Legislator Case Law & Legislation
1650/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review, upholding lower court's assessment of employment contract documents.

Case Number 1650/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his employment contract claim. The appellant argued the appellate court failed to consider specific board minutes and salary certificates, but the court found no evidence of this omission. The decision relied on the principle that as long as the lower court's judgment clearly indicates all submitted evidence was considered, specific mention of every document is not required.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible and must be examined regarding the admissibility and merit of its grounds, and the lower court's assessment of evidence is binding unless there is a clear error in the evaluation of the facts.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence assessment employment contract lower court discretion legal representation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 648 and following of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1650 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1650/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ι. Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ι. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζερδελή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θέρμη Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Γούμενου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 16108/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2543/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27.2.2020 και με αριθμό κατάθ. 681/65/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμ. 2543/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 21.1.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 365/331/2019) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 16108/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 1.10.2017 και με αριθμό κατάθ. 15692/2017 αγωγή του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.

Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.

η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, 2242/2013, 465/2013, 666/2009).

Σημειώνεται ότι δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολουμένου, η ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η μη ασφάλισή του σε Ταμείο Ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" (β.δ. 174/1963), 31 Εμπ. Νόμου (όπως η τελευταία ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 80 παρ.13 του Ν. 3604/2007, με τον οποίο (νόμο) αντικαταστάθηκαν και συμπληρώθηκαν διατάξεις του κ.ν. 2190/1920) και ήδη 19 παρ. 2 του κ.ν 2190/1920, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν.2339/1995 (ΦΕΚ Α 204), 713, 648, 652 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, προκύπτει ότι ο διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής.

Αν όμως, για τις υπηρεσίες που προσφέρει, λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού, λόγω της ιδιότητάς του, ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της ανώνυμης εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την παροχή γενικών οδηγιών και κατευθύνσεων προς το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας ως προς την πορεία της επιχείρησης από τη γενική συνέλευση των μετόχων, που κατά το άρθρο 33 του κ.ν. 2190/1920 αποτελεί το ανώτατο όργανο της εταιρείας ή από την αξιουμένη από την τελευταία ενημέρωση εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου, ενόψει και της ρύθμισης του άρθρου 35 του ιδίου νόμου για τη λήψη απόφασης περί απαλλαγής του Δ.Σ.

και των ελεγκτών από την ευθύνη τους για αποζημίωση της εταιρείας. Η σχέση αυτή, είτε ως εντολή, είτε ως μίσθωση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία (άρθρα 669, 672 ΑΚ) και δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 465/2013, 544/2010, 87/2009, 45/1997).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό της κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύουσας διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 Ν. 2339/1995 που ορίζει ότι οι σύμβουλοι, μέτοχοι ή μη μέτοχοι είναι πάντοτε επανεκλέξιμοι και ελεύθερα ανακλητοί (σε αντιστοιχία με εκείνη του μεταγενέστερα καταργηθέντος άρθρου 31 του ΕμπΝ) και του άρθρου 33 του ιδίου κ.ν 2190/1920, που ορίζει ότι η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, προκύπτει, α) ότι η γενική συνέλευση δικαιούται οποτεδήποτε και χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος να ανακαλεί ελευθέρως (ad nutum) τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, η ανάκληση δε αυτή, και αν ακόμη δεν δηλωθεί ρητώς στη σχετική απόφαση, δύναται να συνάγεται και σιωπηρώς από το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου που συντελείται πριν από τη λήξη του παλαιού, β) ότι το δικαίωμα της γενικής συνελεύσεως να ανακαλεί ελευθέρως τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν υπόκειται σε περιορισμούς είτε αυτοί καθιερώνονται ευθέως, είτε εμμέσως με τη μορφή επιζήμιων συνεπειών σε περίπτωση άσκησής του, και αν ακόμη έχουν συμφωνηθεί, και γ) ότι η ανάκληση μέλους του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, που γίνεται από τη γενική συνέλευση συνεπάγεται πάντοτε και τη λήξη της υποκείμενης σχέσης, ακόμη και αν έχει καταρτισθεί για ορισμένο χρόνο, διότι το δικαίωμα της ανάκλησης των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ασκείται ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συνδέουσας τα ως άνω μέλη με το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας σχέσης (ΑΠ 1606/2011).

Συνεπώς στην περίπτωση που μετά την αντικατάσταση του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας με απόφαση της γενικής συνέλευσης επακολουθήσει καταγγελία της συνδέουσας το μέλος αυτό με την εταιρεία υποκειμένης σχέσης, η καταγγελία φέρει απλώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα, αφού η υποκειμένη σχέση έχει ήδη λήξει.

Κατά συνέπεια η καταγγελία αυτή δεν σημαίνει κατά λογική ακολουθία την ύπαρξη και άλλης παράλληλης έννομης σχέσης μεταξύ του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας και της τελευταίας, όπως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, εάν κατά την περί τούτου αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπήρξε στην συγκεκριμένη περίπτωση άλλη σχέση, παρά μόνο η συνδέουσα το μέλος αυτό με την ανώνυμη εταιρεία σύμβαση εντολής ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Δεν αποκλείεται όμως ο διευθύνων σύμβουλος, σε εκτέλεση σύμβασης (που έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση), να παρέχει, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από τον νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας ως μέλος του Δ.Σ. αυτής, και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς προσδιορισμένη με εργασιακή σύμβαση, οπότε, αν η τελευταία προϋπήρχε του διορισμού του ως διευθύνοντος συμβούλου δεν απαιτείται έγκριση της συναφθείσας εργασιακής σύμβασης με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης.

