Legislator Case Law & Legislation
1651/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely filing and failure to prove force majeure.

Case Number 1651/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a 2011 conviction as inadmissible. The appellant argued that superior force justified the eight-year delay in filing, claiming language barriers prevented timely action. The court rejected this, noting the appellant had previously appeared with a lawyer and failed to prove the language issue was truly insurmountable or that the delay was caused by extraordinary circumstances.

Legislator headnote

AI generated

Articles 462, 473 §§ 1-3, and 474 § 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed outside the statutory time limit is inadmissible unless superior force or insurmountable obstacle is proven, which requires demonstrating that the delay was unavoidable despite extreme diligence.

Keywords

AI generated
statute of limitations superior force inadmissible appeal force majeure Code of Civil Procedure time bar legal delay

Cited Legislation

AI generated
Articles 462, 473 §§ 1-3, and 474 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 255 § 2 of the General Principles of Law
Articles 476 § 1 and 578 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 236A § 1 of the Code of Civil Procedure
Directive 2010/64/EU

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1651 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1651/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 17 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου F. M. του F., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γκουζάνη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 4810/22.4.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 789/2019.

Αφού άκουσε

Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως αν κριθεί παραδεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, λόγω παραγραφής και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και ως προς τους συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντος και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 462, 473 §§ 1 έως 3, και 474§1 του ΚΠΔ ως ίσχυαν κατά το χρόνο ασκήσεως (22.4.2019) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 59ο §1 ισχύοντος από 1.7.2019 ΚΠΔ), συνάγεται ότι όπου ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε και ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση αυτής, στην περίπτωση που το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σε εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται και όταν η αναίρεση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η προθεσμία αυτή είναι είκοσι ημερών, χωρίς όμως να αρχίζει πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της §3 της παραπάνω διάταξης του άρθρου 473 ΚΠΔ.

Εκπρόθεσμη δε άσκηση ενδίκου μέσου συγχωρείται μόνον αν συντρέχει ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που εμπόδισαν τη εμπρόθεσμη άσκησή του κατά τη συναγόμενη από το άρθρο 255 παρ.2 του ΑΚ γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα. Στην περίπτωση αυτή, στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση αναίρεσης γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν την επικαλούμενη ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά.

Η μη αναφορά των στοιχείων αυτών, δηλαδή, των πραγματικών περιστατικών ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος και των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία αποδεικνύεται η συνδρομή τους, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα και μάλιστα μεταγενέστερα έγγραφα και ειδικότερα με υπόμνημα ή με την προβολή πρόσθετων λόγων.

Ως ανώτερη δε βία κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης νοείται κάθε γεγονός εξαιρετικό και απρόβλεπτο, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα ακραίας φροντίδας, εξαιρετικής επιμέλειας και ιδιαίτερης σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν θα μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 του νυν ισχύοντος ΚΠΔ, όταν το ένδικο µέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 512§1 εδ.

α' του ίδιου Κώδικα, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 476.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθµόν 30/10-1-2011 απόφασή του, το Πενταµελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθµιο Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, M. F. του F., ……………….. υπηκοότητας (ως συναυτουργό με άλλους τρεις (3) ομοεθνείς του κατηγορουμένους) για τις αξιόποινες πράξεις:

α) της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης τελεσθείσας κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 και β) της απλής συνέργειας σε κακουργηματική πλαστογραφία, τελεσθείσας από Σεπτέμβριο του έτους 2005 έως 29-9-2006, και του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών. Κατά της παραπάνω απόφασης, που καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο του άρθρου 473§3 του ΚΠΔ την 22-2-2011 (όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της Γραµµατέως του Εφετείου Αθηνών, Ελένης Μαχαίρα), ο αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθμόν 4810/22-4-2019 κρινόµενη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22-4-2019, δηλαδή, μετά την πάροδο οκτώ (8) ετών από την αναφερόμενη παραπάνω 20ήμερη προθεσμία, από την καταχώρηση της απόφασης στο Ειδικό προς τούτο Βιβλίο.

Στην ως άνω δε δήλωσή του ο αναιρεσείων, εκτός από τη διατύπωση των αφορώντων στην περίπτωσή του αναιρετικών λόγων, αναφέρει ότι η εκπρόθεσµη εκ μέρους του άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οφείλεται σε λόγους ανώτερας βίας, συνιστάμενους, όπως κατά λέξη αναγράφει στη δήλωσή του σε "διαρκές γεγονός ανωτέρας βίας" και συγκεκριμένα διότι, αν και ήταν αλλοδαπός (υπήκοος ……..), με αδυναμία χρήσης και κατανόησης της Ελληνικής γλώσσας σε επίπεδο που να του επιτρέπει την αυτοδύναμη συμμετοχή του στην ποινική δίκη και ενώ ενώπιον του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου είχε δηλώσει ότι δεν γνώριζε καλά την Ελληνική γλώσσα, το Δικαστήριο εκείνο "δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα αν χρειάζεται διορισμό διερμηνέως ή όχι" και δεν έγινε μετάφραση στη γλώσσα του ουσιωδών εγγράφων της δίκης, αλλά ούτε και της καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης και ότι ακόμη και μετά την έκδοση αυτής, το Ελληνικό Κράτος του απέκλεισε την πρόσβαση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, καθόσον δεν του διερμηνεύθηκε η δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων κατ' αυτής, ενώ το διατιθέμενο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στη φυλακή όπου κρατείτο έντυπο "αίτησης αναίρεσης" ομοίως δεν του μεταφράστηκε.

