1651/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1651/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όλα τα παραπάνω συνομολογούνται από τους διαδίκους και προκύπτουν, άλλωστε, και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο απ' αυτούς ιδιωτικό συμφωνητικό "σύμβασης έργου", το οποίο φέρει τις μη αμφισβητούμενες υπογραφές των νόμιμων εκπροσώπων των πιο πάνω συμβαλλόμενων εταιρειών ....., (της εργοδότριας), και ......, (της εργολάβου).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1651 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1651/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΕΧ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΕ", με την οποία συγχωνεύτηκε δι'απορροφήσεως. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Ελένη Ζέππου και Αιμίλιο Χαρλαύτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΔΑΚΩΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕ" που εδρεύει την Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-9-2002 αγωγή και 17-3-2004 ανταγωγή, που ασκήθηκαν η αγωγή από την αναιρεσείουσα, η ανταγωγή από την αναιρεσίβλητη, κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν απ' αυτό. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3077/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3442/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-10-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Κασσαβέτης ανέγνωσε την από 11-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
O από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση της παραβίασης από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του των διατάξεων των άρθρων 173, 200, 288, 340 επ. 349, 351, 353, 358, 361, 681 και 694 Α.Κ. πλήττεται τελικά η, κατ' άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση με την ίδια απόφαση των πραγματικών γεγονότων που είναι θεμελιωτικά της, κατ' αυτό, περιέλευσης, της συγχωνευθείσης με την αναιρεσείουσα εργολάβου του κατωτέρω έργου εταιρείας, σε υπερημερία ως προς την εκτέλεση έργου αυτού, απότοκος της οποίας υπήρξε, κατά την ίδια απόφαση, η υπαναχώρηση της εργοδότριας - αναιρεσίβλητης από τη σύμβαση, σύστοιχα με την οποία απερρίφθη η από την ανωτέρω σύμβαση αγωγή της αναιρεσείουσας και έγινε μερικά δεκτή η με αντικείμενο την απόδοση μέρους της ληφθείσας από την αναιρεσείουσα παροχής ανταγωγή της αναιρεσίβλητης.
Το Εφετείο στην εκτεθείσα ως προς τις συνεκδικασθείσες με την προσβαλλόμενη απόφασή του αγωγή και ανταγωγή κρίση του οδηγήθηκε, αφού από τα προσδιοριζόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα δέχθηκε ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Με την από 20-12-2000 σύμβαση έργου, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης - αντενάγουσας, (δηλαδή της αναιρεσίβλητης), και της "ΒΙΕΧ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση είναι η ενάγουσα - αντεναγόμενη "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε.", (δηλαδή η αναιρεσείουσα), η δεύτερη "ΒΙΕΧ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ Α.Ε.", (εφεξής εργολάβος), ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει και να παραδώσει κατά πάντα έτοιμο στην πρώτη, (εφεξής εργοδότρια), "τον μεταλλικό σκελετό της" προσθήκης πενταώροφου κτιρίου με ένα υπόγειο που θα τοποθετηθεί επί του εκ μπετόν αρμέ σκελετού πέντε υπόγειων ορόφων, ήδη κατασκευασμένων, επί των οδών ...... - ........ - ........ - ......" σε ακίνητο της εργοδότριας στην Αθήνα.
Το εργολαβικό αντάλλαγμα συμφωνήθηκε σε 365 δρχ. ανά χιλιόγραμμο βάρους κατασκευής, σταθερό, χωρίς να μεταβληθεί για οποιονδήποτε λόγο και αιτία, και κάλυπτε κάθε απαίτηση της εργολάβου σχετικά με την κατασκευή και παράδοση του έργου, χωρίς να υπολογιστεί ο Φ.Π.Α. Ενόψει του ότι το συνολικό βάρος της κατασκευής από την αρχική προσμέτρηση προέκυψε ότι θα είναι 1.400 τόνοι περίπου, ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου υπολογίστηκε ενδεικτικά στο ποσό των 511.000.000 δρχ., αλλά το τελικό συνολικό αντάλλαγμα θα προέκυπτε με βάση την τελική επιμέτρηση του βάρους της κατασκευής.
Ο τρόπος της πληρωμής συμφωνήθηκε (άρθρ. 4) ως εξής: α) αρχική πληρωμή για την αξία των υλικών, το 25% του συμβατικού εργολαβικού ανταλλάγματος, όπως είχε προϋπολογιστεί, δηλαδή 127.000.000 δρχ., (25% Χ 511.000.000), που θα καταβαλλόταν μέσα σε προθεσμία ενός (1) μήνα και β) τμηματικές πληρωμές για το υπόλοιπο με βάση τις τμηματικές ανεγέρσεις κάθε τμήματος του έργου, την επιθεώρηση και την παραλαβή του από την εργοδότρια, με παρακράτηση, από τα καταβαλλόμενα ποσά, ποσοστού 5% ως εγγύηση καλής εκτέλεσης και 3% ως προκαταβολή φόρου εισοδήματος.
που θα αποδίδεται, για λογαριασμό της εργολάβου, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Συμφωνήθηκε, ειδικότερα, (αρθρ. 7.2 της σύμβασης), ότι "με το πέρας της ανέγερσης των μεταλλικών τμημάτων θα γίνεται επιδιόρθωση βαφής, θα επιθεωρείται το αντίστοιχο τμήμα και θα παραλαμβάνεται ποσοτικά και ποιοτικά από την εργοδότιδα". Συμφωνήθηκε, επίσης, με τον όρο 5.4 της σύμβασης, ότι "σε περίπτωση όπου η εργολήπτρια αντιληφθεί, κατ' εύλογη κρίση αυτής, την επέλευση περιστατικού, το οποίο δύναται να προκαλέσει οιαδήποτε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση οποιουδήποτε σταδίου της υπεργολαβίας, θα προβαίνει σε σχετική γνωστοποίηση προς την εργοδότιδα.
Η εν λόγω γνωστοποίηση θα γίνεται, σε κάθε περίπτωση, εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία επελεύσεως του εν λόγω περιστατικού, θα αναφέρεται δε σ' αυτή η πιθανότητα και η πιθανή έκταση της καθυστερήσεως και θα συζητείται και κατόπιν εγγράφως συμφωνείται πιθανή παράταση προθεσμιών", ενώ με τον όρο 5.5 προσδιορίστηκε ότι "ανωτέρα βία θεωρείται περιστατικό που ξεφεύγει από τον έλεγχο της εργολήπτριας και που θα ήταν αναπότρεπτο, όποιες προσπάθειες και αν έκανε, εφόσον το περιστατικό αυτό παρεμπόδισε την έγκαιρη αποπεράτωση της υπεργολαβίας".
Ακόμη, με τον όρο 11.1 συμφωνήθηκε ότι "κάθε υπαίτια παράβαση των όρων του παρόντος που θεωρούνται όλοι ουσιώδεις δίνει δικαίωμα στην εργοδότιδα να κηρύξει έκπτωτη την εργολήπτρια, να παρακρατήσει το υπόλοιπο των πληρωμών, να ολοκληρώσει το έργο εις βάρος της και για λογαριασμό της και να αναζητήσει κάθε άλλη ζημιά που της προκάλεσε η εν λόγω παράβαση των όρων του παρόντος", ενώ με τον όρο 11.2 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι "ενδεικτικά η εργοδότις δικαιούται να κηρύξει την εργολήπτρια έκπτωτη στην περίπτωση που αυτή επιδείξει προφανή αδυναμία για την ορθή και εμπρόθεσμη εκτέλεση των εργασιών ή κακοπιστία κατά της εργοδότιδος και των εκπροσώπων της ή άρνηση και αδιαφορία για την τήρηση του παρόντος συμφωνητικού, των κανονισμών, των νόμων και των κανόνων ασφαλείας.
