Legislator Case Law & Legislation
1650/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, upholding lower court's assessment of evidence and inheritance rights.

Case Number 1650/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three siblings against a final judgment regarding their father's estate. The appellants argued that the lower court erred in assessing evidence concerning the distribution of assets and the identity of vehicles involved in an inheritance dispute. The court rejected these claims, stating that the appellate court correctly evaluated the credibility of documents and witness testimony within its exclusive domain.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the appellate court's evaluation of the credibility of evidence and the determination of inheritance rights fall within its exclusive jurisdiction and cannot be successfully challenged on appeal.

Keywords

AI generated
appeal procedure inheritance dispute evidence assessment credibility evaluation civil procedure code inheritance rights costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1349/2018
Supreme Court Case 943/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1650 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1650/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Δ. του Ν., 2) Β. Α. του Μ., συζύγου Β. Δ. και 3) Ν. Δ. του Β., απάντων κατοίκων Κ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μίγγο, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 10-2-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Δ. του Ν., κατοίκου Κ.. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σουλτάνα Σιμήτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2021 αίτησή τους και τους από 14-12-2022 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 28-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 40/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 23-11-2018 αγωγή που άσκησε σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων, ιστορούσε ότι ο πρώτος αναιρεσείων είναι αδελφός του, με τον οποίο κληρονόμησαν από κοινού, κατά ποσοστό 50% έκαστος, τον αποβιώσαντα στις 3-7-1988 πατέρα τους Ν.

Δ. και την αποβιώσασα στις 23-11-1988 μητέρα τους Γ. Σ., η περιουσία των οποίων αποτελείτο από χρήματα μετρητά, τα αναλυτικώς περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα, καθώς και δύο δημοσίας χρήσεως λεωφορεία ενταγμένα στο ΚΤΕΛ Κ...., η εκμετάλλευση των οποίων τους απέφερε εισόδημα, που ανήκε κατά ποσοστό 50% σε έκαστο εξ αυτών.

Ότι τη διαχείριση της κοινής περιουσίας τους την ανέλαβε ο πρώτος αναιρεσείων, αρχικώς λόγω της ανηλικότητας του ιδίου κατά τον χρόνο θανάτου των γονέων τους και εν συνεχεία, μετά την ενηλικίωσή του, λόγω της εμπιστοσύνης που είχε ο ίδιος στο πρόσωπο του. Ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα είναι σύζυγος του πρώτου, η οποία δεν εργάστηκε ποτέ, ούτε είχε δικά της εισοδήματα, αλλά ασχολείτο με την ανατροφή των τέκνων τους, ένα εκ των οποίων είναι ο τρίτος αναιρεσείων, που γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1991.

Ότι ο ίδιος, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως και το 2015, είχε από την εργασία του ως οδηγός λεωφορείου, τα μισθώματα από την εκμίσθωση των κοινών ακινήτων και τη δραστηριότητά του ως ιδιοκτήτης λεωφορείων, τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή κατ' έτος εισοδήματα. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 1996 συμφώνησε με τον πρώτο να αποταμιεύσουν από κοινού τις κοινές τους προσόδους από την εκμετάλλευση της κοινής τους περιουσίας, όπως συνέβαινε και κατά τη διάρκεια της ανηλικότητάς του, σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, με μοναδικούς δικαιούχους τους ίδιους, όπου θα κατατίθεντο τα πάσης φύσεως έσοδα, τα οποία θα εξακολουθούσε να εισπράττει για λογαριασμό αμφοτέρων ο πρώτος αναιρεσείων και θα καταβάλλονταν από τους λογαριασμούς τα έξοδα που αφορούσαν την κοινή τους περιουσία.

Ότι στις 24-3-1998 ανοίχθηκε ο με αριθμό ... κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου στην Τ. Α., με την κατάθεση του ποσού των 731.906 δραχμών ή 2.147,93 ευρώ, που προερχόταν από κοινά χρήματα, ενώ στις 14-2-2008 ανοίχθηκε στην ίδια τράπεζα ο με αριθμό ... κοινός λογαριασμός "A. υπερταμιευτήριο μηνιαίας απόδοσης τόκων", με την κατάθεση του ποσού των 4.500 ευρώ, προερχόμενου από κοινά τους χρήματα, με μοναδικούς δικαιούχους τον ίδιο και τον πρώτο εναγόμενο.

Ότι στους λογαριασμούς αυτούς κατατίθεντο τα κοινά μερίσματα από την εκμετάλλευση των λεωφορείων που ήταν ενταγμένα στο ΚΤΕΛ Κ..., τα μισθώματα των ακινήτων συγκυριότητάς τους, καθώς επίσης και οι τόκοι των 88 κοινών προθεσμιακών καταθέσεων, προερχόμενων από χρήματα των ως άνω λογαριασμών, ενώ από τα κατατεθειμένα σε αυτούς χρηματικά ποσά καλύπτονταν κάποιες δαπάνες και έξοδα που αφορούσαν στην κοινή τους περιουσία, τη διαχείριση των οποίων είχε αποκλειστικά ο πρώτος αναιρεσείων τόσο για το δικό του μερίδιο, όσο και για το μερίδιο του ιδίου, ως εντολοδόχος.

Ότι τον Μάρτιο του 2017 ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) πληροφορήθηκε από την προαναφερόμενη τράπεζα ότι ο πρώτος αναιρεσείων, χωρίς να λάβει τη συγκατάθεση του ιδίου και χωρίς έχει σχετικό δικαίωμα από την εσωτερική σχέση, σε παρελθόντα χρόνο ενέγραψε ως δικαιούχους των λογαριασμών τη δεύτερη αναιρεσείουσα σύζυγό του και τον τρίτο αναιρεσείοντα υιό του, οι οποίοι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τους λογαριασμούς και ουδέποτε κατέθεσαν δικά τους χρήματα σε αυτούς.

Ότι ο με αριθμό ... κοινός λογαριασμός από τις 24-3-1998 έως τις 28-2-2017 παρουσίασε τις αναλυτικώς αναφερόμενες στην αγωγή χρεώσεις και πιστώσεις και υπόλοιπο στις 28-2-2017 ύψους 3.221,04 ευρώ, από τις χρεώσεις δε του λογαριασμού προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα από 13-1-2015 έως τις 31-12-2016 προέβη σε αναλήψεις συνολικού ποσού ...

ευρώ, τις οποίες ενήργησε αποκλειστικώς προς όφελός του, χωρίς ενημέρωση του ιδίου και παραβιάζοντας την εσωτερική τους σχέση, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ήταν δικαιούχος του ως άνω ποσού κατά ποσοστό 50%, δηλαδή του ποσού των ... ευρώ, το οποίο του ανήκει ως συνδικαιούχο του λογαριασμού και με βάση την εσωτερική τους σχέση και οφείλει να του αποδώσει ο πρώτος αναιρεσείων.

Ότι, επικουρικώς, ο πρώτος αναιρεσείων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα προέβη κατά τις αναλυτικώς αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες σε αναλήψεις χρηματικού ποσού συνολικού ύψους ... ευρώ, από το οποίο, με βάση την εσωτερική σχέση της εντολής που τους συνέδεε, ο ίδιος είχε δικαίωμα να λάβει το ποσό των ...

ευρώ, το οποίο δεν έλαβε λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντα, που του επέφερε ισόποση ζημία. Ότι ο με αριθμό ... κοινός λογαριασμός κατά το χρονικό διάστημα από 14-2-2008 έως 28-2-2017 παρουσίασε τις αναλυτικώς αναφερόμενες στην αγωγή χρεώσεις και πιστώσεις και υπόλοιπο στις 28-2-2017 ύψους 10.732,53 ευρώ, από τις χρεώσεις δε του λογαριασμού προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα από 22-1-2015 έως 31-12-2016, προέβη σε αναλήψεις συνολικού ποσού ...

ευρώ, τις οποίες ενήργησε αποκλειστικώς προς όφελος του, χωρίς ενημέρωση του ιδίου και παραβιάζοντας την εσωτερική τους σχέση, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ήταν δικαιούχος του ως άνω ποσού κατά ποσοστό 50%, δηλαδή του ποσού των ... ευρώ, το οποίο του ανήκει ως συνδικαιούχο του λογαριασμού και με βάση την εσωτερική τους σχέση και οφείλει να του αποδώσει ο πρώτος αναιρεσείων.

Ότι, επικουρικώς, ο πρώτος αναιρεσείων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα προέβη κατά τις αναλυτικώς αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες σε αναλήψεις χρηματικού ποσού συνολικού ύψους ... ευρώ, από το οποίο, με βάση την εσωτερική σχέση της εντολής που τους συνέδεε, είχε δικαίωμα να λάβει το ποσό των ... ευρώ το οποίο δεν έλαβε λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντα, που του επέφερε ισόποση ζημία.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, κυρίως με βάση το δικαίωμα αναγωγής από τη σχέση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις περί εντολής και αδικοπραξιών, μετά από περιορισμό του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του πρώτου αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ίδιο το συνολικό ποσό των ...

ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της εξώδικης οχλήσεως, δηλαδή από 30-3-2018, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη και ο τρίτος των αναιρεσειόντων δεν απέκτησαν νομίμως την ιδιότητα των δικαιούχων των προαναφερόμενων κοινών τραπεζικών λογαριασμών και δεν έχουν κάποιο δικαίωμα στο κεφάλαιο και τους τόκους των λογαριασμών.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκρινε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της που στηρίζεται στις διατάξεις περί κοινού λογαριασμού, ορισμένη και νόμιμη, τόσο κατά την τεκμαρτή συμβολή του ενάγοντος κατά ποσοστό 50% σε αυτούς, όσο και κατά την πραγματική συμβολή του κατά το ίδιο ποσοστό και την έκανε εν μέρει δεκτή από ουσιαστική άποψη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του πρώτου αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των ...

ευρώ με τον νόμιμο τόκο από 30-3-2018, ενώ περαιτέρω αναγνώρισε ότι ο τρίτος αναιρεσείων δεν κατέστη νομίμως συνδικαιούχος των επίδικων κοινών τραπεζικών λογαριασμών, η δε δεύτερη αναιρεσείουσα κατέστη μεν νομίμως δικαιούχος, ωστόσο δεν είχε δικαίωμα στα χρηματικά ποσά των τραπεζικών λογαριασμών από την εσωτερική σχέση των διαδίκων.

Κατά της άνω απόφασης, οι αναιρεσείοντες, άσκησαν την από 5-7-2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 40/2021 απόφαση, με την οποία, απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση του τρίτου των αναιρεσειόντων και έγινε δεκτή κατ'ουσία η έφεση του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσειόντων, εξαφανίστηκε ως προς αυτούς η πρωτόδικη απόφαση, δικάστηκε η ένδικη αγωγή και απορρίφθηκε αυτή (αγωγή) ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα και έγινε δεκτή κατά ένα μέρος της ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του πρώτου αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των ...

ευρώ νομιμοτόκως από 30-3-2018 μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), η κρινόμενη, από 28-7-2021, αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Παραδεκτοί, επίσης, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 22-12-2022 (βλ. 184/2022 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του Γραμματέα του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφο αυτό) και επιδόθηκε νομότυπα στον αναιρεσίβλητο, στις 4-1-2023 (βλ.

την υπ'αριθμ.... έκθεση επίδοσης της δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κ... Μ. Π.), ήτοι τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (13-2-2023), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε, δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του τελευταίου ν. 4912/2022, καταλαμβάνει και τα εκκρεμή ένδικα μέσα.

Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν.5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 117 ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν.1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του, κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί.

Η λειτουργία, ωστόσο, της συμβάσεως αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από την βούληση του καταθέτη.

Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο.

Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στην διατύπωση των παραπάνω διατάξεων.

Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον δότη της υπόσχεσης (τράπεζα) για τον εαυτό του.

Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από την διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ.

α` του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 656/2019,ΑΠ 431/2019,ΑΠ 1128/2017,ΑΠ 529/2015,ΑΠ 1001/2012,ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000).

Εκείνος, όμως, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ` επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015).

Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική.

Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού, και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ` αυτόν.

Κατ` αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992).

Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998).

Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1128/2017,ΑΠ 1001/2012). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 671/2022,ΑΠ 333/2021).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε, κατά τα προαναφερθέντα, την ως άνω αγωγή, κατά την κύρια βάση της που στηρίζεται στις διατάξεις περί κοινού λογαριασμού, ορισμένη και νόμιμη, τόσο κατά την τεκμαρτή συμβολή του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου κατά ποσοστό 50% σε αυτούς, όσο και κατά την πραγματική συμβολή του κατά το ίδιο ποσοστό.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν τον ισχυρισμό περί νομικής αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, διότι "ο αντίδικος δεν προσδιόριζε επακριβώς, ούτε τα ποσά και τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο κατατέθηκαν από τον ίδιο ή από τρίτο για λογαριασμό του στους επίδικους λογαριασμούς, ούτε τις δαπάνες που έγιναν κάθε χρόνο για λογαριασμό του στα πλαίσια της διαχείρισης της κοινής περιουσίας, ούτε τα ποσά που επενδύθηκαν για λογαριασμό του, διότι, εφόσον επικαλούνταν ως εσωτερική σχέση την εκ μέρους του πρώτου από αυτούς διαχείριση των εισπράξεων του μεριδίου του, δεν αρκούσε μόνο η αναφορά των ετησίων συνολικών εσόδων του, στα οποία ενσωμάτωσε και τις αποδοχές του (για τις οποίες, χωρίς να προσδιορίζει το ποσό τους, ανέφερε ρητά ότι τις εισέπραξε ο ίδιος για τις ανάγκες της διαβίωσής του), αλλά θα έπρεπε να αναφέρει επακριβώς το ποσό των καθαρών κερδών που προέκυψε για κάθε χρόνο από την (έστω πρόχειρη και μονομερή), ετήσια εκκαθάριση, με συνυπολογισμό εσόδων-εξόδων, άλλως να αναφέρει αναλυτικά όλες τις δαπάνες που πλήρωσε ο πρώτος από αυτούς (αναιρεσείοντες), ώστε μετά την αφαίρεσή τους από τα έσοδά του να προκύπτει με βεβαιότητα το καθαρό υπόλοιπο (κέρδος) που θα μπορούσε να είναι αντικείμενο τραπεζικής κατάθεσης, με βάση το οποίο θα κριθεί η συμμετοχή του ή μη και το ποσοστό συμμετοχής του στο ποσό των επιδίκων κοινών λογαριασμών".

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον παραπάνω λόγο έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία: ".... ο ενάγων -καταθέτης στρέφεται αναγωγικώς σε βάρος του πρώτου εναγομένου, μοναδικού συνδικαιούχου, κατά τους ισχυρισμούς του, των επίδικων λογαριασμών, διότι, σύμφωνα με την αγωγή, η δεύτερη και ο τρίτος των εναγομένων δεν απέκτησαν νομίμως την ιδιότητα του συνδικαιούχου και ισχυριζόμενος ότι ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε ολόκληρο το χρηματικό ποσό που ήταν κατατεθειμένο στους λογαριασμούς αυτούς, ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να του αποδώσει ποσοστό 50% του χρηματικού ποσού, το οποίο κατ' αρχάς καλύπτεται από το νόμιμο τεκμήριο του άρθρου 493 ΑΚ και επιπρόσθετα από την εσωτερική τους σχέση, που είναι σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος συμφώνησαν ότι στους ανωτέρω λογαριασμούς θα κατατίθεντο όλα και μόνον τα έσοδα από την κοινή περιουσία και αμφότεροι θα είχαν δικαίωμα στα χρηματικά ποσά των επίδικων λογαριασμών κατά ίσα μέρη, την οποία παραβίασε ο πρώτος εναγόμενος αναλαμβάνοντας το σύνολο του χρηματικού ποσού και όχι το ήμισυ που αντιστοιχούσε στο μερίδιό του.