Σχετικά με τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων παραστάθηκε αυτοπροσώπως την 1-11-2007, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών στο οποίο είχαν νομότυπα παραπεμφθεί για να δικασθούν σε πρώτο βαθμό για τις αναφερθείσες παραπάνω αξιόποινες πράξεις ο ίδιος και οι τρεις συγκατηγορούμενοί του, όλοι υπήκοοι ………...

Κατά τη συνεδρίαση εκείνη, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι ουδείς από τους πέντε κατηγορουμένους, δεν ομιλούσε την Ελληνική γλώσσα και το Δικαστήριο διόρισε σε καθένα των κατηγορουμένων διερμηνέα της …………., γλώσσας και στη συνέχεια αυτοί, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, διόρισαν συνηγόρους υπερασπίσεώς τους.

Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμόν 4108/1-11-2007 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων (και άπαντες οι συγκατηγορούμενοί του) για τις παραπάνω αναφερθείσες αξιόποινες πράξεις . Κατά της ως άνω απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε στις 7-11-2007 έφεση, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, δυνάμει νόμιμης εξουσιοδότησης.

Κατά την ορισθείσα για την εκδίκαση της ως άνω έφεσής του δικάσιμο της 7-1-2011, ο αναιρεσείων, κρατούμενος πλέον των φυλακών Λάρισας, παραστάθηκε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μαζί με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του. Με την έναρξη της διαδικασίας, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι δύο από τους συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα οι 1ος B.

T. και 2ος B. S. (o S. L. ήταν ο 3ος κατηγορούμενος και ο αναιρεσείων, M. F. ήταν ο 4ος) δεν ομιλούσαν την Ελληνική γλώσσα, οπότε το Δικαστήριο διόρισε σ' αυτούς διερμηνέα της …….. γλώσσας, την Κ. Ι., η οποία μάλιστα δήλωσε ότι οι 1ος και 2ος ομιλούν μόνο τη …….. γλώσσα. Κατόπιν αυτών οι μεν 1ος και 2ος των κατηγορουμένων δια της διορισθείσας διερμηνέως δήλωσαν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, οι δε 3ος και 4ος , δηλαδή και ο αναιρεσείων, δήλωσαν ότι διορίζουν συνηγόρους υπεράσπισής τους, ο μεν 3ος S. L., την Αναστασία Χονδογιάννη, ο δε 4ος , δηλαδή, ο M.

F. - αναιρεσείων, τον Γεώργιο Γιάνναρη, χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά σχετικά με τη γνώση και σε ποιο βαθμό της Ελληνικής γλώσσας. Αλλά και μετά το διορισμό του ως άνω συνηγόρου υπεράσπισής του, ο αναιρεσείων, είτε αυτοπροσώπως είτε δια του συνηγόρου του, δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό ή έστω διευκρίνηση ότι δεν γνωρίζει καλά την Ελληνική γλώσσα.

Ακολούθως δε η όλη ακροαματική προχώρησε χωρίς να διατυπωθεί από τον αναιρεσείοντα ή τον συνήγορο υπεράσπισής του οτιδήποτε σχετικά με την αδυναμία αυτού έστω και μερική για κατανόηση και αντίληψη των διαδραματιζομένων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και η μετέπειτα διαδικασία εξελίχθηκε χωρίς ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του να προβάλουν οποιοδήποτε σχετικό ισχυρισμό ή να ζητήσουν την βοήθεια της παρισταμένης διερμηνέως της ……………….

γλώσσας , της οποίας άλλωστε την διερμηνεία προς τους συγκατηγορουμένους του αναπόφευκτα άκουγε και ο ίδιος. Ομοίως και κατά την απολογία του ο αναιρεσείων δεν προέβαλε οποιαδήποτε, έστω και μερική αδυναμία κατανόησης της Ελληνικής γλώσσας, αλλά αντίθετα με σαφήνεια αρνήθηκε ρητά την κατηγορία με τρόπο που καθίστατο σαφές ότι είχε πλήρη γνώση αυτής και εξέθεσε απερίφραστα τους ισχυρισμούς του, ενώ προέβη σε αναλυτική περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που κατά τον ίδιο θεμελίωναν αυτούς.

