαμόρφωσε την επιλογή του αυτή, χωρίς να του παρασχεθούν, κατά τρόπο κατανοητό, όσες πληροφορίες του ήταν απαραίτητες, ώστε να αποφασίσει εάν θα αποδεχτεί ή θα απορρίψει την προτεινόμενη σε αυτόν επένδυση κεφαλαίου.
Επισημαίνεται ακόμη ότι, κατά τις βάσιμες αιτιάσεις του εναγομένου, η απλή διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων του προς τους συνεταίρους δεν αποτελεί παροχή επενδυτικής υπηρεσίας που εμπίπτει καταρχήν στο ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας MIFID και τις διατάξεις του Ν. 3606/2007, με τις οποίες μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη, αφού οι συνεταιριστικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες, εφόσον δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 13 του Ν. 3606/2007, ωστόσο, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, η προπεριγραφείσα συμπεριφορά, που επέδειξαν οι υπάλληλοι του εναγομένου κατά την προσέγγιση του ενάγοντος, συνιστούσε παροχή επενδυτικής υπηρεσίας προς αυτόν, υπό τη μορφή της επενδυτικής συμβουλής, στην οποία οι οικείες διατάξεις βρίσκουν άμεση εφαρμογή, ανεξαρτήτως του προϊόντος στο οποίο αφορούν (σχετ η Απόφαση ΔΕΕ της 30ης Μαΐου 2013 στην υπόθεση C-604/11,....), πολλώ δε μάλλον που στην προκειμένη περίπτωση η διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων αποτελούσε μέρος επενδυτικού προγράμματος, στο πλαίσιο του οποίου από αυτές συναρτώταν η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση, ενώ παράλληλα υπήρχε ο κίνδυνος να μειωθεί το αρχικό κεφάλαιο.
Ας σημειωθεί ότι ήδη με το Ν. 4514/2018 ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (ΕΕ L 173/12.6.2014), όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2016/1034/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2016 (ΕΕ LI75/30.6.2016), σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 4 παρ. 2 σε συνδυασμό με το τμήμα Α και Γ του Παραρτήματος Ι του Ν 4514/2018) στην έννοια των επενδυτικών υπηρεσιών εμπίπτουν οι παρεχόμενες υπηρεσίες που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι κινητές αξίες, χωρίς να τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός ή διάκριση αναφορικά με το αν είναι δεκτικές ή μη διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά.
Επομένως, ο εναγόμενος, ως προμηθευτής επενδυτικών υπηρεσιών εντός του κύκλου της εμπορικής του δραστηριότητας, παρείχε, μέσω των ανωτέρω προστηθέντων υπαλλήλων του επενδυτική συμβουλή και σύσταση στον αντισυμβαλλόμενό του ενάγοντα, ο οποίος διέθετε εν προκειμένω και την ιδιότητα του καταναλωτή, ως τελικός αποδέκτης επενδυτικής υπηρεσίας και είχε ιδιαίτερα συντηρητικό επενδυτικό προφίλ καθόσον ο κύριος στόχος του ήταν η ασφάλεια του κεφαλαίου του, ενώ δεν υπήρχε συστηματική ενασχόληση αυτού με πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, όπως προαναφέρθηκε.
Περαιτέρω, από τις αρχές του έτους 2015, το εναγόμενο, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, δεχόταν ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων ρευστοποιήσεως συνεταιριστικών μερίδων, με συνέπεια την αντίστοιχη εκροή των ιδίων εποπτικών κεφαλαίων αυτού, γεγονός που σταδιακά γινόταν ευρύτερα γνωστό σε όσους διατηρούσαν συνεταιριστικές μερίδες στο εναγόμενο και ιδίως σε όσους είχαν αποκτήσει την ιδιότητα του συνεταίρου με την ένταξή τους στο καταθετικό πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ".
