Legislator Case Law & Legislation
1650/2016 AI generated

1650/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1650/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 136 - Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1650/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προκύπτει επίσης, ότι η παράβαση καθήκοντος είναι ιδιαίτερο έγκλημα με αυτουργό υπάλληλο, υπό την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, κατά το οποίον "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".

Keywords

AI generated
act of accession of Greece transmission to requesting state entry permit referral of a procedural submission transitional provisions submission of identity documents
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1650 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1650/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 136 - Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου - Κουδρόγλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3111/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 22-3-2016, υπ’ αριθμ. πρωτ. ...24-3-2016, αίτηση του Α. Δ. Χ., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 24-3-2016, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3111/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠΔ βιβλίο την 4-3-2016, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως κατά τα άρθρα 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Το άρθρο 259 ΠΚ ορίζει, ότι "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος είναι α) η υπαλληλική ιδιότητα του δράστη, β) η παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και γ) η προσφορότητα (δηλαδή η αντικειμενική δυνατότητα) της παραβάσεως καθήκοντος να προσπορίσει στον δράστη ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να προκαλέσει βλάβη στο Κράτος ή σε άλλον.

Προκύπτει επίσης, ότι η παράβαση καθήκοντος είναι ιδιαίτερο έγκλημα με αυτουργό υπάλληλο, υπό την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, κατά το οποίον "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".

Το άρθρο 263α ΠΚ επεκτείνει την υπαλληλική ιδιότητα και σε όσους υπηρετούν, μεταξύ άλλων, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Η ιδιότητα του υπαλλήλου ενσωματώνει ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις, δεδομένου ότι δι’ αυτού εκφράζεται η βούληση της κρατικής εξουσίας ή του νομίμως συνεστημένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από την ορθή δε άσκηση της εξουσίας εξαρτάται η απρόσκοπτη και εποικοδομητική λειτουργία των κρατικών οργάνων, των οποίων οι αποφάσεις επιλύουν ανακύπτοντα προβλήματα και διευθετούν ιδιωτικές διαφορές.

Το υπαλληλικό καθήκον διαφοροποιείται εκάστοτε και η ειδικότερη μορφή του εξαρτάται από το είδος και τη φύση αυτού. Ως πηγή του καθήκοντος θεωρείται διάταξη νόμου, διατάγματος ή ιδιαίτερες οδηγίες εντός των πλαισίων των νόμων. Ενίοτε το καθήκον ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας και εμμέσως προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, το οποίο δεσμεύει τον υπάλληλο με συναφή υποχρέωση ενεργείας, εντός των προδιαγεγραμμένων ορίων, ή παραλείψεως, οσάκις απαγορεύεται πάσα περαιτέρω ενέργεια, η υλοποίηση της οποίας αντιστρατεύεται τα σαφώς προσδιορισμένα καθήκοντα.

Η ιδιότητα του υπαλλήλου δεν απαιτείται να είναι φύσεως διαρκούς, αφού αρκεί και η προσωρινή ανάθεση καθηκόντων, αρκεί μόνον ότι λαμβάνει χώραν άσκηση ανατεθειμένων καθηκόντων λειτουργικώς συνυφασμένων προς την φύση της υπηρεσίας, η δε ενέργεια του υπαλλήλου να είναι συνέπεια της κατά το νόμο ασκήσεως της δραστηριότητας, ως περιεχόμενο του καθήκοντος του ανατεθέντος και αποδεκτού γενομένου.

Ως καθήκον, η παράβαση του οποίου καθιστά αξιόποινη τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, δεν νοείται οποιοδήποτε υπαλληλικό καθήκον, το οποίο προκύπτει από τον νόμο ή από διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα ή από ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή από τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στη γενική συμπεριφορά κάποιου ως υπαλλήλου, αλλά μόνο το καθήκον εκείνο που συνδέεται με την άσκηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας του υπαλλήλου, εκείνο δηλαδή που ανάγεται στην εκτέλεση του ανατεθειμένου σ’ αυτόν υπηρεσιακού έργου.