Η έκπτωση συντελείται με την πάροδο δέκα ημερών από την επίδοση σχετικής εξωδίκου δηλώσεως". Τέλος, σύμφωνα με τον όρο 5.1 της σύμβασης ("ΧΡΟΝΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑΣ - ΡΗΤΡΕΣ") συμφωνήθηκε "το σύνολο του αντικειμένου της παρούσας θα εκτελεστεί εντός 210 ημερολογιακών ημερών από σήμερα. Ο χρόνος αυτός δύναται να παραταθεί ανάλογα με τις ανάγκες του εργοταξίου και μόνο μετά από τη σύμφωνη γνώμη αμφότερων των συμβαλλομένων μερών, εκφραζόμενη κατά δίκαιη και εύλογη κρίση".
Όλα τα παραπάνω συνομολογούνται από τους διαδίκους και προκύπτουν, άλλωστε, και από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο απ' αυτούς ιδιωτικό συμφωνητικό "σύμβασης έργου", το οποίο φέρει τις μη αμφισβητούμενες υπογραφές των νόμιμων εκπροσώπων των πιο πάνω συμβαλλόμενων εταιρειών ....., (της εργοδότριας), και ......, (της εργολάβου).
Περαιτέρω, συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των εν λόγω συμβαλλομένων, για την τμηματική παραλαβή και παράδοση του έργου, οπότε ήταν καταβλητέο και αντίστοιχο μέρος της αμοιβής, κατά τα προεκτιθέμενα, να διαιρεθεί οριζοντίως η πλάκα, συνολικού εμβαδού 3.985, 53 τετρ. μέτρων, σε πέντε επιμέρους τμήματα με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ και Ε και, ακολούθως, να διαιρεθεί, καθ' ύψος, καθένα από τα τμήματα αυτά σε δύο άλλα τμήματα και συγκεκριμένα Α1, Β1, Γ1, Δ1 και Ε1 που αντιστοιχούσαν στους τρεις πρώτους ορόφους και Α2, Β2, Γ2, Δ2 και Ε2 που αντιστοιχούσαν στους τρεις επόμενους ορόφους, όπως και πράγματι έγινε.
Στη συνέχεια, η εργολάβος, αφού αγόρασε μέρος των απαιτούμενων υλικών για το έργο, άρχισε αμέσως την κατασκευή των πρώτων τμημάτων του μεταλλικού σκελετού στο εργοστάσιό της και συγκεκριμένα εκείνων που προορίζονταν για το τμήμα Α1, όπου θα τοποθετούνταν στις 6-2-2001. Παράλληλα, στις 31-1-2001 και 9-2-2001 της καταβλήθηκε και η συμφωνημένη προκαταβολή και μάλιστα 100.000.000 δρχ.
και 39.604.750 δρχ., αντίστοιχα, ενώ με το από 15-3-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσε υπεργολαβικά, όπως είχε συμβατικό δικαίωμα, (αρθρ. 8 παρ. 2 της σύμβασης), στην ετερόρρυθμη εταιρεία "...... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." την τοποθέτηση του μεταλλικού σκελετού στο εργοτάξιο της εργοδότριας, (αντί αμοιβής 64, 50 δρχ. ανά χιλιόγραμμο βάρους κατασκευής, μαζί με το Φ.Π.Α.), για την καλύτερη και ταχύτερη εκτέλεση του έργου.
Και ενώ, έτσι, είχαν τα πράγματα και η εργολάβος είχε ήδη κατασκευάσει τμήματα του μεταλλικού σκελετού για την περιοχή Α1, που ετοιμαζόταν να παραδώσει, ορισμένοι περίοικοι του εργοταξίου της εργοδότριας υπέβαλαν την από 21-3-2001 αίτησή τους ενώπιον της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζητώντας ν' ανασταλεί η εκτέλεση της 1878/2000 άδειας κατεδάφισης του κτηρίου που υπήρχε στο ακίνητο της εργοδότριας μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 18-3-2001 αιτήσεώς τους που άσκησαν ενώπιον του ΣτΕ για την ακύρωση της άδειας αυτής.
Ταυτόχρονα, εκδόθηκε, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, προσωρινή διαταγή από την Πρόεδρο του Δ' Τμήματος του ΣτΕ, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή των εργασιών κατεδάφισης του πιο πάνω κτηρίου. Η αναστολή - διακοπή αυτή διάρκεσε, τελικά, μέχρι τις 9-5-2001, οπότε και εκδόθηκε η 187/2001 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής.
Εξάλλου, υπήρχε και άλλο πρόβλημα, αναφορικά με την. απαιτούμενη αναθεώρηση της 295/2000 οικοδομικής άδειας, (που είχε εκδοθεί για τους υπόγειους χώρους, όχι, όμως, και για τους υπέρ το ισόγειο ορόφους), η οποία, (αναθεώρηση της άδειας), εκδόθηκε τελικά στις 22-5-2001. Μετά απ' αυτά, (άρση της προσωρινής διαταγής -αναθεώρηση της άδειας), άρχισε η τοποθέτηση των τμημάτων του μεταλλικού σκελετού, (που ήταν ήδη έτοιμα), στις πρώτες περιοχές και συγκεκριμένα τα τμήματα αυτά, για τις περιοχές Α1 και Β1, παραδόθηκαν από την εργολάβο και παραλήφθηκαν από την εργοδότρια στις 12-7-2001 και συντάχθηκαν γι' αυτό τα σχετικά πρωτόκολλα παράδοσης - παραλαβής.
Λόγω, όμως, της παραπάνω καθυστέρησης, στις 20-7-2001 που έληγε ο συμβατικός χρόνος παράδοσης του έργου, οι συμβαλλόμενες εταιρείες συμφώνησαν εγγράφως και παρέτειναν το χρόνο παράδοσης μέχρι τις 31-1-2002. Με το ίδιο έγγραφο συμφωνητικό ορίστηκε ότι "ο χρόνος αυτός δύναται να παραταθεί περαιτέρω με κοινή συμφωνία των δύο μερών".
Στις 14-9-2001, όμως, και ενώ η εργολάβος κατασκεύαζε τμήματα του μεταλλικού σκελετού στο εργοστάσιό της, προκειμένου στη συνέχεια να τα τοποθετήσει στο επίδικο έργο, υποχρεώθηκε να σταματήσει την τοποθέτηση αυτή, λόγω διακοπής εργασιών, με την από 13-9-2001 προσωρινή διαταγή της Προέδρου του Γ' Τμήματος Διακοπών του ΣτΕ, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης των προσβαλλόμενων, (με την από 1-8-2001 αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του ΣτΕ, ορισμένων περιοίκων), 295/2000, 559/2001 και 712/2001 αδειών οικοδομής και πράξεων της Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων και η οποία εκδόθηκε επί της σχετικής από 2-8-2001 αίτησης αναστολής τους.
