Supreme Court dismisses appeal on substantive law violation regarding contract interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Eurobank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a subcontracting agreement. The bank argued the lower court misapplied substantive law by failing to apply specific contract interpretation rules to the supplementary documents. The court found the lower court correctly applied these rules and that the documents did not constitute written admissions or create legal uncertainty requiring their use.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The court held that the lower court did not violate substantive law when it determined that supplementary contract documents, requiring interpretive analysis, did not constitute written admissions nor render the cause of action for non-performance evident.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1651 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1651 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK - ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της (πρώην) τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ GAS Α.Ε", η οποία εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Έμμα Αντωνιάδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5257/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2813/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Οκτωβρίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ" ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα αρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έτσι χρειάζονταν κατάλληλη συμπλήρωση ή ερμηνεία με εφαρμογή των διατάξεων των αρθρ. 173 και 200 ΑΚ .
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφαση του, αλλά και να προκύπτει έμμεσα από αυτή. Περαιτέρω η τριγωνική σχέση που δημιουργείται μεταξύ δανειστή, οφειλέτη και Τράπεζας με αφορμή την εγγυητική επιστολή που εκδίδει η τελευταία, διέπεται, ελλείψει άλλων διατάξεων που ρυθμίζουν ειδικώς τη σχέση, από τις διατάξεις για την εγγύηση των άρθρων 847 επ.
του Α.Κ. Ειδικότερα, η εγγυητική επιστολή "σε πρώτη ζήτηση", χαρακτηριστικό της οποίας είναι το ανεπιφύλακτο της σχετικής δήλωσης της εγγυήτριας Τράπεζας, η οποία έτσι αναλαμβάνει την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δικαίωμα ελέγχου για την ύπαρξη έγκυρης οφειλής και για το λόγο κατάπτωσης της εγγύησης και χωρίς δυνατότητα προβολής της ένστασης δίζησης, θεωρείται ιδιαίτερο είδος εγγύησης, στο οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις των πιο πάνω άρθρων 847 και επ.
του ΑΚ, κατά το μέρος που συμβιβάζονται με το εν λόγω περιεχόμενο του. Εξάλλου και επί εγγυητικής επιστολής, ακόμη και "σε πρώτη ζήτηση", ισχύει η προβλεπόμενη από το άρθρο 281 ΑΚ, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, προστασία, στην οποία, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η εγγυήτρια Τράπεζα μπορεί και κατά τις αρχές της καλής πίστης οφείλει απέναντι στον εντολέα της οφειλέτη, υπέρ του οποίου εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή, να προσφύγει, για να παρεμποδίσει την είσπραξη της εγγυητικής επιστολής, όπως όταν η Τράπεζα, που εξέδωσε την εγγυητική επιστολή, γνωρίζει κατά τρόπο αξιόπιστο και αναμφισβήτητο ότι δεν συντρέχει ουσιαστικός λόγος κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής (ΑΠ 1403/2008).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές κατά λέξη περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η απόφαση 2813/2010 του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η έφεση της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά της απόφασης 5257/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή της Τράπεζας αυτής κατά της διαταγής πληρωμής 1694/2007 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την εν λόγω διαταγή πληρωμής υποχρεώθηκε να καταβάλει η αναιρεσείουσα Τράπεζα στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 4.133.476,19 ευρώ από την κατάπτωση εγγυητικών επιστολών, τις οποίες η Τράπεζα αυτή εξέδωσε υπέρ της οφειλέτριας εταιρίας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" (ήδη ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.) για τη διασφάλιση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης εταιρίας από την εκτέλεση του κύριου μέρους των έργων πολιτικού μηχανικού (οικοδομικών) στο έργο μελέτης-κατασκευής του θερμοηλεκτρικού σταθμού της ΔΕΗ στη Μελίτη-Αχλάδα της Φλώρινας, το οποίο (κύριο μέρος έργων πολιτικού μηχανικού) η αναιρεσίβλητη εταιρία, ως κύρια εργολήπτρια, ανέθεσε υπεργολαβικά στην πιο πάνω οφειλέτρια εταιρία με την από 15.5.1998 σύμβαση υπεργολαβίας, η οποία συμπληρώθηκε με το από 7.12.2000 Συμπλήρωμα No 1, το από 18.6.2002 Συμπλήρωμα Νο2, το από 26.8.2002 Συμπλήρωμα Νο3 και το από 11.9.2002 Συμπλήρωμα Νο4.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις: Α) Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλόμενων στη σύμβαση υπεργολαβίας μερών, που περιλαμβάνονται στα Συμπληρώματα Νο2, 3 και 4, δεχόμενο μάλιστα ότι τα Συμπληρώματα αυτά "χρειάζονται τουλάχιστον ερμηνευτική προσέγγιση, προκειμένου να οδηγηθεί κάποιος σε ασφαλή συμπεράσματα, ως προς την έννοια του περιεχομένου τους", στη συνέχεια κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η από 15.5.1998 σύμβαση υπεργολαβίας, όπως τροποποιήθηκε με τα Συμπληρώματα Νο1, 2, 3 και 4, εξακολούθησε να ισχύει και ότι η εταιρία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", καθολική διάδοχος της εταιρίας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" ευθύνεται ρητά, μεταξύ άλλων, για τη μη έντεχνη και μη εμπρόθεσμη εκτέλεση των έργων πολιτικού μηχανικού, χωρίς να προσφύγει, όπως όφειλε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με τη βοήθεια των οποίων θα κατέληγε στο αντίθετο συμπέρασμα, δηλαδή ότι στις 18.6.2002 με το τροποποιητικό Συμπλήρωμα Νο2 καταργήθηκε ως προς το ανεκτέλεστο μέρος της η επίμαχη σύμβαση έργου και ότι συνακόλουθα δεν νοείται κατάπτωση των ένδικων εγγυητικών επιστολών, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα τους, με συνέπεια να ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγω παράβασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Β) Με το δεύτερο σκέλος, ότι το Εφετείο, ενώ ερμήνευσε ορθά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361 και 847 επ. ΑΚ, στη συνέχεια απέρριψε με ελλιπείς αιτιολογίες, ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον πρώτο λόγο έφεσης και αντίστοιχα της ανακοπής της, με τον οποίο αυτή ισχυρίστηκε ότι δεν δικαιολογείται η κατάπτωση των επίμαχων εγγυητικών επιστολών, αφού με το τροποποιητικό Συμπλήρωμα Νο2 καταργήθηκε ως προς το ανεκτέλεστο μέρος της η επίμαχη σύμβαση έργου, δεχόμενο ότι τα μέρη στη σύμβαση υπεργολαβίας συμφώνησαν να επιλύσουν τις μέχρι τότε διαφορές τους με το από 8.6.2002 Συμπλήρωμα Νο2, στο οποίο διέλαβαν, μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης (αναιρεσίβλητη) παραιτείται από κάθε αξίωση του κατά του εργολάβου (εταιρίας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ") σε σχέση με τη σύμβαση υπεργολαβίας και το Συμπλήρωμα Νο1, με εξαίρεση, α) τις αξιώσεις που έχουν σχέση με την έντεχνη εκτέλεση των μέχρι τότε εργασιών του εργολάβου, β) αξιώσεις από τη μη εκτέλεση έργων πολιτικού μηχανικού, όπως περιορίζονται υπό το κεφάλαιο Β.IX και γ) αξιώσεις από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργολάβου των υποχρεώσεων του που απορρέουν από το παρόν Συμπλήρωμα Νο2, χωρίς να περιλάβει στις παραδοχές του πραγματικά περιστατικά , από τα οποία να προκύπτει ότι η κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών, για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφορούσε αξιώσεις που συγκεκριμένα ενέπιπταν στις προαναφερόμενες τρεις κατηγορίες του Συμπληρώματος Νο2, με συνέπεια να στερήσει την απόφαση του από τη νόμιμη βάση και να ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ.
