Legislator Case Law & Legislation
1650/2017 AI generated

1650/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1650/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1650/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Νόμιμα φέρεται με την από 22-7-2015 κλήση της αναιρεσείουσας προς συζήτηση ενώπιον του Τμήματος τούτου η κρινόμενη υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 403/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, αναιρέθηκε για το λόγο του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η υπ' αριθμ. 136/2011 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Keywords

AI generated
psychiatric work incapacity loss of earning capacity unfit notwithstanding health condition deportation despite health issues intellectual disability temporary loss of work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1650 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1650/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της καλούσας - εφεσίβλητης - εναγόμενης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.

Των καθ' ων η κλήση - εκκαλούντων - εναγόντων: 1) Λ. Σ. του Φ., κατοίκου ... και 2) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Γεωργακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-5-2000 και 3-1-2001 αγωγές των ήδη καθ' ων η κλήση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 51/2003 μη οριστική και 281/2004 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη καθ' ων η κλήση με την από 15-4-2007 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 730/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 136/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη καλούσα με την από 22-7-2013 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 403/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 136/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και κράτησε για να δικάσει επί της ουσίας την υπόθεση, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως επί της ουσίας. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 22-7-2015 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίστηκε Εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται με την από 22-7-2015 κλήση της αναιρεσείουσας προς συζήτηση ενώπιον του Τμήματος τούτου η κρινόμενη υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 403/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, αναιρέθηκε για το λόγο του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η υπ' αριθμ. 136/2011 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Η κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή. Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 10-8-1998 αγωγή αποζημιώσεως και ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, στον πρώτο και τον δεύτερο τούτων ανά 14.990.000 δρχ. ως αποζημίωση για θετική ζημία, διαφυγόν κέρδος και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος που συνέβη από αμέλεια του πρώτου εναγομένου κατά την οδήγηση αυτοκινήτου κυριότητας της δεύτερης εναγομένης και ασφαλισμένου στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 37/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει. Την απόφαση αυτή οι ενάγοντες αφενός, και οι εναγόμενοι αφετέρου προσέβαλαν με έφεση εκάστη πλευρά, επί των οποίων εκδόθηκε η 678/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου με την οποία έγιναν δεκτά κατά το ενδιαφέρον μέρος της τα εξής: "Η σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του βυτιοφόρου.

Από την σύγκρουση δε οι δύο πρώτοι των εναγόντων υπέστησαν σωματικές βλάβες. Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο ενάγων Λ. Σ. πριν από το ατύχημα εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής και ασχολείτο με την ειδικότητά του αυτή, πέντε ημέρες κάθε εβδομάδα και αμοίβονταν με το ποσόν των 12.000 δρχ. την ημέρα. Με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δε μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα, θα συνέχιζε να εργάζεται όπως και πριν από αυτό και να αμοίβεται κατά τον ίδιο τρόπο.

Πλην όμως λόγω του ατυχήματος και της ανικανότητάς του να εργασθεί, απώλεσε από την αιτία αυτή για το χρονικό διάστημα των δέκα μηνών, από τον τραυματισμό του, όπως ήδη έχει αναφερθεί, το ποσόν των 2.400.000 δρχ. (12.000 δρχ. χ 20 ημ. κάθε μήνα χ 10 μήνες). Από το ποσόν αυτό πρέπει να αφαιρεθούν 341.130 δρχ., που αντιπροσωπεύουν την επιδότηση, την οποία εισέπραξε ο ίδιος ενάγων, λόγω της ανικανότητάς του να εργασθεί από το ΙΚΑ, ως ασφαλισμένος του.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο παραπάνω ενάγων είναι συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του κατά ποσοστό 20% καθ' όσον κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, προστατευτικό κράνος (άρθρ. 101 ΚΟΚ). Με βάση τα δεδομένα αυτά, πρέπει να μειωθεί το ποσόν της επιδικαζομένης παραπάνω αποζημιώσεως του πρώτου ενάγοντος κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, καθ' όσον η αποζημίωση αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο δεύτερος ενάγων πριν από το ατύχημα εργάζονταν ως βοηθός ελαιοχρωματιστή και απασχολείτο με την ειδικότητά του αυτή πέντε ημέρες κάθε εβδομάδα και αμοίβονταν με το ποσόν των 8.000 δρχ. την ημέρα. Με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δε μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα θα συνέχιζε να εργάζεται, όπως και πριν από αυτό και να αμοίβεται κατά τον ίδιο τρόπο.

Πλην όμως λόγω του ατυχήματος και της ανικανότητάς του να εργασθεί απώλεσε από την αιτία αυτή για το χρονικό διάστημα των δέκα μηνών από του τραυματισμού του, όπως ήδη έχει αναφερθεί, το ποσόν του 1.600.000 δρχ. (8.000 δρχ. χ 20 ημ. χ 10 μήνες)". Περαιτέρω το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την 37/1999 απόφαση και επεδίκασε υπέρ του πρώτου ενάγοντος το συνολικό ποσό των 3.839.096 δρχ.

και υπέρ του δευτέρου ενάγοντος το συνολικό ποσό των 2.340.000 δρχ.

Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου δύο αγωγές αποζημιώσεως κατά των ιδίων εναγομένων και δη α) την από 15-5-2000 με την οποία ζήτησαν μεταξύ άλλων, να τους επιδικασθεί ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη λόγω της ανικανότητάς τους για εργασία, για τα χρονικά διαστήματα 1) από την 10-8-1998 (ημερομηνία μέχρι την οποία τους είχαν επιδικασθεί οι αντίστοιχες απαιτήσεις τους με βάση την προηγούμενη υπ' αριθμ. 678/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου) μέχρι την 10-1-2001 (ημερομηνία συζητήσεως της αγωγής αυτής δηλαδή 29 μήνες) και 2) από την 10-1-2001 ως 9-1-2004 και β) την από 3-1-2001 αγωγή, (ένδικη) |με την οποία ζήτησαν να τους επιδικασθεί ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την 10-1-2004 έως την συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους έκαστος και δη ο πρώτος μέχρι 31-12-2032 και ο δεύτερος μέχρι 31-12-2034.

