Legislator Case Law & Legislation
1650/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against first instance rejection of unjust enrichment claim based on usurious interest payments.

Case Number 1650/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Single District Court's dismissal of the plaintiffs' claim for restitution of usurious interest payments. The plaintiffs argued that payments made under a contract deemed usurious constituted unjust enrichment rather than valid interest, which should be subject to a twenty-year limitation period. The Single District Court incorrectly applied the statute of limitations for interest payments instead of recognizing the claim as one for unjust enrichment. Consequently, the court remanded the case for further proceedings while ordering the appellant to bear the costs of the first appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 249 and 250 of the Civil Code; Payments made under a usurious contract constitute unjust enrichment subject to a twenty-year limitation period, not interest payments subject to a shorter limitation.

Keywords

AI generated
unjust enrichment usurious contract statute of limitations Civil Code remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 249 of the Civil Code
Article 250 of the Civil Code
Article 251 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1650 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1650/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Λ. και 2) Α. Α. του Π., αμφοτέρων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπάκο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ζεβόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2017 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς. Την αναίρεση και των δύο αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ...-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 82 του ν. 4194/2013 ορίζει: "1.Δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. 2. Κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών, χωρίς τον περιορισμό της παραγράφου 1, στο σύζυγο ή σε συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και σε δικηγόρο, ασκούμενο δικηγόρο, δικηγόρο σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφόσον πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση" ενώ το άρθρο 61 του ίδιου ορίζει στην παρ. 4.

α) "Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, καθώς και για την παράστασή του κατά τη συζήτησή τους ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παρ. 1, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη.

Στην τακτική διαδικασία, κατά τη διάταξη του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο δικηγόρος οφείλει να καταθέτει ενιαίο γραμμάτιο για τις προτάσεις και την παράσταση". Εξάλλου, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (ΑΕΔ 27/2004).

Επομένως, οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Δικηγόρων, με τις οποίες ορίζεται ότι, εφόσον δεν κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου γραμμάτιο προκαταβολής της προβλεπομένης από την παρ. 1 του ιδίου άρθρου εισφοράς προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, η σχετική διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη, δεν προσκρούουν στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο (ΟλΣτΕ 1858/2015,ΑΠ 1235/2019, ΑΠ 2126/2017).

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεισειόντων δεν κατέθεσε γραμμάτιο προεισπράξεως όχι μόνον για την πρώτη αναιρεσείουσα η οποία είναι δικηγόρος του δικηγορικού συλλόγου Κιλκίς και για την οποία δεν υποχρεούται σύμφωνα με τα προαναφερόμενα σε κατάθεση γραμματίου, αλλά και για τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν υπάγεται σε καμία από τις κατηγορίες διαδίκων εκείνες για τις οποίες ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους απαλλάσσεται της καταθέσεως γραμματίου προεισπράξεως και επομένως ο τελευταίος (δεύτερος αναιρεσείων) δεν παρίσταται νόμιμα κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Τέλος, από την υπ' αριθμόν ....2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Ρ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως και της υπ' αριθμόν .../2021 βεβαιώσεως αναβολής της Γραμματέως του Αρείου Πάγου για τη δικάσιμο της ....2023 με κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων προς την αναιρεσίβλητη.

Επομένως, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσείοντος δικάζοντας σαν να ήταν παρών και αυτός (άρθρο 576 παρ. 1 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 904 εδ. α του ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ιδίας διάταξης περ. α` η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1348/2023).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 249 του ΑΚ "ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά είναι εικοσαετής", κατά το άρθρο 251 ΑΚ "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της" και κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εικοσαετής και αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή που ο εναγόμενος αποκόμισε την ωφέλεια σε βάρος του ενάγοντος, ακριβέστερα δε από τη στιγμή που θα πληρωθούν όλοι οι όροι της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ και θα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης (ΑΠ 1518/2021, ΑΠ 1230/2017).

Έτσι, στην περίπτωση που ο πλουτισμός προέκυψε από παροχή αχρεώστητη, χρονικό σημείο γέννησης της υποχρέωσης του λήπτη να αποδώσει την ωφέλεια και αντίστοιχα της αξίωσης του δότη προς απόδοσή της και άρα αφετηρία της εικοσαετούς παραγραφής, είναι εκείνο κατά το οποίο ο δότης κατέβαλε την αχρεώστητη παροχή στο λήπτη (ΑΠ 1518/2021).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 αριθμός 15 του ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις τόκων, χρεολύτρων και μερισμάτων και κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα, η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα.