Προς αποφυγή μαζικής και μη ελεγχόμενης εκροής των συνεταιριστικών κεφαλαίων, που θα είχε ως συνέπεια ο Δείκτης Κυρίων Στοιχείων των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων της κατά τις διατάξεις του Ν.3601/2007 να μειωθεί κάτω των ελάχιστων ορίων, που κατά το επίδικο διάστημα ανερχόταν στο 8%, με άμεσο επακόλουθο την ανάκληση της αδείας λειτουργίας του εναγομένου από την Τράπεζα της Ελλάδος, η διοίκηση αυτού περί τα τέλη του Ιουνίου του 2015 έλαβε την απόφαση να παύσει να δέχεται τα αιτήματα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, ως τούτο προβλέπεται στο άρθρ.7 παρ.1 του καταστατικού του καθώς και στο άρθρ. 2 παρ.9 Ν. 1667/1986 κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.
Μετά την ανωτέρω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, ο ενάγων προσήλθε στο υποκατάστημα του εναγομένου, στο Περιστέρι Αττικής και υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ:47/4-8-2015 αίτησή διαγραφής συνεταιριστικών μερίδων προς το εναγόμενο με την οποία ζητούσε την ρευστοποίηση των 3.117 συνεταιριστικών μερίδων.
Στο υποκατάστημα οι ανωτέρω υπάλληλοι τον ενημέρωσαν, πως αυτό δεν είναι εφικτό γνωστοποιώντας του την ανωτέρω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου. Έκτοτε και παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του ενάγοντος το εναγόμενο αρνείται να του αποδώσει το ποσό που κατέβαλε προς αγορά των 3.117 συνεταιριστικών μερίδων για την ένταξή στο ανωτέρω καταθετικό πρόγραμμα ισχυριζόμενο, πως λόγω της οικονομικής κρίσης το διοικητικό συμβούλιο είχε λάβει την απόφαση μέχρι την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης του μετοχικού του κεφαλαίου να μην ικανοποιούνται αιτήματα ρευστοποίησης (βλ.
υπ' αρ. πρωτ: 77/22.10.2015 έγγραφο εναγομένου).
Εξάλλου, η Τράπεζα της Ελλάδος με επιστολή της από τον Οκτώβριο του 2015 καλούσε το εναγόμενο να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα κεφάλαια για την αποκατάσταση του δείκτη της κεφαλαιακής επάρκειας στο 8% έως την 11η.12.2015 και παράλληλα απαγόρευσε στο εναγόμενο να προβεί σε ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων μέχρι την δημιουργία επαρκούς κεφαλαιακού πλεονάσματος, πέραν του ανωτέρω ελάχιστου ορίου (βλ.
υπ' αριθμ. Πρωτ: ...-2015 έγγραφο της Τραπέζης της Ελλάδος). Για τον σκοπό αυτό η γενική συνέλευση του εναγομένου με απόφασή της που ελήφθη στις 24-11-2015 (βλ. καταστατικό εναγομένου άρθρ. 10 παρ. 1ε) αποφάσισε η ονομαστική αξία όλων των συνεταιριστικών μερίδων του εναγομένου να καθορισθεί στο ποσό των τριών (3€) ευρώ, ώστε να αντληθούν τα απαιτούμενα κεφάλαια που απαιτούνται για την αποκατάσταση του δείκτη επάρκειας αυτού με την διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων, στόχος που τελικώς επετεύχθη (βλ.
το υπ' αριθμ. ...-2015 έγγραφο Τραπέζης της Ελλάδος). Συνεπεία των ανωτέρω το κεφάλαιο που τοποθέτησε ο ενάγων για την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων ουσιαστικά εκμηδενίστηκε, καθ' όσον αφ' ενός η αξία των μερίδων που έχει ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (3.118 X 3=) 9.354 ευρώ, χωρίς να προκύπτει ποια είναι η τρέχουσα αξία αυτών, και αφ' ετέρου ο ενάγων δεν μπορεί να τις ρευστοποιήσει, ούτε προκύπτει, πως η ρευστοποίηση αυτών θα καταστεί εφικτή σε εύλογο χρονικό διάστημα στο μέλλον.