Επί των αγωγών αυτών οι οποίες συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 204/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η από 15-5-2000 αγωγή και απερρίφθη η από 3-1-2001 αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 31-12-2001 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 51/2003 απόφαση του (Εφετείου Ναυπλίου, η οποία δέχθηκε: 1) ότι για το μετά την 10-8-1998 χρονικό διάστημα δεν παράγεται δεδικασμένο για το εάν οι ενάγοντες είναι ή όχι ικανοί προς εργασία απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο εφέσεως, 2) ότι είναι νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, διότι οι ενάγοντες Αλβανοί υπήκοοι, ήσαν εφοδιασμένοι με ειδικά δελτία ταυτότητας ομογενών, που τους παρέχουν δικαίωμα παραμονής και εργασίας στη χώρα, και επομένως έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε τα αντίστοιχα αγωγικά κονδύλια ως απαράδεκτα.

Στη συνέχεια δε, δεχόμενο το Εφετείο την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και διέταξε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αναβάλλοντας την έκδοση οριστικής αποφάσεως. Κατόπιν εκδόθηκε η 281/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου με την οποία, μεταξύ άλλων, έγιναν εν μέρει δεκτά τα αγωγικά κονδύλια των διαφυγόντων κερδών από 10-8-1998 έως 9-1-2004 και απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 3-1-2001 αγωγή.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 730/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε κατά πιστή μεταφορά ότι: "Το Εφετείο, εξετάζοντας και την από 3.1.2001, αγωγή των αναιρεσειόντων, που αφορούσε αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος κατά το μεταγενέστερο από 1.1.2004 έως και 31.12.2032 χρονικό διάστημα, δέχθηκε, όπως από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, ότι για το μετά την 9.1.2004 διάστημα και οι δύο αναιρεσείοντες "...παρεκτός του ότι θα μπορούσαν να εργασθούν σε λιγότερο βαριά εργασία, λαμβανομένης υπόψη της συνολικής αποκατάστασης, που παρουσίασαν τα τραύματά τους, και το νεαρό της ηλικίας τους, είναι αμφίβολο εάν θα μπορούσαν να είχαν εργασθεί λόγω της αφίξεως πολλών οικονομικών μεταναστών, που ασχολούνται με τέτοιες εργασίες και της υπάρξεως μεγάλου ποσοστού ανεργίας ιδίως στους ανειδίκευτους εργάτες στη χώρα μας...", με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ανωτέρω δεύτερη αγωγή των αναιρεσειόντων.

Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο αναφορικώς με την απορριφθείσα αυτή αγωγή, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες, έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου.

Και τούτο, διότι, καθόσον μεν αφορά την πρώτη αιτιολογία, δεν καθορίζεται στην απόφαση η λιγότερο βαριά βιοποριστική εργασία από εκείνη του ελαιοχρωματιστή και βοηθού ελαιοχρωματιστή, που οι αναιρεσείοντες, αντιστοίχως, πραγματοποιούσαν πριν από τον τραυματισμό τους, την οποία μπορούσαν να εκτελέσουν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ενόψει της μόνιμης μερικής αναπηρίας τους, ούτε διευκρινίζουν αν από τη νέα αυτή εργασία τους θα αποκτούσαν το ίδιο εισόδημα, που κέρδιζαν προηγουμένως ή αυτό θα ήταν μικρότερο και στην τελευταία αυτή περίπτωση, γιατί δεν ήταν επιδικαστέα η προκύπτουσα διαφορά, καθόσον δε αφορά τη δεύτερη αιτιολογία, δεν διευκρινίζεται, αν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα θα ερχόταν πολλοί οικονομικοί μετανάστες, που θα ασκούσαν το επάγγελμα του ελαιοχρωματιστή και του βοηθού ελαιοχρωματιστή και στην περιοχή της Κορίνθου, όπου εργαζόταν οι αναιρεσείοντες και θα υπήρχε μεγάλο ποσοστό ανεργίας και στα πιο πάνω επαγγέλματά τους στην ίδια περιοχή και γιατί θα επηρέαζαν τα γεγονότα αυτά και εκείνους, και όχι μόνο τους νέους οικονομικούς μετανάστες, ούτε επίσης διευκρινίζεται, σε κάθε περίπτωση, αν οι αναιρεσείοντες θα ασχολούνταν ή όχι με άλλη βιοποριστική εργασία, για την οποία θα υπήρχε ζήτηση εργατών και θα τους απέφερε κάποιο εισόδημα και αν την ίδια αυτή εργασία μπορούν ή όχι να πραγματοποιήσουν και με την υφιστάμενη αναπηρία τους.

Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο σχετικός από την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατόπιν αυτού, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και συγκεκριμένα μόνο ως προς τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε η από 3-1-2001 αγωγή των αναιρεσειόντων, καθώς και ως προς εκείνη που αφορά τα δικαστικά έξοδα για την αγωγή αυτή, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της αποφάσεως, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο".

