Legislator Case Law & Legislation
1651/2017 AI generated

1651/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1651/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1651/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς εσφαλμένως το Εφετείο επεκαλέσθη τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2938/2001 την οποία και εφάρμοσε για να αιτιολογήσει τις παραδοχές του και όχι τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 4 του ν. 1418/1984.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements road infrastructure refurbishment motor vehicle expenses traffic contravention transport sector measures road traffic law
AI generated
663/2018
Supreme Court dismisses appeal claiming appellate court accepted new facts without proof in contract dispute.
1363/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
806/2022
Supreme Court dismisses appeal against arbitration award where party failed to recognize arbitration court jurisdiction.
1474/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο Α. Μ. του Ε. ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικά την παρούσα αναιρετική δίκη. Εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνων δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
697/2012
Supreme Court dismisses appeal for non-continuity of legal issues regarding separate heads of damages.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1651 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1651/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της αρχικής διαδίκου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Εκμετάλλευσης και Διαχείρισης Ελληνικών Αυτοκινητοδρόμων" και το διακριτικό τίτλο "ΤΕΟ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2500/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1654/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2008 αίτησή της και τους από 4-9-2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 2181/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6287/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 8-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6287/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Αυτός ο αναιρετικός λόγος συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο, ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα εξής: Ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26 του ν. 1418/1984 και 3 παρ. 1στ' του ν. 2938/2001, πλέον συγκεκριμένα δε ότι προκειμένου να αιτιολογήσει την κρίση του, σύμφωνα με την οποία η εκμισθώτρια δεν ανέλαβε την ευθύνη για την τυχόν μη διακοπή της λειτουργίας των παλαιού τύπου πρατηρίων, δέχεται ότι η εκμισθώτρια δεν είχε κατά νόμο την εξουσία και την αρμοδιότητα αξιοποιήσεως και διαχειρίσεως των παρόδιων χώρων του αυτοκινητοδρόμου και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να αναλάβει τέτοια ευθύνη, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2938/2001 την οποία και εφάρμοσε. Ότι κατά τον χρόνο καταρτίσεως της από 31-11-1995 ένδικης συμβάσεως, ο οποίος είναι και ο κρίσιμος για τη διάγνωση του περιεχομένου της συμβάσεως και την ερμηνεία των όρων της, ίσχυε ο ν. 1418/1984 και όχι ο ν. 2938/2001. Ότι από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εκμετάλλευση των παρακειμένων χώρων των δημοσίων και εθνικών οδών ανήκε κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως στο ΤΕΟ και επομένως ήταν εύλογο από την ίδια (αναιρεσείουσα) να θεωρεί ότι η εκμισθώτρια είχε την εξουσία αλλά και την υποχρέωση να μεριμνήσει για την αποκοπή της πρόσβασης, προς τον αυτοκινητόδρομο των πρατηρίων παλαιού τύπου.

Συνεπώς εσφαλμένως το Εφετείο επεκαλέσθη τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2938/2001 την οποία και εφάρμοσε για να αιτιολογήσει τις παραδοχές του και όχι τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 4 του ν. 1418/1984.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προέβη στις εξής παραδοχές: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη καθεμιά χωριστά και σε σχέση με την άλλη, ανάλογα με την γνώση και την αξιοπιστία κάθε μάρτυρα, την …/30-5-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών για την οποία τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 270 ΚΠολΔ (.../29-5-2005 έκθεση επίδοσης της Δικ.

Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ.), καθώς και όλα τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη καθευτά και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, που διενεργήθηκε στις 31-7-1995, το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας", που κατά το άρθρο 26 παρ. 4 Ν. 1418/84 είχε την αποκλειστική εκμετάλλευση όλων των υπεραστικών παρόδιων χώρων των εθνικών οδών, εκμίσθωσε στην ενάγουσα εταιρία έκταση 40.000 τ.μ., που βρίσκεται αμφίπλευρα του αυτοκινητοδρόμου Αθηνών - Κορίνθου, στην χιλιομετρική θέση …, προκειμένου η τελευταία να κατασκευάσει δύο (2) Σταθμούς Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων (Σ-Ε-Α) και συγκεκριμένα ένα (1) ΣΕΑ σε κάθε κατεύθυνση κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου, με τους ειδικότερους όρους που λεπτομερώς περιγράφονται στην από 3-11-95 σύμβαση εκμίσθωσης.

Δυνάμει δε του Ν. 2938/2001, το νομικό πρόσωπο του άνω εκμισθωτή συγχωνεύτηκε με την εταιρία "Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι ΑΕ" και μετατράπηκαν στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία, η οποία ως καθολική διάδοχος εκείνου (άρθρο 2 παρ 1 Ν. 2938/01), υπεισήλθε στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της επίδικης μίσθωσης. Σύμφωνα με τον πιο πάνω νόμο, η εναγομένη αποτελεί δημόσια επιχείρηση, που λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και εποπτεύεται από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ.