Με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο εναγόμενος, αν και είχε, μέσω των προαναφερθέντων προστηθέντων υπαλλήλων του, την υποχρέωση να παρουσιάσει στον ενάγοντα αναλυτικά τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση στον ειδικό λογαριασμό "ΑΠΟΔΙΔΩ", στον οποίο του πρότειναν να ενταχθεί, εντούτοις, κατά παράβαση της υποχρέωσης αυτής, ουδεμία ειδική πληροφόρηση του παρείχαν, προκειμένου να αντιληφθεί και να κατανοήσει τους πραγματικούς κινδύνους που επάγονταν, ιδίως ως προς τον ενδεχόμενο παράγοντα της οικονομικής θέσης του ίδιου του εναγομένου και της συνεπαγόμενης απομείωσης της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων καθώς επίσης και της αδυναμίας ρευστοποίησης των τελευταίων, οι οποίοι (κίνδυνοι) μάλιστα επήλθαν κατά τα προεκτεθέντα, με συνέπεια ο ενάγων να υποστεί απώλεια των αρχικών κεφαλαίων του.
Αντιθέτως, ο εναγόμενος έδινε έμφαση στα πλεονεκτήματα του προωθούμενου επενδυτικού προγράμματος καθώς επίσης επεσήμανε την ασφάλεια και την εγγυημένη απόδοση των κεφαλαίων του ενάγοντος. Επιπρόσθετα, οι, ως άνω, υπάλληλοι του εναγομένου, αν και γνώριζαν ότι ο ενάγων ήταν ιδιαίτερα συντηρητικός επενδυτής, όπως προεκτέθηκε, ουδόλως έλαβαν υπόψη τις ανάγκες του, τις οποίες είχε διατυπώσει στους ίδιους προφορικά, για μία ασφαλή τοποθέτηση των κεφαλαίων του και περαιτέρω για μία ικανοποιητική απόδοση κέρδους, χωρίς να είναι στους στόχους του να καταστεί συνεταίρος του εναγομένου και συγχρόνως, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 6 και 7 του Καταστατικού του, εις ολόκληρον συνυπόχρεος με αυτόν μέχρι την αξία των συνεταιριστικών μερίδων του, πολλώ δε μάλλον να δεσμεύσουν το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων του σε συνεταιριστικές μερίδες, τις οποίες να μην μπορεί ελεύθερα να ρευστοποιήσει.
Εξάλλου, αν ο ενάγων είχε ενημερωθεί πλήρως για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του ανωτέρω προϊόντος καθώς και τους κινδύνους που επιφύλασσαν, δεν θα εντάσσονταν σε ένα πρόγραμμα, που εγγυόταν ελάχιστο επιτόκιο μόνο για το 10% του κεφαλαίου του, χωρίς καμία περαιτέρω εγγύηση για το υπόλοιπο ποσό (που αντιστοιχούσε στο 90% του κεφαλαίου) και την αξία των προαιρετικών μερίδων, που ενέτασσαν σε αυτό, με την επιβολή μάλιστα περιορισμών στη δυνατότητα ρευστοποίησης του συνόλου των μερίδων, που τέθηκαν αρχικά με το άρθρο 28 του Ν. 4141/2013 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 149 του Ν. 4261/2014, και κατ' επέκταση δεν θα επέλεγε να προβεί στην τοποθέτηση των χρημάτων του σε αυτά, αλλά θα προέβαιναν στην ασφαλή τοποθέτησή τους σε προθεσμιακή κατάθεση.
Επιπλέον, εάν είχε κατανοήσει πλήρως την λειτουργία του ειδικού λογαριασμού "ΑΠΟΔΙΔΩ" καθώς και ότι τουλάχιστον κατά τη συνομολόγηση του τελευταίου οι συνεταιριστικές μερίδες, που κατείχε δεν θα μπορούσαν να ρευστοποιηθούν σε πρώτη ζήτηση και στην τιμή απόκτησής τους, αλλά η αξία τους ήταν μεταβλητή, θα ζητούσε έγκαιρα, κατά την κατάργηση του, ως άνω, επενδυτικού προγράμματος, τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων του και την απόδοση του συνόλου των κεφαλαίων του από τον εναγόμενο.
Εξάλλου, στο περιεχόμενο της σχετικής υπ' αρ. ....2015 αίτησης, που υπέγραψε ο ενάγων και φέρει ως τίτλο "ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΟΙΓΜΑΤΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ "ΑΠΟΔΙΔΩ"" αναφέρεται η αξία των μερίδων που είχε αποκτήσει, το επιτόκιο έναρξης του λογαριασμού ύψους 27,00% και σε όλο του το περιεχόμενο γίνεται λόγος για όρους και λειτουργία λογαριασμού και όχι για επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες.