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 136/2011 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου η οποία δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω τα εξής: "....Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες υπέστησαν βαρύτατες σωματικές βλάβες από το τροχαίο ατύχημα, για τις οποίες ο πραγματογνώμονας που τους εξέτασε στις 21.12.2003 αναφέρει και τα ακόλουθα:

Ο Λ. Σ.... Οι ανωτέρω καταστάσεις προκαλούν σημαντική δυσχέρεια στην άσκηση βαριάς χειρωνακτικής εργασίας, όπως είναι εργάτης οικοδομών ή ανειδίκευτος εργάτης με ποσοστό αναπηρίας 50%, οι οποίες καταστάσεις θα είναι μόνιμες αφού δεν αναμένεται καμιά βελτίωση στο μέλλον. Ο δεύτερος ενάγων Κ. Γ.... Τα ανωτέρω προκαλούν σημαντική δυσχέρεια στην άσκηση βαρειάς χειρωνακτικής εργασίας, όπως είναι εργάτης οικοδομών ή ανειδίκευτος εργάτης και συμποσούνται σε ένα ποσοστό αναπηρίας 59%.

Οι συνέπειες αυτές είναι μόνιμες και δεν αναμένεται καμία περαιτέρω βελτίωση στο μέλλον... Ο πραγματογνώμονας στην... έκθεσή του ως προς τον ενάγοντα Λ. Σ., δεν έχει περιλάβει και τις βλάβες στην υγεία αυτού από το χτύπημά του στο κεφάλι, για τις οποίες αυτός παρέμεινε για ένα μήνα στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Νοσοκομείου Άγιος Σάββας Αθηνών, γιατί η εκτίμησή τους δεν ανήκει στην ειδικότητά του.

Ως προς αυτές αποδεικνύεται ότι ο Λ. Σ. υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με υπαραχνοειδή και εγκεφαλική αιμορραγία και κάταγμα του λιθοειδούς οστού αριστερά και του ινιακού οστού του κεφαλιού, ενώ από τον τραυματισμό του αυτό (όπως ιδίως αποδεικνύεται από το …/21.5.2009 και …/26.2.2004 ιατρικά πιστοποιητικά του ανωτέρω Νοσοκομείου "Άγιος Σάββας", εμφανίζει παρεγκεφαλικού τύπου αλλοιώσεις στην αριστερή μετωποβρεγματική χώρα και στο παρεγκεφαλικό ημισφαίριο δεξιά, μέτρια διάταση της 4ης κοιλίας, βαθμό ατροφίας της παρεγκεφαλίδας και διεύρυνση της μεγάλης δεξαμενής αυτής, εξαιτίας των οποίων εμφανίζει μετατραυματική κώφωση του αριστερού αυτιού, κάθετη διπλωπία όταν κοιτάζει κάτω και αριστερά και απώλεια της ισορροπίας λόγω της βλάβης της παρεγκεφαλίδας και του λαβυρίνθου του αριστερού αυτιού.

Οι βλάβες αυτές είναι μόνιμες και εκτιμηθείσες μαζί με τις ανωτέρω βλάβες στο δεξιό μηριαίο οστούν και την δεξιά επιγονατίδα από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Κορινθίας κρίθηκε με τις …/5.7.2004 και …/8.7.2009 αποφάσεις της ότι ο Λ. Σ. είναι ανάπηρος σε ποσοστό που υπερβαίνει το 67%... Εν όψει όλων των ανωτέρω το δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες για όλη τους την ζωή και τουλάχιστον μέχρι τις 31.12.2032 ο Λ.

Σ. και μέχρι τις 31.12.2034 ο Γ. Κ., όπως ζητούν, θα είναι ανίκανοι να εργαστούν στην εργασία που πραγματοποιούσαν μέχρι τον τραυματισμό αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη εργασία, αφού ο μεν Λ. Σ. εμποδίζεται από τα προβλήματα στο δεξί του πόδι, την διπλωπία και κυρίως την αστάθεια που παρουσιάζει, ο δε Γ. Κ. εμποδίζεται από τα προβλήματα επίσης στο δεξί του πόδι σε συνδυασμό με την πάρεση του βραχιονίου πλέγματος στο αριστερό χέρι, η οποία τον εμποδίζει ουσιαστικά να το χρησιμοποιεί για εργασία.

Η εναγομένη, εντελώς αόριστα επικαλείται ότι οι ενάγοντες μπορούν να εργασθούν σε άλλη εργασία, την οποία ούτε καν προσδιορίζει παραβλέποντας το γεγονός ότι οι ενάγοντες ούτε γνώσεις αλλά ούτε κεφάλαιο διαθέτουν για να γίνουν επιχειρηματίες, ενώ δεν έχουν γνώσεις για να ασκήσουν άλλη μη χειρωνακτική εργασία αφού δεν έχουν σπουδάσει και λόγω του ότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αλβανία έχουν πολύ περιορισμένη δυνατότητα γραπτής χρήσης της Ελληνικής γλώσσας.

Αν δεν είχαν τραυματισθεί οι ενάγοντες θα συνέχιζαν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων να εργάζονται ως ελαιοχρωματιστής και βοηθός ελαιοχρωματιστής αντιστοίχως από τις 10/1/2004 και μέχρι τις 31/12/2032 και 31/12/2034 αντιστοίχως όταν ο μεν Λ. Σ. θα είναι 55 ετών και 6 μηνών και ο Γ. Κ. 54 ετών και 10 μηνών περίπου, δηλαδή σε ηλικία που μπορεί κάποιος κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων να εργάζεται στις ανωτέρω ειδικότητες πραγματοποιώντας κατά μέσο όρο 14 ημερομίσθια κάθε μήνα των ανωτέρω διαστημάτων, (αφού η οικοδομική δραστηριότητα έχει μειωθεί και θα παραμένει μειωμένη στην Ελλάδα λόγω της επελθούσας οικονομικής κρίσης ενώ λόγω της εισροής μεγάλου αριθμού νομίμων αλλά και παράνομων μεταναστών έχει μεγαλώσει η προσφορά για εργάτες οικοδομής και συνεπώς και για ελαιοχρωματιστές και βοηθούς αυτών), λαμβάνοντας ως ημερομίσθιο τα ποσά που αναλυτικά αναφέρονται, αφού ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα είχε αλλά και θα συνεχίσει να έχει κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πληθωρισμό κατ' ελάχιστον 3% ετησίως, ο οποίος επιφέρει όχι ακριβώς ισόποση αλλά ανάλογη αύξηση και των ημερομισθίων....