Η αίτηση αναστολής απορρίφθηκε με την 348/12-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, (το οποίο είχε καταστεί στο μεταξύ αρμόδιο δικαστήριο), ενώ και η αίτηση ακύρωσης απορρίφθηκε με τη 1176/15.5.2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Μόλις η εργοδότρια έλαβε γνώση για την έκδοση της πιο πάνω προσωρινής διαταγής, έδωσε εντολή, στις 14-9-2001, στην εργολάβο να σταματήσει τις σχετικές εργασίες.
Στη συνέχεια, όμως, της απέστειλε την από 25-9-2001 επιστολή της, ζητώντας απ' αυτή "όπως το πρόγραμμα κατασκευής των λοιπών μεταλλικών στοιχείων συνεχιστεί απρόσκοπτα, όπως είχε προγραμματιστεί, άνευ καθυστερήσεως". Τότε, η εργολάβος με τη δική της, από 26-9-2001, επιστολή, γνωστοποίησε στην εργοδότρια τα εξής: "...
μετά τη χθεσινή σας επιστολή και την τηλεφωνική μας επικοινωνία, σας ενημερώνουμε ότι κατ' αρχήν είμαστε σύμφωνοι στη συνέχιση της βιομηχανοποίησης των μεταλλικών στοιχείων στο εργοστάσιό μας. Επειδή όμως λόγω των επανειλημμένων καθυστερήσεων του έργου, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν οφείλονται στην εταιρεία μας, έχει προκύψει σοβαρό πρόβλημα, τόσο στη ροή της παραγωγικής διαδικασίας όσο και στην προγραμματισμένη ταμειακή ροή, παρακαλούμε όπως πριν τη συνέχιση των εργασιών οριστικοποιηθούν και συμφωνηθούν τα παρακάτω: 1) Εξόφληση των ήδη εκδοθέντων τιμολογίων, τα οποία αφορούν εργασίες στις περιοχές Α1, Β1, Α2 που περατώθηκαν στις 10-8-2001. 2) Πιστοποίηση των ήδη ανεγειρόμενων τμημάτων των περιοχών Β2, Γ1. 3) Αλλαγή του συμβατικού τρόπου πληρωμής με συμπλήρωμα σύμβασης, όπου θα αναφέρεται ότι σε περίπτωση που η κατασκευή των τμημάτων των υπολοίπων περιοχών (Β2, Γ1, Γ2, Δ1, Δ2, Ε1, Ε2) ολοκληρωθεί και δεν μπορεί να γίνει η ανέγερση από λόγους μη οφειλόμενους στην ΒΙΕΧ, η πληρωμή θα γίνεται με πιστοποιήσεις ετοίμων κατασκευών στο χώρο του εργοστασίου, με τον τρόπο που αναφέρεται στην μεταξύ μας σύμβαση, με βάση το θεωρητικό βάρος επί την αξία κατασκευασμένου ετοίμου προϊόντος, ήτοι 210 δρχ/κιλό.
Μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης των τμημάτων θα γίνεται πάλι πιστοποίηση και θα πληρώνεται η διαφορά της συμβατικής τιμής ανά κιλό..". Η επιστολή αυτή υπογράφεται από τη ......, (μάρτυρα της ενάγουσας - αντεναγομένης στο ακροατήριο), που ήταν η αρμόδια γι' αυτό υπάλληλος της εργολάβου ως συντονίστρια - υπεύθυνη του έργου, όπως η ίδια κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Σε απάντηση της επιστολής αυτής, η εργοδότρια με την από 10-10-2001 επιστολή της αναφέρει και τα ακόλουθα: "... 1. Οι περιοχές Α1, Β1, Α2 έχουν πιστοποιηθεί και εξοφληθεί, συμπεριλαμβανομένων και των δοκών σύνδεσης με το τοιχίο από σκυρόδεμα που δεν έχουν ακόμη τοποθετηθεί. 2) Μέχρι νεότερης συμφωνίας, δηλαδή της τροποποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3, πιστοποιήσεις θα γίνουν μόνο επί ολοκληρωμένων και παραδοτέων προς σκυροδέτηση τμημάτων, (κατά την ισχύουσα σήμερα σύμβαση). 3) Συμφωνούμε στο περιεχόμενο της παραγράφου 3, όσον αφορά τις περιοχές Γ, Δ και Ε...
Υπενθυμίζουμε και επιβεβαιώνουμε και εγγράφως ότι η τιμολόγηση θα γίνει με την ολοκλήρωση του έργου". Από το προπαρατιθέμενο κείμενο των δύο τελευταίων πιο πάνω επιστολών και ύστερα από ερμηνεία των περιεχόμενων σ'αυτές βουλήσεων που έχουν δηλωθεί, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, επειδή αυτές παρουσιάζουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κενά και ασάφειες, προκύπτουν τα εξής:
Η εργολάβος, κατά τη διάρκεια της παραπάνω τρίμηνης διακοπής του έργου, (από 13-9-2001 έως 12-12-2001, όταν εκδόθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών η απορριπτική της αίτησης αναστολής. 348/2001 απόφαση, πρότεινε στην εργοδότρια να τροποποιηθεί η μεταξύ τους σύμβαση, ώστε, σε περίπτωση που συνεχιζόταν η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με την έκδοση της προσωρινής διαταγής, να μπορεί αυτή να εισπράττει, με την ετοιμασία των τμημάτων του μεταλλικού σκελετού στο εργοστάσιό της και την πιστοποίηση γι' αυτό από την εργοδότρια στον ίδιο χώρο, 210 δρχ.
ανά χιλιόγραμμο, ενώ το υπόλοιπο της αμοιβής της, (65 δρχ. ανά χιλιόγραμμο), θα καταβαλλόταν με την τοποθέτηση των μεταλλικών τμημάτων στο έργο, (210 + 65 = 275 δρχ., ενώ το υπόλοιπο ποσό 90 δρχ. ανά χιλιόγραμμο, μέχρι τη συμφωνημένη αμοιβή των 365 δρχ. ανά χιλιόγραμμο, είχε ήδη εισπραχθεί από την εργολάβο ως προκαταβολή, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους).
Η πρόταση της αυτή για την τροποποίηση - συμπλήρωση της σύμβασης γίνεται μόνο για την περίπτωση "... που η κατασκευή των τμημάτων των υπολοίπων περιοχών, (Β2, Γ1, Γ2, Δ1, Δ2, Ε1 και Ε2), ολοκληρωθεί και δεν μπορεί να γίνει η ανέγερση από λόγους μη οφειλόμενους στην ΒΙΕΧ..." (παρ. 3 της από 26-9-2001 επιστολής της εργολάβου), δηλαδή συνδέεται λογικά με την ενδεχόμενη διατήρηση της κατάστασης διακοπής των εργασιών εξαιτίας της έκδοσης της από 13-9-2001 προσωρινής διαταγής και αποσκοπεί στην αντιμετώπιση αυτού ακριβώς του ενδεχομένου.
Με βάση το γεγονός αυτό, η αποδοχή της εργοδότριας, με την παρ. 3 της δικής της από 10-10-2001 επιστολής ("Συμφωνούμε στο περιεχόμενο της παραγράφου 3, όσον αφορά τις περιοχές Γ, Δ και Ε"), της πιο πάνω πρότασης της εργολάβου, αναφέρεται στην κατάρτιση μιας τροποποιητικής - συμπληρωματικής συμφωνίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εργολάβος σε ό,τι αφορά ένα μεγάλο μέρος της αμοιβής της, (210 δρχ.