Επιπροσθέτως, για την απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων του εναγομένου δεν καταρτίσθηκε διακριτή σύμβαση, στην οποία θα αναφέρεται, πως αποτελεί επενδυτικό προϊόν, θα επεξηγείται η έννοια της συνεταιριστικής μερίδας και οι συνέπειες από την απόκτηση αυτών και ιδίως οι κίνδυνοι αναφορικά με το κατατεθειμένο κεφάλαιο, αλλά η απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων γίνεται με την υποβολή μίας απλής προδιατυπωμένης αιτήσεως προς το εναγόμενο.
Επισημαίνεται, πως εξαιτίας του γεγονότος, ότι οι συνεταιριστικές μερίδες, υποχρεωτικές και προαιρετικές, δεν είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμες (άρ. 3 παρ.4 v. 1667/1986, άρ. 10 παρ. 10 καταστατικού εναγομένου) και ως εκ τούτου δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης, ούτε το εναγόμενο είναι εισηγμένο στο Χρηματιστήριο, οι συνεταιριστικές μερίδες δεν εμπίπτουν στην έννοια των κινητών αξιών του άρθρ. 2 παρ. 13 Ν.3601/2007 και συνεπώς η διάθεση αυτών δεν συνιστά παροχή επενδυτικής ενέργειας σε χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του αρ. 4 Ν.3601/2007 με αποτέλεσμα το εναγόμενο κατά την διάθεση αυτών να μην υποχρεούται στην τήρηση της νομοθεσίας (ν.3601/2007) περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (βλ.
υπ' αρ. πρωτ. 5561/26-9-2016 έγγραφο Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς). Εξαιτίας τούτου στο ενημερωτικό φυλλάδιο και στα σχετικά έγγραφα που υπέγραψε ο ενάγων για την ένταξή του στο εν λόγω πρόγραμμα δεν υπήρχε οιαδήποτε αναφορά στους κινδύνους που εμφανίζει η αγορά των συνεταιριστικών μερίδων και ιδίως της απώλειας του επενδυμένου σ' αυτές κεφαλαίου ούτε επισημαίνετο, πως το κατατεθειμένο κεφάλαιο για την απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων δεν είναι εγγυημένο.
Με τον τρόπο που ενήργησε ο εναγόμενος, διά των προστηθέντων υπαλλήλων του, παραβίασε τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του, όπως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, που επιτάσσουν την ευθύτητα και εντιμότητα στις συναλλαγές. Η παράλειψη αυτή του εναγομένου ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, δηλαδή στην παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 3606/2007 υποχρεώσεων του, η δε επιδειχθείσα εν προκειμένω αμελής συμπεριφορά πληροί το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ καθώς και των σχετικών διατάξεων του Ν 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών (του οποίου δεν ανέτρεψε το τεκμήριο, αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας), καθόσον συνιστά υπαίτια και παράνομη πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων, που συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Ας σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής ένεκα της νομικής αδυναμίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων του δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή στις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, καθώς, κατά την εξεταζόμενη αγωγική βάση, δεν αξιώνεται η εκπλήρωση της πρωτογενούς παροχής που απορρέει από τις μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις, αλλά η καταβολή αποζημίωσης στον ενάγοντα στηριζόμενη στην ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου εξαιτίας της πλημμελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων του, κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων και της υποχρέωσης ενημέρωσης και διαφώτισης που απορρέει από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ η επικαλούμενη από τον εναγόμενο αδυναμία ρευστοποίησης δεν αναιρεί την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, όπως αυτή ανωτέρω περιγράφεται, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία του ενάγοντος.
Επισημαίνεται, ότι τα ποσά που κατέβαλε o ενάγων στους προεκτιθεμένους λογαριασμούς του εναγομένου αποτελούν το σύνολο της περιουσίας του ενάγοντος, ήτοι το ποσό των 200.000 ευρώ, που έλαβε ως αντίτιμο από την προαναφερθείσα πώληση του ακινήτου του και ως εκ τούτου δεν κρίνεται βάσιμο, ότι ο ενάγων, που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν άνεργος, όπως και η σύζυγός του, θα επένδυε το μεγαλύτερο μέρος αυτού αποκτώντας συνεταιριστικές μερίδες του εναγομένου, ως μορφή ασφαλούς επενδύσεως, ενώ, παράλληλα, κατά το αυτό χρονικό διάστημα, οι ήδη έχοντες συνεταιρικές μερίδες του εναγομένου τις ρευστοποιούσαν μαζικά εξαιτίας της υφισταμένης οικονομικής κρίσης και του βάσιμου κινδύνου απώλειας του επενδυμένου σ' αυτές κεφαλαίου τους.