Σημειώνεται ότι ειδικά για το μικρότερο του μηνός χρονικό διάστημα από 10/1/2004 έως 31/1/2004 οι ενάγοντες θα πραγματοποιούσαν 10 ημερομίσθια και θα είχαν συνολικές αποδοχές (10 χ 36 =) 360 ο Λ. Σ. και (10 χ 24 =) 240 ευρώ ο Γ. Κ.. Τα παραπάνω ποσά θα κέρδιζαν με πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων οι ενάγοντες εάν δεν είχαν καταστεί ανίκανοι για εργασία και τα απώλεσαν με αντίστοιχη ζημία τους.

Από αυτά ως προς τον ενάγοντα Λ. Σ. πρέπει να αφαιρεθεί το 20% κατά το οποίο αυτός, όπως προαναφέρθηκε, είχε κριθεί τελεσίδικα συνυπαίτιος γιατί δεν φορούσε κράνος ασφαλείας και συνεπώς το ποσό που δικαιούται αυτός ως αποζημίωση είναι το 80% των ανωτέρω ποσών... Τα ανωτέρω ποσά πρέπει να επιδικασθούν στους ενάγοντες με μηνιαίες δόσεις και όχι εφάπαξ όπως ζητούν γι' αυτό δε και το σχετικό αίτημά τους πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν αποδείχθηκε σπουδαίος λόγος προς τούτο και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων Λ.

Σ. σκοπεύει πραγματικά στο άμεσο μέλλον να προβεί σε εγχειρήσεις επιμήκυνσης του δεξιού ποδιού του και ότι ο ενάγων Γ. Κ. σκοπεύει να ξεκινήσει επιχείρηση που δεν απαιτεί σωματική εργασία και χρειάζεται κεφάλαιο προς τούτο. Επομένως η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "..." υποχρεούται να προκαταβάλει την πρώτη ημέρα κάθε μήνα στους ενάγοντες τα ποσά που αναλυτικά αναφέρθηκαν και θα αναφερθούν και στο διατακτικό με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης και μέχρι την εξόφληση...".

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση από την εφεσίβλητη Α.Α.Ε. με την επωνυμία "...", επί της οποίας εκδόθηκε η 403/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο κατά την πλειοψηφούσα κρίση του Αρείου Πάγου, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες κατά το κρίσιμο περί απώλειας διαφυγόντων κερδών από το έτος 2004 μέχρι το 2034 ζήτημα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα η μη της εφαρμογής των νομικών διατάξεων των άρθρ. 297, 298, 914, 929 ΑΚ.

Ειδικότερα, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η οικοδομική δραστηριότητα έχει μειωθεί και θα παραμείνει μειωμένη στην Ελλάδα λόγω της επελθούσας οικονομικής κρίσης εξαιτίας της εισροής μεγάλου αριθμού νομίμων και παρανόμων μεταναστών με αποτέλεσμα να έχει μεγαλώσει η προσφορά για εργάτες οικοδομής και συνεπώς και για ελαιοχρωματιστές και βοηθούς αυτών, εν τούτοις καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αφενός μεν τα ημερομίσθια θα έχουν αυξητική πορεία και αφετέρου οι αναιρεσίβλητοι κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα απασχολούνταν, ανελλιπώς, κάθε μήνα, με 14 ημερομίσθια, μέχρι το έτος 2032 και 2034 αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών διατάξεων των άρθρ. 297, 298, 914 και 929 ΑΚ.

Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτός, κατά πλειοψηφία, ο εκ του αριθμού 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος και να αναιρεθεί η απόφαση παρελκόμενης της έρευνας των λοιπών και αναφερομένων στο ίδιο ζήτημα λόγων, αφού η αναιρετική εμβέλεια του συγκεκριμένου λόγου καλύπτει το σύνολο της απόφασης... Πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013, αφού η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε μετά προηγούμενη παραδοχή αντίστοιχης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 281/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου με την 730/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτησή της, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει, πλέον, ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε οι διάδικοι, να διαμορφώσουν, κατά αυτήν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους".

Ήδη όπως προαναφέρθηκε, με κλήση φέρεται νόμιμα η υπόθεση κατά τις, ως άνω, διατάξεις και κατά το εύρος των προηγηθεισών αναιρετικών αποφάσεων, προς νέα κατ' ουσία συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω δε, αφού οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να ερευνηθεί η από 31-12-2001 (αριθμ.

εκθ. καταθ. …/2002) έφεση των αναιρεσιβλήτων Λ. Φ. Σ. και Γ. Ε. Κ. κατά της υπ' αριθμ. 204/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η έφεση δε αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις. Είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία, για να κριθεί και κατ' ουσίαν.

Η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση εξεδόθη όπως προαναφέρθηκε μεταξύ άλλης και επί της από 3.1.2001 αγωγής των εναγόντων στην οποία ιστορούσαν ότι λόγω τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στις 10.10.1997 υπέστησαν σοβαρούς τραυματισμούς ένεκα των οποίων επήλθε σ' αυτούς ισόβια ανικανότητα προς εργασία και ζητούσαν αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα 2004 έως 2034. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως μη νόμιμο το αίτημα των εναγόντων για την επιδίκαση αποζημιώσεως διαφυγόντων κερδών, λόγω του ότι αυτοί ήσαν Αλβανοί υπήκοοι και δεν είχαν εφοδιαστεί με άδεια εργασίας.