Ως εκ τούτου, αξιόποινο χαρακτήρα, κατά το άρθρο 259 ΠΚ, ενέχουν μόνον οι παραβάσεις συγκεκριμένων υπηρεσιακών καθηκόντων κατά την άσκηση υπηρεσιακής δραστηριότητας. Αντίθετη εκδοχή θα προσέκρουε στη συνταγματική αρχή "nullum crimen sine lege certa" (άρθρ. 7 παρ. 1 του Συντάγματος). Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχομένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ.

Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.

α και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική.

Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο).

Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα.

Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκομένη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη.

Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος.

Εάν δε κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου υπάρχει πεδίο διακριτικής ευχερείας αυτού, η παράβαση μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, την υπέρβαση δηλαδή των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής διοικήσεως, της καλής πίστεως, της αμεροληψίας της διοικήσεως, της ισότητας και της εξυπηρετήσεως του σκοπού του νόμου ή με την κατάχρηση εξουσίας, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που, αν και δεν παραβιάζεται κάποια διάταξη νόμου, η πράξη ασκείται για την εξυπηρέτηση σκοπού καταδήλως ξένου προς τον σκοπό, στον οποίο απέβλεψε ο νόμος, όταν, δηλαδή, είναι απόρροια ελατηρίων και κινήτρων που καταδήλως αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από εκείνον του νόμου.

Τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας του υπαλλήλου δεν προκαθορίζονται γενικώς, αλλά κρίνονται σε κάθε περίπτωση από το δικαστήριο αναλόγως των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης πράξεως του υπαλλήλου. Η διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, που προβλέπει το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος έχει, όπως προκύπτει από αυτό τούτο το κείμενό της, επικουρικό χαρακτήρα (απόλυτη ρητή επικουρικότητα) και εφαρμόζεται μόνον όταν η πράξη αυτή δεν προβλέπεται και τιμωρείται από κάποια άλλη διάταξη.

Συνεπώς, αν συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση άλλου, έστω και ελαφρύτερου, εγκλήματος, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της (ΑΠ 68/2016, ΑΠ 605/2016). Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, έλλειψη της αιτιολογίας γενικώς, υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού.

Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, όπως προαναφέρθηκε, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά, που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως (Α.Π.719/2011).

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 68/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (πλημ/των) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με εκπροσωπούμενο από τον συνήγορο υπερασπίσεώς του, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, τον κήρυξε ένοχο της αξιοποίνου πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε, ανασταλείσα επί τριετία, ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, δέχθηκε, ως προς αυτόν (αναιρεσείοντα), ανελέγκτως με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του στο σκεπτικό τα εξής, επί λέξει: "Επειδή από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που λεπτομερώς αναφέρονται στα ίδια πρακτικά, καθώς και από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σ’ αυτούς αξιόποινες πράξεις και δη η 1η και ο 2ος των κατηγορουμένων της παράβασης καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση και ο 3ος κατηγορούμενος της παράβασης καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση και της ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών.

Για να κατανοηθούν οι αξιόποινες πράξεις που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σ’ αυτούς καθηκόντων πρέπει να εκτεθεί η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία για την είσοδο και απασχόληση στην Ελλάδα υπηκόων τρίτων χωρών (Υ.Τ.Χ.), ήτοι χωρών εκτός Ε.Ε. Συγκεκριμένα στο Ν. 3386/2005 καθώς και στην ΚΥΑ με αριθμό οικ. 12311/08/08 (ΦΕΚ Β 1063/2008), όπως ίσχυε προ της αντικατάστασής της με την ΥΑ 66881/2013 (ΦΕΚ Β 3300/24/12/2013), περιγράφεται διαδικασίας η μετάκλησης, για την είσοδο και απασχόληση στην Ελλάδα υπηκόων τρίτων χωρών (Υ.Τ.Χ.), ήτοι χωρών εκτός Ε.Ε., που απαιτείται η τήρησή της, η οποία αποτελείται από τρία στάδια.