Γ) Με το τρίτο σκέλος, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα του πιο πάνω τροποποιητικού Συμπληρώματος Νο2, από εσφαλμένη ανάγνωση του οποίου κατέληξε, στηριγμένο αποκλειστικά σ' αυτό, στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η από 15.5.1998 σύμβαση υπεργολαβίας, όπως τροποποιήθηκε με τα Συμπληρώματα Νο1, 2, 3 και 4, εξακολούθησε να ισχύει και η εταιρία ΑΛΤΕ ΑΤΕ", καθολική διάδοχος της εταιρίας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" ευθύνεται ρητά, μεταξύ άλλων, για τη μη έντεχνη και μη εμπρόθεσμη εκτέλεση των έργων πολιτικού μηχανικού, ενώ το αληθές νόημα, που προκύπτει από την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, είναι ότι α) το συμβατικό αντικείμενο της από 15.5.1998 σύμβασης υπεργολαβίας των έργων πολιτικού μηχανικού περιορίζεται στο εκτελεσθέν μέχρι 18.6.2002 έργο, β) τα μέρη δηλώνουν ότι δεν έχουν και δεν διατηρούν καμιά αξίωση και οι αξιώσεις για τις οποίες διατυπώνουν επιφύλαξη δεν σχετίζονται με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη σύμβαση υπεργολαβίας, γ) το Συμπλήρωμα Νο2 υπερισχύει έναντι της από 15.5.1998 σύμβασης υπεργολαβίας και του από 7.12.2000 Συμπληρώματος Νο1, δηλαδή ότι με το Συμπλήρωμα Νο2 λύθηκε με νέα καταργητική σύμβαση η αρχική σύμβαση υπεργολαβίας κατά το ανεκτέλεστο μέρος της και συνακόλουθα δεν υφίστανται αξιώσεις από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της σύμβασης υπεργολαβίας , έτσι δε, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ανελέγκτως και τα εξής: " Η εταιρία ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ GAS ΑΕ (αναιρεσίβλητη), η οποία είχε αναλάβει, ως εργολήπτρια, την εκτέλεση του συνόλου των έργων πολιτικού μηχανικού (οικοδομικών) στο έργο μελέτης-κατασκευής του θερμοηλεκτρικού σταθμού της ΔΕΗ στην περιοχή Μελίτη-Αχλάδα της Φλώρινας, ανέθεσε στη συνέχεια υπεργολαβικά το κύριο μέρος των έργων αυτών στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" (ήδη ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.), ως εργολάβο, δυνάμει της από 15.5.1998 σύμβασης υπεργολαβίας, η οποία συμπληρώθηκε με το από 7.12.2000 Συμπλήρωμα Νο1, το από 18.6.2002 Συμπλήρωμα Νο2, το από 26.8.2002 Συμπλήρωμα Νο3 και το από 11.9.2002 Συμπλήρωμα Νο4.
Για τη διασφάλιση των απαιτήσεων της εταιρίας ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ GAS ΑΕ (αναιρεσίβλητης) η Τράπεζα Εργασίας και ήδη EUROBANK ΑΕ (αναιρεσείουσα) εξέδωσε, ύστερα από αίτηση της εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ, τις ένδικες εγγυητικές επιστολές. Κατά την υλοποίηση των έργων πολιτικού μηχανικού ανέκυψαν μεταξύ των συμβαλλομένων διαφωνίες, ως προς την εκτέλεση των έργων από την εταιρία ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ, γι1 αυτό η εργοδότρια (ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ GAS AE) απηύθυνε προς εκείνη την από 16.4.2002 ειδική πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να προβεί μέσα σε προθεσμία 15 ημερών σε συγκεκριμένες ενέργειες.
Στις 2.5.2002, μετά την άπρακτη παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας η εργοδότρια κατήγγειλε τη σύμβαση και κήρυξε έκπτωτο τον εργολάβο. Ακολούθησε έντονη αντιδικία μεταξύ των εταιριών αυτών και τελικά τα μέρη συμφώνησαν να επιλύσουν τις μέχρι τότε διαφορές τους, υπογράφοντας το από 8.6.2002 Συμπλήρωμα Νο2. Με το Συμπλήρωμα αυτό, προκειμένου να διευκολυνθεί η ολοκλήρωση των έργων πολιτικού μηχανικού, οι εργασίες του οποίου είχαν καθυστερήσει και υπήρχε κίνδυνος να μη τηρηθούν οι συμβατικές προθεσμίες, η εργοδότρια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 3 του Συμφωνητικού Σύμβασης, περιόρισε το συμβατικό αντικείμενο, όπως αυτό αναλυτικά περιγραφόταν στη Σύμβαση και το Συμπλήρωμα Νο1, στο πιστοποιηθέν από τον εργοδότη μέχρι τις 18.6.2002 μέρος των έργων πολιτικού μηχανικού βάσει της Σύμβασης και στο πιστοποιηθέν μέχρι τις 30.3.2002 βάσει του Συμπληρώματος Νο1.
Με το ίδιο Συμπλήρωμα Νο2 τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, ότι 1) ο εργοδότης παραιτείται από κάθε αξίωση του κατά του εργολάβου σε σχέση με την προαναφερόμενη σύμβαση υπεργολαβίας και το Συμπλήρωμα Νο1, με εξαίρεση, α) αξιώσεις που έχουν σχέση με την έντεχνη εκτέλεση των μέχρι τότε εργασιών του εργολάβου, β) αξιώσεις από τη μη εμπρόθεσμη εκτέλεση των έργων πολιτικού μηχανικού, όπως αυτές περιορίζονται υπό το κεφάλαιο Β.
IX και γ) αξιώσεις από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργολάβου των υποχρεώσεων του που απορρέουν από το παρόν Συμπλήρωμα Νο2 (ΚΕΦΑΛΑΙΟ B.VII.2), 2) η Σύμβαση και το Συμπλήρωμα Νο1, όπως έχουν απομειωθεί με το Συμπλήρωμα Νο2, παραμένουν σε ισχύ κατά τα λοιπά, σε περίπτωση δε σύγκρουσης του Συμπληρώματος Νο2 με τη Σύμβαση και το Συμπλήρωμα Νο1 υπερισχύει το Συμπλήρωμα Νο2.