Παραπονούνται δε τώρα οι εκκαλούντες κατά της απόφασης αυτής με την κρινόμενη έφεση για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και ανάγονται σε κακή εφαρμογή του νόμου και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ζητούν δε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ώστε να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή τους.

Με τον πρώτο λόγο της εφέσεως παραπονούνται οι εκκαλούντες για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου εκ μέρους του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για την κρίση αυτού περί μη δεσμεύσεως από το δεδικασμένο που απορρέει από την 678/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, ως προς την εγκυρότητα της συμβάσεως εργασίας αυτών, ζήτημα κρίσιμο για τη νομιμότητα ή μη του αιτήματος αυτών αποζημίωσης για το διαφυγόν κέρδος.

Επί αδικοπραξίας η τελεσίδικη απόφαση που εξεδόθη επί προηγούμενης αγωγής αποζημιώσεως του παθόντος, στηριζόμενη στην ίδια αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο στην νέα δίκη, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως για μεταγενέστερο χρόνο, μόνο ως προς τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την υπαιτιότητα του εναγομένου, την συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και τις ζημίες (θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη για το αναφερόμενο στην αγωγή συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όχι όμως και για τις απαιτήσεις μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος κατά την διάρκεια του οποίου είναι δυνατόν να εξακολουθεί η αδικοπραξία να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, μη προβλεφθείσες διά της προηγούμενης αγωγής, διότι αυτές δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό 678/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που εξεδόθη μεταξύ των αυτών διαδίκων επί αγωγής των αποζημιώσεως από το ίδιο τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώραν την 10.10.1997 προκύπτει ότι επιδικάσθηκε στους ενάγοντες αποζημίωση λόγω ανικανότητος αυτών προς εργασία από τον τραυματισμό τους για το χρονικό διάστημα από την ημέρα του ατυχήματος έως 10.8.1998. Επίσης με την (μερικώς αναιρεθείσα) με αριθμό 281/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου επιδικάστηκε για την ίδια αιτία αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από 11-8-1998 έως 9-1-2004.

Ήδη με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες ζητούν αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος, ήτοι από 10-1-2004 έως 31-12-2034. Δηλαδή εν προκειμένω πρόκειται περί διαφορετικού χρονικού διαστήματος και επομένως δεν παράγεται δεδικασμένο από τις εν λόγω αποφάσεις για το ζήτημα εάν είναι ή όχι ικανοί προς εργασία και για το μετά την 9-1-2004 χρονικό διάστημα και είναι πλέον θέμα αποδείξεως το ζήτημα αυτό. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι, το ζήτημα του διαφυγόντος κέρδους για μετέπειτα χρονικό διάστημα, δεν καλυπτόταν από το παραγόμενο από την Εφετειακή απόφαση δεδικασμένο, δεν έσφαλε, απορριπτομένου του σχετικού λόγου της εφέσεως ως αβασίμου.

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης εφέσεως παραπονούνται οι εκκαλούντες για την κρίση της αποφάσεως με την οποία απερρίφθησαν τα αιτήματα για χορήγηση διαφυγόντων κερδών με το αιτιολογικό "ότι αυτοί είναι Αλβανοί υπήκοοι και δεν επικαλούνται στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, ούτε αποδεικνύουν ότι είναι κάτοχοι αδείας παραμονής - εργασίας".

Εν προκειμένω όπως κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου με τις προαναφερθείσες αποφάσεις οι ενάγοντες είναι Αλβανοί υπήκοοι. Είχαν εισέλθει νομίμως στη χώρα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αυτών και επιπλέον προσκομίζουν ήδη ειδικά δελτία ταυτότητας ομογενών, που τους παρέχουν το δικαίωμα παραμονής και εργασίας στη χώρα. Τα δελτία αυτά, παραδεκτά κατ' άρθρον 529 ΚΠολΔ, προσκομίζονται μετ' επικλήσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και λαμβάνονται υπόψη για το νόμιμο του κονδυλίου περί διαφυγόντος κέρδους ως και πρωτοδίκως είχαν ισχυρισθεί ότι νομίμως παραμένουν στην χώρα. Έπρεπε επομένως να κριθεί το αιτούμενο κονδύλιο της αγωγής ως νόμω βάσιμο και να ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη, δεκτού γενομένου ως κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως.

Από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα των εναγόντων στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, της ανωμοτί εξετάσεως των εναγόντων, ενώπιον επίσης του ακροατηρίου του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, της από 21.12.2003 εκθέσεως ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Χειρουργού Ορθοπεδικού ιατρού Π.

Κ., η οποία διατάχθηκε με την 51/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και οι …, .../16-5-2000 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κορίνθου Α. Ρ., που ελήφθησαν στο πλαίσιο άλλης δίκης και τα οποία εκτιμώνται είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από την όλη διαδικασία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 10-10-1997 και περί ώρα 7.45 π.μ. στην παλαιά Εθνική οδό Κορίνθου - Πατρών ο δεύτερος των εναγόντων οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα κυριότητας και κατοχής του Α. Κ., τον οποίο είχε προστήσει στην οδήγηση, στην οποία επέβαινε ο πρώτος ενάγων και εκινείτο με κατεύθυνση από Πάτρα προς Κόρινθο.

Την ίδια ώρα στην ίδια οδό ο Γ. Θ. οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. φορτηγό βυτίο υγρών καυσίμων (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), το οποίο ανήκε στην κυριότητα της "... Α.Ε." και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "...", με κατεύθυνση από Κόρινθο προς Πάτρα, δηλαδή εκινείτο αντιθέτως προς την πορεία του οχήματος των εναγόντων.