Το πρώτο στάδιο περιλαμβάνει την υποβολή από τον έλληνα εργοδότη, που επιθυμεί να μετακαλέσει Υ.Τ.Χ. για απασχόληση, αίτησης στο Δήμο ή την Κοινότητα του τόπου κατοικίας του μέχρι την 30-09 κάθε έτους, στην οποία θα αναφέρεται ο αριθμός, η ειδικότητα, η ιθαγένεια και το χρονικό διάστημα της απασχόλησης των Υ.Τ.Χ., διαβίβαση των αιτήσεων αυτών από το Δήμο στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας, ακολούθως περαιτέρω διαβίβαση των ανωτέρω αιτημάτων στην Επιτροπή της Περιφέρειας του άρθρου 14 παρ 2 ν 3386/2005, η οποία και εισηγείται (για την έκδοση της σχετικής ΚΥΑ) τον ανώτατο αριθμό ανά νομό και ανά ειδικότητα των αλλοδαπών που δύνανται να μετακληθούν.

Μετά την έκδοση της σχετικής ΚΥΑ, που για το έτος 2008 ήταν η με αριθμό ...30.1.2008 (ΦΕΚ Β 147/2008) που καθόρισε τον ανώτατο αριθμό αδειών διαμονής για εργασία σε όλο το νομό ... στους 76 αλλοδαπούς, για το έτος 2009 η με αριθμό 5899/153/09 (ΦΕΚ Β 236/2009), που καθόρισε τον ανώτατο αριθμό αδειών διαμονής για εργασία σε όλο το Νομό ...

στους 33 αλλοδαπούς και για το έτος 2010 η υπ’ αριθμ. ...2010 (ΦΕΚ Β 98/3.2.2010) που καθόρισε τον ανώτατο αριθμό αδειών διαμονής για εργασία σε όλο το Νομό ... στους 26 αλλοδαπούς, ακολουθεί το δεύτερο στάδιο, που περιλαμβάνει την εξειδικευμένη πλέον αίτηση - πρόσκληση του ενδιαφερομένου εργοδότη προς το συγκεκριμένο Υ.Τ.Χ., η οποία υποβάλλεται και πάλι στο Δήμο του εργοδότη μόνο από εργοδότη που έχει υποβάλει αίτηση κατά το πρώτο στάδιο (αρ 7 ΚΥΑ 12311/2008, βλ.

και εξαίρεση που προβλέπεται στο εδάφιο β’ του ως άνω άρθρου εφόσον συντρέχουν απρόβλεπτες και έκτακτες ανάγκες) και συνοδεύεται από εγγυητική επιστολή τράπεζας, βεβαίωση του εργοδότη ότι θα προσλάβει τον εργαζόμενο, σύμβαση εργασίας (εις διπλούν) για κάθε εργαζόμενο, από την οποία θα προκύπτει το είδος της απασχόλησης και η αμοιβή του εργαζομένου και διαβατήριο του αλλοδαπού (στ Γ της ΚΥΑ 12311/2008).

Η αίτηση αυτή διαβιβάζεται από το Δήμο στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης του Νομού της Περιφέρειας, το οποίο, αφού ελέγξει τις προϋποθέσεις του νόμου και των εκτελεστικών ΚΥΑ, εγκρίνει με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας ονομαστικά την πρόσκληση του υπ’ όψιν Υ.Τ.Χ.

Στη συνέχεια η έγκριση αυτή διαβιβάζεται στην αντίστοιχη προξενική αρχή της Ελλάδας στην τρίτη χώρα για την πρόσκληση του αλλοδαπού και την έκδοση της "Εθνικής Θεώρησης Εισόδου", VISA. Το Προξενείο καλεί τους εργαζόμενους για τους οποίους έχει εκδοθεί πράξη έγκρισης για είσοδο στην Ελλάδα, τους ενημερώνει για την έγκριση και τους καλεί να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση.

Εάν ο αλλοδαπός αποδεχθεί τη σύμβαση χορηγείται εθνική θεώρηση εισόδου. Τέλος, κατά το τρίτο στάδιο ο αλλοδαπός, ο οποίος έχει εξασφαλίσει την προαναφερθείσα VISA και έχει εισέλθει πλέον στη χώρα, υποβάλλει αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής στο Δήμο της κατοικίας του μαζί με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, υπογεγραμμένη σύμβαση εργασίας μεταξύ του αλλοδαπού και του εργοδότη που έχει ζητήσει τη μετάκλησή του (άρθρο 15 παρ 1 ν 3386/2005) και στη συνέχεια ο Δήμος, αφού ελέγξει την πληρότητα των δικαιολογητικών, διαβιβάζει το σχετικό φάκελο στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας και εκδίδεται τελικά η άδεια διαμονή με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας.