Οι δυνατότητες που παρασχέθηκαν ρητά σ' αυτή με το άρθρο 3 παρ. 1 περιπτ. α' - στ' του ως άνω Νόμου, όσον αφορά τον πιο πάνω αυτοκινητόδρομο, είναι η είσπραξη διοδίων, η παροχή υπηρεσιών στους χρήστες της οδού, η εκμετάλλευση των παρόδιων χώρων και η συντήρηση του οδικού δικτύου είτε αυτοτελώς είτε παράλληλα με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ.

Και ναι μεν κατά το άρθρο 3 παρ. 2 και 3 σε συνδ. με την παράγραφο 1 περ. ζ - ια του πιο πάνω νόμου προκύπτει ότι η εναγόμενη έχει εξουσία να μελετά, κατασκευάζει, εξοπλίζει και συντηρεί αυτοκινητοδρόμους γενικώς, πλην όμως η εξουσία αυτή που συντρέχει παράλληλα με την αρμοδιότητα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, πρέπει να της ανατίθεται συγκεκριμένα με κοινή κάθε φορά απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας και ΠΕΧΩΔΕ, ενώ με την παράγραφο 4 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "με αποφάσεις του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ διατίθενται πιστώσεις από τους πόρους της ΤΕΟ ΑΕ για τη συντήρηση του οδικού δικτύου για τις βελτιώσεις και τις διαπλατύνσεις των οδών και τη λήψη μέτρων οδικής ασφάλειας".

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την καταρτισθείσα μεταξύ της πλειοδότριας ενάγουσας εταιρίας και του ΤΕΟ από 3-11-1995 "Σύμβαση Εκμίσθωσης παρόδιων Εκτάσεων Για Ανέγερση και Λειτουργία Σταθμών Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων και στη ΧΘ 40+500 του Αυτοκινητόδρομου Αθηνών - Κορίνθου", η ενάγουσα μίσθωσε την άνω έκταση με την υποχρέωση να κατασκευάσει τους δύο ΣΕΑ, η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε 25 έτη, με έναρξη την επόμενη μέρα από την έγκριση της σύμβασης από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ και ως μίσθωμα συμφωνήθηκε η καταβολή στην εκμισθώτρια εταιρία ποσού, το οποίο θα ισούται προς το 5,1% των ακαθάριστων εισπράξεων από την πώληση των πάσης φύσεως καυσίμων, λιπαντικών και λοιπών ειδών από το πρατήριο υγρών καυσίμων καθώς επίσης και από την πώληση κάθε καταναλωτικού αγαθού από όλες τις εγκαταστάσεις του σταθμού κάθε άλλης εξυπηρέτησης και το οποίο θα αρχίσει να καταβάλλεται δύο χρόνια μετά από την έγκριση της άνω σύμβασης από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ.

Εξάλλου, στην άνω σύμβαση καθορίζονται λεπτομερώς οι υποχρεώσεις της ενάγουσας μισθώτριας για την κατασκευή, εξοπλισμό και συντήρηση των εγκαταστάσεων των σταθμών και ποιές εγκαταστάσεις έπρεπε να κατασκευάσει αποκλειστικά με δικές της δαπάνες σύμφωνα με τις μελέτες που εγκρίθηκαν από την εκμισθώτρια, συνολικού προϋπολογισμού 1.000.000.000 δρχ., κατ' ελάχιστο, οι οποίες έπρεπε να ολοκληρωθούν εντός 720 ημερών, ενώ συμφωνήθηκε επιπλέον ότι μετά τη λήξη της μίσθωσης όλες οι εγκαταστάσεις ΣΕΑ θα περιέλθουν στον εκμισθωτή.

Τέλος, με ειδικό ρητό όρο, που περιλήφθηκε στο προοίμιο της προαναφερθείσας σύμβασης, το ΤΕΟ εγγυάται ότι καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας μίσθωσης, δεν πρόκειται να κατασκευασθεί ή δημοπρατηθεί άλλος ΣΕΑ στο τμήμα του αυτοκινητόδρομου Αθηνών - Κορίνθου που περιλαμβάνεται μεταξύ των Σταθμών Διοδίων Ελευσίνιων - Καλαμακίου.

Ο εν λόγω αυτοκινητόδρομος μελετήθηκε και κατασκευάστηκε από την Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και λειτουργεί ως "κλειστός αυτοκινητόδρομος" κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 Ν. 614/1977 και με την Α1/0/5/23/7-11-1986 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ χαρακτηρίστηκε ως "οδός ταχείας κυκλοφορίας" από τον ανισόπεδο κόμβο της Ελευσίνας έως της χ.θ. 83.