Ο χαρακτηρισμός δε της σύμβασης αυτής, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εξαρτάται, πέραν από την καταβαλλόμενη αμοιβή, από το αν ο διευθύνων σύμβουλος (για τα καθήκοντα δηλαδή που ασκεί πέραν από τα συνηθισμένα και από το νόμο ή το καταστατικό καθορισμένα καθήκοντα του διευθύνοντος συμβούλου), υποβάλλεται ή όχι σε νομική εξάρτηση από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας (εργοδότη), αν δηλαδή αυτά έχουν δικαίωμα να ασκούν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να παρέχουν δεσμευτικές γι' αυτόν (διευθύνοντα σύμβουλο), εντολές και οδηγίες για την επιμελή εκτέλεση τούτων, οπότε πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 465/2013, 544/2010, 87/2009, 45/1997).

Εξ άλλου για τον ορθό χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας ή έργου ή εντολής ή σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο οποίος αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες εκτέλεσης της εργασίας, αφού ληφθεί υπόψη (για την ερμηνεία των δικαιοπρακτικών δηλώσεων) η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία κατά την ερμηνεία της δηλώσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ επίσης δεν ασκεί επιρροή ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνεται σε αυτήν από τους συμβαλλομένους (ΑΠ 171/2016, 465/2013, 2242/2013).

Τέλος, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με νεότερη αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθ. 361 του ΑΚ). Η συμφωνία αυτή, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρά.

Δεν αποκλείεται όμως και η στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων τροποποίηση ή μεταβολή ουσιωδών όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με κοινή συμφωνία των μερών, ρητή ή σιωπηρά, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου (άρθ. 361 σε συνδ. με άρθ. 164 του ΑΚ εξ αντιδ.), η οποία επάγεται την μεταβολή της φύσης της σύμβασης εργασίας σε εκείνη της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Τοιαύτη σιωπηρά συμφωνία μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν στο πλαίσιο μεταβολής του αντικειμένου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη, ο μισθωτός παύει πλέον να παρέχει τις μέχρι τότε υπηρεσίες του σε αυτόν με σχέση εξαρτημένης εργασίας και αναλαμβάνει άλλα καθήκοντα στο πλαίσιο της νέας επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη με άλλους όρους και με βάση άλλη έννομη σχέση κατά τη συμφωνία των μερών ( ΑΠ 1034/2020, 573/2018).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 167,168, 648, 669 Α.Κ., 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16/7/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της, εργαζόμενος, κατά το άρθρο 167 Α.Κ..

Μετά την περιέλευσή της στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη έστω και με τη συναίνεση του εργαζόμενου, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία (άρθρο 168 Α.Κ.) ( ΑΠ 722/2019). Περαιτέρω η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων (έγγραφο και καταβολή αποζημίωσης), είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (180 Α.Κ.) ( ΑΠ 359/2015).

Κατά το άρθρο 23α παρ. 2 του κωδ. Ν. 2190/1920 "περί Ανωνύμων Εταιριών" που προστέθηκε με το άρθρο 4 του νόμου 5076/1931 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 ν.δ. 4237/1962, και τροποποιήθηκε αντίστοιχα με τα άρθρα 24 παρ. 2 ΠΔ 409/1986 και 497/1987, κάθε σύμβαση (εκτός δανείων και πιστοδοτικών, για τις οποίες προβλέπεται στην παρ. 1), επομένως και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία συνάπτεται μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας και τους ιδρυτές, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντές ή διευθυντές της εταιρίας, συγγενείς αυτών .....

είναι άκυρη αν δεν προηγήθηκε ειδική έγκριση της (άδεια) από τη γενική συνέλευση των μετόχων, παρεχόμενη με την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή πλειοψηφία. Την έλλειψη της ειδικής αυτής άδειας δεν θεραπεύει η εκ των υστέρων έγκριση της Γενικής Συνέλευσης, έστω και αν έγινε ομόφωνα (Ολ. ΑΠ32/1975). Στο τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι η απαγόρευση αυτή "δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχόμενης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρίας μετά των πελατών της".

Ο όρος "μετά των πελατών" χρησιμοποιήθηκε από το νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προκειμένου να δηλώσει το συνήθως συμβαίνον, περιλαμβάνονται δε και συμβάσεις πάσης φύσεως με το προσωπικό αυτής, εφόσον δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 1 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, αρκεί το περιεχόμενο τους και οι ειδικότερα συμφωνηθέντες όροι να μην υπερβαίνουν το σύνηθες για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, το οποίο προσδιορίζεται από το ύψος της αμοιβής, τους οικονομικούς εν γένει όρους της σύμβασης, τη δραστηριότητα της εταιρίας, την οικονομική ευρωστία της, τις ανάγκες που ικανοποιούνται με τη σύναψη της συγκεκριμένης σύμβασης και τις συνήθειες που κρατούν για τέτοιου είδους συμβάσεις ( ΑΠ 127/2008, 791/2015).

Μεταξύ των προσώπων για τα οποία απαιτείται κατά προαναφερθέντα ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας προς σύναψη σύμβασης με τα πρόσωπα αυτά, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, συγκαταλέγονται τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου.

Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των προσώπων αυτών, τα οποία λόγω της ιδιότητας και της θέσης των είναι δυνατόν να συντελέσουν αποφασιστικά στη σύναψη επιζήμιων για την εταιρεία συμβάσεων προς ίδιο όφελος (ΑΠ 1245/2018,1036/2017, 791/2015, 1512/2011, 1791/2006). Από τη διατύπωση των ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό με τον κατά τα άνω επιδιωκόμενο από αυτές σκοπό συνάγεται ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οιωνδήποτε συμβάσεων, επομένως και της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που συνάπτουν με την ανώνυμη εταιρεία τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, και ότι κατ` εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες στις περιπτώσεις της χορήγησης ειδικής προς τούτο άδειας από τη γενική συνέλευση και υπό τον όρο ότι δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι που συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό του εκπροσωπουμένου στη γενική συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή στις περιπτώσεις της ένταξης των συμβάσεων αυτών εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας (ΑΠ 791/2015, 2182/2007).

Ως "τρέχουσα συναλλαγή της εταιρείας με τρίτους", όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας, ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσομένους με αυτή.

Επομένως σύμβαση το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας ή που κατά το περιεχόμενό του υπερβαίνει το συγκεκριμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία, τις ανάγκες της εταιρείας που ικανοποιούνται με τις συμβάσεις αυτές και τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και επομένως είναι άκυρη, εάν δεν παρασχεθεί η από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 791/2015, 452/2005, 1066/2002, 8/2001, 627/1974).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).

Κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.

Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, μπορεί δε είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει εμμέσως, όταν παρά τη σιωπή του δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη κενού ή ασάφειας αλλά ακόμη παρά και την τυχόν αντίθετη διαβεβαίωσή του, το δικαστήριο, προς σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο της σύμβασης, καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός του εγγράφου, με το οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση ( ΑΠ 581/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008, 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: " Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται εργοστάσιο εμφιάλωσης και εμπορίας μεταλλικού νερού στη ...

του Δήμου ..., προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα την 1.11.1991, προκειμένου να απασχοληθεί ως εμπορικός διευθυντής στην επιχείρησή της. Η εργασιακή σχέση του ενάγοντος εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τις 31.7.2006, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, καταβάλλοντας σε αυτόν 69.092,52 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης.

Μετά από αυτό ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης στις 12.10.2006, τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 44691/2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας εκείνης ως καταχρηστικής κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, καθώς και την επιδίκαση διαφόρων ποσών από την μέχρι τότε παροχή της εργασίας του.

Στις 03.02.2007, όμως, πριν συζητηθεί η παραπάνω αγωγή του, ο ενάγων, ο οποίος είχε και την ιδιότητα του προέδρου του σωματείου των μικρομετόχων της, εξελέγη μέλος του 9μελούς Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της, και αμέσως μετά, την ίδια ημέρα, μετά από μυστική ψηφοφορία μεταξύ των μελών του Δ.Σ., εξελέγη και διευθύνων σύμβουλος αυτής με το με αριθμό ...

πρακτικό του Δ.Σ. Με το πρακτικό αυτό ορίσθηκε ότι και ο πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας και ο διευθύνων σύμβουλός της μπορούν, ενεργώντας μεμονωμένα και χωριστά, να εκπροσωπούν την εταιρεία έχοντας όλες τις εξουσίες και αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 15 του καταστατικού της. Ενδεικτικά, δε, πως ο καθένας τους έχει την εξουσία "1) Να εκπροσωπεί την εταιρεία σε κάθε δημόσια, δημοτική, δικαστική ή άλλη Αρχή, σε οποιαδήποτε τράπεζα, οργανισμό, ΙΚΑ, κ.λ.π.

και γενικότερα σε κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο. 2) Να διοικεί και οργανώνει την εταιρεία και τις επιχειρήσεις της, αποφασίζοντας την ίδρυση, λειτουργία, διακοπή ή κατάργηση γραφείων, εργοστασίων, υποκαταστημάτων, αποθηκών κ.λ.π. 3) Να διαχειρίζεται και εκμεταλλεύεται την εταιρική περιουσία, συνολικά ή μερικά, να επενδύει και να τοποθετεί αποτελεσματικά αυτήν. 4) Να αγοράζει, πωλεί, υποθηκεύει, προσημειώνει, ενεχυριάζει, την εταιρική περιουσία, συνολικά ή μερικά. 5) Να προσλαμβάνει και να απολύει το υπαλληλικό και εργατοτεχνικό προσωπικό, να συνάπτει με τρίτους κάθε μορφής συμβάσεις και να συναλλάσσεται κατά την κρίση του με τρίτους. 6) Να εκδίδει, αποδέχεται και οπισθογραφεί συναλλαγματικές, τραπεζικές επιταγές και κάθε άλλο αξιόγραφο. 7) Να συνάπτει συμβάσεις με τις τράπεζες για το άνοιγμα πιστώσεων, έκδοση εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων με ανοικτό λογαριασμό, με οποιουσδήποτε όρους και ειδικότερες συμφωνίες. 8) Να παρέχει και λαμβάνει δάνεια για λογαριασμό της εταιρείας, οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, με ή χωρίς εμπράγματη εξασφάλιση των ακινήτων της εταιρείας. 9) Να συνάπτει κάθε είδους συμβάσεις και συμφωνίες με τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, για την εξαγωγή και εισαγωγή άλλων προϊόντων και αγαθών, με στόχο πάντοτε την επίτευξη του εταιρικού σκοπού και γενικότερα, καθένας τους, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, να ασκεί τα δικαιώματα του Δ.Σ.