Έτσι ο αριθμός και η ειδικότητα των αλλοδαπών που καθορίζεται στην ΚΥΑ συναρτάται άμεσα με τις αρχικές αιτήσεις που έχουν υποβάλει οι εργοδότες στις αντίστοιχες υπηρεσίες του Δήμου και διαβιβάζονται εν συνεχεία στην περιφέρεια. Και στο δεύτερο στάδιο οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Δήμου και εν συνεχεία της Περιφέρειας, που παραλαμβάνουν τα έγγραφα και παρακολουθούν τη διαδικασία, γνωρίζουν ποιοι από τους εργοδότες που υπέβαλαν αρχικά αίτηση ενδιαφέρονται για τη συνέχιση της διαδικασίας και τη μετάκληση συγκεκριμένου πλέον εργαζομένου.

Ακολουθεί η έκδοση εθνικής θεώρησης εισόδου από την προξενική αρχή της Ελλάδας στη χώρα κατοικίας του αλλοδαπού για το συγκεκριμένο αλλοδαπό που έχει προσκληθεί κατά το δεύτερο στάδιο. Κατά το τελικό τρίτο στάδιο ο αλλοδαπός που έχει εξασφαλίσει την θεώρηση εισόδου αιτείται τη χορήγηση άδειας διαμονής προσκομίζοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

Με τη διαδικασία αυτή διασφαλίζεται ώστε αφενός ο αριθμός των μετακαλούμενων εργαζόμενων να αντιστοιχεί στις υπάρχουσες και συγκεκριμένες ανάγκες ανά έτος και ανά νομό σε εργατικό δυναμικό και αφετέρου οι μετακαλούμενοι εργαζόμενοι να απασχοληθούν πράγματι σε εργοδότες που αιτήθηκαν τη μετάκλησή τους.

Έτσι οι αρμόδιοι υπάλληλοι των Δήμων και της Περιφέρειας εμπλέκονται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και είναι σε θέση να γνωρίζουν πόσες αιτήσεις μετάκλησης υποβλήθηκαν, πόσες εγκρίθηκαν και πόσες ολοκληρώθηκαν, πολύ δε περισσότερο που ο αριθμός των επιτρεπόμενων ανά έτος και Νομό μετακλήσεων είναι περιορισμένος και προσδιορισμένος από υπουργική απόφαση και η διαδικασία ολοκληρώνεται σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Εξυπακούεται δε ότι δεν είναι δυνατή απευθείας υποβολή αιτήσεως για χορήγηση άδειας διαμονής σε αλλοδαπό, χωρίς να έχουν προηγηθεί τα δύο προηγούμενα στάδια, πράγμα που είναι σε θέση να γνωρίζουν τόσο οι αρμόδιοι υπάλληλοι των Δήμων όσο και της Περιφέρειας. Ομοίως μετάκληση εργαζομένων καθ’ υπέρβαση του αριθμού που προβλέπει η σχετική ΚΥΑ είναι δυνατή μόνο κατόπιν νέας ΚΥΑ συμπληρωματικής της προηγούμενης που εκδίδεται κατόπιν έκθεσης της παραπάνω επιτροπής (αρθρ. 4 ΚΥΑ 12311/2008).

Περαιτέρω, η ισχύς της αρχικής, μετά τη μετάκλησή του αλλοδαπού άδειας διαμονής είναι ετήσια (αρθρ 12 παρ 5 ν 3386/2008). Στην υπό κρίση περίπτωση, από την αξιολογική εκτίμηση και συγκριτική αντιπαράθεση όλων των ως άνω αποδεικτικών μέσων το Δικαστήριο τούτο διαμόρφωσε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική των ως άνω αξιόποινων πράξεως και δη ότι:

Κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, η πρώτη κατηγορούμενη, Α. Δ., ήταν υπάλληλος του Δήμου ..., ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Χ., ήταν υπάλληλος του Δήμου ..., και ο τρίτος κατηγορούμενος Ν. Δ., ήταν υπάλληλος του Δήμου ... και παραλλήλως ήταν υπάλληλος του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και δη ορισμένος ανταποκριτής στην τοπική κοινότητα ....