Συμφώνησαν ακόμη ότι ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών για την ικανοποίηση οποιασδήποτε από τις αξιώσεις του που απορρέουν από το Συμπλήρωμα αυτό κατά του εργολάβου, όπως αυτές ορίζονται παραπάνω στο κεφάλαιο B.VII.2. Στη συνέχεια υπογράφηκαν μεταξύ εργοδότη και εργολάβου τα προαναφερόμενα πρόσθετα Συμπληρώματα Νο3 και Νο4, στις 26.8.2002 και 11.9.2002 αντίστοιχα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια κατασκευής των έργων πολιτικού μηχανικού προέκυψαν θέματα καθυστερήσεων, κακοτεχνιών και ελλείψεων, για τα οποία η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) απευθυνόταν κατ' επανάληψη, αρχικά στην εταιρία ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ και στη συνέχεια στη διάδοχο της εταιρία ΑΛΤΕ ΑΤΕ, ζητώντας την άμεση αποκατάσταση τους.
Στις 16.1.2004, με επιστολή της προς την εταιρία ΑΛΤΕ ΑΤΕ κοινοποίησε σ' αυτή τις καταγεγραμμένες μέχρι τις 31.12.2003 απαιτήσεις από τις παραπάνω αιτίες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Συμπλήρωμα Νο2 της μεταξύ τους Σύμβασης, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν οι δαπάνες αποκατάστασης των κακοτεχνιών και ελλείψεων, καθώς και αξιώσεις από τον καταλογισμό "μέγιστων ποινικών ρητρών από τη ΔΕΗ για καθυστέρηση του έργου", με επισυναπτόμενο φύλλο υπολογισμού της αναλογίας της εργολήπτριας εταιρίας.
Τελικά η εργολήπτρια εταιρία (ΑΛΤΕ ΑΤΕ), με την από 1.7.2004 έγγραφη απάντηση της προς την εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) απέρριψε κατά το μεγαλύτερο μέρος τις αξιώσεις της για δαπάνες αποκατάστασης κακοτεχνιών του έργου. Κατόπιν τούτου η τελευταία, ενόψει και της έναρξης της προσωρινής παραλαβής του έργου από τη ΔΕΗ στις 8.7.2004, με την από 12.7.2004 επιστολή της προς την εταιρία ΑΛΤΕ ΑΤΕ, ανακοίνωσε σ' αυτήν ότι θα προχωρήσει στην κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης μέχρι του ύψους των 3.000.000 ευρώ και συγκεκριμένα, ποσού 1.941.106,30 ευρώ, για τις δαπάνες αποκατάστασης των μέχρι τις 31.12.2003 καταγεγραμμένων κακοτεχνιών και ποσού 1.058.893,70 ευρώ, για τις δαπάνες αποκατάστασης των υπόλοιπων κακοτεχνιών και ελλείψεων του μέρους του έργου που εκτέλεσε η εταιρία ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ.
Με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίστηκε ότι δεν είναι νόμιμο το αίτημα κατάπτωσης των επίδικων εγγυητικών επιστολών, που ζήτησε από αυτήν η καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητη) στις 8.11.2006 με την αιτιολογία ότι ο εργολάβος (υπέρ του οποίου εκδόθηκαν οι εγγυητικές επιστολές) βρίσκεται σε υπαίτια πλήρη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του, που απορρέουν από την πιο πάνω με ημερομηνία 15.5.1998 σύμβαση εκτέλεσης έργων πολιτικού μηχανικού, μεταξύ των οποίων (υποχρεώσεων) η εκτέλεση του έργου, αφού η σύμβαση αυτή στις 18.6.2002 , με τροποποιητική σύμβαση με τίτλο ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ No 2, που καταρτίστηκε μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και της εργολάβου εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ, καταργήθηκε ως προς το ανεκτέλεστο μέρος της και συνεπώς δεν νοείται κατάπτωση των ένδικων εγγυητικών επιστολών, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον, με βάση τα πιο πάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, η από 15.5.1998 σύμβαση υπεργολαβίας, όπως τροποποιήθηκε με τα Συμπληρώματα Νο1, 2, 3 και 4, εξακολούθησε να ισχύει και η εταιρία ΑΛΤΕ ΑΤΕ, καθολική διάδοχος της εργολήπτριας εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ, ευθύνεται ρητά, μεταξύ άλλων, για τη μη έντεχνη και μη εμπρόθεσμη εκτέλεση των έργων πολιτικού μηχανικού...".
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε με κατηγορηματικό τρόπο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η από 15.5.1998 σύμβαση υπεργολαβίας μεταξύ αναιρεσίβλητης και εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ , όπως τροποποιήθηκε με τα Συμπληρώματα Νο1, 2, 3 και 4, εξακολούθησε να ισχύει και η εταιρία ΑΛΤΕ ΑΤΕ, καθολική διάδοχος της εργολήπτριας εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ, ευθύνεται ρητά, μεταξύ άλλων, για τη μη έντεχνη και μη εμπρόθεσμη εκτέλεση των έργων πολιτικού μηχανικού και συνεπώς είναι σύννομη η κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών, εκτιμώντας, μεταξύ άλλων, τα πιο πάνω Συμπληρώματα στη σύμβαση υπεργολαβίας, χωρίς να διαπιστώσει κατά την εκτίμηση αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ισχύος της επίμαχης σύμβασης υπεργολαβίας και μετά την τροποποίηση της με τα Συμπληρώματα No 1, 2, 3 και 4, κανένα κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλόμενων μερών και ιδίως στο Συμπλήρωμα Νο2.
Τέτοια ασάφεια δεν προκύπτει ούτε από την αναφορά σε άλλο σημείο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι "Σε κάθε περίπτωση, τα κείμενα των πιο πάνω Συμπληρωμάτων (Νο2, 3 και 4), τα οποία χρειάζονται τουλάχιστον ερμηνευτική προσέγγιση, προκειμένου να οδηγηθεί κάποιος σε ασφαλή συμπεράσματα, ως προς την έννοια του περιεχομένου τους, δεν αποτελούν γραπτές ομολογίες της καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητης), ούτε καθιστούν πασίδηλη την ανυπαρξία της αιτίας κατάπτωσης των επίμαχων εγγυητικών επιστολών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα), η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή των εγγυητικών επιστολών που είναι σε πρώτη ζήτηση με απλή ειδοποίηση".