Ως αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας, διέπεται από το άρθρο 11 παρ. 3 του ΠΔ 143/1989, που αντικατέστησε το άρθρο 21 παρ. 10 του ΒΔ 465/70, το οποίο απαγορεύει την ίδρυση και τη λειτουργία κάθε φύσεως εγκαταστάσεων στους αυτοκινητοδρόμους ταχείας κυκλοφορίας και επιτρέπει τη λειτουργία τούτων στους παράπλευρους δρόμους.

Κατ' εξαίρεση μόνο επιτρέπεται στις οδούς αυτές (εδ. β') η ίδρυση και λειτουργία Σταθμών Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων (ΣΕΑ) σε χώρους που έχει την αποκλειστική εκμετάλλευση το ΤΕΟ, οι οποίοι κατασκευάζονται και συνδέονται με τους αυτοκινητοδρόμους με βάση ειδική μελέτη. Επίσης το προαναφερθέν Π.Δ. στην παράγραφο 4 του άρθρου 11 προβλέπει ότι α) σε περίπτωση μετατροπής υπάρχοντος δρόμου σε οδό ταχείας κυκλοφορίας, τα πρατήρια υγρών καυσίμων που ήδη λειτουργούν, εξακολουθούν να λειτουργούν με άμεση κυκλοφορική σύνδεση από την κύρια οδό, μέχρι την εξασφάλιση εξυπηρετήσεως με το δευτερεύον οδικό δίκτυο, β) λειτουργούντα πρατήρια και εγκαταστάσεις εξακολουθούν να λειτουργούν προσωρινά με άμεση κυκλοφορική σύνδεση με την κύρια οδό μέχρις εκδόσεως σχετικής πράξης της Εποπτεύουσας Υπηρεσίας του Φορέα κατασκευής του έργου μετά από γνώμη Τριμελούς Επιτροπής και μετά 1) από σχετική βεβαίωση της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας για την έναρξη λειτουργίας της κυρίας οδού σύμφωνα με τη μελέτη και 2) την εξασφάλιση λειτουργίας μέσω παραπλεύρων οδών.

Η άδεια λειτουργίας των πρατηρίων είναι προσωρινής διάρκειας δύο ετών μέσα στην οποία πρέπει να ολοκληρωθεί η κατασκευή κυκλοφορικής σύνδεσης με παράπλευρους, εφόσον οι δικαιούχοι υποβάλλουν αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία Συγκοινωνιών με τα απαραίτητα δικαιολογητικά των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 23 του Β.Δ. 465/70 (παράβολο, υπεύθυνη δήλωση και τοπογραφικό διάγραμμα) και ακολούθως προβούν στην διαδικασία των παραγράφων 4, 5 και 6 του ίδιου άρθρου για την χορήγηση άδειας αορίστου χρόνου.

Τέλος, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 34 του Β.Δ. 465/70, εφόσον η προσαρμογή των πρατηρίων που έχουν ιδρυθεί μέχρι 31/12/1983 (παρ. 3 του άρθρου 34) με το οδικό δίκτυο δεν καθίσταται εφικτή για οποιοδήποτε λόγο, πρέπει να επιδιωχθεί η εξεύρεση άλλης δυνατής λύσεως και προς το σκοπό τούτο, παρέχεται ρητά στη διοίκηση σε εσχάτη ανάγκη, η δυνατότητα παρεκκλίσεων από τους καθορισμένους τύπους κυκλοφοριακών συνδέσεων, ύστερα από έγκριση, για κάθε περίπτωση, από τον Υπουργό Δημοσίων Έργων.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, η ίδρυση και λειτουργία κάθε φύσεως εγκαταστάσεων, όπως πρατήρια υγρών καυσίμων κ.λπ. επιτρέπεται μόνο στους παράπλευρους δρόμους, πλην όμως για τα ήδη λειτουργούντα, πριν από την 31-12-1983, πρατήρια καυσίμων, τηρουμένων των νομίμων προϋποθέσεων, παρέχεται η δυνατότητα να εξακολουθούν να λειτουργούν αν δεν κατασκευασθεί παράπλευρο δίκτυο, ώστε αυτά να αποκτήσουν πρόσοψη, είτε με άδεια διετούς προσωρινής ισχύος, είτε ακολούθως και με άδεια αορίστου χρόνου, έστω και κατά παρέκκλιση των ορισμένων από το νόμο.

Αρμόδια για την έγκριση των κυκλοφοριακών αυτών συνδέσεων είναι η αρμόδια για την οδό Υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων ή της οικείας Νομαρχίας (αρθρ. 4 παρ. 6 Π.Δ. 143/89). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίδικης σύμβασης και παράδοσης της μίσθιας παρόδιας έκτασης, πριν από την κατασκευή των επίδικων ΣΕΑ, λειτουργούσαν ήδη στον πιο πάνω αυτοκινητόδρομο τέσσερα (4) πρατήρια υγρών καυσίμων στο προς την Κόρινθο ρεύμα κυκλοφορίας και τρία (3) στην κατεύθυνση προς Αθήνα, γεγονός το οποίο ήταν γνωστό κατά την κατάρτιση της σύμβασης στους άνω συμβαλλομένους.