Εξάλλου για την πληρότητα της ως άνω βάσεως της αγωγής δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται αναλυτικώς τα εισοδήματα των διαδίκων, οι δαπάνες για τη συντήρηση της κοινής περιουσίας ή για την απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων και το πρόσωπο που ενεργούσε τις καταθέσεις στους ως άνω λογαριασμούς, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, διότι στην περίπτωση του νομίμου τεκμηρίου δεν απαιτείται οποιαδήποτε αναφορά στην εσωτερική σχέση των διαδίκων ή στην προέλευση των χρημάτων, το δε τεκμήριο ανέρχεται σε ποσοστό 1/2 εφόσον κατά την αγωγή οι νόμιμοι δικαιούχοι του λογαριασμού είναι δύο και όχι σε ποσοστό 1/4 όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Περαιτέρω ως προς την εσωτερική σχέση της εντολής που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος συνδέει τον ίδιο και τον πρώτο εναγόμενο σε σχέση με τα χρηματικά ποσά των επίδικων λογαριασμών, εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής η κοινή περιουσία των ως άνω διαδίκων, κατά ποσοστό 50% σε έκαστο και η συμφωνία τους στους ανωτέρω λογαριασμούς να κατατίθενται μόνο τα έσοδα από την περιουσία αυτή και ότι αμφότεροι θα έχουν δικαίωμα κατά ποσοστό 50% στο προϊόν των λογαριασμών.

Η ακριβής παράθεση της προελεύσεως των επιμέρους κονδυλίων που κατατέθηκαν στους λογαριασμούς και τα ειδικότερα στοιχεία των συναλλαγών από τα οποία προήλθαν ως προς τον χρόνο ή αναλόγως και ως προς τον ποσοτικό ή ποιοτικό προσδιορισμό του αντικειμένου της είναι αναγκαία στοιχεία μόνο για το ορισμένο της επικουρικής βάσεως της αγωγής, με την οποία ο ενάγων ζητεί αποζημίωση κατά το άρθρο 719 ΑΚ, λόγω παραβιάσεως από τον πρώτο εναγόμενο της συμβάσεως εντολής και της υποχρεώσεως του τελευταίου να αποδώσει στον ενάγοντα ό,τι απέκτησε κατά την εκτέλεσή της.

Ωστόσο το ορισμένο και νόμω βάσιμο της επικουρικής βάσεως θα εξεταστεί μόνο σε περίπτωση απορρίψεως της κύριας βάσεως, πλεοναστικώς δε εξετάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πριν από την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της κύριας βάσεως της αγωγής". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως νομικά αόριστη, λόγω μη αναφοράς επακριβώς του ποσού των καθαρών κερδών που προέκυψε για κάθε χρόνο από την ετήσια εκκαθάριση, με συνυπολογισμό εσόδων-εξόδων, με βάση το οποίο θα κριθεί η συμμετοχή του και το ποσοστό της ή η μη συμμετοχή του στο ποσό των επιδίκων κοινών λογαριασμών και σε κάθε περίπτωση ως νομικά αβάσιμη, διότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου δεν μπορεί να θεμελιωθεί στις ανωτέρω διατάξεις "περί κοινού λογαριασμού", αλλά μόνο στις διατάξεις των άρθρων 7...

και 763 ΑΚ, άλλως 786 ΑΚ, ενόψει του ότι οι προαναφερόμενοι κοινοί λογαριασμοί αποτελούσαν, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, κατ'ουσίαν τους λογαριασμούς της κοινωνίας συγκληρονόμων, στους οποίους κατατίθεντο τα έσοδα της εκμεταλλεύσεως των περιουσιακών στοιχείων της, οι δε αναλήψεις διενεργούνταν και προς κάλυψη συναφών δαπανών.

Ωστόσο, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα του ενάγοντος για την απόδοση του ένδικου ποσού, που ήταν κατατεθειμένο στους αναφερόμενους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς των διαδίκων, με την επίκληση εσωτερικής σχέσης που θεμελιώνει το εν λόγω δικαίωμα, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 και 2α,β του Ν.5638/1932, 361, 489, 490, 491, 493, 713 ΑΚ, που εφάρμοσε τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων, δεδομένου ότι, ειδικότερα, αναφέρεται στην αγωγή η ύπαρξη κοινών λογαριασμών, η ιδιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου ως των μόνων πραγματικών συνδικαιούχων αυτών και ο μη αποκλεισμός του αναιρεσιβλήτου από το δικαίωμα αναγωγής, καθώς και η ανάληψη από τον ένα μόνο συνδικαιούχο ήτοι τον πρώτο αναιρεσείοντα ολόκληρου του ποσού των χρηματικών καταθέσεων των κοινών λογαριασμών, ενώ δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αγωγής, η ακριβής παράθεση της προελεύσεως των επιμέρους κονδυλίων που κατατέθηκαν στους λογαριασμούς και τα ειδικότερα στοιχεία των συναλλαγών από τα οποία προήλθαν ως προς τον χρόνο ή αναλόγως και ως προς τον ποσοτικό ή ποιοτικό προσδιορισμό του αντικειμένου τους, ώστε να προκύπτει σαφώς το ποσό των καθαρών κερδών, που συντέλεσε στη δημιουργία του ύψους των καταθέσεων.

Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι είναι ορισμένη και νόμιμη η αγωγή ως προς την κύρια βάση της (αναγωγή), στηριζόμενη στις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, ως συνδικαιούχου των λογαριασμών, προς καταβολή από τον αναλαβόντα έτερο συνδικαιούχο πρώτο αναιρεσείοντα του ημίσεως των ανωτέρω χρηματικών ποσών, που ήταν κατατεθειμένα στους κοινούς λογαριασμούς κατά την ημερομηνία των αναλήψεων, ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, μετ' αποδοχή του περί αοριστίας της ισχυρισμού των αναιρεσειόντων.

Κατά συνέπεια, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος, από τους αρ. 1 (και 14 κατ'εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

4. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα, από την εκτίμηση αυτή, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006,ΑΠ 74/2016).Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Η ύπαρξη δε νομίμου βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της (ΑΠ 1053/2015).

5. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1975 και ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων), ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1969, είναι αδέλφια.

Στις 3-7-1988 απεβίωσε ο πατέρας τους, Ν. Δ. του Β., ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Γ. Σ., κατά ποσοστό 25%, και από τα δύο τέκνα του, τους ανωτέρω διαδίκους, κατά ποσοστό 37,50% από έκαστο. Η σύζυγος του αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά και η περιουσία του θανόντος περιήλθε κατά ποσοστό 50% σε έκαστο των ως άνω διαδίκων, την οποία αυτοί αποδέχθηκαν .....

Η κληρονομιά του αποβιώσαντος που περιήλθε στον ενάγοντα και στον πρώτο εναγόμενο ισομερώς περιελάμβανε: α) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως υπεραστικού λεωφορείου, ενταγμένο στο ΚΤΕΛ Κ..., με το προνόμιο της άδειας κυκλοφορίας του ως δημοσίας χρήσεως, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ανήκε στην αδερφή του Ι.

Ε.. Η αξία του περιουσιακού αυτού στοιχείου (το 50%) εκτιμήθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Κ... στο ποσό των 6.000.000 δραχμών, μαζί με την αξία της συνεταιριστικής μερίδας στο ΚΤΕΛ Κ... και της αδείας κυκλοφορίας, β) Ποσοστό 50% του με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως αστικού λεωφορείου, ενταγμένο στο ΚΤΕΛ Κ..., με το προνόμιο της άδειας κυκλοφορίας του ως δημοσίας χρήσεως.

Η αξία του ανωτέρω λεωφορείου μαζί με την άδεια κυκλοφορίας (το 50%) εκτιμήθηκε από τη Δ.Ο.Υ. Κ... στο ποσό των 4.250.000 δραχμών, γ) Διαμέρισμα του ισογείου ορόφου εμβαδού 80 τ.μ, που βρίσκεται σε διώροφη οικοδομή επί της οδού Ε. αριθμός ..., στην Κ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 25% εξ αδιαιρέτου, δ) ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της αέρινης στήλης πάνω από τον δεύτερο όροφο της παραπάνω οικοδομής, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 25% εξ αδιαιρέτου και ε) ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του με αριθμό 4 οικοπέδου, εμβαδού 332,50τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της Κ..., επί της οδού Κ... (πρώην Ε.

Ρ. αρ. ...), με την εντός αυτού τριώροφη οικοδομή, η οποία δεν έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας, αποτελείται δε από ένα οροφοδιαμέρισμα στο ισόγειο, στον πρώτο και τον δεύτερο όροφο αντίστοιχα, εμβαδού 105 τ.μ. έκαστο και ένα διαμέρισμα εμβαδού 35τ.μ. στον τρίτο όροφο. Κατόπιν της από 18-12-1968 διανομής μεταξύ των συγκυριών, που έγινε με ιδιωτικό συμφωνητικό, ο Ν.

Δ. είχε λάβει στη νομή του τον πρώτο όροφο της οικοδομής, η οποία τότε ήταν μισθωμένη στο Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση δημοτικού σχολείου. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω αποβιώσας κατέλειπε το ποσό των 60.000.000 δραχμών σε μετρητά κατά τον χρόνο του θανάτου του, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, ωστόσο αποδείχθηκε ότι αυτός πριν από τον θάνατό του εργαζόταν ως αυτοκινητιστής στα λεωφορεία που διατηρούσε στην κυριότητά του, αγόραζε ή εκποιούσε οχήματα δημοσίας χρήσεως και εκμίσθωνε ένα διαμέρισμα της οικοδομή επί της οδού Κ. ..., γεγονότα που συνηγορούν ότι βρισκόταν σε καλή οικονομική κατάσταση και δεν είχε χρέη, πέραν όσων συνδέονται με την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του, όπως η επισκευή του με αριθμό κυκλοφορίας ...

λεωφορείου. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο θανών είχε χρέη και ότι η περιουσία του δεν απέφερε εισόδημα στον ίδιο και στους κληρονόμους του. Από τα έγγραφα που οι ίδιοι προσκομίζουν προκύπτει ότι στις 27-9-1986 είχε εξοφληθεί ολοσχερώς το δάνειο που είχε λάβει ο θανών Ν. Δ., με εγγραφή προσημειώσεως στο ακίνητό του και η δανείστρια τράπεζα Ι.

και Λ. Τράπεζα συναίνεσε στην άρση της προσημειώσεως, με συνέπεια να μην υφίστανται δανειακές υποχρεώσεις που να επιβαρύνουν τους κληρονόμους. Επίσης ο θανών το έτος 1983 απέκτησε κατά κυριότητα, κατά ποσοστό 50%, το με αριθμό ... ρυμουλκό με επικαθήμενο, το οποίο εκποίησε το έτος 1986, η δε αξία του οχήματος ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 5.100.000 δραχμών, γεγονός που υποδηλώνει ότι εισέπραξε από την εκποίηση τουλάχιστον το ποσό των 2.500.000 δραχμών, ποσό σημαντικό για την εποχή εκείνη.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η εκμετάλλευση του με αριθμό ... λεωφορείου δεν απέφερε εισόδημα στον θανόντα και στους κληρονόμους του, διότι από τα φύλλα εκκαθαρίσεως του έτους 1988 του ΚΤΕΛ Κ..., που αφορούν το συγκεκριμένο λεωφορείο, προκύπτει ότι στο τέλος του έτους ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι από τα φύλλα εκκαθαρίσεως που προσκομίζουν οι διάδικοι προκύπτει ότι όταν ο λογαριασμός ήταν πιστωτικός καταβαλλόταν πάντοτε μέρισμα στους δικαιούχους, τουλάχιστον ίσο με το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού, ενώ όταν ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός καταβαλλόταν μέρισμα, το δε χρεωστικό υπόλοιπο μεταφερόταν στα επόμενα τρίμηνα ή στο επόμενο έτος και οι δικαιούχοι εκμεταλλεύσεως του λεωφορείου δεν κατέβαλλαν κάποιο ποσό στο ΚΤΕΛ Κ...

στην περίπτωση αυτή. Για το εν λόγω λεωφορείο οι εναγόμενοι προσκομίζουν αποσπάσματα του λογαριασμού εκκαθαρίσεως που συντάχθηκαν από το ΚΤΕΛ Κ.., από τα οποία προκύπτει ότι την 1-4-1988 ο λογαριασμός ήταν πιστωτικός με το ποσό των 30.163 δραχμών, το οποίο και έλαβαν ο δικαιούχος Δ. Ν. και η αδελφή του Ι. Ε. (χωρίς να προκύπτει το ύψος του μερίσματος που εισέπραξαν επιπρόσθετα το α' τρίμηνο του 1988), στις 30-6-1988 έλαβαν οι προαναφερόμενοι ως μέρισμα β' τριμήνου το ποσό των 1.005.000 δραχμών περίπου, την 30-9-1988 έλαβαν οι κληρονόμοι του Δ.

Ν. (ενάγων και πρώτος εναγόμενος) και η Ι. Ε. ως μέρισμα γ' τριμήνου το ποσό των 1.434.473 δραχμών και στις 31-12-1988 έλαβαν ως μέρισμα το ποσό των 1.050.014 δραχμών. Επίσης για το έτος 1989 μέχρι την 1-10-1989 ο λογαριασμός ήταν πιστωτικός (χωρίς να προκύπτει το ύψος των εισπραχθέντων από τους ανωτέρω δικαιούχους μερισμάτων α, β' και γ Τριμήνου), ενώ το δ' τρίμηνο με χρεωστικό λογαριασμό εισέπραξαν ως μέρισμα το ποσό των 841.099 δραχμών.

Ομοίως το έτος 1990, την 1-4-1990 το υπόλοιπο ήταν πιστωτικό ύψους 185.501 δραχμές, το μέρισμα β' τριμήνου 1.336.220 δραχμές, το μέρισμα γ' τριμήνου 1.921.320 δραχμές και το μέρισμα δ' τριμήνου 1.602.118 δραχμές. Από τις ίδιες αποσπασματικές καταστάσεις προκύπτει επίσης ότι το πιστωτικό υπόλοιπο γ' τριμήνου 1993 ήταν 1.547.669 δραχμές, το μέρισμα α' τριμήνου 1994 1.500.405 δραχμές, το μέρισμα του β' τριμήνου 1994 3.889.135 δραχμές και το μέρισμα α' τριμήνου 1995 1.490.698 δραχμές.

Συνεπώς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το εν λόγω λεωφορείο απέφερε ιδιαίτερα υψηλά κέρδη στους εκάστοτε κυρίους που το εκμεταλλεύονταν με την ένταξή του στο ΚΤΕΛ Κ..., ακόμη και όταν ήταν χρεωστικοί οι λογαριασμοί, ενώ το όφελος ήταν μεγαλύτερο όταν οι λογαριασμοί ήταν πιστωτικοί. Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η εκμετάλλευση του ποσοστού 50% του με αριθμό κυκλοφορίας ...