Η αναφορά αυτή εκφέρεται, ως επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για την απόρριψη του τέταρτου λόγου της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα της καθ' ης (αναιρεσίβλητης) για κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών ασκείται καταχρηστικά κατά παράβαση των άρθρων 281 και 288 ΑΚ (γεγονός που κατά την ανακόπτουσα είναι πασίδηλο και προκύπτει από έγγραφες ομολογίες της καθ' ης), και δεν ενέχει καμιά παραδοχή ασάφειας, ρητά ή με έμμεσο τρόπο, των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλόμενων μερών στα πιο πάνω Συμπληρώματα της σύμβασης υπεργολαβίας, ιδίως στο Συμπλήρωμα Νο2, ως προς το κρίσιμο μάλιστα ζήτημα της ισχύος της επίμαχης σύμβασης, την κατάργηση της οποίας διατείνεται η ανακόπτουσα ότι επέφερε το Συμπλήρωμα Νο2.
Για τέτοια ασάφεια δεν μπορεί, πολύ περισσότερο, να γίνει λόγος, αν ληφθεί υπόψη και η ρητή και κατηγορηματική αναφορά του Εφετείου στην ίδια σκέψη για την απόρριψη του προαναφερόμενου τέταρτου λόγου της ανακοπής ότι "όπως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, τα Συμπληρώματα αυτά συμπλήρωσαν απλά την αρχική σύμβαση, χωρίς να την καταργήσουν και έτσι η καθ' ης διατήρησε όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από την τελευταία, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα να ζητήσει από την ανακόπτουσα Τράπεζα των κατάπτωση των ένδικων εγγυητικών επιστολών".
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, εφόσον δεν υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς την ισχύ της επίμαχης σύμβασης και τη συγκεκριμένη αιτία κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών, για την οποία συνέτρεξαν όλοι οι νόμιμοι όροι.
Εκτενέστερη ανάλυση του σαφούς και πλήρους αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου δεν συνδέεται με την επάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης. Συνακόλουθα είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας.
Αναφορικά με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, με το οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου και ειδικότερα του πιο πάνω τροποποιητικού Συμπληρώματος Νο2 θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει, όπως όφειλε, το κρίσιμο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού κατά λέξη, αλλά εκθέτει το αληθές κατά την εκτίμηση της νόημα που προκύπτει από την ανάγνωση του εγγράφου αυτού και το συμπέρασμα στο οποίο η ίδια καταλήγει.
Ανεξάρτητα από αυτό οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως και από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αναφέρονται, όχι ακριβώς σε εσφαλμένη ανάγνωση του κρίσιμου εγγράφου, αλλά στο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο το Εφετείο κατέληξε, ύστερα από πιστή παράθεση του περιεχομένου του, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.
Οι αιτιάσεις όμως που ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων εκφεύγουν από τον αναιρετικό έλεγχο.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις: Α) Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο, με το να ότι ο περιεχόμενος στις εγγυητικές επιστολές όρος, "ότι η παρούσα εγγύηση θα διατηρηθεί πλήρως σε ισχύ μέχρι την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει ο Συμβαλλόμενος δυνάμει της σχετικής σύμβασης και των παραρτημάτων της, όχι όμως μετά την πάροδο 80 μηνών από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση", παρέπεμπε στην έναρξη ισχύος της σύμβασης υπεργολαβίας, χωρίς, όπως όφειλε, να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200ΑΚ, εφόσον διαπίστωσε ότι ο όρος αυτός ενείχε ασάφεια, όπως συνάγεται από την αξιολόγηση κατά την ερμηνεία του και άλλων εγγράφων, παραβίασε τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με τη συνδρομή των οποίων θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο όρος αυτός αναφερόταν στην έναρξη ισχύος της κύριας σύμβασης μεταξύ της ΔΕΗ και της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα ότι κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος κατάπτωσης των εγγυητικών επιστολών αυτές είχαν λήξει, με συνέπεια να ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Β) Με το δεύτερο σκέλος, ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου έναρξης ισχύος και συνακόλουθα του χρόνου διάρκειας της παρασχεθείσας με τις επίμαχες εγγυητικές επιστολές εγγύησης, με συνέπεια να ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Γ) Με το τρίτο σκέλος, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα τέσσερα κατονομαζόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα, τα οποία η ίδια προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι το αίτημα της αναιρεσίβλητης για κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών υποβλήθηκε εκπρόθεσμα μετά τη λήξη αυτών, καθώς και τη συναγόμενη από τα τρία τελευταία από τα πιο πάνω έγγραφα ομολογία της αναιρεσίβλητης για το ίδιο ζήτημα, με συνέπεια να ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ.
Δ) Με το τέταρτο σκέλος, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και ειδικότερα των αναφερόμενων στην αίτηση αναίρεσης 21 απαντητικών επιστολών της στα διαδοχικά αιτήματα της αναιρεσίβλητης για παράταση τρεις φορές της ισχύος των επίμαχων εγγυητικών επιστολών, δεχόμενο ότι η ίδια παρέτεινε τρεις φορές την ισχύ των εγγυητικών επιστολών, χωρίς να αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο το νόμιμο και εμπρόθεσμο των σχετικών αιτημάτων της αναιρεσίβλητης για την παράταση αυτή, ενώ στις εν λόγω επιστολές, στις οποίες γίνεται λόγος για παράταση των εγγυητικών επιστολών, εφόσον η περίοδος των 80 μηνών δεν είχε λήξει κατά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, διατυπώθηκε ρητή επιφύλαξη της ίδιας, με συνέπεια να ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ.
Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το ζήτημα του χρόνου ισχύος των επίμαχων εγγυητικών επιστολών και της εμπρόθεσμης υποβολής του αιτήματος για κατάπτωση αυτών, τα εξής: "...Στο κείμενο των εγγυητικών επιστολών αναφέρεται η δήλωση της ανακόπτουσας Τράπεζας ότι η παρούσα εγγύηση θα διατηρηθεί πλήρως σε ισχύ μέχρι την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η παραπάνω εταιρία (υπέρ της οποίας η εγγύηση) με τη σχετική Σύμβαση και τα παραρτήματα της, όχι όμως μετά την πάροδο 80 μηνών από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση, καθώς και ότι η ισχύς των εγγυητικών επιστολών μπορεί να παραταθεί πέραν του χρονικού διαστήματος τω 80 μηνών, χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση της Τράπεζας, μετά από αίτηση της καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητης), που θα υποβληθεί εγγράφως, πριν από την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήματος (βλ.
το κείμενο των ένδικων εγγυητικών επιστολών). Στην από 15.5.1998 σύμβαση έργων πολιτικού μηχανικού, δεν αναφέρεται δήλη ημέρα έναρξης της ισχύος της, όμως στο άρθρο 13 αυτής αναφέρεται ότι το συμβόλαιο θα έχει ισχύ μόλις ο ανάδοχος εγκριθεί από τη ΔΕΗ και καταβληθεί από τον εργοδότη η πρώτη δόση της προκαταβολής, η οποία θα γίνει αποδεκτή από τον πρώτο (ανάδοχο).