Στο ύψος του 28.500 χιλιομέτρου της ως άνω οδού, όπου υφίσταται συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή, ο Γ. Θ., μη έχοντας τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του και έχοντας πρόθεση να κινηθεί αριστερά σε σχέση με την πορεία του, προκειμένου να εισέλθει σε παρακείμενο πρατήριο υγρών καυσίμων, κινήθηκε προς την κατεύθυνση αυτή, παρά την ύπαρξη συνεχόμενης διπλής διαχωριστικής γραμμής, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των λοιπών κινουμένων στην οδό αυτή οχημάτων, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την κίνηση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο δεύτερος ενάγων (Γ.

Κ.), ο οποίος με πέδηση επιχείρησε να αποφύγει τη σύγκρουση, πλην όμως δεν το κατόρθωσε με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθούν οι ενάγοντες. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, εκρίθη με ισχύ δεδικασμένου με την 678/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που δίκασε την από 10-8-1998 αγωγή των ήδη εναγόντων, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο Γ.

Θ. και ότι βαρύνει συνυπαιτιότητα στις συνέπειες και στην έκταση του τραυματισμού του τον πρώτο ενάγοντα (Λ. Σ.) που δε φορούσε κράνος, κατά ποσοστό 20%. Σύμφωνα με την από 21.12.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης οι ενάγοντες υπέστησαν βαρύτατες σωματικές βλάβες από το τροχαίο ατύχημα. "Συγκεκριμένα ο Λ. Σ. υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και περιήλθε σε βαθύ κώμα, για το οποίο παρέμεινε με τραχειοτομή διασωληνωμένος και επί ένα μήνα στην μονάδα εντατικής παρακολούθησης του Νοσοκομείου Άγιος Σάββας Αττικής.

Υπέστη επίσης συντριπτικό υπερκονδύλιο κάταγμα δεξιού μηριαίου και κάταγμα συστοίχου επιγονατίδας για το οποίο νοσηλεύτηκε τρεις φορές στον Ευαγγελισμό και υπέστη σειρά χειρουργικών επεμβάσεων. Αυτός κλινικά φέρει πολλαπλές ουλές, ευαισθησία προσώπου αριστερά και ελάττωση της ακοής αριστερά, βράχυνση του δεξιού σκέλους κατά 31/2 cm με επακόλουθο, κλίση της λεκάνης προς τα δεξιά και κλίση της σπονδυλικής στήλης, έχει περιορισμό της κινητικότητας του γόνατος 5-90 μοίρες (φυσιολογικές τιμές 0-140 μοίρες) με σημαντικό κριγμό, ατροφία τετρακεφάλου μυός και ρίκνωση του ορθού μηριαίου μυός και έξω πλάγια αστάθεια του γόνατος.

Οι ανωτέρω καταστάσεις προκαλούν σημαντική δυσχέρεια στην άσκηση βαριάς χειρωνακτικής εργασίας, όπως είναι εργάτης οικοδομών ή ανειδίκευτος εργάτης με ποσοστό αναπηρίας 50% που συμποσούται σε 30% για το κάταγμα του μηριαίου με βράχυνση, δυσκαμψία και μυϊκή ατροφία και 20% για το κάταγμα της επιγονατίδας με κριγμό, δυσκαμψία, ατροφία και πλαγιοπλαγία αστάθεια.

Οι ως άνω αναφερόμενες συνέπειες είναι μόνιμες και δεν αναμένεται καμία περαιτέρω βελτίωση στο μέλλον. Ο δεύτερος ενάγων Κ. Γ., υπέστη ρήξη σπληνός, για την οποία υπεβλήθη σε σπληνεκτομή, εξελκυσμό και παράλυση του βραχιονίου πλέγματος αριστερά με σχεδόν πλήρη παράλυση του αριστερού άνω άκρου, κάταγμα μηριαίου δεξιά, το οποίο αντιμετωπίσθηκε με ενδομυελική ήλωση, κάταγμα κνήμης δεξιά, το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με πλάκα και βίδες, κάταγμα επιγονατίδας δεξιά, για το οποίο υπεβλήθη σε ολική επιγονατιδεκτομή.

Κλινικά αυτός εμφανίζει περιορισμό της κινητικότητας του αριστερού ώμου και μερική παράλυση ραχιαίων μυών με προβολή της ωμοπλάτης, μυϊκή αδυναμία στην κατανομή του κερκιδικού νεύρου, ευαισθησία στην έξω επιφάνεια του βραχίονος και αγγειοκινητικές διαταραχές ολοκλήρου του αριστερού άνω άκρου. Παρουσιάζει πλήρη πώρωση όλων των καταγμάτων, εμφανίζει έκτοπη οστεοποίηση στην περιοχή της επιγονατιδεκτομής, κινητικότητα του γόνατος 0-100 μοίρες (φυσιολογικές τιμές 0-140 μοίρες) ατροφία τετρακεφάλου και προσθιοπισθία χαλάρωση του γόνατος (ρήξη προσθίου χιαστού συνδέσμου) και ουλές από τις προηγηθείσες επεμβάσεις (κοιλιάς, μηρού, κνήμης, προσθίας επιφανείας του γόνατος, ισχίου).

Τα ανωτέρω προκαλούν σημαντική δυσχέρεια στην άσκηση βαριάς χειρωνακτικής εργασίας, όπως είναι εργάτης οικοδομών ή ανειδίκευτος εργάτης και συμποσούνται σε ένα ποσοστό αναπηρίας 59% ήτοι 30% από την πάρεση του βραχιονίου πλέγματος, 24% από την επιγονατιδεκτομή, δυσκαμψία γόνατος και προσθιοπισθία αστάθεια αυτού και 5% από την σπληνεκτομή.