Σταδιακά, από την έναρξη λειτουργίας των επιδίκων ΣΕΑ, στις 5-12-1998 και αφού είχε ήδη εκδοθεί η Δια/0/1/21/13-4-1997 απόφαση της Δ/νσεως Οδικών έργων της Γ.Γ.Δ.Ε. του ΥΠΕΧΩΔΕ, με την οποία αποφασίστηκε ότι τα λειτουργούντα στον αυτοκινητόδρομο πρατήρια παύουν να έχουν άμεση κυκλοφοριακή σύνδεση με την κυρία αρτηρία του αυτοκινητόδρομου, τα έξη (6) από τα ανωτέρω παλαιού τύπου πρατήρια καυσίμων συνδέθηκαν με το ήδη κατασκευασθέν παράπλευρο τοπικό δίκτυο και αποκλείστηκαν από τον αυτοκινητόδρομο.

Όμως, το πρατήριο που βρίσκεται στην χιλιομετρική θέση 30+500, το οποίο εκμεταλλεύεται η εταιρία "... ΟΕ", που δεν εξυπηρετείτο από παράπλευρο οδικό δίκτυο, παρά την σχετική επισήμανση της αρμόδιας Δ/νσης Μελετών Έργων Οδοποιίας (ΔΜΕΟ) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, η οποία με το από 11-2-1997 και με αριθμό πρωτ.

ΔΜΕΟ... έγγραφό της προς το τεχνικό Γραφείο Μελετών Α. Λ. σχετικά με την έλλειψη πρόβλεψης γα την κατασκευή της δεξιάς παράπλευρης οδού (SR5) στην χ.θ. … και την ανάγκη εκπόνησης σχετικής μελέτης καθώς και την ένταξη της κατασκευής της στην εργολαβία της 2ης ΔΕΚΕ της 1ης ΠΥΔΕ, συνέχιζε να λειτουργεί. Παρά τις άνω επισημάνσεις δεν κατασκευάστηκε παράπλευρο δίκτυο, ώστε να εξασφαλιστεί η εξυπηρέτηση του πιο πάνω πρατηρίου με αποτέλεσμα, αφού τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 παρ. 4 Π.Δ. 143/89 διαδικασία, μετά από αίτηση του πρατηριούχου, και κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, εκδόθηκε η …-2-1996 απόφαση της Περιφέρειας Αττικής - Δ/νση ΣΕ της 1ης ΠΥΔΕ άδεια προσωρινής κυκλοφοριακής σύνδεσης του εν λόγω πρατηρίου με τον αυτοκινητόδρομο Αθηνών - Κορίνθου, για διάστημα δύο (2) ετών, δηλαδή έως 14-2-1998 σύμφωνα με την υποβληθείσα μελέτη σύνδεσης και με την προϋπόθεση ότι οι ιδιοκτήτες του πρατηρίου, θα καταβάλλουν κάθε χρόνο μίσθωμα για τη χρήση της καταλαμβανόμενης εδαφικής έκτασης του Δημοσίου, όπου κατασκευάστηκαν οι ζώνες σύνδεσης με τον αυτοκινητόδρομο, προϋπόθεση που θέτει ως αναγκαία το άρθρο 11 παρ. 2 του Π.Δ. 143/89 και ζητείται από την αρμόδια υπηρεσία ΔΜΕΟ/ΥΠΕΧΩΔΕ να μεριμνήσει για την εκπόνηση μελέτης παράπλευρου δικτύου στην περιοχή.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η …/1998 (Απόφ. Νομάρχη …/98) άδεια λειτουργίας της εταιρίας με επωνυμία ... ΟΕ, και μετά ταύτα κατ' εφαρμογή του άρθρου 24 παρ. 9 εδ. τελευταίο του ΠΔ 465/70, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 Π.Δ. 509/84 και των παραγράφων 4, 5 και 6 του άρθρου 23 του Β.Δ. 465/70, την τήρηση των οποίων απαιτεί η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 περ, δ' προτελευταίο εδάφιο Π.Δ. 143/89, εκδόθηκε κατόπιν της από 10-7-2002 αίτησης της άνω εταιρίας η ΠΡ-02-0060/13-9-2002 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτ/σης Δυτ.

Αττικής που χορήγησε στην άνω εταιρεία νέα άδεια λειτουργίας πρατηρίου αορίστου χρόνου. Επίσης μετά την από 21-10-2003 νέα αίτηση της ίδιας εταιρίας χορηγήθηκε από την ανωτέρω Υπηρεσία νέα άδεια λειτουργίας πρατηρίου αορίστου χρόνου. Στο μεταξύ η εκμισθώτρια, με το Τ2691/15-2-1999 έγγραφό της προς την αρμόδια Υπηρεσία ΕΥΔΕ-ΠΑΘΕ (Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων/Πάτρα - Αθήνα - Θεσσαλονίκη - Εύζωνοι) του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ ζήτησε την άμεση υλοποίηση της Δια/0/1/21/18-4-1997 απόφασης της Γ.ΕΔ.Ε.