Οι παραπάνω όροι πληρώθηκαν και η έναρξη ισχύος της ένδικης σύμβασης συγκεκριμενοποιήθηκε στην ημερομηνία της 3.9.1998. Η καθ' ης μέσα στην προθεσμία των 80 μηνών από την έναρξη ισχύος της Σύμβασης (3.9.1998) και μάλιστα πριν ακόμη συμπληρωθούν 80 μήνες από την ημερομηνία της υπογραφή της, με επιστολή προς την ανακόπτουσα Τράπεζα ζήτησε την παράταση των εγγυητικών επιστολών, αίτημα που έγινε δεκτό από την τελευταία με τις από 23.12.2004 επιστολές της, με τις οποίες ενέκρινε την παράταση όλων των εγγυητικών επιστολών μέχρι τις 25.10.2005.
Με τον ίδιο τρόπο οι εγγυητικές επιστολές παρατάθηκαν στη συνέχεια μέχρι τις 30.9.2006 και τις 31.12.2006, κατόπιν των από 27.9.2005 και 21.8.2006 επιστολών της καθ' ης προς την ανακόπτουσα και των από 21.10.2005 και 25.9.2006 επιστολών έγκρισης της τελευταίας. Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι το αίτημα της καθ' ης η ανακοπή για κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά τη λήξη της ισχύος αυτών στις 25.2.2004, οπότε παρήλθε η συμφωνηθείσα προθεσμία των 80 μηνών, με αφετηρία την ημερομηνία θέσης σε ισχύ της κύριας σύμβασης μεταξύ της ΔΕΗ και της καθ' ης η ανακοπή (25.2.1998) και όχι της από 15.5.1998 σύμβασης υπεργολαβίας που τέθηκε σε ισχύ μεταγενέστερα.
Ο λόγος αυτός είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη, αφού, με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, ως χρόνος έναρξης ισχύος της επίδικης εγγύησης ορίστηκε εκείνος της από 15.5.1998 σύμβασης υπεργολαβίας, που εξαρτήθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, από την έγκριση του αναδόχου από τη ΔΕΗ και την καταβολή από τον εργοδότη της πρώτης δόσης προκαταβολής που θα γινόταν γραπτώς αποδεκτή από τον ανάδοχο, όροι οι οποίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση πληρώθηκαν και η έναρξη ισχύος της ένδικης σύμβασης συγκεκριμενοποιήθηκε στην ημερομηνία της 3.9.1998.
Κατά συνέπεια, όταν η καθ' ης η ανακοπή ζήτησε την κατάπτωση των ένδικων εγγυητικών επιστολών από την ανακόπτουσα, η χορηγηθείσα μέσω αυτών εγγύηση δεν είχε λήξει και η σχετική αίτηση της καθ' ης ήταν εμπρόθεσμη...". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε με κατηγορηματικό τρόπο, χωρίς να διαπιστώσει κανένα κενό ή ασάφεια στο σχετικό κείμενο των επίμαχων εγγυητικών επιστολών, στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ως χρόνος έναρξης της παρασχεθείσας με τις επίμαχες εγγυητικές εγγύησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας ορίστηκε εκείνος της από 15.5.1998 σύμβασης υπεργολαβίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ.
Περαιτέρω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι αναφορές ότι η πιο πάνω θέση του Εφετείου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στις εγγυητικές επιστολές που έχουν εκδοθεί με πανομοιότυπο κείμενο για το έργο του "ψυκτικού πύργου", λαμβάνεται υπόψη ως αφετηρία έναρξης της αντίστοιχης προθεσμίας η ημερομηνία έναρξης της κύριας σύμβασης, διότι εκτός από τη συμπόρευση υπάρχει και η επισημαινόμενη διαφοροποίηση αυτών, και ότι η ίδια η ανακόπτουσα παρέτεινε την ισχύ των εγγυητικών επιστολών διαδοχικά τρεις φορές, χωρίς να αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο το νόμιμο και το εμπρόθεσμο των αιτημάτων καθ' ης για την παράταση αυτή, γεγονός το οποίο ισχύει και για την υπεργολάβο εταιρία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", η οποία στις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε εναντίον της καθ' ης για να εμποδίσει την είσπραξη από την τελευταία των ποσών των εγγυήσεων, ουδέποτε αμφισβήτησε την έγκαιρη και εμπρόθεσμη παράταση από την καθ' ης των εγγυητικών επιστολών που αφορούσαν τα έργα πολιτικού μηχανικού.
Από τις αναφορές αυτές δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε με έμμεσο τρόπο, παραδοχή του Εφετείου για ύπαρξη κενού ή ασάφειας στο κείμενο των επίμαχων εγγυητικών επιστολών. Οι σκέψεις αυτές εκφέρονται πλεοναστικά για την απόκρουση του ισχυρισμού της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας ότι ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας των εγγυητικών επιστολών ανάγεται στο χρόνο έναρξης :ης κύριας σύμβασης και για την άντληση πρόσθετου επιχειρήματος υπέρ της ήδη εδραιωμένης θέσης του δικαστηρίου με την κύρια αιτιολογία του ότι η προθεσμία των εγγυητικών επιστολών αφετηριάζεται από την έναρξη ισχύος της σύμβασης υπεργολαβίας και όχι για τη διαμόρφωση της κρίσης αυτού με την προσφυγή και σε άλλα εκτός των κρίσιμων εγγράφων στοιχεία.
Επομένως δεν υφίσταται ζήτημα παράβασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και συνακόλουθα είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του. Από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα του χρόνου έναρξης ισχύος και συνακόλουθα του χρόνου διάρκειας της παρασχεθείσας με τις επίμαχες εγγυητικές επιστολές εγγύησης.
Έτσι είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω κρίσιμο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αναμφίβολο ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στο τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου του αναιρετηρίου έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα. Εξάλλου, ενόψει του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα τρία έγγραφα (από 9.1.2007 σημείωμα της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δίκη ασφαλιστικών μέτρων ύστερα από την από 24.11.2006 αίτηση της αναιρεσείουσας, από 16.1.2004 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς την ΑΛΤΕ ΑΤΕ από 23.5.2002 έγγραφο της ίδιας προς την εταιρία ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ), από τα οποία κατά την αναιρεσείουσα συνάγεται εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, ως προς το χρόνο έναρξης της προθεσμίας ισχύος (80 μηνών) των επίδικων εγγυητικών επιστολών, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη τέτοιας εξώδικης ομολογίας.
Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ. Τέλος, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το τέταρτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προεχόντως, διότι, όπως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δεν στήριξε, ούτε αποκλειστικά ούτε κατά κύριο λόγο, το αποδεικτικό του πόρισμα ότι αφετηρία της προθεσμίας (80 μηνών) των επίμαχων εγγυητικών επιστολών αποτελεί η έναρξη ισχύος της από 15.5.1998 σύμβασης υπεργολαβίας, στις κατά την αναιρεσείουσα παραμορφωθείσες, ως προς το περιεχόμενο τους, 21 απαντητικές επιστολές της στα διαδοχικά αιτήματα της αναιρεσίβλητης για παράταση τρεις φορές της ισχύος των επίμαχων εγγυητικών επιστολών, τις οποίες (απαντητικές επιστολές) έλαβε υπόψη, όπως προεκτέθηκε, για την άντληση πρόσθετου επιχειρήματος υπέρ της πιο πάνω συναγόμενης από το κείμενο των επίμαχων εγγυητικών επιστολών θέσης του.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις: Α) Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο εφαρμόζοντας εσφαλμένα και αντίστοιχα μη εφαρμόζοντας, επίσης εσφαλμένα, τις διατάξεις αντίστοιχα των άρθρων 847 και 210 ΑΚ, κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δεν περιλαμβάνεται στις επίμαχες εγγυητικές επιστολές αίρεση, από την οποία η πληρωμή τους εξαρτάται από την έναρξη ισχύος της από 15.5.1998 σύμβασης έργων πολιτικού μηχανικού μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ, "επειδή αυτές ήσαν πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση", και ότι δεν ήταν αναγκαία η προσκομιδή ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, των απαιτούμενων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ εγγράφων που αποδείκνυαν την έναρξη ισχύος της πιο πάνω από 15.5.1998 σύμβασης έργων πολιτικού μηχανικού, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι για την πληρωμή των εγγυητικών επιστολών θα έπρεπε προηγουμένως να πληρωθεί η προηγουμένως αναφερόμενη αίρεση και για την έκδοση της διαταγής πληρωμής να κατατεθούν τα σχετικά έγγραφα, με συνέπεια να ιδρύονται οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη εφαρμογή και μη εφαρμογή αντίστοιχα των άρθρων 847 και 210 ΑΚ και από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ για μη κήρυξη παρά το νόμο, ως απαράδεκτης, της έκδοσης της διαταγής πληρωμής και συνακόλουθα για μη ακύρωση αυτής.
Β) Κατά το δεύτερο σκέλος, ότι, αναφορικά με το προαναφερόμενο ζήτημα, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες. Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο, Α) υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής και μη εφαρμογής αντίστοιχα των άρθρων 847 και 210 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι στην πληρωμή των επίμαχων εγγυητικών επιστολών, των οποίων οι προϋποθέσεις κατάπτωσης ανακαθορίστηκαν συμβατικά με το Συμπλήρωμα Νο2 της σύμβασης υπεργολαβίας μεταξύ των εκεί συμβαλλόμενων μερών (αναιρεσίβλητης και εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ), γεγονός που, όπως η αναιρεσείουσα Τράπεζα υποστηρίζει, επηρέασε και τη μεταξύ της ίδιας και της αναιρεσίβλητης σχέση από την έκδοση των εγγυητικών αυτών επιστολών, δεν άσκησαν καμιά επιρροή ούτε ο περιορισμός μετά την έκδοση αυτών του συμβατικού αντικειμένου μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ με το Συμπλήρωμα Νο2, ούτε ο συμβατικός προσδιορισμός με το ίδιο Συμπλήρωμα των υποχρεώσεων μεταξύ των δύο τελευταίων εταιριών, ούτε οι προϋποθέσεις που εκ των υστέρων συμφωνήθηκαν με το Συμπλήρωμα αυτό μεταξύ των εν λόγω εταιριών με τη μορφή αναβλητικής αίρεσης, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί το αντίθετο και Β) υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα, διότι, παρά τις επιταγές των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ έκρινε σύννομη την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι η έκδοση της διαταγής πληρωμής προϋπέθετε την έγγραφη απόδειξη της πλήρωσης των πιο πάνω συμβατικών αιρέσεων, που συμφωνήθηκαν, ως αναγκαίες για την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών.
Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Όπως προκύπτει από το κείμενο των επίμαχων εγγυητικών επιστολών, η Τράπεζα παραιτήθηκε όλων των ενστάσεων από τη σχέση δανειστή και πρωτοφειλέτη, επιπλέον δε ρητά προβλέφθηκε ότι "σε περίπτωση που, συνεπεία της ως άνω εγγύησης, αποφασίσετε (εννοείται η καθ' ης η ανακοπή) ότι ο ανάδοχος παραβαίνει οιαδήποτε υποχρέωση του από τη Σύμβαση, με την παρούσα αναλαμβάνουμε την υποχρέωση να σας καταβάλουμε αμελητί, χωρίς ουδεμία αντίρρηση, το ποσό της εγγύησης συνολικά ή εν μέρει, σύμφωνα με τις οδηγίες σας και εντός 5 εργασίμων ημερών από τη σχετική ειδοποίηση σας, χωρίς να απαιτείται για την εν λόγω πληρωμή οποιαδήποτε εξουσιοδότηση, ενέργεια ή συγκατάθεση από τον ανωτέρω ανάδοχο και χωρίς να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε τυχόν σχετική αντίρρηση, επιφύλαξη, ένσταση ή προσφυγή σε διαιτησία ή στις δικαστικές αρχές από την πλευρά του αναδόχου με αίτημα τη μη κατάπτωση της εγγύησης ή τη μη θέση αυτής υπό δικαστική μεσεγγύηση".
Από το περιεχόμενο των ένδικων εγγυητικών επιστολών προκύπτει με σαφήνεια ότι αυτές είναι εγγυητικές επιστολές "σε πρώτη ζήτηση" και δεν τελούν υπό οποιοδήποτε όρο, ο οποίος, στην αντίθετη περίπτωση, οπωσδήποτε θα είχε περιληφθεί με ρητή αναφορά στο κείμενο των εν λόγω, επιστολών. Επομένως η ανακόπτουσα, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν δικαιούται να προτείνει λόγους που αφορούν τη βασική σχέση αξίας, μεταξύ πρωτοφειλέτη και δανειστή και ειδικότερα την από 15.5.1998 σύμβαση υπεργολαβίας μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και της υπεργολάβου εταιρίας και τα Συμπληρώματα αυτής, καθώς και τους όρους της εν λόγω σύμβασης, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή του ποσού των εγγυητικών επιστολών προς την καθ' ης, αφού στην περίπτωση εγγυητικών επιστολών σε πρώτη ζήτηση, η Τράπεζα οφείλει να καταβάλει στο δανειστή, χωρίς να έχει δικαίωμα ή υποχρέωση να ερευνήσει το έγκυρο ή υπαρκτό της σχέσης αξίας, καθώς και τη βασιμότητα των λόγων κατάπτωσης που επικαλείται ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής, ούτε να λάβει υπόψη τις τυχόν αντιρρήσεις του εντολέα πελάτη της...".
Από τις παραδοχές αυτές, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν ενέχουν αντιφάσεις, ούτε σε σχέση με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η πληρωμή των επίμαχων εγγυητικών επιστολών εκ μέρους της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που φέρουν το χαρακτήρα εγγυητικών επιστολών σε πρώτη ζήτηση, δεν εξαρτήθηκε ούτε συνδέθηκε με κανένα όρο ή αίρεση, αντλούμενο μάλιστα από τη βασική σχέση αξίας, δηλαδή από τη σύμβαση υπεργολαβίας μεταξύ της πρωτοφειλέτριας εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ και της δανείστριας αναιρεσίβλητης εταιρίας καθώς και τα Συμπληρώματα αυτής, σωστά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 847 ΑΚ και αντίστοιχα σωστά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 210 ΑΚ.