Επομένως, στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 250 αριθμός 15 του ΑΚ υπόκεινται οι αξιώσεις για καταβολή τόκων και όχι οι αξιώσεις τους που στηρίζονται αποκλειστικά στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, που έχει το ίδιο περιεχόμενο με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο Κιλκίς στις 27-10-2005 οι ενάγοντες ως συνοφειλέτες, συνήψαν εγγράφως με τη μη διάδικο σ' αυτή τη δίκη και εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." ως δανείστρια την υπ' αριθμόν ...-2005 "Σύμβαση τοκοχρεολυτικού στεγαστικού δανείου" ποσού 120.000,00 €, "αποκλειστικά για αποπεράτωση οικίας στο Κιλκίς".

Το δάνειο συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί κατά το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεολυσίας με την καταβολή εκατόν ογδόντα (180) συνεχών μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων, καταβλητέων την πέμπτη (5η) ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, με την πρώτη (1Π) δόση καταβλητέα εντός ενός (1) μηνός από την πρώτη εκταμίευση του δανείου.

Η κάθε δόση συμφωνήθηκε να περιλαμβάνει τον τόκο που προκύπτει από το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο κεφάλαιο επί το επιτόκιο του άρθρου 4 της σύμβασης, καθώς και το χρεολύσιο που αναλογεί σε κάθε μηνιαία δόση, όπως αυτή διαμορφώνεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο στη λήξη της δόσης. Επιπλέον, ως χρονική βάση υπολογισμού των τόκων συμφωνήθηκε ο λόγος των πραγματικών ημερών προς το έτος των τριακοσίων εξήντα (360) ημερών, ορίσθηκαν δε οι τόκοι ως καταβλητέοι ανά μήνα δεδουλευμένα.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες συνοφειλέτες (δανειολήπτες) θα ευθύνονται εις ολόκληρον ο καθένας για όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις τους έναντι της δανείστριας τράπεζας (δανειοδοτη). Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 της σύμβασης που επιγράφεται "επιτόκιο", κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ, "Το δάνειο επιβαρύνεται από την υπογραφή της παρούσας με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο 3,35% πλέον της εισφοράς του ν. 128/1975, που σήμερα ανέρχεται σε 0,12%...η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα μεταβολής του επιτοκίου, εφόσον υπάρξει μεταβολή του παρεμβατικού (επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις αναχρηματοδότησης) επιτοκίου της ΕΚΤ, προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση) αντίστοιχα και έως του διπλασίου της μεταβολής αυτής.

Η μεταβολή θα λαμβάνει χώρα εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία μεταβολής του παρεμβατικού...επιτοκίου της ΕΚΤ. Το νέο επιτόκιο...θα ισχύει από την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης της τράπεζας, ο δε οφειλέτης θα λάβει γνώση για τη μεταβολή αυτή από την τράπεζα είτε με ανακοίνωση της τράπεζας, που θα δημοσιεύεται δύο φορές...στον ημερήσιο τύπο, είτε με ειδοποίηση της προς τον οφειλέτη.

Εάν ο οφειλέτης διαφωνήσει με το νέο επιτόκιο, δικαιούται μέσα σε περίοδο τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίηση της ισχύος του νέου επιτοκίου, να καταγγείλει τη σύμβαση και να εξοφλήσει άμεσα το υπόλοιπο τη οφειλής του...Στην περίπτωση της μη αποδοχής από τον οφειλέτη του νέου επιτοκίου, η τράπεζα επίσης δικαιούται να απαιτήσει την άμεση εξόφληση του συνόλου του δανείου".