λεωφορείου δεν ανήκε στον θανόντα, αλλά στην αδελφή του Ε. Δ., λόγω προίκας, δυνάμει του ...προσυμφώνου συστάσεως προίκας..., που καταρτίστηκε μεταξύ του προικοδότη Ν. Δ. και του προικολήπτη Ν. Σ.. Όπως προκύπτει από το ανωτέρω έγγραφο, ο πατέρας του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου υποσχέθηκε τη σύσταση προίκας, ενόψει του επικείμενου γάμου της αδελφής του Ε.

Δ., στο 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αστικού λεωφορείου δημοσίας χρήσεως με αριθμό κυκλοφορίας ... και υποσχέθηκε ότι η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου θα γίνει όταν ο προικολήπτης θα αποκτήσει τα απαιτούμενα προσόντα και συγκεκριμένα άδεια ικανότητας οδηγήσεως αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως κλπ, ενώ παρέδωσε την κάρπωση και εκμετάλλευση του οχήματος στον προικολήπτη.

Ωστόσο δεν αποδεικνύεται ότι το όχημα που αναφέρεται στο συμβόλαιο ως αντικείμενο της προίκας ταυτίζεται με το με αριθμό ... λεωφορείο, που κληρονόμησαν οι διάδικοι από τον πατέρα τους και σε περίπτωση ταυτότητας των οχημάτων ότι το λεωφορείο αυτό παρέμεινε στην εκμετάλλευση του προικολήπτη κατά τον χρόνο θανάτου του προικοδότη, διότι 18 έτη μετά τη σύνταξη του προσυμφώνου συστάσεως προίκας, εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως ανήκον στην κυριότητα του θανόντος, χωρίς να μεσολαβήσει αφενός οριστικό συμβόλαιο και αφετέρου μεταβολή της κυριότητας στην άδεια κυκλοφορίας.

Περαιτέρω στις 23-11-1988 απεβίωσε η μητέρα του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου Γ., χήρα Ν. Δ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα ανωτέρω τέκνα της, στα οποία κατέλειπε ακίνητη περιουσία αποτελούμενη από: 1) ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου εμβαδού 365,73τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη της Δ..., στην οδό Κ., στο Ο.Τ.

με αριθμό ..., 2) ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου επί ενός διαμερίσματος, με τον αριθμό 1, του πρώτου ορόφου μιας οικοδομής, που βρίσκεται στην πόλη της Δ..., στην οδό Α... αριθμός ..., μικτού εμβαδού 84,60τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 13,80%, 3) ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου των ακόλουθων αγρών:

α) ενός αγρού, Α' κατηγορίας, με αριθμό ..., συνολικής εκτάσεως 3.000τ.μ., που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Π. του Ν.. Δ., β) ενός αγρού, Α' κατηγορίας, με αριθμό ..., συνολικής εκτάσεως 1.219τ.μ., που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Π. του Ν.. Δ.,γ) ενός αγρού, Β' κατηγορίας, με αριθμό ..., συνολικής εκτάσεως 4.176 τ.μ., που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Π.

του Ν.. Δ., δ) ενός αγρού, Γ' κατηγορίας, με αριθμό ..., συνολικής εκτάσεως 3.200τ.μ., που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Π. του Ν.. Δ. και ε) ενός αγρού, Δ' κατηγορίας, με αριθμό ..., συνολικής εκτάσεως 2.420τ.μ., κείμενου στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Π. του Ν.. Δ.. Την ανωτέρω κληρονομιά αποδέχθηκαν οι προαναφερόμενοι διάδικοι .....

Συνεπώς ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος απέκτησαν από το έτος 1988 (εφόσον με τη μεταγραφή η κτήση της κυριότητας ανατρέχει στον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου κατά το άρθρο 1199 ΑΚ) κατά 50% έκαστος την περιουσία των γονέων τους. Κατά τον ανωτέρω χρόνο ο ενάγων ήταν ηλικίας 13 ετών, δηλαδή ανήλικος και ο πρώτος εναγόμενος 19 ετών, δηλαδή ενήλικος και για τον λόγο αυτό ανέλαβε τη διαχείριση της κοινής τους περιουσίας, εισπράττοντας τα έσοδα από την εκμετάλλευσή της και καταβάλλοντας τις αναγκαίες δαπάνες για τη συντήρησή της ή τις επωφελείς δαπάνες για την περαιτέρω αξιοποίησή της.

Ο ενάγων κατοικούσε με τον πρώτο εναγόμενο στην πατρική οικία επί της οδού Ε. αριθμός ...στην Κ..., μέχρι το έτος 1995, οπότε υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και από το έτος 1996 συγκατοίκησε με τη θεία του Ε. Δ., μέχρι το έτος 2001, οπότε συγκατοίκησε με τη μετέπειτα σύζυγό του Η. Κ., με την οποία τέλεσε γάμο τον Ιανουάριο του έτους 2007, σε μισθωμένη οικία επί της οδού Α.

αριθμός ...στην Κ..., ήδη δε κατοικούν στο ισόγειο διαμέρισμα εκ των κληρονομιαίων επί της οδού Κ... αριθμός .... Ο πρώτος εναγόμενος από τον Απρίλιο του έτους 1990 άρχισε να συγκατοικεί με την δεύτερη εναγομένη, με την οποία τέλεσε γάμο τον Ιούλιο του έτους 1990, στην πατρική οικία και τον Φεβρουάριο του έτους 1991 γεννήθηκε ο τρίτος εναγόμενος, υιός τους, το έτος δε 2011 ο πρώτος εναγόμενος με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στον 1° όροφο της οικοδομής επί της οδού Κ...

αριθμός .... Ο πρώτος εναγόμενος εργάστηκε περιστασιακά στο ΚΤΕΛ Κ... ως εισπράκτορας κατά το θέρος των ετών 1985 και 1986 και συνέχισε να εργάζεται συστηματικά από το θέρος του 1987 ως εισπράκτορας ή οδηγός λεωφορείου, με μία διακοπή από τον Νοέμβριο του 1988 μέχρι τον Απρίλιο του 1989, που υπηρέτησε τη στρατιωτική (μειωμένη) θητεία του, ενώ ο ενάγων, ο οποίος εισέπραττε σύνταξη κατά τη διάρκεια της ανηλικότητάς του, άρχισε να εργάζεται ως οδηγός λεωφορείου του ΚΤΕΛ από τον Ιανουάριο του έτους 1996.

Μετά την ενηλικίωση του ενάγοντος και μέχρι το έτος 2017 τη διαχείριση της κοινής περιουσίας συνέχισε να την έχει ο πρώτος εναγόμενος, λόγω της σχέσεως εμπιστοσύνης που είχε αναπτύξει ο ενάγων στο πρόσωπό του, εισπράττοντας τα μισθώματα των ακινήτων και τα μερίσματα του ΚΤΕΛ Κ... και καταβάλλοντας τις δαπάνες που ήταν αναγκαίες για τη συντήρηση ή την επαύξηση της κοινής περιουσίας (φόρους, τέλη κυκλοφορίας, ασφάλιστρα, επισκευές λεωφορείων και οικημάτων, απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων κλπ., όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει ενδεικτικώς για το είδος και το ύψος των δαπανών).

Ειδικότερα, ως προς τα λεωφορεία κυριότητας του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, μέρος των λειτουργικών δαπανών κατέβαλλε το ΚΤΕΛ Κ..., όπως τη μισθοδοσία του οδηγού, τις ασφαλιστικές εισφορές του, τα καύσιμα κλπ και τις δαπάνες αυτές τις αφαιρούσε από τις αντίστοιχες εισπράξεις, με αποτέλεσμα εάν ο λογαριασμός ήταν πιστωτικός να καταβάλλει το αντίστοιχο ποσό και εάν ήταν χρεωστικός να καταβάλλει το μέρισμα και να μεταφέρει το χρεωστικό υπόλοιπο στην επόμενη διαχειριστική περίοδο, με εξαίρεση κάποιες διαχειριστικές περιόδους κατά τις οποίες δεν κατέβαλε μέρισμα.

Με την πάροδο του χρόνου η αρχική περιουσία των ως άνω διαδίκων αυξήθηκε είτε από χαριστική αιτία είτε από ενέργειες των ιδίων. Ειδικότερα με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Δ... Χ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δ..., στον τόμο ... με αριθμό ...,η θεία των διαδίκων Θ.

σύζυγος Α. Κ., το γένος Σ. Π., μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον ενάγοντα και στον πρώτο εναγόμενο, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, την κυριότητα, κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 365,73 τ.μ., που βρίσκεται στη Δ... επί της οδού Κ.. Όπως ισχυρίζεται ο πρώτος εναγόμενος και δεν αμφισβητεί ειδικώς ο ενάγων, στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για δωρεά, αλλά για υποκρυπτόμενη πώληση του ανωτέρω ποσοστού επί του οικοπέδου, προκειμένου, με την ανέγερση επ' αυτού οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, να λάβουν οι δωρεοδόχοι ένα διαμέρισμα εμβαδού 69,90 τ.μ., το οποίο και έλαβαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος και το εκμεταλλεύονται από το έτος 1998 που αποπερατώθηκε.

Επίσης η θεία των ανωτέρω διαδίκων Ε. Δ. κατέλειπε με διαθήκη στον πρώτο εναγόμενο το ποσοστό της 33,33% επί της τριώροφης οικοδομής στην οδό Κ. αριθμός ..., με αποτέλεσμα ο πρώτος εναγόμενος να καταστεί συγκύριος κατά ποσοστό 50% της ιδίας οικοδομής, ενώ ο ενάγων ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 16,66%. Εξάλλου ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος κληρονόμησαν εκ διαθήκης την θεία τους Ε.

Ι., που απεβίωσε τον Μάιο του έτους 1994, η οποία κατέλειπε στον ενάγοντα ένα διαμέρισμα εμβαδού 93 τ.μ., που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο της οικοδομής επί της οδού Ε. αριθμός ...στην Κ... και στον πρώτο εναγόμενο ποσοστό 50% ενός διαμερίσματος εμβαδού 60 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού Κ... αριθμός ...στη Θ.... Επίσης η ανωτέρω κληρονομούμενη κατέλειπε στους ανεψιούς της το ποσοστό της 50% επί του με αριθμό κυκλοφορίας ...

λεωφορείου με το αντίστοιχο ποσοστό στην άδεια κυκλοφορίας του, η αξία του οποίου (ποσοστού) εκτιμήθηκε από τη Δ.Ο.Υ Κ... στο ποσό των 12.500.000 δραχμών. Το ανωτέρω λεωφορείο αντικατέστησε το με αριθμό κυκλοφορίας ... λεωφορείο και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% περιήλθε κατά κυριότητα στους ως άνω διαδίκους λόγω αγοράς από την επιχείρηση "Α.

Τ.", με κοινά χρήματα των διαδίκων. Τέλος οι ανωτέρω διάδικοι κληρονόμησαν τον θείο τους Χ. Δ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1989 και με διαθήκη κατέλειπε την επικαρπία της περιουσίας του στη σύζυγό του Ά. Δ. και στον μεν ενάγοντα την ψιλή κυριότητα: α) καταστήματος εμβαδού 24,20 τ.μ. επί της οδού Β. Ό. στη Θ. και β) ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου σε κατάστημα εμβαδού του ισογείου 38 τ.μ.

και του υπογείου 38 τ.μ., που βρίσκεται σε οικοδομή επί της οδού Π..Μ. ... στην Κ... και στον πρώτο εναγόμενο κατά ψιλή κυριότητα τον υπόγειο όροφο της οικοδομής επί της οδού Ε. αριθμός .... Τέλος, το έτος 2005 ο ενάγων απέκτησε κατά κυριότητα ένα ισόγειο διαμέρισμα εμβαδού 64,76 τ.μ., που βρίσκεται στη Ν. Π. Κ..., ως εξοχική κατοικία και ο πρώτος εναγόμενος απέκτησε κατά κυριότητα ένα διαμέρισμα, εμβαδού 67,48τ.μ.

στην ίδια κτηματική περιοχή, το οποίο για τυπικούς λόγους φέρεται ότι αποκτήθηκε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από αυτόν και κατά 50% εξ αδιαιρέτου από τη δεύτερη εναγομένη. Μεταβολές υπήρξαν επίσης και ως προς την κινητή προσοδοφόρα περιουσία των διαδίκων και συγκεκριμένα στα λεωφορεία που είχαν στην κυριότητά τους, τα οποία ήταν ενταγμένα στο ΚΤΕΛ Κ...

είτε στη γραμμή των υπεραστικών λεωφορείων είτε στις αστικές συγκοινωνίες. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, σε αντικατάσταση του με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως υπεραστικού λεωφορείου, οι ως άνω διάδικοι απέκτησαν κατ' ισομοιρίαν το με αριθμό ... δημόσιας χρήσεως υπεραστικό λεωφορείο, το οποίο αντικαταστάθηκε στις 27-7-2004 από το με αριθμό κυκλοφορίας ...

δημόσιας χρήσεως υπεραστικό λεωφορείο. Στις 30-11-1995 οι ίδιοι διάδικοι απέκτησαν κατά ποσοστό 25% έκαστος το με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως αστικό λεωφορείο σε αντικατάσταση του με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως αστικού λεωφορείου, ενώ συνιδιοκτήτης κατά ποσοστό 50% ήταν ο Ι. Τ., το οποίο αποσύρθηκε στις 31-12-2016.

Στις 16-1-2003 απέκτησαν κατ' ισομοιρία το με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως υπεραστικό λεωφορείο, το οποίο στη συνέχεια αντικατέστησαν με το με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως υπεραστικό λεωφορείο. Τέλος, τον Φεβρουάριο του 2016 απέκτησαν το με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσεως υπεραστικό λεωφορείο σε αντικατάσταση του με αριθμό κυκλοφορίας ...

δημόσιας χρήσεως υπεραστικού λεωφορείου. Καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος εργάζονταν στο ΚΤΕΛ Κ... ως οδηγός ο πρώτος και ως εισπράκτορας ή οδηγός ο δεύτερος. Τον μηνιαίο μισθό τους από την εργασία τους αυτή, ο οποίος αφαιρείτο από το προς διανομή μέρισμα του ΚΤΕΛ Κ... προς τους δικαιούχους λεωφορειούχους, τον εισέπρατταν και τον δαπανούσαν προκειμένου να καλύπτουν τα έξοδα διαβιώσεως των ιδίων και της οικογένειάς τους.

Εισέπρατταν όμως και εισοδήματα είτε από την εκμίσθωση των ακινήτων τους, είτε από το διανεμηθέν μέρισμα του ΚΤΕΛ Κ..., είτε από τόκους των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, τα οποία αποταμίευαν ή αξιοποιούσαν επωφελώς. Σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα εκκαθαριστικά σημειώματα, το δηλωθέν στη Δ.Ο.Υ.

