Legislator Case Law & Legislation
1651/2011 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling limiting notary fees, ruling the cap violates constitutional proportionality.

Case Number 1651/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision capping notary fees at 3,000 drachmas for property transfers. The State argued the limit was necessary, while the notary claimed it violated economic freedom. The Court found the fixed cap disproportionate to the legislative goal of facilitating bank transactions, as the existing tax system already provided significant incentives.

Legislator headnote

AI generated

Art. 5 para. 1 of the Constitution; The restriction of notary fees to a fixed amount violates the principle of proportionality and constitutes an arbitrary interference with the right to economic activity.

Keywords

AI generated
constitutional proportionality economic freedom notary fees fixed fee cap public interest limitation

Cited Legislation

AI generated
Art. 5 para. 1 of the Constitution
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 and 3 of Law 3693/1957
Art. 52 no. 18 of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Art. 5 para. 12 of Law 1738/1987
No. 2 of the Decree 134.423/1992
Law 1969/1991
Law 325/1976
Law 2145/1993

Cited Case Law

AI generated
Full Court 10/2003
Full Court 2/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1651 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1651/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Κεφαλαίου Α.Ε. Διαχειρίσεως Ενεργητικού και Παθητικού", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ιωάννα Βαβουγιού-Κεφαλάκη.

Κοινοποιούμενη: στον Π. Σ., άμισθο Υποθηκοφύλακα Κρωπίας Αττικής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Μαΐου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως και την από 20 Μαρτίου 2001 παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5644/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6223/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27 Μαΐου 2009 αίτησή του ως και τους από 20 Δεκεμβρίου 2010 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 30 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη".

Σκοπείται δε με αυτή η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς του και πραγματώνεται με την ελευθερία του ατόμου για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που ορίζονται με τη διάταξη, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητά του (Ολομ.ΑΠ 10/2003, Ολομ.ΑΠ 2/1997).

Η καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή προστασία της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας δεν είναι απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται σε αυτή νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρο παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο υπό τούτων σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας.

Η αρχή αυτή, αναγνωριζόμενη παγίως, ως ισχύουσα, από τη νομολογία των δικαστηρίων και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια, με την γενομένη από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή, την 18-4-2001, αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρο 25 παρ.1 εδ.β') και κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του Ν.1969/1991, ο οποίος, κατά τα εκτιθέμενα στη συνέχεια, εισάγει περιορισμό συνταγματικώς προστατευομένου ατομικού δικαιώματος, απαιτεί να οριοθετούνται οι επιβαλλόμενοι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναλογικότητας του λαμβανομένου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό.

Με το άρθρο 84 του Ν.1969/1991 "Εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, αμοιβαία κεφάλαια, διατάξεις εκσυγχρονισμού και εξυγιάνσεως της κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι: Τράπεζες δύνανται να ιδρύουν εντός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου ανώνυμες εταιρίες διαχειρίσεως και ρευστοποιήσεως στοιχείων του ενεργητικού ή του παθητικού τους...(παρ.1).

Οι εισφορές σε είδος κατά την ίδρυση της εταιρίας, που συνίστανται σε απαιτήσεις, ολόκληρες συμβάσεις, χρεόγραφα, ακίνητα κ.λ.π. είναι απαλλαγμένες από φόρο-με εξαίρεση το φόρο συγκεντρώσεως κεφαλαίου και το φόρο προστιθεμένης αξίας-τέλος χαρτοσήμου, εισφορές, παρακρατήσεις και οποιοδήποτε γενικό δημοσιονομικό βάρος ή υποχρέωση είτε προς το Δημόσιο είτε προς τρίτους (παρ.2α).

Οι ανωτέρω αντικειμενικές φορολογικές απαλλαγές ισχύουν και για κάθε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από τις ιδρύτριες τράπεζες προς τις θυγατρικές τους εταιρίες του παρόντος άρθρου, η οποία δεν γίνεται με μορφή εισφοράς ή και αντιστρόφως για κάθε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από τις εταιρίες του παρόντος άρθρου προς τις ιδρύτριες τράπεζες (παρ.2β).