ανά χιλιόγραμμο βάρους), σε περίπτωση μόνο που η κατασκευή των τμημάτων του μεταλλικού σκελετού στο εργοστάσιο της ολοκληρωνόταν και δεν ήταν δυνατή η τοποθέτησή τους στο έργο (στο εργοτάξιο της εργοδότριας), λόγω της τυχόν παράτασης της ισχύος των απαγορευτικών μέτρων, από την προσωρινή διαταγή, για τη συνέχιση των εργασιών στο εργοτάξιο της εργοδότριας.
Αλλά και από το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της από 10/10/2001 επιστολής της προκύπτει ότι η εργοδότρια αντιλαμβάνεται τα όσα αναγράφονται στην επιστολή της εργολάβου ως πρόταση της τελευταίας για τροποποίηση - συμπλήρωση της αρχικής σύμβασης με νεότερη συμφωνία ("... μέχρι νεότερης συμφωνίας, δηλαδή της τροποποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3...") και όχι ως επιβεβαίωση προϋφιστάμενης προφορικής συμφωνίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Στη συνέχεια, βέβαια, ο προαναφερόμενος κίνδυνος να έχουν ολοκληρωθεί τα επιμέρους τμήματα του μεταλλικού, σκελετού στο εργοστάσιο της εργολάβου και αυτά να μη μπορούν να τοποθετηθούν στο έργο λόγω της ενδεχομένης παράτασης της ισχύος της προσωρινής διαταγής, απαγορευτικής της συνέχισης των εργασιών στο εργοτάξιο της εργοδότριας, εξέλιπε με την έκδοση, στις 12-12-2001, της παραπάνω απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Έτσι, δεν υπήρχε πλέον λόγος να γίνει τροποποίηση - συμπλήρωση της αρχικής, από 20-12-2000, σύμβασης. Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται ότι η εργολάβος και η εργοδότρια, με την ανταλλαγή των δύο παραπάνω επιστολών, δε συμφώνησαν στην τροποποίηση - συμπλήρωση της αρχικής τους σύμβασης και δεν καταρτίστηκε νέα συμφωνία, κατ' αρθρ. 192 Α.Κ.
Τίποτε το διαφορετικό δεν αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρος της εργολάβου και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία. Αντίθετα, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου για μη κατάρτιση τροποποιητικής συμφωνίας ενισχύεται και από τη με ημεροχρονολογία 16-10-2001 επιστολή της εργολάβου, (που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι), υπογραφόμενη επίσης από την ίδια πιο πάνω ......., στην οποία αναφέρονται και τα εξής: "...
Με την επιστολή μας, από 26-9-2001, σας εκθέσαμε τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει στην εταιρεία μας, η διακοπή των εργασιών ανέγερσης και προτείναμε λύσεις, τις οποίες θεωρούμε εύλογες και δικαιολογημένες. Με την απάντηση σας στις 10-10-2001 ουσιαστικά δεν δέχεσθε καμία εναλλακτική λύση, μεταθέτοντας τη συζήτηση του προβλήματος αργότερα...".
Αλλά και με την από 16-10-2001 επιστολή της προς την εργολάβο, η εργοδότρια τονίζει "... σχετικά, με τις από 26-9-2001 και 16-10-2001 επιστολές σας διευκρινίζουμε τα εξής... 2. Πιστοποίηση και πληρωμή των τμημάτων Β2 και Γ1 δεν μπορεί να γίνει, διότι αντιβαίνει ευθέως με τους όρους της σύμβασης (4β, 7.3)..." Άλλωστε σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αφού οι ίδιες οι συμβαλλόμενες δεν αντιλήφθηκαν ότι επήλθε πράγματι η επίμαχη συμφωνία, η ερμηνεία των βουλήσεών τους που έχουν δηλωθεί, η οποία σκοπεί στην αναζήτηση της αληθινής βούλησής τους χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με βάση τις παραπάνω αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετικό συμπέρασμα.
Εξάλλου, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ούτε η ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ της εργοδότριας και της εργολάβου, σχετικά με την τροποποίηση του τρόπου πληρωμής της τελευταίας με τον αναφερόμενο στην παραπάνω από 26-9-2001 επιστολή - πρόταση της τρόπο. Όσα, λοιπόν, για το αντίθετο ισχυρίζεται η τελευταία, για κατάρτιση έγγραφης, αλλιώς προφορικής, συμφωνίας, τροποποιητικής του συμβατικού τρόπου πληρωμής της εργολαβικής της αμοιβής, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εργοδότρια γνωστοποίησε, στις 14-12-2001, στην εργολάβο την παραπάνω 348/12-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, (που απέρριψε την αίτηση αναστολής των περιοίκων), οπότε και ήταν πλέον δυνατή, χωρίς κανένα πρόβλημα, η συνέχιση των εργασιών στον τόπο του έργου. Η εργολάβος, όμως, πριν προβεί, κατά τη σχετική συμφωνία, στην τοποθέτηση στο έργο των επιμέρους τμημάτων του μεταλλικού σκελετού που είχε κατασκευάσει στο μεταξύ στο εργοστάσιό της, απέστειλε στην εργοδότρια τα 169 και 448 από 17-12-2001 τιμολόγια της, με πληρωτέα ποσά 53.280.717 δρχ.
και 41.260.560 δρχ. (μαζί με το Φ.Π.Α.), τα οποία περιείχαν διάφορες χρεώσεις της και για τμήματα που δεν της είχαν ακόμη παραδοθεί και, επομένως, ούτε ποσοτικά και ποιοτικά παραληφθεί. Για το λόγο αυτόν η εργοδότρια αντέδρασε με επιστολή της προς την εργολάβο την ίδια ημέρα (17.12.2001), ενώ, στη συνέχεια, της απέστειλε και νέα επιστολή, (από 11-1-2002) στις 15-11-2002, στην οποία, αφού της υπενθύμιζε τον τρόπο και χρόνο πληρωμής του εργολαβικού της ανταλλάγματος με βάση τους όρους 7.2 και 4β της από 20/12/2000 σύμβασής τους, ανέφερε ότι "...
τα τιμολόγια σας που μας αποστείλατε προ 20 περίπου ημερών Νο 169 και 448/17-12-2001, τα οποία περιέχουν χρεώσεις μας για τμήματα που δεν μας έχουν εισέτι παραδοθεί και συνεπώς ούτε ποσοτικά και ποιοτικά παραληφθεί, έχουν εκδοθεί κατά παράβαση των συμφωνιών μας και για το λόγο αυτό, αλλά και όπως σας αναφέραμε ήδη στην προηγούμενη επιστολή μας, δεν γίνονται δεκτά.
Επαναλαμβάνουμε ότι η πληρωμή σας θα γίνει κανονικά, ευθύς ως τοποθετηθούν αυτά και παραληφθούν κατά τη συμφωνία μας... παρακαλούμε, λοιπόν, ...ακυρωθούν άμεσα τα εν λόγω τιμολόγια, τα οποία και σας αποστέλλουμε με την παρούσα... θέλουμε να επισημάνουμε για δεύτερη φορά, ότι η αναστολή των εργασιών που μας επιβλήθηκε για διάστημα τριών περίπου μηνών, ούτε έγινε από υπαιτιότητα μας, ούτε δημιουργεί πλασματική παράδοση και παραλαβή του έργου που αναλάβατε...".