Ενόψει των ανωτέρω αποδεικνύεται, πως εάν ο ενάγων έχοντας λάβει επαρκή ενημέρωση από τους προστηθέντες υπαλλήλους του εναγομένου γνώριζε τις συνέπειες από την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων, ουδέποτε θα προέβαινε στην αγορά αυτών ούτε απεδείχθη βούληση αυτού να τις αποκτήσει ως μορφή επένδυσης, ήτοι ασχέτως του ενδίκου καταθετικού προγράμματος.
Επιπλέον, δύναται να συναχθεί το ασφαλές αποδεικτικό συμπέρασμα, πως κατά τον χρόνο κατάρτισης των επιδίκων συμβάσεων το εναγόμενο διά των προστηθέντων υπαλλήλων του -σκοπίμως προωθούσε το, εν λόγω, πρόγραμμα αποσκοπώντας πρωτίστως στην άντληση κεφαλαίων για την κεφαλαιακή του επάρκεια και την αποφυγή του βασίμου ενδεχομένου ανακλήσεως της αδείας του από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του εναγομένου για συνυπολογισμό ζημίας και κέρδους ως προς το ποσό των 2.123,53 ευρώ μετά φόρων και επικουρικά ποσό 1.805 ευρώ άνευ φόρων, που αφορά τους τόκους που αποκόμισε ο ενάγων από τον υπ' αριθμ. ... προθεσμιακό λογαριασμό "ΑΠOΔΙΔΩ" πρέπει να απορριφθεί, αφού η ωφέλεια του ζημιωθέντος, που αφαιρείται για τον υπολογισμό της πραγματικής του ζημίας, απαιτείται αιτιωδώς να συνδέεται με την ζημία από την αδικοπραξία, γεγονός που δεν συμβαίνει με τους τόκους που καρπώθηκε ο ενάγων από την λειτουργία του ανωτέρω καταθετικού λογαριασμού, αφού αυτοί αποτελούν συμβατικό αντικατάλλαγμα της επίδικης σύμβασης καταθετικού λογαριασμού από την παραχώρηση του κεφαλαίου στο πιστωτικό ίδρυμα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του-τόκους στον ενάγοντα και επομένως δεν αποτελούν ωφέλεια που αποκόμισε ο τελευταίος (ενάγων) από την ζημία που υπέστη με την μείωση της ονομαστικής αξίας των συνεταιριστικών μερίδων που απέκτησε και της συνακόλουθης ισόποσης απώλειας του κεφαλαίου του καθώς και την αδυναμία ρευστοποίησης αυτών, ούτε αιτιωδώς συνδέονται με αυτήν...
Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος (άρθρ. 300 ΑΚ) του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, μαζί με τον συναφή λόγο εφέσεως, αφού στο σύνολο των εγγράφων που διάβασε ή υπέγραψε ο ενάγων δεν γινόταν οιαδήποτε αναφορά στην έννοια και την φύση των συνεταιριστικών μερίδων, ούτε, άλλωστε, λόγω της κατά τα ανωτέρω μη υπαγωγής της αγοράς των συνεταιριστικών μερίδων στις διατάξεις του ν.3606/2007 το εναγόμενο είχε λάβει μέτρα προς ενημέρωση αυτών που αποκτούσαν συνεταιριστικές μερίδες, ενώ ουδέποτε οι ως άνω υπάλληλοι του εναγομένου υπέδειξαν στον ενάγοντα να μελετήσει έγγραφα που να αφορούν την ιδιότητα αυτού, ως συνεταίρου.