Στους κατηγορούμενους - δημοτικούς υπαλλήλους, είχαν ανατεθεί, (στην 1η κατηγορούμενη με την υπ’ αριθμό ...27-09-2007 εξουσιοδότηση του Δημάρχου), τα καθήκοντα της παραλαβής των αιτημάτων και των δικαιολογητικών, που υπέβαλαν οι αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών για την έκδοση των αδειών παραμονής στη χώρα, και οι κατηγορούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να ελέγξουν την πληρότητα των δικαιολογητικών, που υποβάλλονταν από τους αλλοδαπούς, προκειμένου ακολούθως να διαβιβάσουν αυτά στη Δ/νση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευση, Τμήμα Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών της Γενικής Δ/νσης Περιφέρειας, για να τους χορηγηθεί άδεια διαμονής.

Εξάλλου στον 3° κατηγορούμενο με την ιδιότητα του υπαλλήλου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και δη του ανταποκριτή στην τοπική κοινότητα ..., είχαν ανατεθεί μεταξύ άλλων και τα καθήκοντα: α) της χορήγησης βεβαιώσεων εγγραφής και εκπλήρωσης των ασφαλιστικών υποχρεώσεων των ασφαλισμένων του ΟΓΑ και 2) της βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος εργοδότη αγροτικής εκμετάλλευσης στο ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνάπτεται μεταξύ εργοδότη και αλλοδαπού εργάτη, με το οποίο ο εργοδότης δηλώνει ότι θα απασχολεί τον αλλοδαπό εργάτη σε αγροτικές εργασίες, καθώς και στο δελτίο απογραφής εργοδότη, όπου ο τελευταίος δηλώνει ότι είναι ιδιοκτήτης ατομικής εκμετάλλευσης και ότι απασχολεί στην ατομική του επιχείρηση συγκεκριμένο αριθμό απασχολούμενων αλλοδαπών.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, οι κατηγορούμενοι, με την ιδιότητα του υπαλλήλου των ως άνω Δήμων, κατά την άσκηση των προαναφερόμενων καθηκόντων, στις περιπτώσεις που ειδικότερα και αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, παρόλο που διαπίστωναν ότι οι προσκομισθείσες από τους αλλοδαπούς θεωρήσεις εισόδου ήταν πλαστές, ενώ στις αιτήσεις τους προσκόμιζαν εντελώς ανυπόγραφα ιδιωτικά συμφωνητικά, που υποτίθεται ότι συνήφθησαν μεταξύ εργοδότη και αλλοδαπού εργάτη, με το οποίο ο εργοδότης δήλωνε ότι θα απασχολεί τον αλλοδαπό εργάτη σε αγροτικές εργασίες, καθώς και εντελώς ανυπόγραφα δελτία απογραφής εργοδότη, όπου ο τελευταίος δήλωνε ότι είναι ιδιοκτήτης ατομικής εκμετάλλευσης και ότι απασχολεί στην ατομική του επιχείρηση συγκεκριμένο αριθμό απασχολούμενων αλλοδαπών, στα οποία υπήρχε μόνο βεβαίωση του γνησίου της (ανύπαρκτης) υπογραφής του δηλούντος εργοδότη, όλοι δε ανεξαίρετα οι αλλοδαποί δήλωναν κάτοικοι Δήμου ...

και ως εκ τούτου όφειλαν είτε να μη διαβιβάσουν τις σχετικές αιτήσεις, είτε να τις διαβιβάσουν στην αρμόδια ως ανωτέρω υπηρεσία, βεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι τα δικαιολογητικά δεν είναι πλήρη, ενώ η θεώρηση εισόδου είναι πλαστή, κατά παράβαση του ανωτέρω ανατεθειμένου υπηρεσιακού τους καθήκοντος, διαβίβασαν στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., τις αιτήσεις και τα συνημμένα σε αυτές δικαιολογητικά των αναφερόμενων στο διατακτικό της παρούσας απόφασης αλλοδαπών.