Ακολούθως, η δανείστρια τράπεζα ("Αγροτική τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.") τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, ενώ με την από 27-07-2012 "Σύμβαση μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού πιστωτικού ιδρύματος", που συνήφθη μεταξύ της υπό ειδική εκκαθάριση τράπεζας και της εναγομένης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3601/2007 και ιδιαίτερα των άρθρων 63Β, 63Δ και 68 αυτού και μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν ...-2012 απόφασης της επιτροπής μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β' 2209/27-07-2012), η ανωτέρω υπό ειδική εκκαθάριση "Αγροτική τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." μεταβίβασε στην εναγομένη τις αναφερόμενες στην παραπάνω σύμβαση και απόφαση συμβατικές σχέσεις, μεταξύ των οποίων και η έννομη σχέση που απορρέει από την παραπάνω δανειακή σύμβαση, με τα εξ αυτής κύρια και παρεπόμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Έτσι, η εναγομένη κατέστη ειδική διάδοχος της ως άνω δανείστριας τράπεζας ("Αγροτική τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.") ως προς το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από την παραπάνω δανειακή σύμβαση (...-2005). Στη συνέχεια με την από 22-11-2012 "Πρόσθετη πράξη μείωσης δόσης στεγαστικού δανείου", που συνήψαν στο Κιλκίς οι ενάγοντες (συνοφειλέτες) με την εναγομένη (ειδική διάδοχο της δανείστριας τράπεζας με την επωνυμία "Αγροτική τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε."), μετέβαλαν τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην εν λόγω πρόσθετη πράξη και ακολούθως με την από 07-05-2015 όμοια (πρόσθετη) πράξη μετέβαλαν τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου, τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου κ.λπ., κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο Κιλκίς στις 13-06-2008 οι ενάγοντες ως συνοφειλέτες, συνήψαν εγγράφως με την ως άνω τράπεζα ("Αγροτική τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.") ως δανείστρια την υπ' αριθμόν ...-2008 όμοια με την προηγουμένη (την υπ' αριθμόν ...-2005) δανειακή σύμβαση ποσού 40.000,00 €. Το δάνειο συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί κατά το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεολυσίας με την καταβολή εκατόν εξήντα οκτώ (168) συνεχών μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων, καταβλητέων την πέμπτη (5η) ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, με την πρώτη (1ΐ) δόση καταβλητέα εντός ενός (1) μηνός από την πρώτη εκταμίευση του δανείου.

Η κάθε δόση συμφωνήθηκε να περιλαμβάνει τον τόκο, που προκύπτει από το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο κεφάλαιο επί το επιτόκιο του άρθρου 4 της εν λόγω σύμβασης, καθώς και το χρεολύσιο που αναλογεί σε κάθε μηνιαία δόση, όπως αυτή διαμορφώνεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο στη λήξη της δόσης. Επιπλέον, ως χρονική βάση υπολογισμού των τόκων συμφωνήθηκε ο λόγος των πραγματικών ημερών προς το έτος των τριακοσίων εξήντα (360) ημερών.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες συνοφειλέτες (δανειολήπτες) θα ευθύνονται εις ολόκληρον ο καθένας για όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις τους έναντι της εναγομένης δανείστριας (δανειοδότη). Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 της σύμβασης που επιγράφεται "επιτόκιο", κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ, "Το δάνειο επιβαρύνεται με ετήσιο σταθερό επιτόκιο 4,70% πλέον της εισφοράς του ν. 128/1975, που σήμερα ανέρχεται σε 0,12%.

Το επιτόκιο αυτό ισχύει από την υπογραφή της σύμβασης του δανείου και για τρία (3) χρόνια...Την επομένη της λήξης της ως άνω διάρκειας του σταθερού επιτοκίου, το επιτόκιο θα αναπροσαρμοστεί αυτόματα, χωρίς καμμία άλλη ειδοποίηση του οφειλέτη, στο ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου που θα ισχύει την εποχή εκείνη και που η τράπεζα θα επιβαρύνει τα δάνεια της ίδιας κατηγορίας.

Το επιτόκιο αυτό θα έχει ως επιτόκιο αναφοράς το βασικό επιτόκιο (ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς δημοπρασιών ανταγωνιστικού επιτοκίου) για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, που σήμερα ανέρχεται σε 4,00%. Στο επιτόκιο αυτό θα προστίθεται περιθώριο προσαύξησης 2,30%, το οποίο (περιθώριο) θα παραμένει σταθερό για όλη τη διάρκεια του δανείου, καθώς και η εισφορά του ν. 128/1975, που σήμερα ανέρχεται σε 0,12%.