Εξάλλου, και αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι υπέδειξαν ή χορήγησαν στον ενάγοντα να μελετήσει όλα τα έγγραφα που αφορούν την φύση και τις συνέπειες της αγοράς συνεταιριστικών μερίδων του εναγομένου, όπως το καταστατικό του εναγομένου και τους προηγουμένους ισολογισμούς αυτού..., ο ενάγων εν όψει του γνωστικού του επιπέδου και της απειρίας του σε τραπεζικές και επενδυτικές συναλλαγές, ήταν αδύνατον να κατανοήσει, και ακολούθως να προβεί σε αξιολογική κρίση ως προς το περιεχόμενο αυτών, το οποίο απευθύνεται σε άτομα με εμπειρία και εξιδιασμένες γνώσεις νομικών και επενδυτικών θεμάτων.
Απορριπτέος, ομοίως, τυγχάνει και ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως (άρ.281 Α.Κ.) ως προς όλα της τα σκέλη. Συγκεκριμένα, ως προς τον ισχυρισμό, ότι η ασκηθείσα αγωγή έρχεται σε αντίθεση με την υποχρέωση πίστης του ενάγοντος προς το εναγόμενο εξαιτίας της ιδιότητάς του ως μέλους αυτού, κατά το άρθρ. 4 παρ.3 Ν. 1667/1986 και 8 παρ.3 του καταστατικού του εναγομένου καθώς και ότι ο ενάγων γνώριζε, κατά την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων, την αληθή φύση και τις συνέπειες από την απόκτησή τους, ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί, καθ' όσον εκ των ανωτέρω απεδείχθη, ότι ο ενάγων με την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων δεν είχε βούληση να καταστεί μέλος του εναγομένου ή να επενδύσει αποκτώντας μερίδες αυτού ούτε είχε οιαδήποτε γνώση σχετικά με την φύση των συνεταιριστικών μερίδων, αλλά, είχε την πεποίθηση, πως με την αγορά τους εντασσόταν σε ένα πρόγραμμα προθεσμιακού λογαριασμού του εναγομένου.
Όσον αφορά το σκέλος, ότι η αποδοχή της κρινόμενης αγωγής είναι πιθανό να οδηγήσει τα μέλη του εναγομένου σε μαζικές αιτήσεις ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων τους, ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί, διότι κατά τα προαναφερόμενα δεν είναι νομικά δυνατή η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων.
Εξαιτίας της ως άνω αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, ο ενάγων υπέστη περιουσιακή ζημία ισόποση των χρημάτων, που τοποθέτησε για την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων, που δεν κατέστη δυνατό να ρευστοποιήσει και συγκεκριμένα 3.118 συνεταιριστικά μερίδια, συνολικής αξίας 109.130 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία που κατέβαλε ο ενάγων για την απόκτηση του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει και δεν θα είχε καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, αν είχε πληροφόρηση, ενημέρωση και διαφώτιση από τον εναγόμενο.
Επισημαίνεται, ότι το εναγόμενο δεν προέβαλε ένσταση συνυπολογισμού της ωφέλειας του ενάγοντος από την διατήρηση των επιδίκων συνεταιριστικών μερίδων και επομένως δεν θα αφαιρεθεί η αξία αυτών από την ανωτέρω ζημία.
Περαιτέρω, ο ενάγων εξαιτίας της εκτιθέμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου έχει υποστεί ηθική βλάβη, η οποία, λαμβανομένου υπ' όψιν όλων των κατά νόμο προσδιοριστικών στοιχείων (άρθρ. 932 Α.Κ.) και ενδεικτικώς: α) των συνθηκών που προμνημονεύθηκαν, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία του εναγομένου, β) του είδους και της έκτασης της ζημίας του ενάγοντος καθώς και της έλλειψης συντρέχοντος πταίσματος στο πρόσωπό του, γ) της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου και του βαθμού του πταίσματος (άμεσος δόλος) των προστηθέντων υπαλλήλων του, τα οποία εκμεταλλεύθηκαν την απειρία του ενάγοντος στις σχετικές συναλλαγές και την εμπιστοσύνη που αυτός επεδείκνυε στα πρόσωπά τους και στο πρόσωπο του εναγομένου, που ως πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να προασπίζει τα συμφέροντα των συναλλασσόμενων με αυτό, για να προβεί ο ενάγων στην απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων, του γεγονότος ότι το επίδικο πρόγραμμα αποσκοπούσε αποκλειστικά στην ικανοποίηση των ιδίων συμφερόντων του εναγομένου, δ) του βαθμού της στενοχώριας και της ψυχικής ταλαιπωρίας που ο ενάγων δοκίμασε από την κατ' ουσίαν ολοσχερή απώλειά του, δεδομένης της απώλειας του 90% σχεδόν του συνολικού επενδυμένου κεφαλαίου του που αποτελεί ταυτοχρόνως το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών του στοιχείων, ανερχόμενης στο ποσό των 99.744 ευρώ, και της αδυναμίας ρευστοποίησης των μεριδίων που κατέχει και ε) της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και ιδίως του γεγονότος ότι ο ενάγων και η σύζυγός του τυγχάνουν άνεργοι στερούμενοι παντελώς άλλων οικονομικών πόρων, πρέπει η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση να ορισθεί στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000€) ευρώ....