Οι ως άνω αναφερόμενες συνέπειες είναι μόνιμες και δεν αναμένεται καμία περαιτέρω βελτίωση στο μέλλον. Η ικανότητα άσκησης βιοποριστικού επαγγέλματος των δύο ως άνω αναφερομένων τραυματιών θεωρείται μειωμένη κατά το ως άνω αναφερόμενο ποσοστό ήτοι 50% για τον πρώτο (Λ. Σ.) και 59% για τον δεύτερο (Γ. Κ.), όμως λαμβανομένης υπόψιν της συνολικής αποκατάστασης και το νεαρό της ηλικίας τους ή δυνατότης αναπροσαρμογής και άσκησης άλλου ελαφροτέρου επαγγέλματος είναι πολύ αυξημένη".

Οι ανωτέρω Αλβανοί υπήκοοι, που είχαν εισέλθει στη χώρα και κατείχαν νόμιμες άδειες παραμονής και εργασίας στη χώρα (σχετικές οι με αριθμούς .../5.4.2000 και .../21.6.2002 άδειες παραμονής του Τ.Α. Κορίνθου) εργάζονταν ο μεν πρώτος ως ελαιοχρωματιστής και ο δεύτερος ως βοηθός ελαιοχρωματιστή. Με την προαναφερθείσα 281/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 15.5.2000 αγωγή (κατά το κεφάλαιό της αυτό δεν αναιρέθηκε) και απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η από 3.1.2001, αγωγή, έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες εργάζονταν ο μεν πρώτος ως ελαιοχρωματιστής, ο δε δεύτερος ως βοηθός ελαιοχρωματιστή και θα εργάζονταν κατά μέσο όρο για το επόμενο διάστημα και δη από 10.8.1998 έως 9.1.2004 μετά βεβαιότητας και θα πραγματοποιούσαν 20 ημερομίσθια μηνιαίως για το διάστημα των επομένων δύο ετών και 5 μηνών προς 12.000 δρχ.

ο ελαιοχρωματιστής και 8.000 δρχ. ο βοηθός ελαιοχρωματιστή, και για το επόμενο διάστημα έως 9.1.2004 (36 μήνες), θα πραγματοποιούσαν 10 ημερομίσθια μηνιαίως προς 12.000 δρχ. ο ελαιοχρωματιστής και 8.000 δρχ. ο βοηθός ελαιοχρωματιστή. Εν όψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται εν προκειμένω ότι οι ενάγοντες από τις 10.1.2004 που τους επιδικάσθηκε σχετική αποζημίωση μέχρι τις 10.1.2009 θα είναι ολικά ανίκανοι να εργαστούν αφενός μεν ο πρώτος ως ελαιοχρωματιστής και ο δεύτερος ως βοηθός ελαιοχρωματιστή, εργασία την οποία ασκούσαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, αφετέρου δε και σε οποιαδήποτε άλλη εργασία, διότι εμποδίζονται από τις συνέπειες του τραυματισμού τους (ήδη ο πρώτος Λ.

Σ. με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Κορινθίας κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό που υπερβαίνει το 67%) και με δεδομένα ότι ούτε γνώσεις, ούτε κεφάλαιο διαθέτουν για να γίνουν επιχειρηματίες και έχουν πολύ περιορισμένη δυνατότητα γραπτής χρήσεως της Ελληνικής γλώσσας διότι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αλβανία.

Η εναγομένη δε εντελώς αόριστα επικαλείται ότι οι ενάγοντες μπορούν να εργαστούν σε άλλη εργασία την οποία ουδόλως προσδιορίζει. Όπως προαναφέρθηκε με την 281/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες κατά το χρονικό διάστημα από 9.1.2001 έως 9.1.2004 θα εργάζονταν και θα πραγματοποιούσαν 10 ημερομίσθια μηνιαίως και θα αμοίβονταν με το ποσό των 35,22 ευρώ την ημέρα ο ελαιοχρωματιστής και 23,48 ευρώ ο βοηθός ελαιοχρωματιστή μειουμένων των εν λόγω ποσών κατά το ποσοστό αναπηρίας τους.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο πρώτος ενάγων με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 10.1.2004 έως 10.1.2009 θα πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο δέκα (10) ημερομίσθια το μήνα και θα αμοίβονταν με 35,22 ευρώ την ημέρα και με 35,22 χ 10 = 352,20 ευρώ το μήνα. Πλην όμως λόγω του ατυχήματος απώλεσε από την αιτία αυτή για το εν λόγω χρονικό διάστημα από 10.1.2004 έως 10.1.2009, το ποσό των 352,20 ευρώ το μήνα χ 60 μήνες = 21.132 ευρώ.

Το ποσό αυτό πρέπει να μειωθεί κατά το ποσοστό 20% συνυπαιτιότητας του ενάγοντος για τον τραυματισμό του. Επομένως η αποζημίωση του ενάγοντος για την προαναφερόμενη αιτία ανέρχεται στο ποσό 352,20 ευρώ το μήνα - 20% = 281,76 ευρώ χ 60 μήνες = 16.905,60 ευρώ. Ο δεύτερος ενάγων με βάσιμη πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 10.1.2004 έως 10.1.2009 θα πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο δέκα (10) ημερομίσθια το μήνα και θα αμοίβονταν με 23,48 ευρώ την ημέρα και 234,8 ευρώ το μήνα (23,48 χ 10).