Κ... εισόδημα του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2017 ανήλθε: 1) για το οικονομικό έτος 1996 (εισοδήματα 1995) σε 2.205.163 δραχμές, προερχόμενο από ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 8.686 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 2) για το οικονομικό έτος 1997 (εισοδήματα 1996) σε 2.844.345 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 20.502 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό,3)για το οικονομικό έτος 1998 (εισοδήματα 1997) σε 5.047.238 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 23.527 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό,4)για το οικονομικό έτος 1999 (εισοδήματα 1998) σε 9.296.133 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 17.844 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 5) για το οικονομικό έτος 2000 (εισοδήματα 1999) σε 10.642.567 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 21.188 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 6) για το οικονομικό έτος 2001(εισοδήματα 2000) σε 7.820.940 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 8.807 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 7) για το οικονομικό έτος 2002 (εισοδήματα 2001) σε 7.719.373 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 5.902 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 8) για το οικονομικό έτος 2003 (εισοδήματα 2002) σε 22.891,26 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, 9) για το οικονομικό έτος 2004 (εισοδήματα 2003) σε 27.134,74 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 9.925 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 10) για το οικονομικό έτος 2005 (εισοδήματα 2004) σε 31.432,23 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 29.775 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 11) για το οικονομικό έτος 2006 (εισοδήματα 2005) σε 34.578,83 ευρώ, προερχόμενο από ελευθέρια επαγγέλματα, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, 12) για το οικονομικό έτος 2007 (εισοδήματα 2006) σε 34.350,99 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 4.327 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 13) για το οικονομικό έτος 2008 (εισοδήματα 2007) σε 37.232,52 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 4.190,90 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της συζύγου του ανήλθε στο ποσό των 8.007,68 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, 14) για το οικονομικό έτος 2009 (εισοδήματα 2008) σε 38.656,64 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 6.324,29 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της συζύγου του ανήλθε στο ποσό των 12.196,48 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, 15) για το οικονομικό έτος 2010 (εισοδήματα 2009) σε 43.069,25 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 10.938,67 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της συζύγου του ανήλθε στο ποσό των 12.984,78 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, 16) για το οικονομικό έτος 2011 (εισοδήματα 2010) σε 61.748,81 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 6.056,57 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της συζύγου του ανήλθε στο ποσό των 2.663,63 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, 17) για το οικονομικό έτος 2012 (εισοδήματα 2011) σε 51.189 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικό, 18) για το οικονομικό έτος 2013 (εισοδήματα 2012) σε 48.485,66 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 29.167,37 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικό, 19) για το οικονομικό έτος 2014 (εισοδήματα 2013) σε 55....0,13 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 10.039,05 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικό, 20) για το φορολογικό έτος 2015 (εισοδήματα 2015) σε 58.001,40 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 15.336,71 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικό, 21) για το φορολογικό έτος 2016 (εισοδήματα 2016) σε 59.856,40 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 7.732,72 ευρώ αυτοτελώς Φορολογούμενο ποσό, ενώ της συζύγου του ήταν μηδενικό και 22) για το φορολογικό έτος 2017 (εισοδήματα 2017) σε 50.840,57 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, μερίσματα, επιχειρηματική δραστηριότητα και υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, (ενώ δεν προσκομίστηκε εκκαθαριστικό σημείωμα για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2014, δηλαδή τα αποκτηθέντα κατά τη χρήση του έτους 2014 εισοδήματα).

Για τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2015 το δηλωθέν στη Δ.Ο.Υ. Κ... εισόδημα ανήλθε στα εξής ποσά: 1) για το οικονομικό έτος 1996 (εισοδήματα 1995) για τον πρώτο εναγόμενο σε 4.787.237 δραχμές, προερχόμενο από ακίνητα, μισθωτές υπηρεσίες και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 8.686 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ το εισόδημα της συζύγου του (δεύτερης εναγομένης) ήταν μηδενικό, 2) για το οικονομικό έτος 1997 (εισοδήματα 1996) για τον πρώτο εναγόμενο σε 6.565.610 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 35.631 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν μηδενικό, 3) για το οικονομικό έτος 1998 (εισοδήματα 1997) για τον πρώτο εναγόμενο σε 5.455.782 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 45.168 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν μηδενικό, 4) για το οικονομικό έτος 1999 (εισοδήματα 1998) για τον πρώτο εναγόμενο σε 6.889.048 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 23.792 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν μηδενικό, 5) για το οικονομικό έτος 2000 (εισοδήματα 1999) για τον πρώτο εναγόμενο σε 6.147.757 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 28.250 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγόμενης ήταν μηδενικό, 6) για το οικονομικό έτος 2001 (εισοδήματα 2000) για τον πρώτο εναγόμενο σε 7.443.384 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 11.742 δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν μηδενικό, 7) για το οικονομικό έτος 2002 (εισοδήματα 2001) για τον πρώτο εναγόμενο σε 7.774.302 δραχμές, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 7....

δραχμές αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν μηδενικό, 8) για το οικονομικό έτος 2003 (εισοδήματα 2002) για τον πρώτο εναγόμενο σε 24.521,16 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν μηδενικό, 9) για το οικονομικό έτος 2004 (εισοδήματα 2003) για τον πρώτο εναγόμενο σε 25.339,65 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν μηδενικό, 10) για το οικονομικό έτος 2005 (εισοδήματα 2004) για τον πρώτο εναγόμενο σε 24.791,22 ευρώ, προερχόμενο από ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 29.775 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν μηδενικό, 11) για το οικονομικό έτος 2006 (εισοδήματα 2005) για τον πρώτο εναγόμενο σε 30.672,74 ευρώ, προερχόμενο από ελευθέρια επαγγέλματα, ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν μηδενικό, 12) για το οικονομικό έτος 2007 (εισοδήματα 2006) για τον πρώτο εναγόμενο σε 30.637,06 ευρώ, προερχόμενο από ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 4.327 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν 228 ευρώ από ακίνητα και 4.327 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 13) για το οικονομικό έτος 2008 (εισοδήματα 2007) για τον πρώτο εναγόμενο σε 30.601,16 ευρώ, προερχόμενο από ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 4.190,90 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της δεύτερης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 232,80 ευρώ από ακίνητα και 4.190,90 ευρώ, αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 14) για το οικονομικό έτος 2009 (εισοδήματα 2008) για τον πρώτο εναγόμενο σε 34.446,88 ευρώ, προερχόμενο από ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 6.324,29 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της δεύτερης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 232,80 ευρώ από ακίνητα και 6.324,29 ευρώ, αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 15) για το οικονομικό έτος 2010 (εισοδήματα 2009) για τον πρώτο εναγόμενο σε 37.813,66 ευρώ, προερχόμενο από ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 10.938,67 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της δεύτερης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 232,80 ευρώ από ακίνητα και 14.558,57 ευρώ, αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 16) για το οικονομικό έτος 2011 (εισοδήματα 2010) για τον πρώτο εναγόμενο σε57.199,12 ευρώ, προερχόμενο από ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 6.056,57 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της δεύτερης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 407,40 ευρώ από ακίνητα και 9.248,37 ευρώ, αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 17) για το οικονομικό έτος 2012 (εισοδήματα 2011) για τον πρώτο εναγόμενο σε 66.891,24 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, ενώ της δεύτερης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 582 ευρώ από ακίνητα και 3.158 ευρώ, αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 18) για το οικονομικό έτος 2013 (εισοδήματα 2012) για τον πρώτο εναγόμενο σε 43.748,85 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες, ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 29.167,37 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της δεύτερης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 582 ευρώ από ακίνητα και 2....8,75 ευρώ, αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 19) για το οικονομικό έτος 2014 (εισοδήματα 2013) για τον πρώτο εναγόμενο σε 52.882,17 ευρώ, προερχόμενο από ακίνητα, ελευθέρια επαγγέλματα και εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και 10.032,23 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της δεύτερης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 582 ευρώ από ακίνητα και 20,18 ευρώ, αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, 20) για το φορολογικό έτος 2014 (εισοδήματα 2014) για τον πρώτο εναγόμενο σε 23.77,99 ευρώ, προερχόμενο από μισθωτές υπηρεσίες και ακίνητα, καθώς και 26.989,96 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ενώ της δεύτερης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 570 ευρώ από ακίνητα.

Από τα ανωτέρω παρατιθέμενα εισοδήματα των διαδίκων προκύπτει ότι: α) από 1-1-1995 (που ο ενάγων, ήδη ενήλικος, ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του και άρχισε να εργάζεται) έως 31-12-2016, που είναι το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έλαβαν χώρα οι αναλήψεις από τους δύο κοινούς λογαριασμούς από τον πρώτο εναγόμενο, τα νομίμως δηλωθέντα ατομικά (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα εισοδήματα της συζύγου του) εισοδήματα του ενάγοντος ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 872.124,86 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2014, για το οποίο δεν προσκομίζεται εκκαθαριστικό σημείωμα, β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2013, για το οποίο προσκομίζονται εκκαθαριστικά σημειώματα και του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, τα ατομικά εισοδήματα του ενάγοντος ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 731.197,63 ευρώ και του πρώτου εναγομένου στο συνολικό ποσό των 693.076,70 ευρώ, γ) κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2013 το εισόδημα της δεύτερης εναγομένης ήταν μέχρι την 31-12-2005 μηδενικό, ενώ από 1-1-2006 έως 31-12-2013 ανήλθε στο συνολικό ποσό των 3.079,80 ευρώ από ακίνητα και 44.426,06 ευρώ αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, δηλαδή ποσό προερχόμενο από τόκους, χωρίς να προκύπτει η ύπαρξη ατομικού κεφαλαίου (από εργασία, δωρεά, κληρονομιά κλπ), το οποίο της απέφερε το ως άνω ποσό των τόκων για το χρονικό διάστημα των ετών 2006-2013, δ) το εισόδημα από τόκους (αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό) άλλοτε επιμερίζεται ισομερώς στον ενάγοντα και στον πρώτο εναγόμενο, όπως έγινε για το εισόδημα του έτους 2004 (29.775 ευρώ έκαστος) και του έτους 2012 (29.167,37ευρώ έκαστος) και άλλοτε επιμερίζεται ισομερώς μεταξύ του ενάγοντος, του πρώτου εναγόμενου και της δεύτερης εναγομένης, όπως έγινε για τα εισοδήματα έτους 2006 (4.327 ευρώ έκαστος), έτους 2007 (4.190,90 ευρώ έκαστος) και έτους 2008 (6.324,29 ευρώ έκαστος), ενώ για τα εισοδήματα των ετών 2009 και 2010 η δεύτερη εναγομένη εμφανίζεται να έχει μεγαλύτερο εισόδημα από τόκους σε σχέση με τον ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο και συγκεκριμένα για το έτος 2009 έκαστος των αδελφών έχει εισόδημα 10.938,67 ευρώ και η δεύτερη εναγομένη 14.558,57 ευρώ και για το έτος 2010 έκαστος των αδελφών το ποσό των 6.056,57 ευρώ και η δεύτερη εναγομένη το ποσό των 9.248,37 ευρώ, για δε το έτος δε 2011 εμφανίζεται να έχει εισόδημα από τόκους μόνον η τελευταία και όχι οι δύο αδελφοί.

Όπως προεκτέθηκε, όλα τα χρηματικά ποσά που εισέπρατταν οι δύο αδελφοί από την εκμετάλλευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους, μέχρι την ενηλικίωση του ενάγοντος, τα διαχειριζόταν ο πρώτος εναγόμενος και τα κατέθετε σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε είτε μόνος του, είτε κοινούς με τη σύζυγό του, δεύτερη εναγόμενη και από τους λογαριασμούς αυτούς προέβαινε στην καταβολή των δαπανών για τη διαχείριση ή την επαύξηση της περιουσίας τους.

Μετά την ενηλικίωση του ενάγοντος και την έναρξη της επαγγελματικής του δραστηριότητας, όπως προεκτέθηκε, οι δύο αδελφοί συμφώνησαν να συνεχίσει ο πρώτος εναγόμενος τη διαχείριση των ως άνω περιουσιακών τους στοιχείων, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν κοινά ή παραπλήσιας αξίας, επειδή αφενός ο ενάγων τον εμπιστευόταν και αφετέρου διότι ο πρώτος εναγόμενος είχε αποκτήσει σχετική εμπειρία στις συναλλαγές, με εξαίρεση τον μηνιαίο μισθό τους, τον οποίο έκαστος εξ αυτών δαπανούσε για την κάλυψη των βιοποριστικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του.

Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής οι δύο αδελφοί αποφάσισαν να προβούν σε αποταμίευση των χρημάτων τους σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους συμφώνησαν να κατατίθενται τα κοινά τους έσοδα και από το προϊόν αυτών να καλύπτονται τα κοινά τους έξοδα. Για τον σκοπό αυτό ο ενάγων ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο την εντολή να εισπράττει για λογαριασμό του από το ΚΤΕΛ Υπεραστικών Γραμμών Ν.

Κ... και από το ΚΤΕΛ Αστικών Γραμμών Ν. Κ... τις προσόδους και τα μερίσματα των κοινών τους λεωφορείων, συγκυριότητάς τους σε ποσοστό 50%, και τα μισθώματα των ακινήτων που είτε ανήκαν κατ' ισομοιρία σε αυτούς, είτε ανήκαν σε έκαστο από αυτούς ήταν όμως παρόμοιας αξίας και να τα καταθέτει στους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, να διαχειρίζεται τα χρήματα αυτά επωφελώς, όπως με την τοποθέτησή τους σε κοινές προθεσμιακές καταθέσεις με σκοπό την επαύξησή τους με το ποσό των τόκων, καθώς και να διενεργεί από αυτούς αναλήψεις χρηματικών ποσών για την κάλυψη των δαπανών της περιουσίας τους και για την απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων στο όνομά τους.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως εντολής, μεταξύ άλλων, ανοίχθηκαν και τηρήθηκαν τέσσερις κοινοί λογαριασμοί, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 5638/1932 στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ. Α. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία" και συγκεκριμένα: α) Την 19-11-2003 ανοίχθηκε ο με αριθμό ... κοινός λογαριασμός όψεως, με συνδικαιούχους τον ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο, μέσω του οποίου πληρώνονταν οι δαπάνες που αφορούσαν στα κοινά τους λεωφορεία, ο οποίος έκλεισε την 3-12-2012 με μηδενικό υπόλοιπο, β) Την 13-3-2015 ανοίχθηκε ο με αριθμό ...

κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου, με συνδικαιούχους τον ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο, μέσω του οποίου πληρώνονταν οι δαπάνες των ασφαλίστρων των κοινών τους λεωφορείων, ο οποίος στις 24-6-2016 εμφάνισε υπόλοιπο 7,01 ευρώ, γ) Την 17-1-2000 ο ενάγων προστέθηκε ως συνδικαιούχος στον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, ο οποίος άνοιξε στις 24-3-1998 με αρχικούς συνδικαιούχους τον πρώτο και τη δεύτερη των εναγομένων, στον οποίο στις 29-10-2012 προστέθηκε ως συνδικαιούχος και ο τρίτος εναγόμενος, υιός τους και δ) στις 14-2-2008 ανοίχθηκε ο με αριθμό ...

κοινός λογαριασμός "A. υπερταμιευτηρίου μηνιαίας απόδοσης τόκων" με συνδικαιούχους τον ενάγοντα, τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, στον οποίο προστέθηκε ως συνδικαιούχος ο τρίτος εναγόμενος μεταγενέστερα σε χρονικό σημείο που δεν αποδείχθηκε. Οι βασικοί λογαριασμοί που αφορούσαν τις εισπράξεις και δαπάνες της περιουσίας των δύο αδελφών ήταν οι δύο τελευταίοι.

Ενδεικτικώς, όπως προκύπτει από τα ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως που κατήρτισαν ο ενάγων, ο πρώτος εναγόμενος και η Ά. χήρα Χ. Δ.: α) με την εταιρία "C." για την εκμίσθωση τμήματος του δώματος της οικοδομής επί της οδού Κ. αριθμός ... έναντι ετήσιου μισθώματος 13.000 ευρώ από Ιούλιο 2010 μέχρι Ιούλιο 2019, β) με την εταιρία "V." για την εκμίσθωση τμήματος του δώματος της οικοδομής επί της οδού Κ.