Η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα μεταβολής του ως άνω κυμαινόμενου βασικού επιτοκίου, εφόσον υπάρξει μεταβολή του παρεμβατικού (επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις αναχρηματοδότησης) επιτοκίου της ΕΚΤ, προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση) αντίστοιχα και μέχρι του ισόποσου της μεταβολής αυτής. Η μεταβολή θα λαμβάνει χώρα εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία μεταβολής του παρεμβατικού...επιτοκίου της ΕΚΤ.

Το νέο επιτόκιο...θα ισχύει από την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης της τράπεζας, ο δε οφειλέτης θα λάβει γνώση για τη μεταβολή αυτή από την τράπεζα είτε με ανακοίνωση της τράπεζας που θα δημοσιεύεται δύο φορές...στον ημερήσιο τύπο, είτε με ειδοποίηση της προς τον οφειλέτη. Εάν ο οφειλέτης διαφωνήσει με το νέο επιτόκιο, δικαιούται μέσα σε περίοδο τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίηση της ισχύος του νέου επιτοκίου, να καταγγείλει τη σύμβαση και να εξοφλήσει άμεσα το υπόλοιπο τη οφειλής του...Στην περίπτωση της μη αποδοχής από τον οφειλέτη του νέου επιτοκίου, η τράπεζα επίσης δικαιούται να απαιτήσει την άμεση εξόφληση του συνόλου του δανείου.

Εάν κατά τη διάρκεια του παρόντος δανείου το βασικό επιτόκιο...για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ παύσει να εκδίδεται από την ΕΚΤ..., από την ημέρα της παύσεως και εφεξής το επιτόκιο θα καθορίζεται από την τράπεζα". Περαιτέρω, με την προμνησθείσα από 27-07-2012 "Σύμβαση μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού πιστωτικού ιδρύματος", που συνήφθη μεταξύ της ως άνω υπό ειδική εκκαθάριση δανείστριας τράπεζας ("Αγροτικής τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.") και της εναγομένης, η τελευταία κατέστη ειδική διάδοχος της πρώτης ως προς το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν εκτός από την παραπάνω (...-2005) και από την τελευταία δανειακή σύμβαση (...-2008).

Εκ των ως άνω δανείων το μεν πρώτο (των € 120.000,00 με αριθμό σύμβασης ...-2005) εκταμιεύθηκε στις 03-11-2005, το δε δεύτερο (των € 40.000,00 με αριθμό σύμβασης ...-2008) εκταμιεύθηκε στις 23-06-2008. Με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι οι όροι που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 αμφοτέρων των ως άνω συμβάσεων (που επιγράφεται "επιτόκιο"), αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 2 §§ 6 και 7 στοιχ.

ε' και ια' του ν. 2251/1994 ("Προστασία των καταναλωτών" / ΦΕΚ Α' 191/16-11-1994) και ως εκ τούτου πάσχουν ακυρότητα ως καταχρηστικοί και είναι ανίσχυροι, κατά το μέρος που επιτρέπουν στη δανείστρια / δανειοδότη "Αγροτική τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (και στη συνέχεια στην ειδική διάδοχο της εναγομένη) να προσδιορίζει μονομερώς το ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου των παραπάνω δανειακών συμβάσεων, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στους συνοφειλέτες / δανειολήπτες ενάγοντες σχετικά κριτήρια ειδικά και εύλογα, κάτι που οδηγεί σε διάψευση των ευλόγων και δικαιολογημένων προσδοκιών τους ως "καταναλωτών" ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσης τους με την αντισυμβαλλομένη τους τράπεζα.

Ότι ειδικότερα το τμήμα των ενδίκων συμβάσεων που αφορά τη διαμόρφωση του ύψους του κυμαινόμενου επιτοκίου αποτέλεσε εξαρχής γενικό όρο συναλλαγών, που δεν προέβλεπε κανένα δείκτη για τη διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου, άφηνε αόριστο το τίμημα και ήταν αδιαφανές (το εν λόγω τμήμα των συμβάσεων) όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εναγόντων, με συνέπεια την καταχρηστικότητα και το ανίσχυρο αυτού.