Εξάλλου, με βάση τις παραδοχές αυτές, δεν τίθεται ζήτημα κήρυξης απαραδέκτου, δηλαδή ακύρωσης της στηριζόμενης στις επίμαχες εγγυητικές επιστολές διαταγής πληρωμής, λόγω μη προσκομιδής πριν από την έκδοση της των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα εγγράφων πλήρωσης αιρέσεων. Επομένως είναι αβάσιμοι στο σύνολο τους οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις: Α) Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 281, 179, 288, 919 ΑΚ και απέρριψε τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της ανακοπής, με τους οποίους η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης ασκείται καταχρηστικά, α) κατά παράβαση των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, γεγονός που είναι πασίδηλο και προκύπτει από έγγραφες ομολογίες της τελευταίας (τέταρτος λόγος) και β) κατά παράβαση των άρθρων 179, 919 και 281 ΑΚ, επειδή συνέτρεξαν περιστάσεις που προσδίδουν ανήθικο και αθέμιτο χαρακτήρα στο αίτημα εκείνης (καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσίβλητης) για κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών (πέμπτος λόγος).
Β) Με το δεύτερο σκέλος, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, διότι προσέδωσε μειωμένη αποδεικτική δύναμη στα έγγραφα Συμπληρώματα Νο2, 3 και 4 της σύμβασης υπεργολαβίας μεταξύ αναιρεσίβλητης και εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ (ΑΛΤΕ ΑΤΕ), τα οποία η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέστηκε για την απόδειξη των αμέσως παραπάνω ισχυρισμών της.
Γ) Με το τρίτο σκέλος, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια, α) του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, διότι, ενώ διαπίστωσε ότι τα εν λόγω Συμπληρώματα για την απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών της χρειάζονται ερμηνευτική προσέγγιση, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και β) του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά.
Δ) Με το τέταρτο σκέλος, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα, αντιφατικές αιτιολογίες.
Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα εξής: "...Η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα), με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα της καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητης) για κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών ασκείται καταχρηστικά, κατά παράβαση των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, γεγονός που είναι πασίδηλο και προκύπτει από έγγραφες ομολογίες αυτής....Ειδικότερα ισχυρίζεται η ανακόπτουσα ότι, όπως κυρίως συνάγεται από την από 15.5.1998 σύμβαση υπεργολαβίας μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και της εταιρίας ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ και από τα Συμπληρώματα της σύμβασης αυτής Νο2, 3 και 4, α) το ύψος των ποινικών ρητρών για την καθυστέρηση είχε προσδιοριστεί αρχικά, στο έγγραφο της 23.5.2002 (από την καθ' ης η ανακοπή προς την εταιρία ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ), στο ποσό των 2.586.852,76 ευρώ, β) στις 18.6.2002 αποφασίστηκε η από κοινού λύση της σύμβασης υπεργολαβίας, γ) στις 11.9.2002, το ποσό της οφειλής από κάθε αιτία της υπεργολαβίας προσδιορίζεται σε 1.198.024,38 ευρώ και δ) η καθ' ης η ανακοπή έχει εισπράξει στο μεταξύ διάστημα το ποσό των 3.700.000 ευρώ, μέσω κατάπτωσης εγγυητικών επιστολών και κατ' ακολουθία υπάρχει έλλειψη του δικαιώματος αυτής (καθ' ης η ανακοπή) για την κατάπτωση των ένδικων εγγυητικών επιστολών ποσού 4.133.467,19 ευρώ.
Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον η ανακόπτουσα δεν προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται, κατά τρόπο αξιόπιστο και αναμφισβήτητο, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ότι εξέλιπε η αιτία, για την οποία χορηγήθηκε η εν λόγω εγγύηση και εκδόθηκαν οι ένδικες εγγυητικές επιστολές.
Αντίθετα, αυτή χρησιμοποιεί τα προαναφερόμενα με αριθμούς 2, 3 και 4 Συμπληρώματα της από 15.5.1998 υπεργολαβικής σύμβασης, προκειμένου να οδηγηθεί σε μια συμπερασματικά ερμηνευτική κατάληξη, για τη μη ύπαρξη της ένδικης απαίτησης, η οποία όμως ουδόλως είναι αναμφισβήτητη και αυταπόδεικτη. Εξάλλου, ούτε τα επικαλούμενα Συμπληρώματα ενισχύουν με το περιεχόμενο τους την πιο πάνω πεποίθηση της ανακόπτουσας και τον ισχυρισμό της για μη νόμιμη και καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή, αφού, όπως αποδείχθηκε κατά τα προαναφερθέντα, τα Συμπληρώματα αυτά συμπλήρωσαν απλά την αρχική σύμβαση, χωρίς να την καταργήσουν και έτσι η καθ' ης η ανακοπή διατήρησε όλα τα δικαιώματα της από την τελευταία, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα να ζητήσει από τη ανακόπτουσα Τράπεζα την κατάπτωση των ένδικων εγγυητικών επιστολών.
Σε κάθε περίπτωση, τα κείμενα των πιο πάνω Συμπληρωμάτων, τα οποία χρειάζονται τουλάχιστον ερμηνευτική προσέγγιση, προκειμένου να οδηγηθεί κάποιος σε ασφαλή συμπεράσματα, ως προς την έννοια του περιεχομένου τους, δεν αποτελούν γραπτές ομολογίες της καθ' ης η ανακοπή, ούτε καθιστούν πασίδηλη την ανυπαρξία της αιτίας κατάπτωσης των επίμαχων εγγυητικών επιστολών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ανακόπτουσα, η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή των εγγυητικών επιστολών που είναι "σε πρώτη ζήτηση με απλή ειδοποίηση".
Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι στηρίχθηκε στα Συμπληρώματα 2, 3 και 4 που κατάρτισε με την υπεργολάβο εταιρία ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ (ήδη ΑΛΤΕ ΑΤΕ) η καθ' ης η ανακοπή, η δε εκ των υστέρων απαίτηση της τελευταίας για ποσά μεγαλύτερα από αυτά που αναφέρονται, ως συμβατικές αξιώσεις της, στα συμβατικά κείμενα, ματαίωσε ουσιαστικά το αναγωγικό της δικαίωμα από τις εγγυητικές επιστολές κατά της εντολέως της, η οποία στο μεταξύ υπήχθη σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και ως εκ τούτου το σύνολο των περιστάσεων προσδίδει ανήθικο και αθέμιτο χαρακτήρα, με την έννοια των άρθρων 178, 919 και 281 ΑΚ, στο αίτημα της καθ' ης για την κατάπτωση των επίδικων εγγυητικών επιστολών...Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε η ανακόπτουσα επικαλείται κατά την εξιστόρηση των περιστατικών που θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο ανακοπής, ότι η καθ' ης την παραπλάνησε και της δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ζητήσει την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών ή ότι οι αξιώσεις της από το σύνολο των κακοτεχνιών του παραπάνω έργου ανέρχονταν μόνο στο ποσό των 158.807,61 ευρώ (γεγονός που ούτε από το προαναφερόμενο κείμενο του Συμπληρώματος Νο2, με τις εκεί περιεχόμενες επιφυλάξεις, προκύπτει), εμφανίζοντας της συγχρόνως ότι με το εν λόγω Συμπλήρωμα καταργήθηκε η παραπάνω σύμβαση υπεργολαβίας με την εταιρία ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΩΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ, καθώς και κάθε απαίτηση της (καθ' ης η ανακοπή) από τη σύμβαση αυτή.