αριθμός ..., έναντι μηνιαίου μισθώματος 1.083,33 ευρώ από Ιούλιο 2010 μέχρι Ιούνιο 2022, ως τραπεζικός λογαριασμός των δύο πρώτων εκμισθωτών για καταβολή του μισθώματος από τις μισθώτριες ορίζεται ο ... κοινός λογαριασμός. Σύμφωνα δε με την 18-6-2019 βεβαίωση της εταιρίας Υπεραστικό ΚΤΕΛ Κτα μερίσματα από την εκμετάλλευση των λεωφορείων που ανήκαν κατά κυριότητα στους ανωτέρω διαδίκους τα κατέθετε η εταιρία από το Α' τρίμηνο 2004 έως και το Α' τρίμηνο 2015 στον με αριθμό ...

λογαριασμό της Τράπεζας Α... Την αποκλειστική διαχείριση των λογαριασμών αυτών την είχε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος προέβαινε σε αναλήψεις μετρητών, παρείχε εντολές για καταβολή σε τρίτους ή προέβαινε σε μεταφορά χρηματικών ποσών μεταξύ των λογαριασμών. Από τα χρήματα που προερχόταν από την κοινή περιουσία και ήταν κατατεθειμένα στους προαναφερόμενους δύο κοινούς λογαριασμούς της τράπεζας "A.

ΑΤΕ", κατά το χρονικό διάστημα από 27-3-2003 έως 31-7-2015, μέρος αυτών τοποθετήθηκε, με πρωτοβουλία του πρώτου εναγομένου, σε προθεσμιακές καταθέσεις, οι οποίες, ως προερχόμενες από τους κοινούς λογαριασμούς, είχαν ως δικαιούχους τον ενάγοντα και τους δύο πρώτους εναγομένους. Συγκεκριμένα πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες προθεσμιακές καταθέσεις: 1) η με αριθμό ..., ποσού 276.854,19 ευρώ, από 27-3-2003 έως 27-5-2003, με επιτόκιο 2,80%, 2)....

και 88) η με αριθμό ... ποσού 200.0 ευρώ, από 31-7-2014 έως 31-7-2015, με επιτόκιο 2,40%. Οι ανωτέρω προθεσμιακές καταθέσεις, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα βεβαιώσεις εισοδήματος τόκων καταθέσεων με ημερομηνία εκδόσεως 23-3-2017 και 24-3-2017 της τράπεζας "A. B. ATE", απέφεραν στους δικαιούχους εισόδημα από τόκους, για το χρονικό διάστημα από 27-3-2003 έως 31-7-2015 ύψους 251.099,07 ευρώ (μετά την παρακράτηση και την απόδοση στο Ελληνικό Δημόσιο του αναλογούντος φόρου).

Το ποσό αυτό οι δικαιούχοι δεν εισέπραξαν αλλά κατατέθηκε στους προαναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς που ήταν συνδεδεμένοι με την εκάστοτε προθεσμιακή κατάθεση. Από το ύψος των προθεσμιακών καταθέσεων προκύπτει σαφώς ότι τα έσοδα του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου ήταν ιδιαίτερα υψηλά, προερχόμενα πάντοτε από τη διαχείριση της περιουσίας τους.

Να σημειωθεί ότι ο ενάγων διατηρούσε επίσης τραπεζικό λογαριασμό τόσο στην Ε. Τ. όσο και στην Τ. Π., οι οποίοι δεν αποδείχθηκε ότι σχετίζονταν με τη διαχείριση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, αλλά εξυπηρετούσαν τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειάς του, ενώ ο πρώτος εναγόμενος ήταν συνδικαιούχος και στους ακόλουθους λογαριασμούς της "A.

T. Α.Ε.": 1) τον με αριθμό ... με συνδικαιούχο τη δεύτερη εναγομένη σύζυγό του, 2) τον με αριθμό ... με συνδικαιούχους τον ενάγοντα και τη μητέρα τους Δ. Γ., 3) τον με αριθμό ... με συνδικαιούχο τη δεύτερη εναγομένη σύζυγό του, 4) τον με αριθμό ... με συνδικαιούχο τη σύζυγό του, 5)τον με αριθμό ... με συνδικαιούχους τον ενάγοντα και τις θείες τους Π.

Φ. και Σ. Ε., 6) τον με αριθμό ... με συνδικαιούχους τον ενάγοντα και τις θείες τους Π. Φ. και Σ. Ε., 7) τον με αριθμό ... με πρώτο δικαιούχο τη Σ. Ε. και συνδικαιούχο τον ενάγοντα, 8) τον με αριθμό ... με συνδικαιούχους τη σύζυγό του και τον υιό του Δ. Μ. και 9) τον με αριθμό ... με συνδικαιούχους τη σύζυγό του και τον τρίτο εναγόμενο υιό του.

Σχετικά με τους επίδικους με αριθμούς ... και ... κοινούς λογαριασμούς της Τράπεζας Α., αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε την πλήρη διαχείριση αυτών, χωρίς να ενημερώνει σχετικά τον ενάγοντα, ο οποίος αποσπασματικά είχε κάποιες ενημερώσεις σχετικά με την πορεία των οικονομικών τους υποθέσεων. Ορισμένες φορές ο πρώτος εναγόμενος, για λόγους σκοπιμότητας ή καλύτερης διαχειρίσεως, μετέφερε χρήματα είτε διατραπεζικά είτε με μετρητά από τους επίδικους λογαριασμούς σε άλλους λογαριασμούς που διατηρούσε ο ίδιος ως πρώτος δικαιούχος, με συνδικαιούχο τον ενάγοντα ή τη σύζυγο και τα τέκνα του και αντίστροφα μετέφερε χρήματα από τους λογαριασμούς αυτούς στους επίδικους, επρόκειτο όμως πάντοτε για χρήματα που αποτελούσαν τα έσοδα από την εκμετάλλευση της προπεριγραφόμενης περιουσίας.

Μάλιστα ο πρώτος εναγόμενος ήταν υπεύθυνος για την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων του ενάγοντος προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Κ... και κατείχε τα εκκαθαριστικά σημειώματα του ενάγοντος, τα οποία του απέδωσε κατόπιν αιτήσεώς του, τον Μάρτιο του έτους 2017. Ο ενάγων ισχυρίστηκε την αγωγή ότι η δεύτερη εναγομένη κατέστη συνδικαιούχος των ανωτέρω επίδικων λογαριασμών εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του, ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος κατ' ουσίαν, διότι:

α) ο πρώτος από τους επίδικους λογαριασμός είχε ήδη ανοιχθεί στο όνομα των δύο πρώτων εναγομένων και ο ενάγων προστέθηκε εκ των υστέρων σε αυτόν ως δικαιούχος, β) ο δεύτερος λογαριασμός ανοίχθηκε εξ αρχής στο όνομα των δύο πρώτων εναγομένων και του ενάγοντος, γ) στις βεβαιώσεις τόκων κάποιων ετών το ποσό που αντιστοιχούσε στον ενάγοντα αντιστοιχούσε στο 1/3 του συνολικού ποσού των τόκων και όχι το 1/2 αυτού και δ) η δεύτερη εναγομένη πραγματοποιούσε κάποιες συναλλαγές στους λογαριασμούς αυτούς, ορισμένες εκ των οποίων αφορούσαν και τον ενάγοντα.

Ειδικότερα, οι εναγόμενοι προσκομίζουν 52 γραμμάτια είσπραξης της Τ. Α. που εκτείνονται χρονικά από 24-7-2002 έως 23-5-2006, συνολικού ύψους 240.700 ευρώ, τα οποία φέρουν στη θέση του καταθέτη τη, μη αμφισβητούμενη από τον ενάγοντα, υπογραφή της δεύτερης εναγομένης. Τα χρηματικά αυτά ποσά είναι προφανές δεν προέρχονταν από εισοδήματα της δεύτερης εναγομένης, αφού αυτή στερείτο κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα οποιουδήποτε εισοδήματος (και πάντως δεν διέθετε εισόδημα 60.000 ευρώ κατά μέσο όρο ετησίως),όπως προκύπτει από τις φορολογικές δηλώσεις της.

Επρόκειτο για καταθέσεις που πραγματοποιούσε η δεύτερη εναγομένη στον κοινό λογαριασμό ως πληρεξούσια του πρώτου εναγομένου, ο οποίος ενεργούσε ατομικώς και ως εντολοδόχος του ενάγοντος και κατέθετε, μέσω της συζύγου του, χρήματα που εισέπραττε από τη διαχείριση της περιουσίας του ιδίου και του ενάγοντος.

Το γεγονός ότι ενεργούσε ως πληρεξούσια αποδεικνύεται και από το η δεύτερη εναγομένη προέβη, είτε με κατάθεση μετρητών στην Τ. Α. είτε μέσω εντολής στην ίδια τράπεζα, στην πληρωμή βεβαιωμένων οφειλών του ενάγοντος στη Δ.Ο.Υ. Κ..., σύμφωνα με τα από 28-1-2014, 24-4-2014, 21-5-2014 και 18-3- 2014 εντάλματα πληρωμής με καταθέτη ή εντολέα τη δεύτερη κατηγορουμένη, προς εξόφληση οφειλής Φ.Α.Π.

Φυσικών Προσώπων, ύψους 236,52 ευρώ έτους 2012 του ενάγοντος και τα από 24-4-2014, 18- 3-2014 και 28-1-2014 εντάλματα πληρωμής με καταθέτη ή εντολέα τη δεύτερη κατηγορουμένη, προς εξόφληση οφειλής Φ.Α.Π. Φυσικών Προσώπων ύψους 235,84 ευρώ έτους 2013 του ενάγοντος. Επομένως η δεύτερη εναγομένη κατέστη νομίμως συνδικαιούχος των κοινών λογαριασμών.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αγνοούσε ότι ο πρώτος εναγόμενος πρόσθεσε στους επίδικους δύο κοινούς λογαριασμούς ως συνδικαιούχο τον τρίτο εναγόμενο υιό του, γεγονός που το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2017, όταν ζήτησε από την Τ. Α. ενημέρωση ως προς την κίνηση των κοινών λογαριασμών που διατηρούσε με τον πρώτο εναγόμενο και ουδέποτε ο ενάγων συναίνεσε να τεθεί συνδικαιούχος των λογαριασμών ο τρίτος εναγόμενος, με τον οποίο δεν τον συνέδεε οποιαδήποτε εσωτερική σχέση.

Άλλωστε οι εναγόμενοι ομολογούν με τις προτάσεις τους και με την υπό κρίση έφεση ότι ο τρίτος εναγόμενος τέθηκε ως συνδικαιούχος των λογαριασμών χωρίς την παρουσία του ενάγοντος, με αιτία τη γονική παροχή εκ μέρους των δύο πρώτων εξ αυτών προς τον τρίτο εναγόμενο, καθώς και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε κατάθεση του τρίτου εναγομένου στους επίδικους λογαριασμούς από προϊόν της εργασίας του ή από τυχόν εισοδήματά του.

Περαιτέρω, τον Μάρτιο του 2017 ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε τμηματικές αναλήψεις από τους ανωτέρω κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς μεγάλων χρηματικών ποσών, που αντιστοιχούσαν στο σύνολο σχεδόν των χρηματικών τους καταθέσεων, χωρίς τη γνώση και τη συναίνεσή του, τα οποία παρακράτησε στο σύνολό τους.

Συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 13-1-2015 έως 31-12-2016 ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις εξής αναλήψεις συνολικού ποσού ... ευρώ από τον με αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό: 1) στις 16-1-2015 το ποσό των 5.000 ευρώ, 2) ...και 42) την 1-12-2016 το ποσό των 420 ευρώ. Κατά την ανωτέρω ημερομηνία το υπόλοιπο του λογαριασμού διαμορφώθηκε στο ποσό των 3.841,31 ευρώ.

Επίσης, το χρονικό διάστημα από τις από 22-1-2015 έως 28-2-2017 ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε αναλήψεις συνολικού ποσού ... ευρώ από τον με αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό και ειδικότερα ανέλαβε: 1) στις 22-1-2015 το ποσό των 25.000 ευρώ, 2) ...και 38) στις 6-5-2016 το ποσό των 420 ευρώ. Κατά την τελευταία ημερομηνία το υπόλοιπο του λογαριασμού διαμορφώθηκε στο ποσό των 10.773,12 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη λήξη της με αριθμό ... προθεσμιακής καταθέσεως στις 31-7-2015, κατατέθηκε το ποσό των 200.000 ευρώ στον με αριθμό ... λογαριασμό, εκ του οποίου ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε, όπως προεκτέθηκε, το ποσό των 100.000 ευρώ. Το αναληφθέν ποσό, ο πρώτος εναγόμενος στις 31-7-2015 το μετέφερε σε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς των μελών της οικογένειάς του και ειδικότερα το ποσό των 50.000 ευρώ το μετέφερε στον με αριθμό ...

λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης και το ποσό των 50.000 ευρώ το μετέφερε στον με αριθμό ... λογαριασμό του υιού του Μ. Δ.. Την ίδια ημέρα μετέφερε και το ποσό των 50.000 ευρώ (που δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή), το οποίο προήλθε από την προθεσμιακή κατάθεση, στον έτερο επίδικο με αριθμό ... κοινό λογαριασμό και απέμεινε στον με αριθμό ...

κοινό λογαριασμό το ποσό των 51.777,35 ευρώ, από την προθεσμιακή κατάθεση. Τον Δεκέμβριο του έτους 2015 ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος αγόρασαν από κοινού το με αριθμό κυκλοφορίας ... λεωφορείο από τον Κ. Δ., έναντι τιμήματος 140.000 ευρώ, το οποίο όφειλαν οι ως άνω διάδικοι να καταβάλλουν εξ ημισείας. Ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε το τμήμα του τιμήματος που του αναλογούσε, ύστερα από διάφορες διατραπεζικές μεταφορές μεταξύ λογαριασμών, από το ποσό των 100.000 ευρώ που μετέφερε στις 31-7-2015 στους λογαριασμούς των οικείων του, ενώ ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των 70.000 ευρώ που αναλογούσε στο μερίδιό του μέσω της 0501416 τραπεζικής επιταγής της "A.

B. Α.Τ.Ε.", που εκδόθηκε στο όνομα του ενάγοντος, με χρήματα προερχόμενα από τον με αριθμό ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό και η ανάληψη που εμφανίζεται στις 4-1-2016 δεν έγινε από τον πρώτο εναγόμενο, αλλά από τον ενάγοντα.

Συνεπώς στις προεκτεθείσες αναλήψεις του πρώτου εναγομένου δεν πρέπει να συνυπολογιστεί το ποσό των 140.000 ευρώ, που αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκε ως τίμημα για την αγορά του ως άνω λεωφορείου, εκ του οποίου 70.000 ευρώ προήλθε από τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, μέσω των λογαριασμών των οικείων του πρώτου εναγομένου και 70.000 ευρώ προήλθε από τον με αριθμό ...

κοινό τραπεζικό λογαριασμό μέσω τραπεζικής επιταγής που εκδόθηκε στο όνομα του ενάγοντος. Το ανωτέρω λεωφορείο αντικαταστάθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 με το με αριθμό ... λεωφορείο, έναντι τιμήματος 39.000 ευρώ, που καταβλήθηκε στις 10-1-2016 με έμβασμα στον πωλητή, από τον με αριθμό ... νέο (μη επίδικο) κοινό τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου.