και να ενεργεί όλες τις πράξεις που αναφέρονται αναλυτικά στο άρθρο 15 παρ. 2 και 3 του καταστατικού της εταιρίας". Μετά από αυτά το Δ.Σ. της εναγομένης συνεδρίασε στις 06.03.2007, με θέμα την προεκτεθείσα αγωγή του ενάγοντος, χωρίς την παρουσία του τελευταίου, που ήταν πλέον μέλος του και αφού εξήγησε τη θέση του αποχώρησε.

Αποφάσισε δε το Δ.Σ. της εναγομένης (με το ... πρακτικό του): α) να θεωρήσει την από 31.07.2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ως μη γενόμενη και την εργασιακή σχέση μαζί του ως μη διακοπείσα και να αναθέσει στον ίδιο από 03.02.2007 καθήκοντα γενικού διευθυντή με "εργασιακές συνολικές από κάθε λόγο και αιτία μικτές αποδοχές τις ίδιες ακριβώς που θα ελάμβανε αν δεν διακόπτονταν η σύμβαση εργασίας του με την εταιρεία" γ) να αποδεχθεί την παραίτηση του ενάγοντος από την από 04.10.2006 αγωγή του.

Στη συνέχεια το Δ.Σ. της εναγομένης αποφάσισε και για τον τρόπο τακτοποίησης των οικονομικών εκκρεμοτήτων μεταξύ των διαδίκων, που σχετίζονταν με αποζημίωση απόλυσης που είχε λάβει και τον συμψηφισμό της με μέρος των αξιώσεων που ο ενάγων είχε ασκήσει με την προαναφερθείσα αγωγή του. Στην παραπάνω απόφασή του το Δ.Σ.

της εναγομένης αποτύπωσε και ρητά την πεποίθησή του ότι για την ανάθεση στον ενάγοντα καθηκόντων γενικού διευθυντή δεν απαιτείται η έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, καθόσον αυτή (η ανάθεση) συμπεριλαμβάνεται στις τρέχουσες συναλλαγές της εταιρείας. Η ανάθεση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανάγεται στις τρέχουσες συναλλαγές της εναγομένης ΑΕ, εφόσον ληφθούν υπόψη το είδος και οι όροι της, ...

ωστόσο η παραπάνω απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης έγινε αποδεκτή από τον ενάγοντα, ο οποίος σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων παραιτήθηκε του δικογράφου της από 04.10.2006 αγωγής του. Στη συνέχεια, στην τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης που έλαβε χώρα στις 23.06.2007, ζητήθηκε, με το τρίτο θέμα της ημερήσιας διάταξης, από το σώμα της γενικής συνέλευσης, κατά λέξη: "η έγκρισή του (άδεια) για την κατάρτιση εργασιακής σύμβασης αορίστου χρόνου ανάμεσα στην εταιρεία και στον κ.

Ι., με αντικείμενο την παροχή από τον ίδιο υπηρεσιών διευθύνοντος συμβούλου και γενικού διευθυντή της εταιρείας, αντί μηνιαίου μισθού ποσού Ευρώ 7.000 μικτών από το χρόνο της εκλογής του από το Δ.Σ. ως διευθύνοντος συμβούλου και γενικού διευθυντή της εταιρείας". Αποφάσισε δε η γενική συνέλευση, κατά πλειοψηφία (μειοψήφησε ο μέτοχος Α.

Τ.) να παράσχει την έγκρισή της για τη σύναψη της προταθείσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Στη συνέχεια, η εναγομένη, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο του Δ.Σ. αυτής, και ο ενάγων συνέταξαν το από 27.06.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό με το εξής περιεχόμενο: "Η πρώτη από τους συμβαλλόμενους, που θα καλείται στο εξής "Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ", διατηρεί και εκμεταλλεύεται εδώ στη ...

… εργοστασιακή μονάδα άντλησης, εμφιάλωσης και εμπορίας του ανθρακούχου φυσικού μεταλλικού νερού "...", καθώς και του επιτραπέζιου νερού "… ...", σε διάφορες συσκευασίες, κοινές, γνωστές και αποδεκτές από την ευρεία κατανάλωση και την εν γένει αγορά. Για τις ανάγκες διοίκησης, διεύθυνσης, εποπτείας και ελέγχου της λειτουργίας των επί μέρους τμημάτων της επιχείρησης αλλά και εν συνόλω, με τελικό σκοπό την εύρυθμη, παραγωγική και αποτελεσματική απόδοσή της, έχει προσλάβει το δεύτερο συμβαλλόμενο (μέλος του Δ.Σ.

αυτής και διευθύνοντα σύμβουλο), που θα καλείται στο εξής "ΜΙΣΘΩΤΟΣ", για να εργασθεί σ' αυτήν ως Γενικός Διευθυντής, σύμφωνα με σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Πρακτικό Δ.Σ. υπ' αριθμόν ...) και της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας (Πρακτικό τακτικής Γ.Σ. της 23.6.2007) και με τους παρακάτω ειδικότερους όρους: 1) Αντικείμενο των προσφερομένων υπηρεσιών του ΜΙΣΘΩΤΟΥ είναι η εν γένει διοίκηση, διεύθυνση, εποπτεία και έλεγχος, από κάθε άποψη, της λειτουργίας της επιχείρησης της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ.

Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ, μπορεί, με απόφαση του Δ.Σ. αυτής, να αναθέτει στο ΜΙΣΘΩΤΟ την εκτέλεση διοικητικών και διευθυντικών καθηκόντων, πράξεων και ενεργειών, που δεν αναφέρονται στο παρόν. 2) Η χρονική διάρκεια της προκειμένης συνεργασίας, συμφωνείται αόριστη. 3) Τόπος εκπληρώσεως των εργασιακών καθηκόντων και υποχρεώσεων του ΜΙΣΘΩΤΟΥ ορίζεται η έδρα της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ.

Είναι αυτονόητο ότι ο ΜΙΣΘΩΤΟΣ, κατά την εκτέλεση των υπηρεσιών του, έχει υποχρέωση να μεταβαίνει και σε τόπους πέραν της έδρας της ΕΤΑIΡΕΙΑΣ. 4) Οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του ΜΙΣΘΩΤΟΥ, που ορίσθηκαν με απόφαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ η οποία συνήλθε στις 23.6.2007, ανέρχονται σε ποσό ευρώ 7.000. 5) Εκτός από το μηνιαίο μισθό του, η ΕΤΑΙΡΕΙΑ θα διαθέσει στο ΜΙΣΘΩΤΟ για τη χρήση τους από τον ίδιο, επιβατικό αυτοκίνητο και συσκευή κινητής τηλεφωνίας, οι δαπάνες λειτουργίας των οποίων θα βαρύνουν την ίδια. 6) Στο συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό του ΜΙΣΘΩΤΟΥ, εν όψει και της διευθυντικής του θέσης στην ΕΤΑΙΡΕΙΑ, συμπεριλαμβάνεται κάθε εργασιακή απαίτηση ή αξίωσή του, από οποιονδήποτε λόγο και αιτία. 7) Ο ΜΙΣΘΩΤΟΣ πρέπει να προσφέρει τις υπηρεσίες του χωρίς προκαθορισμένα χρονικά πλαίσια, ευσυνείδητα, αποτελεσματικά, με επιμέλεια και πίστη προς την ΕΤΑΙΡΕΙΑ. 8) Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκτελέσουν την προκειμένη σύμβαση σύμφωνα με τους κανόνες και τις επιταγές του νόμου, της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. 9) Η παρούσα ισχύει από την 3η Φεβρουάριου 2007 και σε κάθε περίπτωση από την επομένη (24.6.2007) της σύγκλησης της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ.".

Κατά το χρόνο όμως λήψης της προαναφερθείσας απόφασης της γενικής συνέλευσης της εναγομένης (23.6.2007) και το χρόνο σύνταξης του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού (27.6.2007) ο ενάγων δεν συνδεόταν με την εναγομένη ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού ήδη, από την περιέλευση σε αυτόν της από 31.07.2006 καταγγελίας, είχε λήξει η μεταξύ τους εργασιακή σχέση, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που τα μέρη έδιναν στη συνεργασία τους.

Και για να είναι έγκυρη η συμφωνία του ενάγοντος με την εναγομένη περί άρσης των συνεπειών της από 31.07.2006 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και συνέχισης της από 01.11.1991 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας τους, θα έπρεπε, να προϋπάρχει η άδεια (έγκριση) της γενικής συνέλευσης της εναγομένης, ακριβώς επειδή κατά το χρόνο που καταρτίσθηκε η συμφωνία αυτή ο ενάγων είχε ήδη εκλεγεί μέλος του Δ.Σ.

και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης και τέτοια άδεια δεν υπήρχε. Αλλά ακόμη και υπό την (μη ορθή) άποψη ότι αρκούσε η μεταγενέστερη έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης, η παραπάνω συμφωνία θα ήταν και πάλι άκυρη, διότι δεν υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση ούτε τέτοια (μεταγενέστερη) έγκριση, παρά τα όσα αβάσιμα ο ενάγων ισχυρίζεται.

Πιο συγκεκριμένα, από τη γενική συνέλευση της εναγομένης δεν δόθηκε (ούτε) συναίνεση για τη συμβατική άρση των συνεπειών της προηγηθείσας καταγγελίας της σύμβασης και την αναδρομική συνέχιση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπως σαφώς συνάγεται από τα προπαρατεθέντα πρακτικά της γενικής συνέλευσης, αφού αυτή δεν χορήγησε παρά μόνον την έγκριση για τη σύναψη εργασιακής σχέσης αορίστου χρόνου μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διευθύνοντος συμβούλου και γενικού διευθυντή.

Η παραδοχή αυτή επιβεβαιώνεται από το ότι το ίδιο Δ.Σ της εναγομένης, με την ... απόφασή του, δυνάμει της οποίας αποφασίσθηκε, δίκην πρότασης για την κατάρτιση σχετικής συμφωνίας, η άρση των συνεπειών της καταγγελίας της εναγομένης και η συνέχιση της υφιστάμενης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των μερών, με την ανάθεση στον ενάγοντα καθηκόντων γενικού διευθυντή που ακολούθως έγινε δεκτή από τον ενάγοντα, αποτύπωσε και ρητά την πεποίθησή του ότι για όλα τα ανωτέρω δεν απαιτείται η έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων.