Ότι για το λόγο αυτό το ύψος του επιτοκίου θα έπρεπε να αναπροσαρμόζεται με βάση εύλογα κριτήρια που να αντανακλούν τις συνθήκες της αγοράς, δηλαδή με βάση το κόστος του χρήματος για την εναγομένη. Κρίθηκε δε στη συνέχεια ότι εύλογο κριτήριο που αντανακλά τις συνθήκες της χρηματαγοράς και εκφράζει τη βούληση των μερών να συνδέσουν τη διακύμανση του επιτοκίου με τις εκάστοτε μεταβολές του κόστους του χρήματος στην αγορά, αποτελεί το επιτόκιο Πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, που είναι το επιτόκιο με το οποίο η τελευταία χορηγεί δάνεια στα πιστωτικά ιδρύματα.

Ως προς τις κρίσεις και τα συμπεράσματα της αυτά δεν πλήττεται η εκκαλουμένη με λόγο έφεσης και ως εκ τούτου έχει τελεσιδικήσει. Με την αγωγή ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει (επιστρέψει) εις ολόκληρον σε καθένα των εναγόντων το ποσό των € 11.949,25, ως διαφορά μεταξύ των καταβληθέντων από αυτούς τόκων κατ' εφαρμογή του διαμορφωθέντος από - την πρώτη επιτοκίων, δυνάμει των ως άνω καταχρηστικών συμβατικών όρων και των καταβλητέων (τόκων) με βάση το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ.

Ειδικότερα, ζητήθηκε να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των € 8.979,84 για το διάστημα λειτουργίας της πρώτης δανειακής σύμβασης (...-2005) από 01-10-2008 έως και 31-12-2016 και το ποσό των € 2.969,41 για το διάστημα λειτουργίας της δεύτερης δανειακής σύμβασης (...-2008) από 01-09-2009 έως και 31-12-2016. Με την εκκαλουμένη απόφαση η αγωγή έγινε δεκτή ως προς αυτό το κεφάλαιο κατά ένα μέρος, όπως προαναφέρθηκε και η εναγομένη υποχρεώθηκε να καταβάλει εις ολόκληρον σε καθένα των εναγόντων νομιμοτόκως το ποσό των € 1.658,87 για το διάστημα από 01-01-2011 έως και 15-11-2016 ως προς την πρώτη σύμβαση και το ποσό των € 1.107,13 για το διάστημα από 14-06-2011 (επομένη της λήξης της τριετίας του σταθερού επιτοκίου κατά συμφωνηθέντα στη σύμβαση και έναρξη της περιόδου χρήσης κυμαινόμενου επιτοκίου) έως και 05-09-2016 (διότι ο συνημμένος στην αγωγή πίνακας μέχρι την ημερομηνία αυτή κάνει λόγο για καταβληθέντες τόκους, χωρίς αυτό να διαφοροποιείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο) ως προς τη δεύτερη σύμβαση, χωρίς να πλήττεται η εκκαλουμένη με λόγο έφεσης για τους σχετικούς υπολογισμούς ή για τη μη επιδίκαση κονδυλίων καταβληθέντων τόκων τα διαστήματα από 16-11-2016 έως και 31-12-2016 ως προς την πρώτη σύμβαση και από 06-09-2016 έως και 31-12-2016 ως προς τη δεύτερη σύμβαση.

Έτσι, με την εκκαλουμένη κρίθηκε ότι το ποσό που κατέβαλαν οι ενάγοντες στην εναγομένη πλέον του οφειλομένου σε αυτήν για τόκους, εξαιτίας της μη νόμιμης αναπροσαρμογής του κυμαινόμενου επιτοκίου των ενδίκων δανειακών συμβάσεων, δυνάμει του ως άνω κριθέντος ως καταχρηστικού και ανίσχυρου συμβατικού όρου, ανέρχεται για την πρώτη εξ αυτών (...-2005) σε € 1.658,87 και για τη δεύτερη εξ αυτών (...-2008) σε € 1.107,13 και συνολικά σε (1.658,87 + 1.107,13 =) € 2.766,00, ποσό το οποίο και επιδικάστηκε νομιμοτόκως εις ολόκληρον σε καθένα των εναγόντων, δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρων 904 επ.