Για τις μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου τα τυχόν συμβολαιογραφικά έξοδα, τα έξοδα εγγραφής στα δημόσια βιβλία κ.λ.π. υπολογίζονται με βάση τις σχετικές διατάξεις του Ν.4171/1961, όπως ισχύει σήμερα (παρ.2γ 1). Κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 2 παρ.6 του Ν.4171/1961 "περί λήψεως γενικών μέτρων για την υποβοήθηση της οικονομίας της χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ.916/1971, επί μεταβιβάσεων ακινήτων από τις ιδρύτριες τράπεζες προς τις κατά τα ανωτέρω συνιστώμενες θυγατρικές τους εταιρίες τα δικαιώματα των υποθηκοφυλάκων που ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση, δεν μπορούν να υπερβούν τις 3.000 δραχμές.

Από τις ως άνω διατάξεις, ενόψει και της εισηγητικής εκθέσεως του νόμου, που αναφέρει ότι η ρύθμιση της ως άνω διατάξεως επιβλήθηκε: "α)για την εξυγίανση του ισολογισμού των τραπεζών από τις επισφαλείς τους απαιτήσεις και από συμμετοχές, υποκείμενες σε σοβαρή απαξίωση, όπως είναι π.χ. οι συμμετοχές σε προβληματικές και υπερχρεωμένες επιχειρήσεις, β)για τη δημιουργία καταλλήλων φορέων διεξαγωγής factoring και εκκαθάρισης επιχειρήσεων, η οποία προβλέπεται από το Ν.1947/1991 και γ)για τη δημιουργία ευλύγιστων φορέων, οι οποίοι με γρήγορες και διαφανείς διαδικασίες θα μπορούν να προβαίνουν στη ρευστοποίηση ακινήτων και συμμετοχών τραπεζών, προκειμένου οι τελευταίες να περιορίσουν τις ακινητοποιήσεις τους, στα πλαίσια της δεύτερης τραπεζικής οδηγίας της ΕΟΚ", ο περιορισμός των δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων σε πάγιο ποσό μέχρι 3.000 δραχμών για τις μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων οποιασδήποτε αξίας δεν δικαιολογείται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος.

Αντιθέτως ο περιορισμός των δικαιωμάτων με τα οποία, προσδιορισμένα γενικώς και με βάση αντικειμενικά κριτήρια σε αναλογικό ποσοστό επί του αντικειμένου κάθε πράξεως, ο δημόσιος λειτουργός άμισθος υποθηκοφύλακας συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας, αποβλέπει στη διευκόλυνση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, που δυνητικώς κατά το οικονομικό συμφέρον τους θα αναλάμβαναν οι τράπεζες.

Πλέον τούτου, ενόψει των στρατηγικής σημασίας παρεχομένων, με τη ρύθμιση αυτή του Ν.1969/1991, δυνατοτήτων στις τράπεζες, το ισχύον κατά το χρόνο δημοσιεύσεώς του αναλογικό ποσοστό 1‰ επί της αξίας του απαλλοτριουμένου (άρθρα 3, 5, 12, 16 Ν.325/1976, 20 παρ.5-7 Ν.2145/1993), αποτελεί όλως ασήμαντο παράγοντα στις τραπεζικές επιλογές με βάση το νόμο αυτό.

Ο δραστικός δε περιορισμός των δικαιωμάτων των αμίσθων υποθηκοφυλάκων σε πάγιο ποσό 3.000 δραχμών, ενόψει και του ότι οι παραπάνω επιλογές συνδέονται με μεταβιβάσεις αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αποτελεί δυσανάλογη συμμετοχή τους στην πραγματοποίηση του ως άνω σκοπού της ρυθμίσεως του Ν.1969/1991.

Εντεύθεν, ο κατά τα άνω περιορισμός των δικαιωμάτων του αμίσθου υποθηκοφύλακα, προσδιορισμένων με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τον προβλεπόμενο από τις προαναφερθείσες διατάξεις τρόπο, δεν είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας, ως μη αναγκαίος, απρόσφορος και δυσανάλογος ενόψει του επιδιωκομένου με αυτόν σκοπού (Πρβλ.Ολομ.ΑΠ 10/2003).

Το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι, επί μεταβιβάσεων περιουσιακών στοιχείων κατά το Ν.1969/1991, τα δικαιώματα του αμίσθου υποθηκοφύλακα περιορίζονται στο πάγιο ποσό των 3.000 δραχμών, εσφαλμένως ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 3, 5, 12, 16 Ν.325/1976, 20 παρ.5-7 Ν.2145/1993 και παρέλειψε να εφαρμόσει αυτές και τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Επομένως αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκαν με το δικόγραφο των προσθέτων, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές πλήν των πρότερον δικασάντων (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1 και 3 του Ν 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ.12 Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α.134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμό 6223/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