Δηλαδή ούτε και το Δ.Σ. της εναγομένης δεν θεώρησε σκόπιμη την έγκριση της συμβατικής ανάκλησης των συνεπειών της παραπάνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη και για αυτό δεν τη συμπεριέλαβε στην ημερήσια διάταξη της από 23.06.2007 γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης.

Με βάση όλες τις παραπάνω παραδοχές, η ένσταση της εναγομένης περί ακυρότητας της συμβατικής ανάκλησης των συνεπειών της καταγγελίας της προαναφερθείσας σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, λόγω της, κατά το χρόνο κατάρτισής της, ιδιότητας του ενάγοντος ως μέλους του Δ.Σ. αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη.

Η δε αντένσταση του ενάγοντος περί χορήγησης στην προκειμένη περίπτωση άδειας από τη γενική συνέλευση πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, διότι η άδεια αυτή έπρεπε να προϋπάρχει της γενικής συνέλευσης, σε κάθε δε περίπτωση (ακόμη δηλαδή και υπό την (μη ορθή) άποψη ότι αρκούσε η μεταγενέστερη έγκριση της γενικής συνέλευσης), ως ουσία αβάσιμη.

Το ειδικότερο παράπονο του εκκαλούντος πως στο πλαίσιο της προαναφερθείσας μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας δεν έγινε ανάκληση της καταγγελίας, αλλά αναγνώριση της ακυρότητάς της εκ μέρους της εναγομένης, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι και για την αναγνώριση αυτή θα ίσχυαν, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τα ίδια που ισχύουν για την ανάκληση της καταγγελίας, δηλαδή θα απαιτείτο (και για την αναγνώριση) η έγκριση της γενικής συνέλευσης και τέτοια έγκριση, είτε προγενέστερη είτε ακόμη και μεταγενέστερη δεν υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω στην παρούσα απόφαση.

Περαιτέρω, ως προς τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι σε κάθε περίπτωση (και αν δηλαδή κριθεί ότι τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή δεν τα ανέλαβε σε συνέχεια της από 01.06.1990 σύμβασης), αυτός παρείχε, δυνάμει της από 03.02.2007 σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και ύστερα από έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης που δόθηκε στις 24.06.2007, υπηρεσίες γενικού διευθυντή της, συνδεόμενος από τότε, δηλαδή από τις 03.0.2.2007 με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:

Ο ενάγων, ως γενικός διευθυντής της εναγομένης, παρείχε στην τελευταία, από τις 03.02.2007, τις εξής υπηρεσίες (καθήκοντα): Την εποπτεία και έλεγχο της λειτουργίας όλων των τμημάτων της εναγομένης και την παροχή οδηγιών προς τους υφισταμένους του για την προσήκουσα εκπλήρωση των καθηκόντων τους, την αξιολόγηση της απόδοσής τους, την εισήγηση για λήψη αποφάσεων που αφορούσαν την υπηρεσιακή τους κατάσταση (μετακινήσεις, προαγωγές, χορήγηση αδειών κ.α.).

Τα καθήκοντα αυτά του ενάγοντος ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τις αρμοδιότητες που ο ίδιος είχε και τις αντίστοιχες υπηρεσίες που παρείχε στην εναγομένη με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της, όπως αυτές περιγράφονται ενδεικτικά στο με ... πρακτικό του Δ.Σ., εντασσόμενες στην υποχρέωσή του να διοικεί και να οργανώνει την εταιρεία, να προσλαμβάνει και να απολύει το υπαλληλικό και εργατοτεχνικό προσωπικό.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, έστω κατά την εκτέλεση των παραπάνω καθηκόντων του, βρισκόταν υπό την προσωπική και νομική εξάρτηση του Δ.Σ., δεχόμενος δεσμευτικές οδηγίες σε σχέση με το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Η παραδοχή αυτή δεν αναιρείται από τη συνεχή παρουσία του ενάγοντος στο εργοστάσιο της εναγομένης, αφού αυτή ανάγεται στην ευθύνη της θέσης του διευθύνοντος συμβούλου και δεν υποδηλώνει νομικό εξαναγκασμό του για τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου.

Αλλά και το γεγονός ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε να περιλαμβάνονται στην αμοιβή του ενάγοντος τα προβλεπόμενα από την εργατική νομοθεσία δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, δεν μπορεί να προσδώσει στον ενάγοντα την ιδιότητα του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού αυτά δεν αποκλείεται να συμφωνηθούν και στα πλαίσια σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Ακόμη, το γεγονός ότι πριν τον ενάγοντα καθήκοντα γενικού διευθυντή ασκούσε ο Λ. Χ., ο οποίος εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν αναιρεί τις παραπάνω παραδοχές, κυρίως επειδή οι δύο περιπτώσεις διαφέρουν μεταξύ τους, αφού ο ενάγων, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα, κατά το χρόνο (03.02.2007) που ανέλαβε την ιδιότητα και του διευθύνοντος συμβούλου και του γενικού διευθυντή, δεν συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη, αφού αυτή είχε λυθεί με καταγγελία, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η κατάληψη της θέσης του γενικού διευθυντή αποτελεί εξέλιξη και λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο λειτουργίας της υφιστάμενης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και είναι ανεξάρτητη από την ανάληψη αρμοδιοτήτων διευθύνοντος συμβούλου.