του ΥΠΕΧΩΔΕ και τη διακοπή πρόσβασης των λειτουργούντων πρατηρίων στον αυτοκινητόδρομο, προκειμένου να λειτουργήσουν απρόσκοπτα οι ΣΕΑ. Προς τον ίδιο σκοπό απέστειλε και το από 13-4-2005 έγγραφό της προς τη Δνση Απαλλοτριώσεων της Γ.Γ.Δ.Ε. του ΥΠΕΧΩΔΕ. Οι Υπηρεσίες του Υπουργείου όμως και συγκεκριμένα η ΔΜΕΟ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων και ΕΥΔΕ-ΠΑΘΕ, που ήταν αρμόδιες για τη μελέτη και κατασκευή των έργων, καθυστερούσαν στην κατασκευή του SR5, ώστε να δοθεί η απαραίτητη πρόσβαση στο εν λόγω πρατήριο και να παύσει να έχει αυτό άμεση πρόσβαση στον επίδικο αυτοκινητόδρομο.

Τελικώς, η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων Δ/νση Τοπογ/σεων και Απαλ/σεων του ΥΠΕΧΩΔΕ προχώρησε σε όλες τις ενέργειες καθώς και στην πρόταση κήρυξης της σχετικής απαλ/σης στον Υπουργό των Οικονομικών για την κατασκευή του παράπλευρου δικτύου, για την οποία, μάλιστα, κατόπιν του από 6-4-2005 υποβληθέντος αιτήματος της ΕΥΔΕ-ΠΑΘΕ, η εναγομένη άμεσα την 21-4-2005 ενέκρινε τη χορήγηση πίστωσης 600.000 ευρώ (βλ.

υπ' αριθμ. … πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένης συνημμένη στο πρακτικό …). Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η εναγομένη με τον ειδικό όρο στο προοίμιο της επίδικης σύμβασης εγγυήθηκε ρητά ότι κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης μίσθωσης δεν πρόκειται να κατασκευαστεί ή δημοπρατηθεί άλλος ΣΕΑ στο τμήμα του αυτ/δρόμου Αθηνών - Κορίνθου που περιλαμβάνεται μεταξύ των Σταθμών Διοδίων Ελευσίνιων - Καλαμακίου.

Ουδεμία δέσμευση ανέλαβε η εναγόμενη με την άνω σύμβαση για την μη συνέχιση λειτουργίας πρατηρίων, τα οποία είχαν ιδρυθεί μέχρι την 31-12-1983 και τα οποία ήδη λειτουργούσαν, ως αυτό της εταιρίας με την επωνυμία ... ΟΕ, αφού σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του 143/1989 π.δ/τος, καίτοι απαγορεύεται σε οδούς ταχείας κυκλοφορίας η λειτουργία κάθε άλλης εγκατάστασης πλην των ΣΕΑ, προβλέπεται η κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις κυκλοφορική σύνδεση αυτών με αυτοκ/δρόμους, πράγμα που γνώριζαν και οι δύο συμβαλλόμενοι κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, αφού η ένδικη σύμβαση μίσθωσης διέπεται από τις διατάξεις του π.δ/τος αυτού, όπως αποδεικνύεται ιδίως από την από Απρίλιο 1995 Διακήρυξη του Διαγωνισμού, με βάση την οποία καταρτίστηκε η σύμβαση αυτή και η οποία αποτελεί συμβατικό περιεχόμενο της μίσθωσης (άρθρο 8 παρ. 2).

Εξάλλου, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι η εναγομένη δεν εγγυήθηκε με τον άνω όρο την μη λειτουργία παλαιών πρατηρίων καυσίμων, που είχαν ιδρυθεί μέχρι την 31-12-1989, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν είχε αρμοδιότητα για να παύσει η λειτουργία αυτών ή να κατασκευάσει παράπλευρο δίκτυο, έτσι ώστε αυτά να παύσουν να έχουν πρόσβαση στον ένδικο αυτ/δρομο".