Κατόπιν αυτού η εργολάβος, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ή να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση και ιδίως να ισχυριστεί ότι τροποποιήθηκε η αρχική συμφωνία για τον τρόπο και χρόνο πληρωμής της εργολαβικής της αμοιβής, όπως επικαλέστηκε στη συνέχεια με την ένδικη αγωγή της στην παρούσα δίκη, συνέχισε την εκτέλεση του έργου κατά το υπόλοιπο διάστημα του Δεκεμβρίου 2001, καθώς και ολόκληρο τον Ιανουάριο του έτους 2002.
Τότε, όμως, στις 31-1-2002 και ενώ απέμειναν ακόμη τυπικά τρεις μήνες περίπου, (μέχρι τις 30-4-2002), για να συμπληρωθεί ο συμβατικά προβλεπόμενος χρόνος για την παράδοση του έργου, (χωρίς να υπολογίζεται, βέβαια, το τρίμηνο της αναστολής εκτέλεσης του έργου με την προαναφερόμενη προσωρινή διαταγή), έδωσε εντολή στο συνεργείο της ν' αποχωρήσει και να εγκαταλείψει ημιτελές το έργο.
Ταυτόχρονα, όμως, την ίδια ημέρα, απέστειλε στην εργοδότρια την από 31-1-2002 επιστολή της (τηλεομοιοτυπία) με την οποία την καλούσε "να εξοφληθούν άμεσα τα ποσά που αφορούν την κατασκευή και τοποθέτηση των μεταλλικών κατασκευών των τμημάτων, των οποίων έχει ολοκληρωθεί η ανέγερση..." (περιοχές Ζ1 και Γ1, σύνολο 101.423 κιλά Χ 274 δρχ.
ανά κιλό = 27.789.902 δρχ.), ενώ της γνωστοποιούσε ότι "... εντός 3 ημερών ολοκληρώνεται και η ανέγερση της περιοχής Β2, συνολικού βάρους 194.614 κιλών Χ 274 δρχ./κιλό = 53.324.236 δρχ. ...". Στη συνέχεια της ίδιας επιστολής αναγράφεται "... θα θέλαμε να σας τονίσουμε ότι η αποδοχή από μέρους της εταιρείας μας της διαίρεσης του έργου σε τμήματα...
έγινε στα πλαίσια της καλής συνεργασίας και της ομαλής πορείας των εργασιών. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σας δίνει το δικαίωμα να μεταφράζετε τους όρους της μεταξύ μας σύμβασης και να μεταβάλετε τα προφορικά συμφωνηθέντα, ανάλογα με τη διάθεση σας για την καταβολή ή μη των τμηματικών-πληρωμών...".
Ανεξάρτητα από την αντιφατική αυτή συμπεριφορά της εργολάβου, (από το ένα μέρος εγκαταλείπει το έργο και από το άλλο δηλώνει ότι μέσα σε τρεις ημέρες ολοκληρώνεται και η ανέγερση της περιοχής Β2), στην από 4-2-2002 εξώδικη δήλωση της, (που κοινοποιήθηκε στην εργοδότρια στις 6-2-2002), ανέφερε ως αιτιολογία αποχώρησής της από το έργο ότι "στις 31-1-2002 έληξε η χρονική διάρκεια της από 20-12-2000 μεταξύ μας σύμβασης έργου...
όπως η σύμβαση αυτή είχε τροποποιηθεί με την τροποποίηση 1/20.7.2001. Κατά συνέπεια, η περαιτέρω συνέχιση εργασιών πέραν της ως άνω ημερομηνίας προϋποθέτει νέα γραπτή συμβατική ρύθμιση μεταξύ μας...". Με την ίδια εξώδικη δήλωση η εργολάβος καλούσε την εργοδότρια να πληρώσει την αξία των επίμαχων πιο πάνω 169 και 448 από 17-12-2001 τιμολογίων, ισχυριζόμενη ότι, ναι μεν τα μεταλλικά τμήματα τα περιγραφόμενα στα εν λόγω τιμολόγια - δελτία αποστολής δεν έγινε δυνατό να τοποθετηθούν στο έργο, ("ν'αποτελέσουν στοιχεία της τμηματικής ανεγέρσεως τμήματος του έργου"), εξαιτίας της αναστολής των εργασιών με βάση την προσωρινή διαταγή και της έγκαιρης εκπλήρωσης, από μέρους της εργοδότριας, συμβατικών της υποχρεώσεων, όπως η απαιτούμενη προηγούμενη κατασκευή, από μέρους της, της σκυροδέτησης των τοιχίων, προκειμένου να είναι τεχνικά εφικτή η τοποθέτηση των μεταλλικών δοκών, πλην, όμως, δικαιούται να ζητήσει την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος, ακόμη και για εκείνες τις μεταλλικές κατασκευές που παρέμειναν στο χώρο του δικού της εργοστασίου.
Με την από 7-2-2002 εξώδικη απάντησή της, (που επιδόθηκε στην εργολάβο στις 7-2-2002), η εργοδότρια της υπενθύμισε πάλι το συμφωνημένο τρόπο και χρόνο της πληρωμής της με βάση τους όρους 7.2 και 4β της από 20-12-2000 σύμβασης, την υποχρέωσή της να κατασκευάσει και παραδώσει κατά πάντα έτοιμο το συμφωνημένο έργο και την ανυπαίτια καθυστέρηση, κατά το τρίμηνο 14-9-2001 έως 17-12-2001 της εκτέλεσης του έργου, ενώ της τόνιζε ότι η σύμβασή τους εξακολουθούσε να ισχύει, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι "ο διαδραμών χρόνος, (δηλαδή το πιο πάνω τρίμηνο αναστολής των εργασιών του έργου), ήταν συμβατικά νεκρός".
Την καλούσε μετά απ' αυτά, μέσα σε προθεσμία δέκα, (10), ημερών από την επίδοση, να προβεί, αφενός μεν σε διόρθωση όλων των ατελειών του εκτελεσμένου μέχρι τότε έργου που της είχε προηγουμένως εγγράφως γνωστοποιήσει και αφετέρου να προχωρήσει στην εκτέλεση του έργου, για την τμηματική παράδοση του οποίου θα την πλήρωνε κατά τη συμφωνία τους, διαφορετικά θα προχωρούσε σε έκπτωσή της από το έργο, σύμφωνα με τα άρθρα 11.1 και 11.2 της σύμβασής τους, ολοκληρώνοντας το έργο σε βάρος της.
Πράγματι, η εργοδότρια, αφού η παραπάνω προθεσμία των δέκα ημερών πέρασε άπρακτη, με την από 18-2-2002 εξώδικη δήλωσή της, ασκώντας και το εν λόγω συμβατικό της δικαίωμα, υπαναχώρησε από τη σύμβαση, σε σχέση με το όλο έργο, κηρύσσοντας έκπτωτη την εργολάβο κατά τα παραπάνω άρθρα 11.1 και 11.2 της από 20-12-2000 σύμβασης, διότι η προβλεπόμενη στα άρθρα αυτά έκπτωση της εργολάβου από τα συμβατικά της δικαιώματα, για τις αναφερόμενες σ' αυτά περιπτώσεις, επέρχεται, αφού δεν συμφωνήθηκε ο τρόπος έκπτωσης, ύστερα από υπαναχώρηση της εργοδότριας.