Πλην όμως λόγω του ατυχήματος απώλεσε από την αιτία αυτή για το εν λόγω χρονικό διάστημα το ποσό των 234,8 χ 60 μήνες = 14.088 ευρώ. Οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή ζητούν αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία τους μέχρι το έτος 2032 ο πρώτος και μέχρι το έτος 2034 ο δεύτερος. Πλην όμως η αγωγή για το πέραν της 9.1.2009 χρονικό διάστημα είναι απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, διότι η πραγμάτωση της αντιστοίχου μελλούσης ζημίας εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, όπως είναι η ενδεχομένη δυνατότης εκ μέρους των εναγόντων ασκήσεως άλλου ελαφροτέρου επαγγέλματος, η οικονομική κρίση που πλήττει την χώρα, το ποσοστό της ανεργίας, η ύπαρξη θέσεων εργασίας στον κλάδο της οικοδομικής δραστηριότητας κ.α.

Όσον αφορά δε την ένσταση της εναγομένης περί περιορισμού της ευθύνης της μέχρι του ποσού των 733.675,72 ευρώ για σωματικές βλάβες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, λόγω του ύψους του επιδικασθέντος ποσού.

Τα ανωτέρω ποσά πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλονται στους ενάγοντες εφάπαξ, λόγω της ανάγκης αξιοποιήσεως του κεφαλαίου αυτού, προς κάλυψη εξόδων αποκαταστάσεως της υγείας αυτών, νομιμοτόκως δε από της επιδόσεως της αγωγής αυτής και έως εξοφλήσεως.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ΝΔ 4104/1960, όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 4476/1965, το δε τελευταίο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, ορίζονται τα εξής: "Επιφυλασσόμενης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, εφ' όσον ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειάς του, δύνανται ν' αξιώσουν κατ' άλλους νόμους αποζημίωσιν διά ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υποχρέου, η αξίωσις αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι' ο ποσόν τούτο οφείλει ασφαλιστικώς παροχάς εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ' α ειδικώτερον θέλει ρυθμισθεί δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του ΙΚΑ".

"Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσής του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές".

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προαναφέρθηκε η 678/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου έκρινε ότι ο πρώτος ενάγων κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Επίσης η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με τις προτάσεις της ισχυρίζεται ότι αμφότεροι οι ενάγοντες κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήσαν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και ζητεί την προσκόμιση εκ μέρους των εναγόντων βεβαιώσεως από το ΙΚΑ περί της ασφαλίσεώς τους και περί της εισπράξεως από αυτούς χρηματικών ποσών λόγω της ανικανότητάς τους για εργασία για το χρονικό διάστημα που καλύπτει η ένδικη αγωγή.

Οι ενάγοντες αρνούνται το γεγονός αυτό και δεν προσκομίζουν βεβαίωση από το ΙΚΑ που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό τους και περί του ότι δεν έχουν λάβει οποιοδήποτε ποσό από το ΙΚΑ ως επίδομα και σύνταξη αναπηρίας. Η εκκαλουμένη απόφαση δεν ερεύνησε το ζήτημα υπό το πρίσμα των παραπάνω διατάξεων, αν και η εναγομένη είχε προβάλει τον ίδιο ισχυρισμό.

Με τις παρούσες προτάσεις η εναγομένη υποβάλει αίτημα προσκομίσεως εκ μέρους των εναγόντων βεβαιώσεως του ΙΚΑ περί της ασφαλίσεως αυτών κατά τον χρόνο του ατυχήματος και σε καταφατική περίπτωση περί του ύψους των ποσών που έχουν εισπράξει λόγω της ανικανότητάς τους για εργασία. Εξαιτίας της ελλείψεως της εν λόγω βεβαιώσεως δεν είναι εφικτός ο προσδιορισμός της τελικής ζημίας των εναγόντων σε σχέση με τα αγωγικά κονδύλια των διαφυγόντων κερδών, σε περίπτωση που οι ενάγοντες ήσαν ασφαλισμένοι και εισέπραξαν ή εδικαιούντο να εισπράξουν ασφαλιστικές παροχές και δεν είναι εφικτός ο συσχετισμός των ασφαλιστικών αυτών παροχών με τις ασκούμενες με την κρινόμενη αγωγή απαιτήσεις αποζημιώσεως.

Συνεπεία της αδυναμίας αυτής δεν δύναται να διαπιστωθεί αν και σε ποιά έκταση μεταβιβάσθηκαν στο ΙΚΑ απαιτήσεις από τις επίδικες, ως προς τις οποίες οι ενάγοντες έπαψαν πλέον να είναι φορείς του σχετικού δικαιώματος. Για το σκοπό αυτό πρέπει κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 249 ΚΠολΔ να αναβληθεί η εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως μέχρι να προσκομισθεί βεβαίωση της αρμόδιας αρχής του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει, αν οι ενάγοντες συνεπεία του άνω αυτοκινητικού ατυχήματος δικαιούνται να απαιτήσουν παροχές από το ΙΚΑ, σε ποιά έκταση, για ποιό λόγο, εντός του χρονικού διαστήματος από 10.1.2004 έως 10.1.2009 και σε καταφατική περίπτωση, το ύψος των εισπραχθέντων και εισπραχθησομένων ποσών με τις ίδιες διακρίσεις.

Δυνατότητα να προκαλέσει τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ΙΚΑ και προσκομίσεώς της στο Δικαστήριο τούτο έχει οποιοσδήποτε από τους διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση των εναγόντων κατά της 204/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.

Αναβάλλει την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της εφέσεως, μέχρι να προσκομισθεί, με επιμέλεια του επιμελεστέρου των διαδίκων, βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει αν οι ενάγοντες συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος δικαιούνται και σε ποιά έκταση, ποίου είδους, εντός του χρονικού διαστήματος από 10.1.2004 έως 10.1.2009, να απαιτήσουν ασφαλιστικές παροχές από το ΙΚΑ και σε καταφατική περίπτωση το ύψος των εισπραχθέντων και εισπραχθησομένων ποσών με τις ίδιες διακρίσεις.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