Με τις παραπάνω λοιπόν παραδοχές, δέχθηκε το Εφετείο ότι η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 4 Ν. 1418/84 ρυθμίζει την αρμοδιότητα της εκμισθώτριας (ΤΕΟ) κατά τον χρόνο διενεργείας του διαγωνισμού και της καταρτίσεως της συμβάσεως για την αποκλειστική εκμετάλλευση όλων των υπεραστικών παρόδιων χώρων των εθνικών οδών, ότι οι διατάξεις του ΠΔ 143/1989 και του ΒΔ 465/70 προβλέπουν τη δυνατότητα της, κατά παρέκκλιση λειτουργίας πρατηρίων υγρών καυσίμων στους κλειστούς αυτοκινητόδρομους, ότι ήταν γνωστό στους συμβαλλομένους το γεγονός ότι, η ένδικη σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του ΠΔ 183/1989, σύμφωνα με την από Απρίλιο 1995 Διακήρυξη του διαγωνισμού, με βάση την οποία καταρτίστηκε η σύμβαση και η οποία αποτελεί συμβατικό περιεχόμενο της μισθώσεως και ότι σε εφαρμογή των διατάξεων αυτών χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας του πρατηρίου της εταιρίας ...

Ο.Ε." και τέλος ότι ήταν γνωστό στους συμβαλλομένους ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εκμισθώσεως λειτουργούσαν ήδη στον πιο πάνω αυτοκινητόδρομο παλαιά πρατήρια υγρών καυσίμων.

Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 περ. α' ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ιδίως των άρθρων 173 και 200 ΑΚ) καλούνται σε εφαρμογή, όταν το "γράμμα" της δηλώσεως δεν είναι σαφές και γεννώνται αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως.

Κατά την ερμηνεία της δηλώσεως της βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση του δικαιοπρακτούντος χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρο 173 ΑΚ) και οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 200 ΑΚ). Οι διατάξεις αυτές καλύπτουν τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται μεν βούληση των μερών, υπάρχουν όμως κενά στην διαπίστωση αυτής ή η δήλωση υπήρξε ατελής (ΑΠ 544/2014).

Οι κανόνες των άρθρων 173 κα 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού η αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διατύπωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 693/2014).

Αντίθετα δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 1420/2013, 115/2013, 1520/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πέραν των ως άνω παραδοχών και σε συνέχεια αυτών και τα εξής: "...Όμως, μολονότι η εναγόμενη δεν εγγυήθηκε με την άνω σύμβαση την παύση λειτουργίας των παλαιών πρατηρίων καυσίμων, αυτή (εναγομένη) στα πλαίσια της καλής εκτέλεσης της άνω σύμβασης, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες, προκειμένου να παύσει να έχει πρόσβαση το άνω παλαιό πρατήριο καυσίμων στον αυτ/δρομο με την κατασκευή του παράπλευρου δικτύου, έτσι ώστε να μη λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τη μισθώτρια ενάγουσα, επανειλημμένως οχλήσασα εγγράφως και προφορικά τις αρμόδιες Υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ προκειμένου να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για να παύσει να έχει πρόσβαση το προαναφερθέν πρατήριο στον ένδικο αυτ/δρομο με την δημιουργία παράπλευρου δικτύου, ως αποδεικνύεται ιδίως από το Τ2691/15-2-1999 έγγραφο της εναγομένης προς την ΕΥΔΕ-ΠΑΘΕ, το ΑΠΑΘ/Φ12/2289/107-2000 απαντητικό έγγραφο της ΕΥΔΕ-ΠΑΘΕ προς την εναγόμενη που αναφέρεται σε προγενέστερα σχετικά με το θέμα έγγραφά της, το Τ3671/13-4-2005 έγγραφο της εναγομένης προς την Δ/νση Απαλ/σεων και Τοπογρ/σεων του ΥΠΕΧΩΔΕ σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος καταθέτει ότι σχετικά με το άνω θέμα "Από το 1997 έχει κάνει διαβήματα η εταιρία μας...

Ήταν υποχρεωμένο το ΤΕΟ να κάνει όλες τις ενέργειες προς το Υπουργείο να μη λειτουργήσει άλλο βενζινάδικο, τις έκανε όλες και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, αμέσως η εναγόμενη ανταποκρίθηκε στο από 6-4-2005 υποβληθέν αίτημα της ΕΥΔΕ-ΠΑΘΕ για την χορήγηση πίστωσης για την σχετική απαλ/ση και την 21-4-2005 ενέκρινε την χορήγηση πίστωσης 600.000 ευρώ για την υλοποίηση της απαλ/σης για τη δημιουργία του παράπλευρου δικτύου στον αυτο/δρομο Αθηνών - Κορίνθου στο τμήμα Ελευσίνα - Κακιά Σκάλα.