Η εργολάβος απέκρουσε, ως μη νόμιμη την υπαναχώρηση αυτή, ισχυριζόμενη ότι δεν υπήρχε ενεργός σύμβαση, αφού στις 31-1-2002 έληξε η χρονική διάρκεια της επίδικης σύμβασης έργου και γι' αυτό η συνέχιση των εργασιών προϋπέθετε νέα γραπτή συμβατική ρύθμιση. Ταυτόχρονα, της απέστειλε α) το 173/20-2-2002 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο, ποσού 425.874, 97 ευρώ (μαζί με το Φ.Π.Α.), β) την από 4-2-2002 τελική πιστοποίηση και λογαριασμό και γ) την τελική επιμέτρηση των κατασκευών, καλώντας την να της πληρώσει το συνολικό ποσό των 738.013,11 ευρώ, μετ' αφαίρεση των, μέχρι τότε καταβολών από μέρους της εργοδότριας.
Η εργοδότρια με νέα από 5-3-2002 εξώδικη απάντησή της, (που επιδόθηκε στην εργολάβο στις 8-3-2002), επανέλαβε τους προπαρατιθέμενους ισχυρισμούς της για την αδικαιολόγητη αποχώρηση της εργολάβου από το έργο, επέστρεψε απλήρωτο το 173/2002 τιμολόγιο, υποστηρίζοντας ότι εκδόθηκε και αυτό κατά παράβαση του άρθρου 4 της σύμβασής τους και γενικά δεν αποδέχθηκε τις σε βάρος της χρεώσεις της τελικής επιμέτρησης.
Ύστερα απ' αυτά, η εργοδότρια ανέθεσε τη συνέχιση της εκτέλεσης του έργου στη "ΜΗΧΑΝΟΤΕΧΝΙΚΑ ΑΒΕΤΕ", η οποία και το αποπεράτωσε τελικά κατά τους θερινούς μήνες του έτους 2002. Με βάση τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η εργολάβος, αποχωρώντας από το έργο και αφήνοντας αυτό ημιτελές στις 31-1-2002, περιήλθε, σε κάθε περίπτωση, σε υπερημερία οφειλέτη.
Και τούτο γιατί η πάροδος της συμφωνημένης προθεσμίας, στις 31-1-2002, δεν οδηγεί στη λήξη της σύμβασης, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε με τα πιο πάνω εξώδικά της η εργολάβος, ανεξάρτητα βέβαια από το γεγονός ότι η προθεσμία αυτή δεν είχε λήξει τότε, αφού είχε μεσολαβήσει περιστατικό ανώτερης βίας, (έκδοση προσωρινής διαταγής), που είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή, για τρεις μήνες, (από 13-9-2001 έως 12-12-2001), της συμφωνημένης προθεσμίας για την αποπεράτωση και παράδοση του έργου.
Η εργολάβος δεν είχε δικαίωμα να εγκαταλείψει ημιτελές το έργο με την αιτιολογία ότι παρήλθε η συμφωνημένη προθεσμία περάτωσής του, διότι η παροχή της δεν συνίστατο στην προσφορά της εργασίας της μέχρι τις 31-1-2002 αλλά στην επίτευξη του ειδικά συμφωνημένου αποτελέσματος, δηλαδή στην κατασκευή και παράδοση, κατά πάντα έτοιμου, στην εργοδότρια του μεταλλικού σκελετού της .
προσθήκης πενταώροφου κτηρίου με ένα υπόγειο, τοποθετημένου πάνω στο από μπετόν αρμέ σκελετό πέντε υπόγειων ορόφων που ήδη είχαν κατασκευαστεί στο ακίνητο της εργοδότριας. Επισημαίνεται, ότι, ως προς την παροχή του αυτή, ο εργολάβος εξακολουθεί να επέχει θέση οφειλέτη και αν ακόμη παρήλθε η συμφωνημένη προθεσμία εκτέλεσης του έργου και δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση του αυτή, (να εκτελέσει και να αποπερατώσει το έργο), από μόνη την υπερημερία του δανειστή εργοδότη.
Στην εξεταζόμενη, βέβαια, υπόθεση σε κανένα από τα προπαρατιθέμενα εξώδικά της η εργολάβος δεν κάνει μνεία για υπερημερία της εργοδότριας ως δανείστριας, εξαιτίας της οποίας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το έργο, (μόνο στο από 4-2-2002 εξώδικο της αναφέρει ότι η εργοδότρια περιήλθε σε υπερημερία "δανειστή", επειδή δεν κατασκεύασε προηγουμένως τη σκυροδέτηση των τοιχίων, ώστε να είναι τεχνικά εφικτή η τοποθέτηση των μεταλλικών δοκών, χωρίς, όμως, να συνδέει το γεγονός αυτό με την αποχώρησή της από το έργο), αλλά σε όλα κάνει λόγο για τη λήξη της χρονικής διάρκειας, στις 31-1-2002, της από 20-12-2000 σύμβασης έργου.
Χαρακτηριστικό επίσης είναι το γεγονός ότι στα ίδια εξώδικα δεν επικαλείται ότι τους μήνες Σεπτέμβριο - Οκτώβριο 2001 καταρτίστηκε, είτε με την ανταλλαγή των πιο πάνω επιστολών, είτε προφορικά, νεότερη συμφωνία, τροποποιητική συμπληρωματική της αρχικής, αναφορικά με την αλλαγή του τρόπου και του χρόνου πληρωμής της εργολαβικής της αμοιβής, για την οποία έγινε εκτενώς λόγος παραπάνω και ότι εξαιτίας του ότι η εργοδότρια δεν τήρησε την τροποποιητική συμφωνία, καταβάλλοντος σ' αυτήν την αμοιβή της, σε κάθε δε περίπτωση μη συμπράττοντας στην έγγραφη κατάρτιση της συμφωνίας αυτής, αναγκάστηκε ν' αποχωρήσει από το έργο, επειδή περιήλθε πλέον σε αδυναμία να το αποπερατώσει, όπως ισχυρίζεται στην παρούσα δίκη, προσχηματικά, όμως, σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί.
Επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εργολάβος είχε δικαίωμα, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης, (αρθρ. 288 Α.Κ.), να αξιώσει νέα σύμβαση για την αλλαγή α) του τρόπου εκτέλεσης του έργου και β) του τρόπου και χρόνου πληρωμής της εργολαβικής της αμοιβής, μετά την έκδοση της παραπάνω προσωρινής διαταγής.
Και τούτο, διότι, μετά την άρση της προσωρινής διαταγής, στις 12-12-2001 και τη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού· στην εργολάβο στις 14-12-2001, η τελευταία εργάστηκε απρόσκοπτα πλέον για την εκτέλεση του έργου μέχρι τις 31-1-2002 που αποχώρησε αδικαιολόγητα, ενώ θα αποπεράτωνε, αν συνέχιζε, το έργο οπωσδήποτε μέχρι τις 30-4-2002, (που είχε παραταθεί νόμιμα, η προθεσμία παράδοσης του), αφού ήδη είχε εκτελέσει μεγάλο μέρος της προεργασίας, και θα πληρωνόταν κανονικά την αμοιβή της με το πέρας των τμηματικών ανεγέρσεων του μεταλλικού σκελετού και την ποιοτική και ποσοτική παραλαβή από την εργοδότρια, όπως είχε συμφωνηθεί με την από 20/12/2000 σύμβαση.