Αντίθετα, όπως αναφέρθηκε, η όποια παραπλάνηση, σχετικά με τους όρους των πιο πάνω Συμπληρωμάτων, έγινε αποκλειστικά από την εταιρία ΑΛΤΕ ΑΤΕ, προκειμένου η ανακόπτουσα να μην προβεί εναντίον της στη λήψη νομικών μέτρων για τη διασφάλιση του αναγωγικού δικαιώματος της κατ' αυτής. Εξάλλου, οι ένδικες εγγυητικές επιστολές είχαν εκδοθεί κατά το χρόνο υπογραφής της από 15.5.1998 σύμβασης, οπότε η ανακόπτουσα Τράπεζα όφειλε να διασφαλίσει αποτελεσματικά τα αναγωγικά της δικαιώματα κατά της υπεργολάβου εταιρίας, και όχι κατά το χρόνο υπογραφής των πιο πάνω Συμπληρωμάτων.
Όσον αφορά τον περιεχόμενο στον ίδιο λόγο ανακοπής ισχυρισμό της ανακόπτουσας ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της αιτιολογίας που διαλαμβάνεται στο με αριθμό πρωτοκόλλου 885/1/ΑΚ/8.11.2006 αίτημα-επιστολή για κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών, που της κοινοποίησε η καθ' ης, και εκείνης του συγκοινοποιούμενου με αριθμό 335/7.11.2006 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της καθ' ης, είναι επίσης απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον ουδεμία αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες των παραπάνω εγγράφων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτών...Σε κάθε περίπτωση όμως, η αιτιολογία που χρησιμοποιείται στην παραπάνω επιστολή-αίτημα κατάπτωσης προς την ανακόπτουσα δεν είναι κρίσιμη νομικά, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι επίδικες εγγυητικές επιστολές είναι επιστολές "σε πρώτη ζήτηση με απλή ειδοποίηση", με τη έννοια ότι η Τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό της εγγύησης οποτεδήποτε η καθ' ης αποφασίσει ότι η υπεργολάβος εταιρία αθετεί τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση υπεργολαβίας, χωρίς να έχει (η Τράπεζα) τη δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης....".
Από τις παραδοχές αυτές, σε συνδυασμό και με τις ήδη εκτεθείσες στις πιο πάνω σκέψεις, προκύπτει ότι το Εφετείο σωστά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 178 και 919 ΑΚ και με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος κατάπτωσης των επίμαχων εγγυητικών επιστολών εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης.
Για το σχηματισμό της κρίσης του αυτής το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα Συμπληρώματα Νο2, 3 και 4 της από 15.5.1998 σύμβασης υπεργολαβίας, τα οποία, όπως δέχεται, συμπλήρωσαν απλά την εν λόγω σύμβαση υπεργολαβίας, χωρίς να την καταργήσουν. Κατά την εκτίμηση των πιο πάνω Συμπληρωμάτων δεν προσέδωσε μειωμένη αποδεικτική δύναμη σ' αυτά, αλλά έκρινε απλώς ότι δεν περιέχουν γραπτές εξώδικες ομολογίες της καθ' ης η ανακοπή, ούτε καθιστούν πασίδηλη την ανυπαρξία της αιτίας κατάπτωσης των επίμαχων εγγυητικών επιστολών, δηλαδή ότι από τα Συμπληρώματα αυτά δεν αντλείται απόδειξη ως προς τα δύο εν λόγω στοιχεία, τα οποία προέβαλε η ανακόπτουσα για τη θεμελίωση της ένστασης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, κατά το πρώτο μέρος της.
Η πλεοναστική αναφορά ότι "σε κάθε περίπτωση, τα κείμενα των πιο πάνω Συμπληρωμάτων, τα οποία χρειάζονται τουλάχιστον ερμηνευτική προσέγγιση, προκειμένου να οδηγηθεί κάποιος σε ασφαλή συμπεράσματα, ως προς την έννοια του περιεχομένου τους, δεν αποτελούν γραπτές ομολογίες της καθ'ης η ανακοπή, ούτε καθιστούν πασίδηλη την ανυπαρξία της αιτίας κατάπτωσης των επίμαχων εγγυητικών επιστολών" έγινε για να ενισχυθεί η θέση του Εφετείου στο κρίσιμο εδώ ζήτημα, ως προς την ανυπαρξία αξιόπιστης και αναμφισβήτητης απόδειξης σε σχέση με την προβληθείσα έκλειψη της αιτίας, για την οποία χορηγήθηκε η εν λόγω εγγύηση και εκδόθηκαν οι ένδικες εγγυητικές επιστολές, και δεν ενέχει σε καμιά περίπτωση παραδοχή εκ μέρους του Εφετείου της ύπαρξης ασάφειας ή κενού στα έγγραφα αυτά, όπως εξηγήθηκε και στην πρώτη σκέψη της εισηγητικής έκθεσης.
Έτσι δεν συντρέχει περίπτωση προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Εξάλλου από αυτά που προεκτέθηκαν, αλλά και όσα αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της απόφασης αυτής, γίνεται φανερό ότι η πιο πάνω παραδοχή του Εφετείου "ότι τα έγγραφα Συμπληρώματα Νο2, 3 και 4 της από 15.5.1998 σύμβασης υπεργολαβίας συμπλήρωσαν απλά την εν λόγω σύμβαση, χωρίς να την καταργήσουν", δεν έρχεται σε αντίφαση με την προηγούμενη αναφορά ότι "σε κάθε περίπτωση, τα κείμενα των πιο πάνω Συμπληρωμάτων, τα οποία χρειάζονται τουλάχιστον ερμηνευτική προσέγγιση, προκειμένου να οδηγηθεί κάποιος σε ασφαλή συμπεράσματα, ως προς την έννοια του περιεχομένου τους, δεν αποτελούν γραπτές ομολογίες της καθ' ης η ανακοπή, ούτε καθιστούν πασίδηλη την ανυπαρξία της αιτίας κατάπτωσης των επίμαχων εγγυητικών επιστολών".
Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως προς όλα τα προαναφερόμενα σκέλη του. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.10.2010 αίτηση της Τράπεζας E.F.G. Eurobank Ergasias A.E. για αναίρεση της απόφασης 2813/2010 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις15 Μαΐου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