Επομένως, αν και η εναγομένη δεν εγγυήθηκε την μη λειτουργία ιδρυθέντων μέχρι την 31-12-1983 πρατηρίων βενζίνης με την άνω σύμβαση ούτε διαβεβαίωσε την ενάγουσα ότι αυτά θα παύσουν να λειτουργούν και η ενάγουσα γνώριζε τόσον τη λειτουργία τους όσον και το νομικό πλαίσιο που διήπε αυτά, αφού η σύμβαση μίσθωσης διέπεται από αυτό, στα πλαίσια της εκπλήρωσης της σύμβασης αυτής σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αυτή (εναγομένη), προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες, προκειμένου να παύσουν να λειτουργούν τέτοια πρατήρια στον άνω αυτοκ/δρομο ανταγωνιστικά προς την μισθώτρια, έτσι ώστε να μην υπάρχει από μέρους της πλημμελής εκτέλεση της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, από την οποία να γεννάται αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας, δεκτών καθισταμένων των ισχυρισμών της εναγομένης ότι η ενάγουσα γνώριζε για την ύπαρξη των παλαιών πρατηρίων καυσίμων στον άνω αυτοκ/δρομο κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, ότι εγγυήθηκε η ίδια μόνον την μη δημιουργία νέων ΣΕΑ σ' αυτόν καθώς και ότι δεν υπέχει ευθύνη για την λειτουργία του άνω πρατηρίου καυσίμων, αφού δεν είχε αρμοδιότητα σχετικά με το θέμα αυτό ενώ επιπλέον στα πλαίσια της καλόπιστης εκτέλεσης της άνω σύμβασης σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την μη πρόσκληση ζημίας στον μισθωτή, που νόμιμα επαναφέρονται με τις προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες που παραδεκτά αντικαθίστανται από το παρόν δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου οι λόγοι έφεσης με τους οποίους η εκκαλούσα - ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε δεχθείσα ότι η εναγομένη δεν είναι υπεύθυνη λόγω μη αρμοδιότητας για την άρση της;

συνομολογηθείσας ιδιότητας, δηλαδή της συνέχισης λειτουργίας του προαναφερθέντος παλαιού τύπου πρατηρίου καυσίμων στον αυτ/δρομο καθώς και ότι δεν ανέλαβε αυτή (εναγομένη) με την άνω σύμβαση την διακοπή των ήδη λειτουργούντων πρατηρίων καυσίμων σ' αυτόν (αυτ/δρομο), αφού αυτή φέρει την ευθύνη κατασκευής και εκμετάλλευσης οδών και αυτ/δρομων, έτσι ώστε στη συμφωνία για μη ίδρυση και λειτουργία νέων ΣΕΑ περιλαμβάνεται και η συνέχιση λειτουργίας των υπαρχόντων πρατηρίων καυσίμων, μη απαιτούμενης σε κάθε περίπτωση συμβατικής ρύθμισης αφού προβλέπεται από το νόμο είτε η διακοπή λειτουργίας τους είτε η σύνδεσή τους με παράπλευρο οδικό δίκτυο με τον αυτ/δρομο είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι".

Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή της. Με τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το δικαστήριο δέχθηκε ότι η εναγόμενη με τον ειδικό όρο στο προοίμιο της επίδικης σύμβασης, εγγυήθηκε ρητά ότι κατά τη διάρκεια αυτής δεν πρόκειται να κατασκευαστεί ή να δημοπρατηθεί άλλος Σ.Ε.Α.

στο τμήμα του αυτοκινητόδρομου Αθηνών - Κορίνθου, που περιλαμβάνεται μεταξύ των Σταθμών Διοδίων Ελευσίνιων - Καλαμακίου και ότι ουδεμία δέσμευση ανέλαβε η εναγομένη με την άνω σύμβαση για τη μη συνέχιση λειτουργίας πρατηρίων, τα οποία είχαν ιδρυθεί μέχρι την 31-12-1983 και τα οποία λειτουργούσαν, όπως αυτό της εταιρίας με την επωνυμία "...

Ο.Ε.".

Ακολούθως δε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση παρέθεσε τις αιτιολογίες για τις παραδοχές αυτές, που συνίστανται στα εξής: 1) Κατά την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως η οποία κατά το περιεχόμενό της διέπεται από τις διατάξεις του ΠΔ 143/1989, ήταν γνωστό στους συμβαλλομένους ότι από τις διατάξεις του ΠΔ 143/1989 προβλέπεται η κατά παρέκκλιση κυκλοφοριακή σύνδεση κάθε άλλης εγκαταστάσεως πλην των ΣΕΑ, με τους αυτοκινητόδρομους. 2) Ότι η εκμισθώτρια δεν είχε καμία αρμοδιότητα για την παύση της λειτουργίας των πρατηρίων υγρών καυσίμων που είχαν ιδρυθεί μέχρι την 31-12-1983 ή για την κατασκευή παραπλεύρου δικτύου, ώστε να παύσουν να έχουν αυτά τα πρατήρια πρόσβαση, στον ένδικο αυτοκινητόδρομο.