Τμήμα του ανωτέρω ποσού, ύψους 35.000 ευρώ, αναλήφθηκε από τον με αριθμό ... λογαριασμό στις 14-12-2015, με αποτέλεσμα το ποσό αυτό να μην αποτελεί ανάληψη που έκανε ο πρώτος εναγόμενος ατομικώς για τον ίδιο. Συνεπώς από το συνολικώς αναληφθέν από τον πρώτο εναγόμενο ρηματικό ποσό, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των (70.000+70.000+5.000) 175.000 ευρώ που χρησιμοποιήθηκε για την αγορά των λεωφορείων στο όνομα αμφοτέρων των αδελφών, κατά ποσοστό 50% έκαστος.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγων δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα στο σύνολο των χρηματικών ποσών των ανωτέρω λογαριασμών, διότι οι δαπάνες που του αντιστοιχούσαν για τη διαχείριση της περιουσίας του ήταν υπέρτερες των εισοδημάτων του και τις κατέβαλε όλες ο πρώτος εναγόμενος, με αποτέλεσμα ο μεταξύ τους λογαριασμός κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1995 έως και το έτος 2014 να είναι χρεωστικός κατά το ποσό των 144.971 ευρώ (σύμφωνα με την έφεση) ή 145.718,63 ευρώ σύμφωνα με τις προτάσεις και συγκεκριμένα ότι ο πρώτος εξ αυτών πραγματοποίησε με δικά του έσοδα τις αναφερόμενες στις προτάσεις του και στην υπό κρίση έφεση δαπάνες προς όφελος του ενάγοντος, οι οποίες αφορούν σε φόρους κληρονομιάς του πατέρα, της μητέρας και των θείων τους, σε τακτοποίηση της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας τους, σε δαπάνες επισκευής των κοινών τους λεωφορείων, στο τίμημα για την αντικατάσταση των παλιών λεωφορείων με νέα, σε δαπάνες για επισκευές και συντήρηση των κοινών τους ακινήτων, σε μισθούς οδηγών εργαζομένων στα λεωφορεία τους και σε αποζημιώσεις απολύσεως αυτών, στην αγορά του διαμερίσματος στη Ν.

Π. Κ... και ΙΧΕ αυτοκινήτου στο όνομα του ενάγοντος, σε καταβολή προστίμων για αυθαίρετη δόμηση, σε καταβολή των φορολογικών υποχρεώσεων του ενάγοντος, σε καταβολή δόσεων δανείου που λήφθηκε για την αγορά νέου λεωφορείου στο όνομά τους, ενώ για το έτος 2016 οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγων είχε αξίωση από τη διαχείριση συνολικού ύψους 32.000 ευρώ, ποσό το οποίο του κατέβαλε ο πρώτος εναγόμενος τον Μάρτιο του 2017.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν. Κατ' αρχάς δεν προσκομίζεται οποιοσδήποτε εκκαθαριστικός λογαριασμός μεταξύ των δύο αδελφών, για οποιοδήποτε από τα έτη που είχαν κοινή περιουσία και διαχείριση είτε πιστωτικός είτε χρεωστικός, ούτε κάποια εξοφλητική απόδειξη για το ποσό των 32.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων μετά τον θάνατο των γονέων του κατέστη κληρονόμος τους κατά το ίδιο ποσοστό με τον πρώτο εναγόμενο, η δε κληρονομιαία περιουσία περιελάμβανε ακίνητα και λεωφορεία δημοσίας χρήσεως, που ήταν ενταγμένα στο Υπεραστικό και στο Αστικό ΚΤΕΛ Κ...

και απέφεραν υψηλό μερίσματα σε κάθε τρίμηνη διαχειριστική περίοδο, από το εισόδημα δε αυτό ο πρώτος εναγόμενος, που ενεργούσε ατομικώς και ως εντολοδόχος του ενάγοντος, κατέβαλλε τις σχετικές δαπάνες, ενώ στη συνέχεια ο ενάγων απέκτησε και άλλα περιουσιακά στοιχεία είτε ως κληρονομιά είτε με αγορά, τα περισσότερα από κοινού με τον αδελφό του, από την πρόσοδο δε αυτών γίνονταν οι πληρωμές για τα κάθε είδους δαπάνες, οι οποίες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους δεν περιλαμβάνονται στο επίδικο χρονικό διάστημα των αναλήψεων εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, ενώ μέρος των λειτουργικών δαπανών των λεωφορείων, όπως καύσιμα, μισθολογικές παροχές και ασφαλιστικές εισφορές των προστηθέντων σε αυτά οδηγών καταβαλλόταν από το ΚΤΕΛ Κ...

Σύμφωνα δε με όσα προεκτέθηκαν, τα περιουσιακά στοιχεία των διαδίκων (κινητά ή ακίνητα, προσοδοφόρα ή μη) ήταν παραπλήσιας αξίας και παραπλήσιας οικονομικής αποδόσεως. Συνεπώς αντίκειται στη λογική, ενώ τα εισοδήματα των δύο αδελφών να είναι παραπλήσια, ο πρώτος εναγόμενος να πραγματοποιεί όλες τις δαπάνες και αυτές που αφορούσαν τον ίδιο και αυτές που αφορούσαν τον ενάγοντα, από τα δικά του εισοδήματα και παρά ταύτα να έχει αποταμιεύσεις αυτού του μεγάλου ύψους και ο ενάγων να μην καταβάλλει δαπάνες για τη συντήρηση ή επαύξηση της περιουσίας και αφενός να οφείλει ένα τόσο σημαντικού ύψους χρηματικό ποσό και αφετέρου να μην έχει καθόλου αποταμιεύσεις παρά την επικαλούμενη από τους εναγομένους εξοικονόμηση δαπανών εκ μέρους του.

Να σημειωθεί ότι στις χρεώσεις των επίδικων λογαριασμών δεν εμφανίζονται μόνο τα ως άνω ποσά που εισέπραξε ο πρώτος εναγόμενος σε μετρητά ή με μεταφορά σε άλλους λογαριασμούς του ιδίου με την οικογένειά του, αλλά και άλλα χρηματικά ποσά, τα οποία, είτε λόγω της αναγραφόμενης αιτιολογίας της συναλλαγής είτε λόγω του ύψους τους, καθίσταται εμφανές ότι αφορούν σε δαπάνες διαχειρίσεως της κοινής περιουσίας.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η δεύτερη εξ αυτών, όταν τέλεσε γάμο με τον πρώτο εναγόμενο, έλαβε από τους γονείς της το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δραχμών ως προίκα για αγορά διαμερίσματος, στο οποίο προστέθηκε το ποσό των 1.200.000 δραχμών από τα δώρα του γάμου, το ποσό δε αυτό το επένδυσε επωφελώς σε προθεσμιακές καταθέσεις ή ρέπος, με αποτέλεσμα, μετά την πάροδο δεκαετίας, να αυξηθεί στο ποσό των 60.000.000 δραχμών ή 176.082,12 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε στον επίδικο με αριθμό ...

λογαριασμό, οπότε και αξιοποιήθηκε περαιτέρω σε προθεσμιακές καταθέσεις. Ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε βάσιμος από ουσιαστική άποψη. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, ο πρώτος εναγόμενος και η δεύτερη εναγομένη τέλεσαν γάμο τον Ιούλιο του έτους 1990, χρονικό σημείο στο οποίο κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων δόθηκε ως "προίκα" το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, το χρηματικό αυτό ποσό, το οποίο σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ιδιαίτερα υψηλό για τα οικονομικά δεδομένα μίας μέσης ελληνικής οικογένειας την εποχή εκείνη, δεν εμφανίζεται κατατεθειμένο σε κάποιον τραπεζικό λογαριασμό των γονέων της δεύτερης εναγομένης πριν από τον γάμο ή σε δικό της τραπεζικό λογαριασμό, ενώ δεν εμφανίζεται και μετά την τέλεση του γάμου και μέχρι το έτος 1998 σε κάποιον τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσαν από κοινού ο πρώτος εναγόμενος με τη σύζυγό του.

Ο με αριθμό ... κοινός τραπεζικός λογαριασμός που τηρούσαν ο πρώτος εναγόμενος με τη σύζυγό του στην Ε. Τ. στις 31-12-1990 εμφάνιζε υπόλοιπο 102.963 δραχμές, ενώ οι επιμέρους συναλλαγές δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 20.000 δραχμών, στις 31-12-1991 υπόλοιπο ύψους 229.054 δραχμών και οι συναλλαγές δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 50.000 δραχμών, στις 31-12-1992 το ποσό των 414.153 δραχμών και στις 30-6-1993 το ποσό των 498.367 δραχμών με επιμέρους συναλλαγές που δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 50.000 δραχμών.

Ο δε επίδικος με αριθμό ... λογαριασμός, ο οποίος άνοιξε στις 24-3-1998 με αρχικούς δικαιούχους τους δύο πρώτους εναγομένους κατά την ανωτέρω ημερομηνία πιστώθηκε με το ποσό των 731.906 δραχμών και στις 31-12-1998 είχε υπόλοιπο 2.366.298 δραχμές, οι δε επιμέρους συναλλαγές δεν ξεπέρασαν το ποσό των 3.000.000 δραχμών κατά τη διάρκεια του έτους.

Στις 31-8-1998 για πρώτη φορά γίνεται μία προθεσμιακή κατάθεση ύψους 22.000.000 δραχμών στην Τ. Α., δίμηνης διάρκειας με επιτόκιο 12,50%, με πρώτο δικαιούχο τον πρώτο εναγόμενο και δεύτερη δικαιούχο τη δεύτερη εναγομένη. Ακολούθως την 1-2-1999 γίνεται μία προθεσμιακή κατάθεση στην Τ. Α., ύψους 27.000.000 δραχμών, με ετήσια διάρκεια, επιτόκιο 11% και πρώτο δικαιούχο τον πρώτο εναγόμενο και δεύτερη δικαιούχο τη δεύτερη εναγομένη.

Τέλος στις 13-12-1999 γίνεται μία αγορά repos ύψους 40.000.000 δραχμών, με τρίμηνη διάρκεια και επιτόκιο 9%, στο όνομα αποκλειστικά του πρώτου εναγομένου. Από τα έγγραφα αυτά που προσκομίζουν οι εναγόμενοι δεν αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη είχε "προίκα" ύψους 25.000.000 δραχμών, καθώς και μετρητά 1.200.000 δραχμών τα οποία επενδύοντάς τα επωφελώς επί δέκα περίπου έτη απέκτησε το ποσό των 60.000.000 δραχμών ή 176.082 ευρώ, διότι δεν εμφανίζονται αξιόλογα χρηματικά ποσά στο όνομά της μέχρι και το έτος 1998, ενώ τα χρηματικά ποσά που εμφανίζονται μεταγενέστερα σε προθεσμιακές καταθέσεις δεν την έχουν ως πρώτη ή μοναδική δικαιούχο, όπως θα ήταν αναμενόμενο εάν επρόκειτο για περιουσία προερχόμενη από τους γονείς της.

Εξάλλου, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση της Η. Κ., οι γονείς της δεύτερης εναγομένης ήταν βιοπαλαιστές αγρότες, που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες και για τον λόγο αυτό η έτερη θυγατέρα τους μετανάστευσε για εξεύρεση εργασίας στη Γ.... Άλλωστε και από τις ένορκες βεβαιώσεις των Χ. Α.

και Κ. Α., αδελφής και μητέρας της δεύτερης εναγομένης αντίστοιχα, οι οποίες αναφέρουν αόριστα ότι δόθηκε το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δραχμών, δεν προκύπτει ότι η οικογένεια της δεύτερης εναγομένης ήταν οικονομικά εύρωστη, ώστε να της παρέχει το ανωτέρω ποσό ως προίκα. Αντίθετα, από τις καταθέσεις αυτές αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε την πλήρη διαχείριση της περιουσίας που είχαν τα δύο αδέλφια και την πρωτοβουλία για κάθε ενέργεια που αφορούσε την περιουσία αυτή, η οποία με την πάροδο του χρόνου αυξήθηκε.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ακόμη ότι από τα ανωτέρω χρηματικά ποσά και τις εν γένει επενδύσεις τους σε ομόλογα προήλθε το χρηματικό ποσό των 276.854,19 ευρώ το οποίο κατέθεσε ο πρώτος εναγόμενος στις 27-3-2003 στον με αριθμό ... επίδικο λογαριασμό και την ίδια ημέρα επένδυσε σε ισόποση προθεσμιακή κατάθεση, δίμηνης διάρκειας.

Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι αναληθής, διότι αποδείχθηκε ότι τα εισοδήματα του πρώτου εναγομένου και του ενάγοντος ήταν παραπλήσια μέχρι τότε ενώ η δεύτερη εναγομένη δεν είχε δικά της εισοδήματα ούτε δική της περιουσία, από τη διαχείριση δε της περιουσίας των δύο αδελφών, η οποία ήταν προσοδοφόρα, προήλθε το χρηματικό αυτό ποσό, ενώ το μοναδικό έτερο εισόδημα των διαδίκων ήταν ο μηνιαίος μισθός τους, που τον δαπανούσαν για τον βιοπορισμό τους.

Εφόσον τα εισοδήματα των αδελφών ήταν παραπλήσια, δεν δικαιολογείται λογικά ο μεν πρώτος εναγόμενος να έχει αποκομίσει ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό από την εκμετάλλευση του δικού του μεριδίου, ενώ ο ενάγων, ο οποίος εργαζόταν, εισέπραττε για τον βιοπορισμό του μόνο τον καθαρό μισθό του ύψους 1.000 ευρώ και δεν κατασπαταλούσε την περιουσία του, να μην έχει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στο όνομά του, αλλά αντιθέτως όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, να χρωστά σχεδόν μονίμως χρήματα στον πρώτο εναγόμενο.

Άλλωστε, ενώ ο επίδικος με αριθμό ... λογαριασμός ήταν αρχικώς κοινός των δύο πρώτων εναγόμενων, ήδη στις 27-3-2003 που έγινε η εν λόγω κατάθεση είχε εισέλθει σε αυτόν ως δικαιούχος ο ενάγων και δεν θα ήταν λογικό τα προσωπικά χρήματα των δύο πρώτων εναγομένων να κατατεθούν στον λογαριασμό αυτό και όχι στους άλλους λογαριασμούς που τηρούσαν οι ίδιοι ή από κοινού με τα τέκνα τους και μάλιστα το ποσό αυτό να επενδυθεί σε προθεσμιακή κατάθεση στην οποία ως δικαιούχος εμφανίζεται και ο ενάγων.

Επιπρόσθετα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι και το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο αναλήφθηκε από τον με αριθμό ... επίδικο κοινό λογαριασμό και τοποθετήθηκε στη με αριθμό ... προθεσμιακή κατάθεση, η οποία κατά τη λήξη της, την 19-4-2010, απέδωσε το ποσό των 156.000 ευρώ, το οποίο μεταφέρθηκε στον με αριθμό ...

τραπεζικό λογαριασμό, προέρχεται από δικά τους εισοδήματα και επενδύσεις των αρχικών κεφαλαίων τους, όλες δε οι προθεσμιακές καταθέσεις που ακολούθησαν, με ανάληψη από τον ... τραπεζικό λογαριασμό, με αποκορύφωμα την προθεσμιακή κατάθεση ποσού 800.000 ευρώ, το οποίο κατά τη λήξη της καταθέσεως κατατέθηκε στον ως άνω λογαριασμό και το ανέλαβε σε μετρητά ο πρώτος εναγόμενος στις 2-6-2015 προέρχονται από δικά τους εισοδήματα και την υπεραξία των επενδύσεών τους.