Το παρόν Δικαστήριο, συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω και ιδιαίτερα την προαναφερθείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, ερμηνευόμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και αναζητώντας την αληθή βούληση των μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από τους συμβαλλομένους, προς όλες τις προαναφερθείσες περιστάσεις παροχής των υπηρεσιών που ο ενάγων παρείχε πραγματικά στην εναγομένη, καταλήγει στην κρίση ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρξε, ούτε από τις 03.02.2007, διακριτή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του γενικού διευθυντή από την πλευρά του ενάγοντος, αλλά, αντίθετα, η εκτέλεση των καθηκόντων του αυτών ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδιότητά του ως διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης".

Υπό τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος και τότε εκκαλούντος κατά της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 1.10.2017 αγωγή αυτού, με την οποία ζητείτο να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 28.7.2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη και να υποχρεωθεί η τελευταία (εναγομένη) να καταβάλει σε αυτόν Α) για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 14.7.2017 έως 28.7.2017 το ποσό των 3.650,00 ευρώ και Β) για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.8.2017 έως 31.7.2018 συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων Χριστουγέννων του έτους 2017, Πάσχα και αδείας του έτους 2018, το ποσό των 102.200,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και επικουρικά, στην περίπτωση που η καταγγελία ήθελε κριθεί έγκυρη, το ποσό των 128.280,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με τη φύση της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και κατέληξε σε ορθό διατακτικό περί της μη εφαρμογής στη σύμβαση αυτή των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τις προϋποθέσεις εγκυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Κατά συνέπεια, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 174,180, 648 επ., 349,353, 656 του ΑΚ, 1 επόμ. του Ν.2112/1920, 5 παρ. 3 του Ν.3198/1955, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, ούτε εκείνες των άρθρων 648 επ. του ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943 που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, 713 ΑΚ, 19 παρ. 2, 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του κ.ν. 2190/1920, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας των άρθρων 713 ΑΚ και 23α του Ν. 2190/1920 και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: ότι ο αναιρεσείων, ως γενικός διευθυντής της αναιρεσίβλητης είχε την εποπτεία και τον έλεγχο της λειτουργίας όλων των τμημάτων της αναιρεσίβλητης, την παροχή οδηγιών προς τους εφισταμένους του για την προσήκουσα εκπλήρωση των καθηκόντων τους, την αξιολόγηση της απόδοσής τους, την εισήγηση για λήψη αποφάσεων που αφορούσαν την υπηρεσιακή τους κατάσταση, τα οποία καθήκοντα ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τις αρμοδιότητες και τις υπηρεσίες που παρείχε ο ίδιος στην αναιρεσίβλητη με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου, περιγραφόμενες στο υπ' αριθμ. ...

πρακτικό του Δ.Σ. αυτής, και εντασσόμενες στην υποχρέωσή του να διοικεί, οργανώνει την εταιρεία και να προσλαμβάνει και απολύει το υπαλληλικό και εργατοτεχνικό προσωπικό αυτής χωρίς να βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης υπό δεσμευτικές οδηγίες του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης σε σχέση με την παροχή των υπηρεσιών του.

Τέλος, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε να περιλαμβάνονται στην αμοιβή του αναιρεσείοντος τα προβλεπόμενα από την εργατική νομοθεσία δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, δεν προσδίδει στον αναιρεσείοντα την ιδιότητα του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού αυτά δεν αποκλείεται να συμφωνηθούν και στα πλαίσια σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου ούτε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ, αφού αφ' ενός η διαπίστωση από το δικαστήριο κενού ή αμφιβολίας δεν απαιτείται να αναφέρεται ρητά αλλά δυνατόν να προκύπτει και εμμέσως, αφ' ετέρου ερμήνευσε τις δηλώσεις βουλήσεως τις αποτυπωμένες στο ως άνω συμφωνητικό σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, τις οποίες δεν ήταν υποχρεωμένο να αναλύσει και να εξειδικεύσει περαιτέρω.

Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε α) ότι τα καθήκοντα που ανατέθηκαν σε αυτόν με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ...

πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης καθώς και τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή σύμφωνα με το από 27.6.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, ανατέθηκαν στα πλαίσια σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών β) ότι η συμβατική ανάκληση της από 31.7.2006 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας , είναι άκυρη, διότι έγινε με την από 6.3.2007 απόφαση του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης, χωρίς να έχει προηγηθεί έγκριση της συμβατικής αυτής ανάκλησης από τη γενική συνέλευση των μετόχων της και γ) ότι από την ερμηνεία του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει ότι ο ενάγων δεν συνδεόταν με την εναγομένη με σχέση εξαρτημένης εργασίας αλλά ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Από τις διατάξεις των άρθρων 35α παρ. 1 και 2 του κωδ.