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε όμοια και δέχθηκε την ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ως εκ τούτου, πρέπει άπαντες οι λόγοι της κρινόμενης εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την από 19-4-2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 11032/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 2-7-2016 αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 124.130 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατά τη σύναψη της επίμαχης σύμβασης και την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτής στην πρόκληση της ζημίας που δέχθηκε ότι υπέστη ο αναιρεσίβλητος και η οποία έγκειται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην απώλεια του ποσού που κατέθεσε για την απόκτηση των συνεταιριστικών του μερίδων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288, 330, 914 ΑΚ, 8 Ν. 2251/1994, 25 Ν. 3606/2007 και 2501/31-10-2002 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η ασάφεια και η ανεπάρκεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης έγκειται στα εξής στοιχεία: Α] δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος παραπλανηθείς από ασαφείς πληροφορίες και διαβεβαιώσεις των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος, κατάρτισε με αυτόν σύμβαση "ειδικού λογαριασμού κατάθεσης - ΑΠΟΔΙΔΩ", στις 14-4-2015, έχοντας την εσφαλμένη εντύπωση, οφειλόμενη στην αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων του αναιρεσείοντος, ότι επρόκειτο για τη συνέχιση του μέχρι τότε καταθετικού του λογαριασμού, με βάση τον οποίο μπορούσε να απαιτεί από τον αναιρεσείοντα την απόδοση του καταθετικού του κεφαλαίου και τους τόκους, χωρίς ωστόσο να παραθέτει στοιχεία δόλιας και παραπλανητικής συμπεριφοράς.
Ειδικότερα ενώ ο αναιρεσίβλητος συνδέει την επικαλούμενη ζημία του, την αποκατάσταση της οποίας επιδιώκει, με την αδυναμία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει και μάλιστα στην τιμή που τις απέκτησε με την από 14-4-2015 αίτηση εγγραφής συνεταίρου για την αγορά πρόσθετων 3117 συνεταιριστικών μερίδων της Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων και την αντίστοιχη σύμβαση με την οποία απέκτησε την ιδιότητα του συνεταιτέρου, η οποία αποτελεί την εγγενή διαφορά του εναγομένου συνεταιρισμού με τις υπόλοιπες τράπεζες, δεν προσδιορίζεται η αδυναμία του αναιρεσίβλητου να κατανοήσει τη διαδικασία της ρευστοποίησης των συνεταιριστικών του μερίδων.
Επιπλέον, ενώ ο αναιρεσίβλητος αρχικά είχε λάβει μία συνεταιριστική μερίδα, στις 10-12-2013, αντί του ποσού των 35 ευρώ, ώστε να συνεχίσει να συνεργάζεται με τον αναιρεσείοντα, με την αιτιολογία ότι ήταν τυπικό ζήτημα, στη συνέχεια έλαβε άλλες 3117 συνεταιριστικές μερίδες, χωρίς να προκύπτει ο τρόπος εξαπάτησης του αναιρεσίβλητου, ως προς τη φύση και τις συνέπειες τη ιδιότητας του συνεταίρου, αφού μάλιστα καταρτίσθηκαν δύο ξεχωριστές συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, ήτοι η από 14-4-2015 για την απόκτηση από τον αναιρεσίβλητο 3.117 συνεταιριστικών μερίδων, αξίας 109.095 ευρώ και η από 14-4-2015 για το άνοιγμα ατομικού ειδικού λογαριασμού ετήσιας προθεσμιακής κατάθεσης με την ονομασία "ΑΠΟΔΙΔΩ", ύψους 10.909,50 ευρώ.
