Supreme Court annuls appeal judgment for failure to recognize fixed-term contracts as indefinite due to abuse of successive renewals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision, which had upheld the airline's fixed-term employment contracts against claims by seven pilots. The court found that the pilots' successive renewals within the same year, totaling six to nine months annually, demonstrated an intent to circumvent indefinite-term contract laws rather than reflecting genuine seasonal work needs. Consequently, the court ruled the contracts invalid regarding their time limits and constituted a single indefinite-term employment relationship, remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 649 of the Civil Code; Article 21 of Law 2190/1994; Article 8 of Law 2112/1920; Annex Directive 1999/70/EC: Successive fixed-term employment contracts renewed repeatedly within the same year without objective justification constitute an abuse of law and are deemed to form a single indefinite-term employment relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1651 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1651/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως η εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." μετονομάσθηκε συνεπεία τροποποιήσεως των άρθρων 1 και 2 του κεφ.Α' του εταιρικού αυτής καταστατικού, από της δημοσιεύσεως της σχετικής ανακοινώσεως στο ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, με αριθμό 1485/18.2.2004, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, 6) Ψ6 και 7) Ψ7, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Κουκιάδη και Δημήτριο Βερβεσό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/2003 και 1441/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7667/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 31/10/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Μάριου-Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη αυτών κατά υπόλοιπα μέρη τους. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποιο συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (Ολομ.
ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ.1 έως και 4 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ.1 του ίδιου Νόμου, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2271/1994, περιλαμβάνεται και η αναιρεσείουσα Ολυμπιακή Αεροπορία (Ολομ. ΑΠ 20/2006), επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με διάρκεια απασχολήσεως, η οποία α) δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου, β) κατ' εξαίρεση, μπορεί να είναι μέχρι ένα έτος και να ανανεώνεται ή να παρατείνεται έως το τέλος του προγράμματος ή του έργου ή την εκπλήρωση υποχρεώσεως, αν πρόκειται για προσωπικό προγραμμάτων ή έργων που χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς ή ερευνητικά προγράμματα ή προγράμματα τεχνικής βοήθειας ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς, αποκλειομένης σε κάθε περίπτωση της αναγνωρίσεώς της ως συμβάσεως αορίστου χρόνου, γ) τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχολήσεως, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΕ, προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου (Ολομ. ΑΠ 23/1998). Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
α) θεωρούνται "διαδοχικές" β)χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας αυτής, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που καλείται να λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Σύμφωνα λοιπόν με όσα προαναφέρθηκαν η παραπάνω Οδηγία δεν ίσχυε έναντι των ιδιωτών κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (2-3-2002), διότι δεν είχε ακόμη επικυρωθεί με πράξη του Εθνικού νομοθέτη και γι' αυτό δεν αποτελούσε κανόνα δικαίου, που μπορούσε να εφαρμοστεί αμέσως στην εσωτερική τάξη, ενώ επίσης η ίδια Οδηγία δεν εφαρμόζεται και δεν έχει ισχύ στην ελληνική έννομη τάξη μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής (10-7-2002) και μέχρι τις 2-4-2003 και 19-7-2004, που άρχισε η ισχύς των Π.Δ. 81/2003 και 164/2004 (Ολομ.
ΑΠ 19 και 20/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Ολυμπιακή Αεροπορία με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και εργάσθηκαν σ' αυτή κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα χρονικά διαστήματα με την αντίστοιχη ειδικότητα.
Οι συμβάσεις αυτές επιγράφονται στο οικείο έγγραφο ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, πλην όμως κατ'επίφαση χαρακτηρίζονται ως τέτοιες, γιατί οι ενάγοντες με την παρεχόμενη εργασία τους κάλυπταν πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες της εναγομένης. Ειδικότερα, οι διαδοχικές προσλήψεις των εναγόντων δεν αφορούσαν πράγματι στην αντιμετώπιση εποχιακών και έκτακτων αναγκών της εναγομένης στο αεροδρόμιο Σάμου, αλλ' έγιναν λόγω ελλείψεως μόνιμου προσωπικού αυτής στον εν λόγω αερολιμένα, που είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία της να λειτουργήσει την υπηρεσία της αυτή με το μόνιμο προσωπικό της, το οποίο ανερχόταν σε τέσσερις (4) μόνο υπαλλήλους.
Το γεγονός αυτό οδήγησε την εναγομένη στην προσφυγή της τακτικής της προσλήψεως των εναγόντων εκ περιτροπής με συμβάσεις "ορισμένου χρόνου", προκειμένου να αντιμετωπίσει τις νόμιμες και διαρκείς ανάγκες της. Οι τελευταίοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους υπό τις οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων της εναγομένης με το ίδιο ωράριο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας τους, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτής.
Η κάλυψη από τους ενάγοντες πάγιων και διαρκών αναγκών της εναγομένης προκύπτει από το γεγονός ότι αυτοί δεν εργάζονταν κάποια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπως το καλοκαίρι ή την περίοδο των εορτών, οπότε υπάρχει αυξημένη κίνηση επιβατών, αλλ' η διαδοχική απασχόλησή τους με τις αναφερόμενες διακοπές κάλυπτε ουσιαστικά όλους τους μήνες του έτους, καθώς επίσης από την κατ' επανάληψη ανανέωση των συμβάσεων αυτών εντός του ιδίου έτους, το συνολικό κατ' έτος χρόνο εργασίας τους, που κυμαινόταν κατά τα τελευταία ιδίως έτη από έξι έως οκτώ-εννιά μήνες και την αναφερόμενη συνολική διάρκεια απασχόλησης αυτών.
Σημειώνεται μάλιστα ότι οι ενάγοντες και μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής απασχολήθηκαν στην εναγομένη με σύμβαση ορισμένου χρόνου. 'Ετσι, οι σχέσεις εργασίας αυτών με την εναγομένη είχαν από την αρχή τα χαρακτηριστικά ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο δε χρονικό περιορισμός της διάρκειας των αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεών τους δεν εδικαιολογείτο από λόγους αντικειμενικούς και συγκεκριμένα, από την εποχικότητα του έργου της εναγομένης, τη φύση των παρεχομένων από τους ίδιους υπηρεσιών, τη φύση και το είδος των καλυπτομένων από την εργασία τους αναγκών της εναγομένης και δεν υπαγορεύθηκε από κάποιο άλλο ειδικό λόγο, που αναγόταν στις συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών αυτής.
Συνεπώς, οι εν λόγω συμβάσεις συνήφθησαν με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν. 2112/1920 ως πρςο τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας αυτών, με αποτέλεσμα να είναι άκυρες ως προς τον χρονικό αυτό περιορισμό της διάρκειάς τους και να συνιστούν εντεύθεν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνεχίζει να υφίσταται και μετά τη συμφωνημένη λήξη τους, κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και της ρήτρας 5 παρ.1 του παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ του Συμβουλίου της Ε.Ε.
της 28-6-1999 για την αποφυγή της κατάχρησης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ενώ στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι απαγορεύσεις, που επιβάλλουν ο Ν. 2190/1994 και ο έχων ισχύ νόμου Κανονισμός Προσωπικού της εναγομένης (Ν. 2602/1998), διότι είναι αντίθετοι προς το πνεύμα και τους σκοπούς της ως άνω Οδηγίας.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με την αναιρεσείουσα με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ρήτρας 5 παρ.1 του παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ του Συμβουλίου της Ε.Ε. της 28-6-1999. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων, είναι βάσιμος.
Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7667/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