Ωστόσο και ως προς τα ποσά αυτά ισχύουν τα ανωτέρω αναφερθέντα και ειδικότερα ότι η δεύτερη εναγομένη δεν είχε εισοδήματα ή περιουσία προς εκμετάλλευση, πέραν των τόκων που εμφανίζονταν τυπικώς ορισμένες φορές στο όνομά της ως συνδικαιούχος των κοινών λογαριασμών και των κοινών προθεσμιακών καταθέσεων, ενώ τα εισοδήματα του πρώτου εναγομένου ήταν παραπλήσια με αυτά του ενάγοντος και τα διαχειριζόταν αποκλειστικώς από το έτος 1988 ο πρώτος εναγόμενος επωφελώς και για τους δύο αδελφούς, με τοποθέτηση σε προθεσμιακές καταθέσεις ή κατά τον τρόπο που κάθε φορά έκρινε πρόσφορο και δεν επρόκειτο για χρήματα των εναγόμενων, αλλά για χρήματα που ανήκαν στον ενάγοντα και στον πρώτο εναγόμενο κατά ποσοστό 50% σε έκαστο.

Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από τα εντάλματα πληρωμής του Υπεραστικού ΚΤΕΛ Κ... που προσκομίζει ο ενάγων για τα έτη 2001, 2013, 2014 και 2016, από τα οποία προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι αυτός που προβαίνει στις εισπράξεις για λογαριασμό και του αδερφού του με την ιδιότητά του ως διαχειριστή των κοινών τους λεωφορείων.

Η ως άνω ιδιότητα του πρώτου εναγομένου ως διαχειριστή επιβεβαιώνεται και από τα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών, που μετονομάστηκαν σε καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα, που υποβλήθηκαν από τους ενάγοντα και πρώτο εναγόμενο ως συγκυρίους των λεωφορείων, κατά τα οικονομικά έτη 2002 έως 2016, στα οποία δηλώνεται ως υπεύθυνος για τη λογιστική παρακολούθηση της επιχειρήσεως με δραστηριότητα υπηρεσίες τακτικής, υπεραστικής οδικής μεταφοράς επιβατών, ο πρώτος εναγόμενος.

Σε σχέση με τη δεύτερη εναγομένη τα μοναδικά χρηματικά ποσά που αποδεικνύεται ότι κατατέθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς προερχόμενα από την ατομική της περιουσία είναι: α) το ποσό των 188.612 δραχμών και ήδη 553,52 ευρώ, το οποίο ανέλαβε η ίδια στις 16-5-2000 από τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τη μητέρα της στην Τ.

Α. και αυθημερόν κατέθεσε στον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό και β) το ποσό των 2.741 ευρώ, το οποίο ανέλαβε στις 18-4-2008 από τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον πατέρα της στην A. Τ. και αυθημερόν κατέθεσε στον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό και συνολικώς το ποσό των 3.294,52 ευρώ, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από το αναληφθέν από τον πρώτο εναγόμενο χρηματικό ποσό.

Όταν ο ενάγων πληροφορήθηκε από την Τ. Α. για τις αναλήψεις από τους κοινούς λογαριασμούς στις οποίες προέβη ο πρώτος εναγόμενος χωρίς εμφανή αιτία, ζήτησε να ενημερωθεί από τον πρώτο εναγόμενο και ο τελευταίος του δήλωσε ότι τα χρήματα που αναλήφθηκαν δεν ήταν δικά τους αλλά του Δ. Η., συγγενή της συζύγου του, που κατοικεί στη Γ..

Ο ενάγων τηλεφώνησε στον Η., ο οποίος τον πληροφόρησε ότι τα χρήματα δεν ήταν δικά του και όταν ο ενάγων απευθύνθηκε εκ νέου στους δύο πρώτους εναγόμενους για περισσότερες πληροφορίες, ο μεν πρώτος τον απέφυγε, η δε δεύτερη του δήλωσε ότι έπρεπε εγκαίρως να ήταν προσεκτικός με τα χρήματα. Κατόπιν των ανωτέρω εξελίξεων ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος αποφάσισαν να λύσουν την κοινωνία στα τρία με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ...

και ... κοινά λεωφορεία, που ανήκαν σε έκαστο εξ αυτών κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και συνέταξαν το από 17-12-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου συμφώνησαν τις αμοιβαίες μεταβιβάσεις. Σε σχέση με τα κοινά ακίνητα της οικοδομής επί της οδού Κ. αριθμός .. και της οικοδομής επί της οδού Ε. ... στην Κ..., οι ανωτέρω διάδικοι αντήλλαξαν εξώδικες δηλώσεις.

Σε σχέση με το χρηματικό ποσό που αναλήφθηκε από τους λογαριασμούς ο ενάγων επέδωσε στις 26-3-2018 στον πρώτο εναγόμενο την από 23-3-2018 εξώδικη δήλωση, με την οποία δήλωνε ότι κατά τους υπολογισμούς του, από το ποσό που ανέλαβε ο πρώτος εναγόμενος από τους κοινούς λογαριασμούς, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεσή του, το μερίδιο του ιδίου ανερχόταν, με επιφύλαξη, σε 550.000 ευρώ, το οποίο τον καλούσε να του αποδώσει εντός τριών ημερών.

Ο πρώτος εναγόμενος δεν επέστρεψε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο τρίτος εναγόμενος δεν κατέστη νομίμως συνδικαιούχος των επίδικων με αριθμό ... και ... κοινών τραπεζικών λογαριασμών, διότι αναγράφηκε ως συνδικαιούχος από τον πρώτο εναγόμενο με τη συναίνεση της δεύτερης χωρίς τη συναίνεση του ενάγοντος, που ήταν ήδη συνδικαιούχος, με τον τρόπο δε αυτόν καταστρατηγήθηκαν τα δικαιώματα του ενάγοντος ο οποίος είχε ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα στο χρηματικό ποσό των καταθέσεων, που μόνο με τη θέλησή του θα μπορούσε να απωλέσει, με την είσοδο δε χωρίς τη συναίνεσή του και άλλου συνδικαιούχου μειώνεται το ποσοστό της συμμετοχής του στα χρηματικά ποσά των κοινών λογαριασμών.

Ούτε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε την είσοδο του τρίτου εναγομένου στους επίδικους λογαριασμούς ή την ενέκρινε εκ των υστέρων, ο δε τρίτος εναγόμενος δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα στα χρηματικά ποσά που ήταν κατατεθειμένα στους ανωτέρω λογαριασμούς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος δεν κατέστη νομίμως δικαιούχος των επίδικων λογαριασμών και δέχθηκε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο αντίθετος ισχυρισμός που περιέχεται στην έφεση του τρίτου εναγομένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος....Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων γνώριζε ότι στους επίδικους λογαριασμούς ήταν τυπικώς συνδικαιούχος η δεύτερη εναγομένη, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν εκκαλείται ως προς το κεφάλαιο αυτό η πρωτόδικη απόφαση.

Εφόσον ήταν τρεις οι συνδικαιούχοι των επίδικων κοινών λογαριασμών (ενάγων, πρώτος εναγόμενος και δεύτερη εναγομένη), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, υπάρχει νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι έκαστος εξ αυτών έχει δικαίωμα κατά ποσοστό 1/3 στις χρηματικές καταθέσεις αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 493 ΑΚ και δεν έχει ο ενάγων δικαίωμα εκ του νόμου κατά ποσοστό 1/2 , όπως ισχυρίζεται με την αγωγή του.

Ωστόσο αποδείχθηκε ότι από την εσωτερική σχέση των ως άνω τριών συνδικαιούχων, η δεύτερη εναγομένη είχε δικαίωμα μόνο κατά το ποσό των 3.294,52 ευρώ, ενώ ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος, οι οποίοι είχαν κληρονομήσει το έτος 1988 κοινά περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα και λεωφορεία), από τα οποία εισέπρατταν παραπλήσιες προσόδους και εν συνεχεία από τις προσόδους αυτές, αλλά και με την κληρονομιά που έλαβαν από τα συγγενικά τους πρόσωπα επαύξησαν την περιουσία τους αποκτώντας κυρίως κοινά περιουσιακά στοιχεία ή παρόμοιας αξίας, οι δε πρόσοδοι από την περιουσία αυτή (μισθώματα, μερίσματα, τόκοι) κατατίθεντο στους επίδικους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, τους οποίους διαχειριζόταν ο πρώτος εναγόμενος ενεργώντας ατομικώς και ως εντολοδόχος του ενάγοντος, είχαν από τη μεταξύ τους σχέση εντολής δικαίωμα κατά ποσοστό 50%, στο εναπομείναν μετά την αφαίρεση του ποσού που προήλθε από τη δεύτερη εναγομένη χρηματικό ποσό.

Επομένως εφόσον ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε από τους με αριθμό ... και ... κοινούς λογαριασμούς το συνολικό ποσό των ... ευρώ, από το οποίο το ποσό των (...-3.294,52=) 1.022.345,48 ευρώ προέρχεται από τα κοινά τους εισοδήματα, ο ενάγων έχει δικαίωμα να λάβει από τον πρώτο εναγόμενο το ήμισυ του ποσού αυτού, δηλαδή το ποσό των ...

ευρώ, νομιμοτόκως από την πάροδο της προθεσμίας που έταξε με την εξώδικη όχλησή του προς τον πρώτο εναγόμενο. Οι εναγόμενοι επαναφέρουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ισχυριζόμενοι ότι η αξίωση του ενάγοντος ασκείται καταχρηστικώς διότι ο τελευταίος, ενώ εισέπραξε τα εισοδήματα που του απέφερε η κάρπωση του ποσοστού του στην κοινή περιουσία, ζητεί αιφνιδίως ποσοστό 1/2 των οικογενειακών καταθέσεων των ιδίων.

Τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, διότι αποτελούν άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής και όχι συμπεριφορά του ενάγοντος που προηγήθηκε ή πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, τα οποία καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ορθώς δε απορρίφθηκε η ένσταση αυτή ως μη νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο αντίθετος λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα στο αναληφθέν χρηματικό ποσό και ότι ο ενάγων είχε δικαίωμα να λάβει από τον πρώτο εναγόμενο το ποσό των ... ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως ισχυρίζονται οι δύο πρώτοι εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε την έφεση του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς αυτούς, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή ως προς τη κύρια βάση της την επιστηριζόμενη στις περί κοινού τραπεζικού λογαριασμού διατάξεις, απέρριψε την αγωγή ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, ενώ την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και αναγνώρισε την υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των ...

ευρώ, νομιμότοκα από την 30-3-2018 και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης.

6. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2α,β Ν.Δ. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", 361, 489, 490, 491, 493, 713,822 και 830 ΑΚ και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτήν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εσωτερικής σχέσεως μεταξύ των συνδικαιούχων των κοινών λογαριασμών, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούν το καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα α) ότι επρόκειτο περί κοινών τραπεζικών λογαριασμών των δύο αδελφών (πρώτου αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου) στους οποίους ήταν κατατεθειμένα τα χρήματα που προερχόταν από την κοινή περιουσία τους, δυνάμει σχετικής συμφωνίας τους, στο πλαίσιο της οποίας και μετά την ενηλικίωση του αναιρεσιβλήτου και την έναρξη της επαγγελματικής του δραστηριότητας, συνέχισε ο πρώτος αναιρεσείων να έχει τη διαχείριση των ως άνω περιουσιακών τους στοιχείων, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν κοινά ή παραπλήσιας αξίας, β) ότι ο τρίτος αναιρεσείων δεν κατέστη νομίμως συνδικαιούχος των λογαριασμών αυτών, γ) ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, κατέστη νομίμως συνδικαιούχος των λογαριασμών αυτών, χωρίς, όμως, ως συνδικαιούχος να έχει δικαιώματα αναγωγής από την υπάρχουσα εσωτερική σχέση, στην οποία δεν συμμετείχε και η οποία δεν την περιελάμβανε, πλην του ποσού των 3.294,52 ευρώ, δ) ότι η συνδέουσα τους δύο δικαιούχους, αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο, εσωτερική σχέση ήταν αυτή της εντολής, δυνάμει της οποίας κατανέμονταν κατ' ισομοιρία και εξ ημισείας σ'αυτούς τα χρήματα των ένδικων κοινών λογαριασμών, δηλαδή με την ίδια αναλογία που προβλέπεται, σε περίπτωση ελλείψεως συμφωνίας και από το νόμο, και ότι δεν προέκυπτε, πλην του ποσού των 3.294,52 ευρώ, άλλη αναλογία ή δικαίωμα παρακράτησης όλου του αναληφθέντος από τους κοινούς λογαριασμούς, ποσού ούτε είχε αποκλεισθεί, κατόπιν ειδικής συμφωνίας, το δικαίωμα αναγωγής εκάστου συνδικαιούχου, που δεν έκανε ανάληψη του ποσού, και δ) ότι εφόσον ο πρώτος αναιρεσείων συνδικαιούχος ανέλαβε το σύνολο των καταθέσεων, ο αναιρεσίβλητος, ως μη αναλαβών συνδικαιούχος των λογαριασμών, έχει απαίτηση προς καταβολή από τον αναλαβόντα πρώτο αναιρεσείοντα του ημίσεως των ανωτέρω χρηματικών ποσών, που ήταν κατατεθειμένα στους κοινούς λογαριασμούς κατά την ημερομηνία των αναλήψεων.

Πιο συγκεκριμένα, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τους επίδικους ... και ... κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς της Τ. Α., α) ο τρίτος αναιρεσείων, δεν κατέστη νομίμως συνδικαιούχος των επίδικων κοινών τραπεζικών λογαριασμών, διότι δεν συμμετείχε εξαρχής στη δημιουργία τους, ούτε η εκ των υστέρων είσοδός του σε αυτούς υπήρξε νόμιμη, αφού αναγράφηκε ως συνδικαιούχος από τον πρώτο αναιρεσείοντα, με τη συναίνεση της δεύτερης αναιρεσείουσας, αλλά χωρίς τη γνώση, εντολή ή τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, που ήταν ήδη συνδικαιούχος των επίδικων κοινών τραπεζικών λογαριασμών, β) από την εσωτερική σχέση των ως άνω τριών συνδικαιούχων, η δεύτερη αναιρεσείουσα είχε δικαίωμα μόνο κατά το ποσό των 3.294,52 ευρώ το οποίο προέρχονταν από ατομικά της εισοδήματα, γ) ο αναιρεσίβλητος και ο πρώτος αναιρεσείων, είχαν κληρονομήσει το έτος 1988 κοινά περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα και λεωφορεία), από τα οποία εισέπρατταν παραπλήσιες προσόδους και εν συνεχεία από τις προσόδους αυτές, αλλά και με την κληρονομιά που έλαβαν από τα συγγενικά τους πρόσωπα επαύξησαν την περιουσία τους αποκτώντας κυρίως κοινά περιουσιακά στοιχεία ή παρόμοιας αξίας, οι δε πρόσοδοι από την περιουσία αυτή (μισθώματα, μερίσματα, τόκοι) κατατίθεντο στους επίδικους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, τους οποίους διαχειριζόταν ο πρώτος αναιρεσείων ενεργώντας ατομικώς και ως εντολοδόχος του αναιρεσιβλήτου, είχαν από τη μεταξύ τους σχέση εντολής δικαίωμα κατά ποσοστό 50%, στο εναπομείναν μετά την αφαίρεση του ποσού που προήλθε από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη χρηματικό ποσό.