Νόμου 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιρειών" συνάγεται ότι οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως ανωνύμου εταιρείας, σχηματιζόμενες από τις ψήφους των μετόχων της εταιρείας, είναι άκυρες, ως αποφάσεις του εταιρικού αυτού οργάνου, και όταν λήφθηκαν κατά παράβαση των περί συγκροτήσεως των γενικών συνελεύσεων ή των περί απαρτίας και πλειοψηφίας διατάξεων ή δια του περιεχομένου τους θίγουν διατάξεις του καταστατικού που έχουν τεθεί αποκλειστικά ή κυρίως προς προστασία των δανειστών της εταιρείας, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση ακυρότητας απορρέουσας από οποιονδήποτε λόγο και συνεπώς και στην περίπτωση ακυρότητας προκύπτουσας τόσο από τις διατάξεις του νόμου περί ανωνύμων εταιρειών, όσο και από τις κοινές διατάξεις, ήτοι σε κάθε περίπτωση αντιθέσεως αυτών προς απαγορευτική διάταξη του άνω νόμου ή προς αντίστοιχη απαγορευτική διάταξη του Α.Κ., όπως η τοιαύτη του άρθρου 281 του Α.Κ., που απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η ακυρότητα δε αυτή επέρχεται αυτοδικαίως και καθένας που έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας (Α.Π. 410/2016, 1121/2006, 155/1985, 832/1976).

Σε σχέση με την απόρριψη της ένστασης από το άρθρο 281ΑΚ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής: " Η εναγομένη εξαγοράσθηκε κατά το φθινόπωρο του έτους 2016 από τις εταιρείες "..." και "...", σε ποσοστά 68% και 13%, αντίστοιχα. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα προετοιμασίας, οι παραπάνω ιδιώτες ανέλαβαν τη διοίκηση της επιχείρησης της εναγομένης, ουσιαστικά από τον Φεβρουάριο του 2007, οπότε και προέβησαν σε αναδιοργάνωση της επιχείρησης, αρχίζοντας να υλοποιούν, με σκοπό την μεγαλύτερη οικονομική της ανάπτυξη, νέα επιχειρηματικά σχέδια, διαφορετικά από εκείνα που μέχρι τότε εφάρμοζε η εναγομένη.

Στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν, ο ενάγων, που μέχρι τότε είχε, ως διευθύνων σύμβουλος, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διοίκηση της εναγομένης, έχοντας βέβαια συμβάλει και στη μέχρι τότε οικονομική της πορεία και στην καταξίωσή της στον επιχειρηματικό της κλάδο, δεν θέλησε να συνεργασθεί με τη νέα πλειοψηφία των μετόχων, και γι' αυτό ακριβώς προχώρησε στην παραίτησή του (και δεν αποπέμφθηκε από την εναγομένη, για τους λόγους που, αβάσιμα, προβάλλει) και στη συνέχεια άσκησε κατ' αυτής την κρινόμενη αγωγή του.

Η δε εναγομένη, υπό τη νέα της πλέον διοίκηση, αμυνόμενη κατά της αγωγής αυτής, προέβαλε την ακυρότητα της επικαλούμενης από τον ενάγοντα σύμβασης για πρώτη φορά τότε, καθώς προηγουμένως, ελεγχόμενη από άλλη διοίκηση, με διευθύνοντα μάλιστα σύμβουλο τον ενάγοντα, δεν είχε λόγο ούτε και μπορούσε να την προβάλει.

Έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ότι δημιουργήθηκε στον ενάγοντα εύλογη πεποίθηση ότι η εναγομένη δεν θα προέβαλλε την ακυρότητα την οποία προβάλλει τώρα (υπό τη νέα της διοίκηση), ούτε ότι η προβολή της ακυρότητας αυτής έρχεται σε προφανή αντίθεση με την προγενέστερη συμπεριφορά της εναγομένης και δεν γίνεται προς προάσπιση των νόμιμων συμφερόντων της, αλλά για την απαλλαγή της από την προστασία που παρέχουν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας στον ενάγοντα, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται.

Η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να επικαλεσθεί την ακυρότητα της σύμβασης που την συνέδεε με τον ενάγοντα δεν παρίσταται ως υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της αυτού". Ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεώς του από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την προταθείσα από αυτόν αντένσταση καταχρηστικής προβολής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της ακυρότητας της σύμβασής του με αυτήν.

Όμως, υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στην προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η προβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της ακυρότητας της σύμβασης που τη συνέδεε με τον αναιρεσείοντα δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της αυτού, καθ' όσον η πάροδος αρκετού χρονικού διαστήματος για προβολή αυτής δεν δικαιολογεί την πεποίθηση μη προβολής της.

Επομένως, ο λόγος για καταχρηστική επίκληση της ακυρότητας της μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης σύμβασης εργασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 8/2016).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017).

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη του: 1) το υπ' αριθμ. ... Πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, το οποίο προετοίμασε τα θέματα επί των οποίων αποφάσισε η επακολουθήσασα τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της με ημερομηνία 23.6.2007, 2) την από 23.2.2012 τροποποιητική σύμβαση εργασίας και τις μεταγενέστερες από 29.3.2013, 26.3.2014 και 17.3.2017 σε συνδυασμό με την από 21.2.2012 απόφαση του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης, 3) το υπ' αριθμ. ... πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, 4) τις μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής και τις με ημερομηνία 20.2.2012, 15.5.2013, 13.3.2014, 14.5.2015, 31.3.2016 και 30.3.2017 βεβαιώσεις αποδοχών της αναιρεσίβλητης και τις υπ' αριθμ. 958/6.3.2018, 959/6.3.2018 και 1026/13.9.2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Χαράλαμπου Ανδρεάδη, Χρήστου Βαγγέλη και Δημητρίου Τριανταφύλλου, αντίστοιχα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά των ενόρκων βεβαιώσεων και από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα.

Μετά από αυτά και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.2.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ι. Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2543/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος από

την Υπηρεσία η αρχαιότερη της

συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