Μάλιστα, κατά την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας του σχετικά με την πράξη της απλής συνδρομής στην πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για την οποία αυτός κατηγορείτο, αναφερόμενος στην κατοχή από τον ίδιο πλαστής άδειας οδήγησης, εκδοθείσας το έτος 2005, ισχυρίστηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Κάποια στιγμή ήθελα δίπλωμα οδήγησης, δεν ήξερα καλά την Ελληνική γλώσσα για να δώσω εξετάσεις.

Του τηλεφώνησα (εννοεί τον 1ο συγκατηγορούμενό του) και μου ζήτησε κάποια χαρτιά, του πήγα κάτι φωτοτυπίες....Μου είχε πει ότι το δίπλωμα ήταν γνήσιο, δεν γνώριζα ότι ήταν πλαστό". Από την παραπάνω περικοπή της ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών απολογίας του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου καθίσταται απολύτως προφανές ότι η αναφορά του σε "όχι καλή γνώση της Ελληνικής γλώσσας" αναφερόταν στο χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε, δηλαδή, το έτος 2005 ή 2006, και δεν αναφέρεται σε άγνοια της Ελληνικής γλώσσας, αλλά σε μη καλή γνώση αυτής, ώστε να δώσει εξετάσεις στο Υπουργείο Συγκοινωνιών για τη λήψη άδειας οδήγησης.

Πέραν τούτων όμως, η ως άνω περικοπή της απολογίας του αναιρεσείοντος σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ως δήλωση αυτού προς το δικάζον τον Ιανουάριο του έτους 2011 και εκδώσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών), περί άγνοιας της Ελληνικής γλώσσας και συνακόλουθα της ανάγκης διορισμού διερμηνέως, όπως αβασίμως ισχυρίζεται αυτός με την υπό κρίση αναίρεσή του, πολύ περισσότερο δε όταν κατά την ως άνω απολογία του παρίστατο ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου με νομίμως διορισθέντα από τον ίδιο συνήγορο υπερασπίσεως, ο οποίος ακόμη και σε εκείνη τη χρονική στιγμή αν αντιλαμβανόταν ότι ο κατηγορούμενος αγνοούσε την Ελληνική γλώσσα σε επίπεδο που να μην του επιτρέπει τη συμμετοχή του στην ποινική δίκη, θα υπέβαλλε αίτημα διορισμού διερμηνέα και επανάληψης της όλης ποινικής διαδικασίας.

Ενόψει όλων των προαναφερομένων, δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα λόγων για τη θεμελίωση της συνδρομής στην περίπτωσή του ανωτέρας βίας, με την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, γεγονότων εξαιρετικών και απρόβλεπτων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αποτραπούν, ακόμη και με μέτρα ακραίας φροντίδας, εξαιρετικής επιμέλειας και ιδιαίτερης σύνεσης, εξαιτίας των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να ασκήσει εμπρόθεσμα την ένδικη αίτηση αναίρεσης.

Πέραν τούτων όμως, σημειώνεται ότι ακόμη και αν πράγματι κατά το χρόνο έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (2011) ο αναιρεσείων δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα, στο επίπεδο που προαναφέρθηκε και είχε πράγματι δηλώσει τούτο στο δικάσαν Δικαστήριο, χωρίς για το λόγο αυτό να διοριστεί διερμηνέας, ανεξαρτήτως της τυχόν εξ' αυτού ακυρότητας της διαδικασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 236Α §1 ΚΠΔ, με την οποία ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2010/64ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ της 20ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 170 §1,171 §1 εδ.δ, 173§1 και 174 §2 ΚΠΔ, ενόψει του ότι η ως άνω φερόμενη ως δήλωση έγινε το έτος 2011 και η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 22-4-2019, δηλαδή, μετά την πάροδο οκτώ (8) ολόκληρων ετών, ο αναιρεσείων όφειλε να προσδιορίσει χρονικά πότε εξέλιπε η ως άνω αδυναμία του και συνακόλουθα ο επικαλούμενος λόγος ανωτέρας βίας, ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο αν αιτιολογείται η εκπρόθεσμη άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά τη συζήτηση της οποίας παραστάθηκε ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Γκουζάνη, ο οποίος εξέθεσε τις απόψεις του, ασκήθηκε εκπρόθεσµα, χωρίς να αποδεικνύονται βάσιμοι οι διαλαμβανόμενοι στη σχετική δήλωση δικαιολογητικοί λόγοι της εκπρόθεσµης άσκησής της, είναι απαράδεκτη και επομένως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1 και 578 §1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την υπ' αριθμ.4810/2019 και από 22-4-2019 αίτηση του F. Μ. του F., κατοίκου ... (οδός ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 30/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