Σε όλες τις αναφερόμενες στο διατακτικό περιπτώσεις αλλοδαπών δεν είχε ακολουθηθεί κανένα από τα τρία αναφερόμενα στάδια της διαδικασίας μετάκλησης για παροχή εξαρτημένης εργασίας. Δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις δήλωσης ενδιαφέροντος (πρώτη φάση) ούτε αιτήσεις μετακλήσεως συγκεκριμένου εργαζομένου (δεύτερη φάση).

Εξυπακούεται δε ότι ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα στις αρμόδιες προξενικές αρχές προς χορήγηση εθνικής θεώρησης εισόδου στους αλλοδαπούς που αναφέρονται στο διατακτικό ούτε βεβαίως και τους χορηγήθηκε εθνική θεώρηση εισόδου, πράγμα που γνώριζαν τόσο οι κατηγορούμενοι ως αρμόδιοι υπάλληλοι των ανωτέρω Δήμων όσο και οι αντίστοιχοι υπάλληλοι της Περιφέρειας, αφού σε αντίθετη περίπτωση οι ίδιοι θα είχαν κινήσει τη σχετική διαδικασία.

Γνώριζαν επομένως ότι οι προσκομισθείσες από τους αλλοδαπούς θεωρήσεις εισόδου ήταν πλαστές. Επιπλέον γνώριζαν ότι τα επισυναφθέντα στις αιτήσεις δικαιολογητικά (όπως αυτά προβλέπονται από την υπουργική απόφαση .../05 (ΦΕΚ Β’ 1804/21.12.2005), η οποία τροποποιήθηκε με την υπουργικής απόφαση ...07 ΦΕΚ Β 1135/6.7.2007) δεν ήταν πλήρη, αφού δεν υπήρχε θεώρηση ακριβούς αντιγράφου εκ του φωτοαντιγράφου του αποσπάσματος του διαβατηρίου των αλλοδαπών, ούτε πιστοποιητικό υγείας από Ελληνικό κρατικό νοσηλευτικό ίδρυμα, ούτε βεβαίωση ασφάλισης του οικείου οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης, τα δε επισυναπτόμενα στις αιτήσεις ιδιωτικά συμφωνητικά, που υποτίθεται ότι συνήφθησαν μεταξύ εργοδότη και αλλοδαπού εργάτη, με το οποίο ο εργοδότης δηλώνει ότι θα απασχολεί τον αλλοδαπό εργάτη σε αγροτικές εργασίες, καθώς και τα δελτία απογραφής εργοδότη, όπου ο τελευταίος δηλώνει ότι είναι ιδιοκτήτης ατομικής εκμετάλλευσης και ότι απασχολεί στην ατομική του επιχείρηση συγκεκριμένο αριθμό απασχολούμενων αλλοδαπών ήταν σε κάποιες περιπτώσεις εντελώς ανυπόγραφα και υπήρχε σ’ αυτά μόνο βεβαίωση του γνησίου της (ανύπαρκτης) υπογραφής του δηλούντος εργοδότη ενώ σε άλλες περιπτώσεις έλειπε η υπογραφή του αλλοδαπού εργαζομένου, υπήρχε υπογραφή του εργοδότη και βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτής πλην όμως τα πρόσωπα που υποτίθεται ότι υπέγραψαν ως εργοδότες ουδεμία σχέση είχαν με την απασχόληση των συγκεκριμένων αλλοδαπών και ουδέποτε έθεσαν την υπογραφή τους και μάλιστα ενώπιον του υπαλλήλου του Δήμου που βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής τους, οπότε και δεν δικαιολογούνταν, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του νόμου 3386/2005 και τις αποφάσεις της διοίκησης, η έκδοση αποφάσεων χορήγησης άδειας διαμονής και εργασίας στη χώρα, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο διατακτικό διακρίσεις.