Να σημειωθεί, ακόμη, ότι η ενάγουσα - αντεναγομένη δεν επικαλείται ότι συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η πάροδος της προθεσμίας εκτέλεσης του έργου στις 31-1-2002 επάγεται τη λύση της σύμβασης, ούτε από το όλο πνεύμα της σύμβασης αυτής συνάγεται τέτοια βούληση των συμβαλλόμενων μερών. Ενόψει όλων αυτών, αφού αποδείχθηκε ότι η εργολάβος διέκοψε τελείως τις εργασίες εκτέλεσης και αποπεράτωσης του επίδικου έργου, κατά τρόπο αντισυμβατικό και υπαίτιο που καθιστούσε ανέφικτη την εμπρόθεσμη παράδοση του έργου μέχρι τις 30-4-2002, (όταν έληγε πλέον η προθεσμία παράδοσής του, μετά και το συνυπολογισμό των τριών μηνών της αναστολής της προθεσμίας αυτής λόγω της έκδοσης της προσωρινής διαταγής), και περιήλθε, έτσι, σε υπερημερία οφειλέτη, η εργοδότρια είχε δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, επικαλούμενη την εγκατάλειψη του έργου από την εργολάβο.
Γι' αυτό, είναι βάσιμος ο λόγος της υπαναχώρησης που η εργοδότρια επικαλείται στην ανταγωγή της και στο παραπάνω από 18-2-2002 εξώδικο της. Όσα για το αντίθετο ισχυρίζεται η ενάγουσα που υποστηρίζει, ότι η διακοπή των εργασιών στο επίδικο έργο δικαιολογείται από την αρχή της καλής πίστης, (αρθρ. 288 Α.Κ.), και ενέχει, ειδικότερα, προβολή της ένστασης της μη εκπλήρωσης της σύμβασης, σε σχέση με τη μη πληρωμή της αμοιβής της, (αρθρ. 374 Α.Κ.), και της ένστασης της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης, σε σχέση με το ότι η εργοδότρια δε συνέπραξε στη νέα έγγραφη ρύθμιση, αναφορικά με την αλλαγή του τρόπου και του χρόνου της πληρωμής της εργολαβικής της αμοιβής, (αρθρ. 376 Α.Κ.), αλλά και του δικαιώματος επίσχεσης κατ' αρθρ. 325 Α.Κ.
για τις δαπάνες αγοράς υλικών κ.λ.π., είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατόπιν αυτών, η εργοδότρια είναι υποχρεωμένη ν' αποδώσει στην ενάγουσα μόνο την ωφέλεια που αποκόμισε από το τμήμα του έργου που κατασκευάστηκε από την εργολάβο και που το χρησιμοποίησε, κατά τις διατάξεις της υπαναχώρησης (αρθρ. 389 επ. Α.Κ.).
Τέτοια όμως βάση δεν περιέχεται στην κρινόμενη αγωγή της καθολικής διαδόχου της εργολάβου - ενάγουσας. Από το άλλο μέρος, η εργοδότρια παραδέχεται στην ανταγωγή της ότι η αξία των τμημάτων του έργου που κατασκεύασε και τοποθέτησε η εργολάβος ανέρχεται στο ποσό των 758.354,97 ευρώ, όπως, άλλωστε, η ίδια η ενάγουσα τα κοστολόγησε στην αγωγή της και συγκεκριμένα για τις περιοχές Α1, Α2, Β1, Β2 και Γ1 (συνολικού βάρους 707.949 κιλών Χ 365 δρχ.
ή 1,071 ευρώ, ανά κιλό = 758.354,97 ευρώ). Όπως η ίδια η ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της, η εργοδότρια έχει καταβάλει στην εργολάβο το συνολικό ποσό των 819.243,97 ευρώ και ειδικότερα α) 293.470,29 ευρώ, στις 31-1-2001, β) 116.228,17 ευρώ, στις 9-2-2001, γ) 58.694,06 ευρώ, στις 11-5-2001, δ) 29.347,03 ευρώ, στις 22-6-2001, ε) 88.041,09 ευρώ, στις 30-7-2001, στ) 58.694,06 ευρώ, στις 13-8-2001, ζ) 29.347,03 ευρώ, στις 27-8-2001, η) 44.020,54 ευρώ, στις 7-9-2001, θ) 49.889,95 ευρώ, στις 5-10-2001 και ι) 29.343 ευρώ στις 3-12-2001, καθώς και ια) 22.164,73 ευρώ, δηλαδή ποσοστό 3% που παρακρατήθηκε ως "φόρος εισοδήματος εργολάβου" για να αποδοθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., κατά τη σχετική συμφωνία τους.
Προκύπτει δηλαδή, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι έγιναν και καταβολές κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής των εργασιών, (από 13-9-2001 έως 12-12-2001), και το μήνα Αύγουστο 2001. Υποστηρίζει, βέβαια, η ενάγουσα ότι οι καταβολές αυτές έγιναν για την εξόφληση των τμημάτων του μεταλλικού σκελετού που τοποθετήθηκαν στα τμήματα Α1 και Β1 και παραλήφθηκαν από την εργοδότρια πριν από τις 14-9-2001, καθώς και σε μέρος της αξίας των υλικών του έργου.
Σε κάθε όμως περίπτωση, αποδεικνύεται ότι η εργοδότρια, όπως βάσιμα ισχυρίζεται, έχει καταβάλει επιπλέον στην εργολάβο το ποσό των 60.889 ευρώ, (819.243, 97 μείον 758.354, 97), το οποίο και πρέπει να της επιστραφεί από την ενάγουσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 389 Α.Κ., μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης της εργοδότριας.
Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι η τελευταία δικαιούται να παρακρατήσει και την αξία των υλικών, συνολικού βάρους 54.027 κιλών, που προσκομίστηκαν από την εργολάβο για να τοποθετηθούν στο έργο, αλλά τελικά παρέμειναν στο εργοτάξιο της χωρίς να τοποθετηθούν, αξίας 47.641,01 ευρώ. Συγκεκριμένα, με τον επικαλούμενο 11.1 όρο της από 20-12-2000 σύμβασης, η εργοδότρια, σε περίπτωση κήρυξης έκπτωτης της εργολάβου, (υπαναχώρησης από τη σύμβαση), έχει το δικαίωμα "να παρακρατήσει το υπόλοιπο των πληρωμών", όχι όμως και την αξία των υλικών του εργοταξίου της που μετέφερε εκεί η εργολάβος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται.
Για το λόγο αυτόν το σχετικό αίτημα της ανταγωγής, της πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως ορθά, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, όπως έχει εκτεθεί, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αγωγή της αναιρεσείουσας και δέχθηκε μερικά την ανταγωγή της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες και ειδικότερα, αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα με τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο λόγο της αναίρεσης διατείνεται, ως προς το ότι (α) η υπαναχώρηση από την ανωτέρω σύμβαση ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη αφού "δεν συμφωνήθηκε ο τρόπος έκπτωσης" (β) η παρέλευση της 31-1-2002 δεν επέφερε τη λήξη της συμφωνημένης παράτασης της προθεσμίας αποπεράτωσης του έργου, λόγω της σαφώς με την προσβαλλόμενη απόφαση προσδιοριζόμενης από ανώτερη βία αναστολής της προθεσμίας αυτής.