Τέλος το Εφετείο προς επιβεβαίωση και μόνο των παραδοχών του, αναφέρει ότι αν και η εναγόμενη δεν εγγυήθηκε τη μη λειτουργία ιδρυθέντων μέχρι την 31-12-1983 πρατηρίων βενζίνης με την άνω σύμβαση, ούτε διαβεβαίωσε την ενάγουσα ότι αυτά θα παύσουν να λειτουργούν και η ενάγουσα γνώριζε τόσον την λειτουργία τους όσον και το νομικό πλαίσιο που διήπε αυτά, αφού η σύμβαση μίσθωσης διέπεται από αυτό, στα πλαίσια δε της εκπλήρωσης της σύμβασης αυτής σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αυτή (εναγομένη), προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες προκειμένου να παύσουν να λειτουργούν τέτοια πρατήρια στον άνω αυτοκινητόδρομο ανταγωνιστικά προς τη μισθώτρια, έτσι ώστε να μην υπάρχει από μέρους της πλημμελής εκτέλεση της ένδικης σύμβασης.

Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο σύμφωνα με τις άνω, παραδοχές, αιτιολογίες και επιβεβαιώσεις του, δεν διαπίστωσε ούτε άμεσα ούτε έμμεσα κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στην μεταξύ των συναφθείσα σύμβαση. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ανάγκη να προσφύγει και δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 178 και 200 ΑΚ. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ο αντίθετα, υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.

Κατά το εδάφ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα οπότε στην περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας, βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο, ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει του ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει.

Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, αν και διεπίστωσε κενό στην επίμαχη σύμβαση με συνέπεια να ανακύψει θέμα ερμηνείας και συμπληρώσεως της σύμβασης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ το Δικαστήριο δεν παρέπεμψε καθόλον στις διατάξεις αυτές, ούτε χρησιμοποίησε τα κριτήρια που θέτουν εκείνες, δεν χρησιμοποίησε δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων σχετικά με την κάλυψη του κενού, ιδρυομένου ως εκ τούτου, του εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Ότι αντιθέτως το Εφετείο επικαλέστηκε άλλα επιχειρήματα και κρίσεις που δεν αντλούνται στα κριτήρια του νόμου. Για το λόγο αυτό αυτές οι αιτιολογίες του Εφετείου είναι ανεπαρκείς. Η ανεπάρκεια αυτή στηρίζει τον κατ' άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε μεταξύ των άλλων ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα ήδη προαναφερθέντα κρίσιμα για την τύχη της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η εναγομένη με τον ειδικό όρο στο προοίμιο της επίδικης σύμβασης εγγυήθηκε ρητά ότι κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης μίσθωσης δεν πρόκειται να κατασκευαστεί ή δημοπρατηθεί άλλος ΣΕΑ στο τμήμα του αυτ/δρόμου Αθηνών - Κορίνθου που περιλαμβάνεται μεταξύ των Σταθμών Διοδίων Ελευσίνιων - Καλαμακίου.

Ουδεμία δέσμευση ανέλαβε η εναγομένη με την άνω σύμβαση για την μη συνέχιση λειτουργίας πρατηρίων, τα οποία είχαν ιδρυθεί μέχρι την 31-12-1983 και τα οποία ήδη λειτουργούσαν, ως αυτό της εταιρίας με την επωνυμία ... ΟΕ, αφού σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του 143/1989 π.δ/τος, καίτοι απαγορεύεται σε οδούς ταχείας κυκλοφορίας η λειτουργία κάθε άλλης εγκατάστασης πλην των ΣΕΑ, προβλέπεται η κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις κυκλοφοριακή σύνδεση αυτών με αυτοκ/δρόμους, πράγμα που γνώριζαν και οι δύο συμβαλλόμενοι κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, αφού η ένδικη σύμβαση μίσθωσης διέπεται από τις διατάξεις του π.δ/τος αυτού, όπως αποδεικνύεται ιδίως από την από Απρίλιο 1995 Διακήρυξη του Διαγωνισμού, με βάση την οποία καταρτίστηκε η σύμβαση αυτή και η οποία αποτελεί συμβατικό περιεχόμενο της μίσθωσης (άρθρο 8 παρ. 2).

Εξάλλου, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι η εναγομένη δεν εγγυήθηκε με τον άνω όρο την μη λειτουργία παλαιών πρατηρίων καυσίμων, που είχαν ιδρυθεί μέχρι την 31-12-1983, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν είχε αρμοδιότητα για να παύσει η λειτουργία αυτών ή να κατασκευάσει παράπλευρο δίκτυο, έτσι ώστε αυτά να παύσουν να έχουν πρόσβαση στον ένδικο αυτ/δρομο".

Προκύπτει λοιπόν από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο ρητά προέβη στην παραδοχή ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε κενό στην επίδικη σύμβαση παραθέτοντας μάλιστα και τις αιτιολογίες για την παραδοχή του αυτή. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4. εδ. ε' Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη έναντι του αναιρεσιβλήτου στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης, το οποίο παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-10-2015 (αριθμ. εκθ. κατάθ. …/ 2015 αίτηση για αναίρεση της 6287/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμό διπλοτύπου ... στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