ΑΚ). Όμως για τα ημερολογιακά έτη 2008, 2009 και 2010 και ειδικότερα για την ένδικη περίοδο από 01-10-2008 έως και 31-12-2010 ως προς την πρώτη σύμβαση και από 01-09-2009 έως και 31-12-2010 ως προς τη δεύτερη σύμβαση δεν επιδικάστηκε κανένα ποσό, καθώς η εκκαλουμένη, κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης της εναγομένης, δέχθηκε ότι έχουν παραγραφεί οι αχρεωστήτως καταβληθέντες από τους ενάγοντες τόκοι για κάθε τοκοχρεολυτική δόση, που αφορά τα αιτούμενα με την αγωγή για τα παραπάνω έτη, διότι παρήλθε άπρακτη πενταετία από τότε που θα μπορούσαν να γίνουν απαιτητοί.

Δηλονότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι: Α. Ως προς την πρώτη σύμβαση (...-2005) οι αιτούμενοι τόκοι που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως από 01-10-2008 έως και 31-12-2008 παραγράφηκαν με την (άπρακτη) πάροδο της 31-12-2013, οι αιτούμενοι τόκοι που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως από 01-01-2009 έως και 31-12-2009 παραγράφηκαν με την πάροδο της 31-12-2014 και οι αιτούμενοι τόκοι που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως από 01-01-2010 έως και 31-12-2010 παραγράφηκαν με την πάροδο της 31-12-2015 και (δέχθηκε) Β.

ως προς τη δεύτερη σύμβαση (...-2008) οι αιτούμενοι τόκοι που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως από 01-01-2009 έως και 31-12-2009 παραγράφηκαν με την πάροδο της 31-12-2014 και οι αιτούμενοι τόκοι που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως από 01-01-2010 έως και 31-12-2010 παραγράφηκαν με την πάροδο της 31-12-2015, δεδομένου ότι η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη στις 30-11-2016 (βλ.

και την υπό στοιχεία "...-2016" έκθεση επίδοσης του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δικαστικού επιμελητή Σ. Χ.) και ότι δεν μεσολάβησε άλλο διακοπτικό ή ανασταλτικό της παραγραφής γεγονός. Συναφώς,.. στην πενταετή παραγραφή της ΑΚ 250 αρ. 15 υπάγεται και η αξίωση πλουτισμού του δανειολήπτη για απόδοση των ήδη καταβληθέντων από αυτόν παράνομων τόκων προς το δανειοδότη, δηλαδή εν προκειμένω η αξίωση των εναγόντων (δανειοληπτών) για απόδοση των αδικαιολογήτως καταβληθέντων από αυτούς ως άνω τόκων προς την εναγομένη (δανειοδότη), ήτοι των τόκων της περιόδου από 01-10-2008 έως και 31-12-2010 ως προς την πρώτη σύμβαση (...-2005) και της περιόδου από 01-09-2009 έως και 31-12-2010 ως προς τη δεύτερη σύμβαση (...-2008).

Ως εκ τούτου, η εν λόγω αξίωση παραγράφηκε, όπως ορθώς ισχυρίστηκε με τη σχετική ένσταση της η εναγομένη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κάνοντας την δεκτή ως βάσιμη, ορθώς ερμήνευσε κι εφήρμοσε το νόμο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμόν .../2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κιλκίς, με την οποία το δικαστήριο εκείνο, αφού έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής για μέρος της αγωγικής αξιώσεως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.

Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 15 ΑΚ και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 249 του ίδιου Κώδικα, διότι τα ποσά τα οποία κατέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι στην αναιρεσείουσα δυνάμει του συμβατικού όρου, που κρίθηκε καταχρηστικός, συνιστούν πλουτισμό της τελευταίας από παροχή αχρεώστητη και, συνεπώς, η αξίωση των αναιρεσειόντων για επιστροφή των ποσών αυτών, ως έχουσα τον χαρακτήρα αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού και όχι καταβολής τόκων, παραγράφεται, κατά την διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, μετά πάροδο εικοσαετίας από τότε που, κατ' άρθρο 251 του ίδιου Κώδικα, γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο τα αυτά υποστηρίζουν και οι αναιρεσείοντες, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναιρέσεως στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν .../2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναιρέσεως στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