και δ) εφόσον ο πρώτος αναιρεσείων ανέλαβε από τους επίδικους κοινούς λογαριασμούς το συνολικό ποσό των ... ευρώ, από το οποίο το ποσό των (...- 3.294,52=) 1.022.345,48 ευρώ προέρχεται από τα κοινά τους εισοδήματα, ο αναιρεσίβλητος έχει δικαίωμα να λάβει από τον πρώτο αναιρεσείοντα το ήμισυ του ποσού αυτού, δηλαδή το ποσό των ...

ευρώ, νομιμοτόκως από την πάροδο της προθεσμίας που έταξε με την εξώδικη όχλησή του προς αυτόν. Η ειδικότερη αιτίαση ότι η παραδοχή του Εφετείου ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα ήταν μεν τυπικά δικαιούχος των λογαριασμών, αλλά στερούνταν του δικαιώματος αναγωγής, είναι αντιφατική είναι αβάσιμη, κατά τα προαναφερθέντα.

Οι περαιτέρω πρόσθετες παραδοχές του Εφετείου ότι α) "τα περιουσιακά στοιχεία των διαδίκων (κινητά ή ακίνητα, προσοδοφόρα ή μη) ήταν παραπλήσιας αξίας και παραπλήσιας οικονομικής αποδόσεως. Συνεπώς αντίκειται στη λογική, ενώ τα εισοδήματα των δύο αδελφών να είναι παραπλήσια,ο πρώτος εναγόμενος να πραγματοποιεί όλες τις δαπάνες και αυτές που αφορούσαν τον ίδιο και αυτές που αφορούσαν τον ενάγοντα, από τα δικά του εισοδήματα και παρά ταύτα να έχει αποταμιεύσεις αυτού του μεγάλου ύψους και ο ενάγων να μη καταβάλει δαπάνες για τη συντήρηση ή επαύξηση της περιουσίας και αφενός να οφείλει ένα τόσο σημαντικού ύψους χρηματικό ποσό και αφετέρου να μην έχει καθόλου αποταμιεύσεις παρά την επικαλούμενη από τους εναγομένους εξοικονόμηση δαπανών εκ μέρους του", β) "Κατόπιν των ανωτέρω εξελίξεων ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος αποφάσισαν να λύσουν την κοινωνία στα τρία με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ...

και ... κοινά λεωφορεία, που ανήκαν σε έκαστο εξ αυτών κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και συνέταξαν το από 17-12-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου συμφώνησαν τις αμοιβαίες μεταβιβάσεις. Σε σχέση με τα κοινά ακίνητα της οικοδομής επί της οδού Κ. αριθμός .. και της οικοδομής επί της οδού Ε. ... στην Κ..., οι ανωτέρω διάδικοι αντήλλαξαν εξώδικες δηλώσεις.

Σε σχέση με το χρηματικό ποσό που αναλήφθηκε από τους λογαριασμούς ο ενάγων επέδωσε στις 26-3- 2018 στον πρώτο εναγόμενο την από 23-3-2018 εξώδικη δήλωση, με την οποία δήλωνε ότι κατά τους υπολογισμούς του, από το ποσό που ανέλαβε ο πρώτος εναγόμενος από τους κοινούς λογαριασμούς, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεσή του, το μερίδιο του ιδίου ανερχόταν, με επιφύλαξη, σε 550.000 ευρώ, το οποίο τον καλούσε να του αποδώσει εντός τριών ημερών.

Ο πρώτος εναγόμενος δεν επέστρεψε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή", γ) " Ωστόσο δεν αποδεικνύεται ότι το όχημα που αναφέρεται στο συμβόλαιο ως αντικείμενο της προίκας ταυτίζεται με το με αριθμό ... λεωφορείο, που κληρονόμησαν οι διάδικοι από τον πατέρα τους και σε περίπτωση ταυτότητας των οχημάτων ότι το λεωφορείο αυτό παρέμεινε στην εκμετάλλευση του προικολήπτη κατά τον χρόνο θανάτου του προικοδότη, διότι 18 έτη μετά τη σύνταξη του προσυμφώνου συστάσεως προίκας, εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως ανήκον στην κυριότητα του θανόντος, χωρίς να μεσολαβήσει αφενός οριστικό συμβόλαιο και αφετέρου μεταβολή της κυριότητας στην άδεια κυκλοφορίας, και δ) "η εκμετάλλευση του με αριθμό ...

λεωφορείου απέφερε ιδιαίτερα υψηλά κέρδη στους εκάστοτε κυρίους που το εκμεταλλεύονταν με την ένταξή του στο ΚΤΕΛ Κ..., ακόμη και όταν ήταν χρεωστικοί οι λογαριασμοί, ενώ το όφελος ήταν μεγαλύτερο όταν οι λογαριασμοί ήταν πιστωτικοί...,όταν ο λογαριασμός είναι πιστωτικός καταβάλλονταν πάντοτε μέρισμα στους δικαιούχους, τουλάχιστον ίσο με το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού, ενώ όταν ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός καταβάλλονταν μέρισμα...", δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του, αλλά επιχειρήματα, προς επίρρωση αυτού, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, αφού για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως αρκούσε η παραδοχή ότι υπήρχε συγκεκριμένη εσωτερική σχέση για το ποσοστό των καταθέσεων που ανήκε σε κάθε συνδικαιούχο.

Επομένως, οι δεύτερος και πέμπτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ`ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται απόλυτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 2/2008,ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 554/2018,ΑΠ 198/2015).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 671/2022,ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη και, σε κάθε περίπτωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχουν ληφθεί υπόψη, αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ως εναγόμενοι-εκκαλούντες κατά τη συζήτηση της έφεσής τους, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι στους επίδικους λογαριασμούς κατατίθεντο κυρίως χρήματα των δύο πρώτων αναιρεσειόντων που απέκλειαν την ύπαρξη εσωτερικής σχέσης μεταξύ αναιρεσιβλήτου και πρώτου αναιρεσείοντος, δυνάμει της οποίας κατανέμονταν κατ' ισομοιρία και εξ ημισείας ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο τα χρήματα των ως άνω κοινών λογαριασμών, και ειδικότερα 1) την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Κ.

Α. προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η δεύτερη εξ αυτών, όταν τέλεσε γάμο με τον πρώτο εξ αυτών, έλαβε από τους γονείς της το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δραχμών ως προίκα για αγορά διαμερίσματος, στο οποίο προστέθηκε το ποσό των 1.200.000 δραχμών από τα δώρα του γάμου, το ποσό δε αυτό το επένδυσε επωφελώς σε προθεσμιακές καταθέσεις ή ρέπος, με αποτέλεσμα, μετά την πάροδο δεκαετίας, να αυξηθεί στο ποσό των 60.000.000 δραχμών ή 176.082,12 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε στον επίδικο με αριθμό ...

λογαριασμό, οπότε και αξιοποιήθηκε περαιτέρω σε προθεσμιακές καταθέσεις. και 2) τραπεζικά παραστατικά προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι στους επίδικους λογαριασμούς κατατίθεντο αποκλειστικά δικά τους χρήματα, εκ των οποίων προέκυπτε ότι το ποσό των επ' ονόματι των δύο πρώτων εξ αυτών προθεσμιακών καταθέσεων, το οποίο μετά από αλλεπάλληλες ανανεώσεις των αντιστοίχων τίτλων, προσαυξανόμενο με τους τόκους έφτασε στο ποσό των 275.854,19 ευρώ, δεν έχει καμία σχέση με τη διαχείριση της κοινής τους περιουσίας.

Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, τόσο η πιο πάνω ένορκη βεβαίωση όσο και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων προς απόδειξη των οποίων αυτοί επικαλέστηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, αφού ειδικότερα αναφέρει ότι "από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και όσα παραδεκτώς προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 ΚΠολΔ),...

και από τις με αριθμούς ... και .....ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Κ. Α., το γένος Π. Κ. και...., ενώπιον της συμβολαιογράφου Κ... Ε. Λ., που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγομένων, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του ενάγοντος με τη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θ...

με έδρα το Πρωτοδικείο Κ... Μ. Π....", ενώ και στο αιτιολογικό αναφέρει, επίσης, ότι "...Από τα έγγραφα αυτά που προσκομίζουν οι εναγόμενοι δεν αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη είχε "προίκα" ύψους 25.000.000 δραχμών, καθώς και μετρητά 1.200.000 δραχμών τα οποία επενδύοντάς τα επωφελώς επί δέκα περίπου έτη απέκτησε το ποσό των 60.000.000 δραχμών ή 176.082 ευρώ, διότι δεν εμφανίζονται αξιόλογα χρηματικά ποσά στο όνομά της μέχρι και το έτος 1998, ενώ τα χρηματικά ποσά που εμφανίζονται μεταγενέστερα σε προθεσμιακές καταθέσεις δεν την έχουν ως πρώτη ή μοναδική δικαιούχο, όπως θα ήταν αναμενόμενο εάν επρόκειτο για περιουσία προερχόμενη από τους γονείς της....", "....Άλλωστε και από τις ένορκες βεβαιώσεις των Χ.

Α. και Κ. Α., αδελφής και μητέρας της δεύτερης εναγομένης αντίστοιχα, οι οποίες αναφέρουν αόριστα ότι δόθηκε το χρηματικό ποσό των 25.000.000 δραχμών, δεν προκύπτει ότι η οικογένεια της δεύτερης εναγομένης ήταν οικονομικά εύρωστη, ώστε να της παρέχει το ανωτέρω ποσό ως προίκα. Αντίθετα, από τις καταθέσεις αυτές αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε την πλήρη διαχείριση της περιουσίας που είχαν τα δύο αδέλφια και την πρωτοβουλία για κάθε ενέργεια που αφορούσε την περιουσία αυτή, η οποία με την πάροδο του χρόνου αυξήθηκε...", "....

Συγκεκριμένα πραγματοποιήθηκαν οι ακόλουθες προθεσμιακές καταθέσεις: 1) η με αριθμό ..., ποσού 276.854,19 ευρώ, από 27-3-2003 έως 27-5-2003, με επιτόκιο 2,80%, 2).... και 88) η με αριθμό ... ποσού 200.0 ευρώ, από 31-7-2014 έως 31-7-2015, με επιτόκιο 2,40%. Οι ανωτέρω προθεσμιακές καταθέσεις, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα βεβαιώσεις εισοδήματος τόκων καταθέσεων με ημερομηνία εκδόσεως 23-3-2017 και 24-3-2017 της τράπεζας "A.

B. ATE", απέφεραν στους δικαιούχους εισόδημα από τόκους, για το χρονικό διάστημα από 27-3-2003 έως 31-7-2015 ύψους 251.099,07 ευρώ...", "...Ειδικότερα, οι εναγόμενοι προσκομίζουν 52 γραμμάτια είσπραξης της Τ. Α. που εκτείνονται χρονικά από 24-7-2002 έως 23-5-2006, συνολικού ύψους 240.700 ευρώ...". Σε κάθε περίπτωση αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη, ούτε ποιά η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου.

Επομένως, οι τρίτος και έβδομος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του KΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018).Εξάλλου, ως "έγγραφα" νοούνται τα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες μαρτυρικές βεβαιώσεις(ΑΠ 438/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, και τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος των αναιρεσειόντων Χ.

Α., δεχόμενο ότι "δεν προκύπτει από αυτή ότι δόθηκε προς την δεύτερη αναιρεσείουσα από τους γονείς της το ποσό των 25.000.000 δραχμών, μαζί με το ποσό των 1.200.000 δραχμών που είχαν συγκεντρώσει από τα δώρα του γάμου της, το οποίο επένδυσαν στην Ε. Τ. με την οποία είχαν συναλλαγές...",καθώς και το περιεχόμενο των αποσπασμάτων των λογαριασμών εκκαθαρίσεως που συντάχθηκαν από το ΚΤΕΛ Κ...ς, ήτοι τα από ....

φύλλα εκκαθαρίσεως, από τα οποία προκύπτει ότι το τελικό αποτέλεσμα, μετά τον συμψηφισμό εσόδων-εξόδων του λεωφορείου, ήταν χρεωστικό κατά τα αναφερόμενα ποσά. Ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος των αναιρεσειόντων Χ. Α., με βάση τα προεκτεθέντα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ, ώστε η παραμόρφωση του περιεχομένου του να ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Οι λοιποί πρόσθετοι λόγοι είναι επίσης απαράδεκτοι, αφού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο, όχι διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθές περιεχόμενο των εγγράφων, αλλά εσφαλμένη κρίση ως προς την ερμηνεία, εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου τους και μη συναγωγή του ορθού, κατ` αυτούς, αποδεικτικού πορίσματος.

Η αποδιδόμενη, όμως, εσφαλμένη εκτίμηση ως προς τα συναγόμενα, από την αξιολόγηση του περιεχομένου των λογαριασμών εκκαθαρίσεως μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, πραγματικά περιστατικά, δεν ιδρύει τον εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.

9. Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 133/2022,ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011) και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ 1025/2019,ΑΠ 1/2011, ΑΠ 212/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.

Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη (ΑΠ 1349/2018,ΑΠ 97/2018,ΑΠ 749/2017). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 943/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεχόμενο (προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι στους επίδικους λογαριασμούς κατατίθεντο κυρίως χρήματα των δύο πρώτων αναιρεσειόντων που απέκλειαν την ύπαρξη εσωτερικής σχέσης μεταξύ αναιρεσιβλήτου και πρώτου αναιρεσείοντος, δυνάμει της οποίας κατανέμονταν κατ'ισομοιρία και εξ ημισείας ανάμεσα σ'αυτούς τους δύο τα χρήματα των ως άνω κοινών λογαριασμών), ότι "δεν αποδεικνύεται ότι το όχημα που αναφέρεται στο συμβόλαιο με αριθμό ... (προσύμφωνο συστάσεως προίκας που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Π...

Κ. Π., που καταρτίστηκε μεταξύ του προικοδότη Ν. Δ. και του προικολήπτη Ν. Σ.) ως αντικείμενο της προίκας ταυτίζεται με το με αριθμό ... λεωφορείο, που κληρονόμησαν οι διάδικοι από τον πατέρα τους και σε περίπτωση ταυτότητας των οχημάτων ότι το λεωφορείο αυτό παρέμεινε στην εκμετάλλευση του προικολήπτη κατά τον χρόνο θανάτου του προικοδότη".

Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν αμφισβήτησε όσα βεβαιώνονται στο ως άνω προσύμφωνο ότι έγιναν, αλλά, εν σχέσει με την απόδειξη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι η εκμετάλλευση του ποσοστού 50% του με αριθμό κυκλοφορίας ...

λεωφορείου δεν ανήκε στον θανόντα, αλλά στην αδελφή του Ε. Δ., λόγω προίκας, δυνάμει του με αριθμό ... προσυμφώνου συστάσεως προίκας που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Π... Κ. Π., που καταρτίστηκε μεταξύ του προικοδότη Ν. Δ. και του προικολήπτη Ν. Σ., εκτιμήθηκε αυτό από το δικαστήριο, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι για την τελική κρίση του Εφετείου, η εκτίμηση δε από το δικαστήριο της ουσίας της αξιοπιστίας των αποδεικτικών μέσων εναπόκειται, όπως αναφέρθηκε, στην κυριαρχική κρίση αυτού. 10.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η από 28-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 40/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 28-7-2021 αίτηση των 1) Β. Δ., 2) Β. Α. και 3) Ν. Δ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 40/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