Επομένως ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι ως προς το ανωτέρω μέρος του απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω με το υπό στοιχείο β μέρος του ίδιου λόγου της αναίρεσης πλήττονται μη δεκτικά προσβολής με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο επιχειρήματα, που έχουν περιληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με το σαφές πόρισμά της ως προς την περιέλευση της αναιρεσείουσας σε υπερημερία οφειλέτη ως προς την απ' αυτή εκτέλεση του ανωτέρω έργου.
Για την αιτία αυτή το υπό στοιχείο β μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης είναι απορριπτέο, ως απαράδεκτο.
Με την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι η κατ' αυτή περιέλευση της αναιρεσείουσας σε υπερημερία οφειλέτη υπήρξε απότοκος της κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173, 200 και 288 Α.Κ. εσφαλμένης ερμηνείας των ανταλλαγεισών μεταξύ των διαδίκων ανωτέρω επιστολών. Όμως ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης η κατ' αυτή περιέλευση της αναιρεσείουσας στην εκτεθείσα υπερημερία υπήρξε απότοκος των ακολούθων μη σχετιζομένων με την ερμηνεία των παραπάνω επιστολών των διαδίκων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης (α) της θεμελιούμενης αυτοτελώς σε άλλα αποδεικτικά μέσα μη τροποποίησης της από 20-12-2000 σύμβασης μίσθωσης έργου (β) της μετά τη δεύτερη αναστολή εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών στο ανωτέρω ακίνητο αντίστοιχη αναστολή, λόγω ανώτερης βίας της μέχρι την 31-1-2001 προθεσμίας αποπεράτωσης του έργου και (γ) της μετά την παράταση αυτή εγκατάλειψης από την αναιρεσείουσα - εργολάβο του έργου. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και γι'αυτό είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση των από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικών λόγων πλήττεται η αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί της από την αναιρεσείουσα αποχώρησης από το έργο.
Τα από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1, 10 και 11 Κ.Πολ.Δ. μέρη του πέμπτου λόγου της αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτα, λόγω προεχόντως της αοριστίας τους εγκείμενης στο ότι με αυτά (και μάλιστα, παρά το ότι τα δυο τελευταία από τη φύση τους αφορούν τον περιλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποδεικτικό συλλογισμό) πλήττεται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο λόγο αυτό, η από το Εφετείο εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσείουσας χωρίς όμως με τα μέρη αυτά, όπως και με το λοιπό περιεχόμενο του δικογράφου της αναίρεσης να γίνεται η επιβαλλόμενη από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 Κ.Πολ.Δ.
επίκληση του περιεχομένου της αγωγής της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω το από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λοιπό μέρος του ίδιου λόγου της αναίρεσης είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο, ως προς μεν το σκέλος του, που αφορά την ύστερα από ανώτερη βία απαγόρευση από 14-9-2001 έως 14-12-2001 της συνέχισης των οικοδομικών εργασιών στο ανωτέρω ακίνητο και την αντίστοιχη αναστολή της προθεσμίας αποπεράτωσης και παράδοσης του έργου από την αναιρεσείουσα, γιατί οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά την αναιρεσείουσα αποτελούν εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου της αγωγής της αναιρεσείουσας δηλαδή προταθέντων με αυτό "πραγμάτων" ως προς δε το άλλο σκέλος του, γιατί οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που, κατ' αυτή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και οι οποίοι συνίσταντο στη λήξη της προθεσμίας αποπερατώσεως και παραδόσεως του έργου κατά την 31-1-2002, της αποχώρησης αυτής από το έργο μετά την άρνηση της αναιρεσίβλητης να συμπράξει στην παράταση της προθεσμίας περατώσεως του έργου και στην από υπαιτιότητα των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης επέλευση της διακοπής των εργασιών στο ανωτέρω έργο, έχουν απορριφθεί εκ του πράγματος μετά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί της περιέλευσης της αναιρεσείουσας σε υπερημερία οφειλέτη ως προς την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, της μετά από την υπερημερία αυτή υπαναχώρησης της αναιρεσίβλητης εργοδότριας από τη σύμβαση και της σύστοιχης με τις παραδοχές αυτές απόρριψης με την προσβαλλόμενη απόφαση της αγωγής της αναιρεσείουσας.
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης δεν πλήττεται η με αυτόν επικαλούμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία η αγωγή της αναιρεσείουσας δεν είχε βάση από τη μετά την υπαναχώρηση ιδρυτική της αξίωσης απόδοσης του πλουτισμού διάταξη του άρθρου 389 Α.Κ. δηλαδή ότι με την αγωγή αυτή δεν ζητήθηκε η λόγω της υπαναχώρησης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης από την ανωτέρω σύμβαση και της για την αιτία αυτή κατάργησης της ίδιας σύμβασης υποχρέωση της τελευταίας, (εναγόμενης - αναιρεσίβλητης), ν' αποδώσει στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού την κατά την αγωγή από 47.641,01 ευρώ αξία των έτοιμων για τοποθέτηση τμημάτων μεταλλικού σκελετού, που, όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται, επικαλέστηκε με την αγωγή της ότι παρέμειναν στο εργοτάξιο μετά την αποχώρησή της απ' αυτό.
Η με βάση την εκτεθείσα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης μη επιδίκαση με αυτή του ανωτέρω αγωγικού κονδυλίου δεν αποτέλεσε σύστοιχα με όσα έχουν εκτεθεί ούτε παραβίαση του άρθρου 389 Α.Κ. ούτε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και για την αιτία αυτή τα από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. μέρη του ανωτέρω λόγου της αναίρεσης, κατ' εκτίμηση των οποίων υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα.
Περαιτέρω και για το ότι η υπαναχώρηση της εναγομένης από τη σύμβαση αποτέλεσε, λόγω της από την αιτία αυτή αναδρομικής κατάργησης της σύμβασης αυτής, πλήρη αιτιολογία για τη με την προσβαλλόμενη απόφαση μη επιδίκαση του ανωτέρω αγωγικού κονδυλίου, που, κατά τον επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα αντίστοιχο αγωγικό ισχυρισμό της, αποτέλεσε μέρος της αμοιβής της.
Επομένως το από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο. Τέλος και για το ότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στον έκτο λόγο, το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο της απορριφθείσης με την προσβαλλόμενη απόφαση αγωγής της αναιρεσείουσας κρίθηκε αβάσιμο το από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ.
τελευταίο μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης, με το οποίο διατυπώνεται η αιτίαση ότι αφέθηκε από το Εφετείο αδίκαστο το παραπάνω αγωγικό κονδύλιο είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2005 αίτηση γι' αναίρεση της υπ' αριθ. 3442/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που ασκήθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε." νόμιμα εκπροσωπούμενη "ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΕΧ ΜΕΤΑΛΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΕ" με την οποία συγχωνεύτηκε δι'απορροφήσεώς της. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια εκατόν εβδομήντα, (1.170), ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