Ακόμη, ενώ δέχεται ότι το κεφάλαιο που αφορούσε την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων θα ήταν ασφαλισμένο όπως σε κάθε προθεσμιακή κατάθεση και το επιτόκιο που θα απολάμβανε ο καταθέτης θα ήταν για ολόκληρο το κατατεθειμένο ποσό [και αυτό που αφορούσε τις συνεταιριστικές μερίδες], δεν διευκρινίζεται για ποιο λόγο διαχωρίσθηκε το κατατεθειμένο ποσό σε δύο τμήματα και ποιοι ήταν οι τεχνικοί και εμπορικοί λόγοι που υπαγόρευσαν το διαχωρισμό αυτό και τους οποίους δεν κατανόησε ο αναιρεσίβλητος, αφού θα αρκούσε η αγορά των συνεταιριστικών μερίδων που, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, εξασφάλιζε κεφάλαιο και τόκους και παρείχε δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης, Β] δέχεται ότι ο αναιρεσείων δεν προέβη στο σχηματισμό επενδυτικού προφίλ του αναιρεσίβλητου, προκειμένου να του αποδώσει αδικοπρακτική συμπεριφορά, παρότι δεν είχε εκ του νόμου καμία υποχρέωση να προβεί στην τήρηση των οριζόμενων από το Ν. 3606/2007, σε ότι αφορά την απόκτηση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου να διαπιστωθούν τα χαρακτηριστικά του αναιρεσίβλητου ως επενδυτή, ώστε να τίθεται εξ αυτού του λόγου θέμα υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του, Γ] δέχεται ότι υπήρχε συστηματική υπαίτια εξαρχής παραπλάνηση του αναιρεσίβλητου και δόλια απόκρυψη της αδυναμίας του αναιρεσείοντος να εκτελέσει την αναληφθείσα παροχή του, χωρίς να παρατίθενται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος μπορούσαν να προβλέψουν τον κίνδυνο από την επιγενόμενη [μετά την από 27-6-2015 απόφαση του Δ.Σ.
του αναιρεσείοντος περί προσωρινής αναστολής της ρευστοποίησης και εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων] σοβαρή εμπλοκή της απρόβλεπτης εξέλιξης του τραπεζικού συστήματος και την επιβολή ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων, λόγω της οικονομικής συγκυρίας και να ενημερώσουν τον αναιρεσίβλητο, Δ) δέχεται ότι το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που υπέγραψε ο αναιρεσίβλητος κατά την κατάρτιση των συμβάσεων εδραίωσαν την εσφαλμένη πεποίθησή του, ότι προέβαινε ως προς το σύνολο του κατατεθειμένου κεφαλαίου του, ήτοι του ποσού των 120.004,50 ευρώ, σε κατάθεση σε καταθετικό λογαριασμό, χωρίς ωστόσο να αναφέρει το συγκεκριμένο περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, το οποίο να δικαιολογεί τη δημιουργία στον αναιρεσίβλητο εσφαλμένης πεποίθησης.
Ε) δέχεται ακόμη ότι από την ανάγνωση του Καταστατικού του αναιρεσείοντος, που ήταν αναρτημένο στην ιστοσελίδα του, από τους όρους των συμβάσεων και τις πληροφορίες που παρείχαν τα ενημερωτικά φυλλάδια για τα παραπάνω προϊόντα, δεν προέκυπτε με σαφήνεια ότι η αξία, στην οποία θα αγοραζόταν από τον εναγόμενο κάθε συνεταιριστική μερίδα, θα ήταν, κατά την υποβολή αιτήματος από τον τελευταίο για τη ρευστοποίησή της, μεταβλητή, συναρτώμενη με εξωσυμβατικούς παράγοντες και όχι σταθερή, χωρίς και πάλι να παραθέτει το κρίσιμο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν πράγματι αυτό ήταν ασαφές.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της, ενώ παρέλκει, η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας αυτού που έγινε δεκτός, ο οποίος πλήττει το κύρος της όλης απόφασης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε [άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4786/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει τη επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