Ειδικότερα όσον αφορά τους υπαλλήλους του Δήμου, με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ 1 προτελευταίο εδάφιο του Ν. 3386/2005 ορίζεται ότι οι υπάλληλοι των Δήμων οφείλουν ελέγχουν την πληρότητα των δικαιολογητικών και διαβιβάζουν το σχετικό φάκελο στην αρμόδια Υπηρεσία Αλλοδαπών της Περιφέρειας, το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών, αφότου υποβληθούν.

Επομένως οι κατηγορούμενοι - υπάλληλοι των άνω Δήμων δεν λειτουργούσαν ως διαβιβαστικά όργανα, αλλά σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 11 παρ 1 του Ν. 3386/2005, είχαν υποχρέωση να προβούν σε πρωτογενή έλεγχο της αιτήσεως και των κατατεθειμένων δικαιολογητικών. Άλλωστε δεν απαιτείτο να διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις για να μπορούν να ελέγξουν τόσο την πληρότητα όσο και τη γνησιότητα των υποβαλλόμενων σ’ αυτούς δικαιολογητικών στη συγκεκριμένη περίπτωση, της μετάκλησης δηλαδή αλλοδαπών για εξαρτημένη εργασία, καθόσον, ο Δήμος στη διαδικασία της μετάκλησης εμπλέκεται και στα τρία στάδια, όπως παραπάνω αναλυτικά εκτίθεται, δηλαδή τόσο κατά την παραλαβή το πρώτον της αίτησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος του Έλληνα εργοδότη, όσο και στη συνέχεια στις δύο επόμενες φάσεις και δη μετά την έκδοση της ΚΥΑ, όπου ο εργοδότης επανέρχεται και πάλι στο Δήμο για την υποβολή της εξειδικευμένης αίτησης πρόσκλησης συγκεκριμένου αυτή τη φορά αλλοδαπού και φυσικά στην τελευταία φάση όπου μετά την έκδοση θεώρησης εισόδου έρχεται αυτή τη φορά ο αλλοδαπός συνήθως συνοδευόμενος από τον εργοδότη για την υποβολή των δικαιολογητικών για την έκδοση της άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία.

Επομένως, οι κατηγορούμενοι ως αρμόδιοι δημοτικοί υπάλληλοι γνώριζαν εάν κατ’ αρχήν υποβλήθηκαν στο Δήμο που υπηρετούσε ο καθένας αιτήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος Ελλήνων εργοδοτών, εάν ειδοποιήθηκαν από την Περιφέρεια ακολούθως για την έγκριση ή μη και σε θετική περίπτωση πόσων θέσεων για το συγκεκριμένο Δήμο.

Άλλωστε για το Δήμο ... είχε εγκριθεί μόνο μία θέση, ο δε αλλοδαπός προσήλθε στο Δήμο και ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία, για δε το Δήμο ... δεν υποβλήθηκε καμία αίτηση στο πρώτο στάδιο, ενώ για το Δήμο ... κατά το έτος 2009 καμία αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος δεν υποβλήθηκε στο πρώτο στάδιο ενώ στο έτος 2010, ενώ υποβλήθηκαν αρχικά 6 αιτήσεις στο πρώτο στάδιο, δεν υποβλήθηκε καμία εξειδικευμένη αίτηση στο δεύτερο στάδιο και άρα δεν χορηγήθηκε καμία θεώρηση εισόδου για κανέναν ΥΤΧ.

Έτσι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι οι αλλοδαποί που προσήλθαν στους ανωτέρω Δήμους κατά το τρίτο στάδιο, χωρίς να έχει ακολουθηθεί κανένα από τα προηγούμενα δεν ήταν νόμιμοι, η θεώρηση δε εισόδου που προσκόμιζαν ως δικαιολογητικό δεν μπορούσε να είναι σε καμία περίπτωση γνήσια. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι ενώ όλοι οι αλλοδαποί, δήλωναν κάτοικοι Δήμου ...

και η απασχόλησή τους φαινόταν ότι θα πραγματοποιηθεί στο ως άνω Δήμο ..., η 1η και ο 2ος κατηγορούμενοι παραλάμβαναν τις αιτήσεις και τα δικαιολογητικά και τα προωθούσαν στην Περιφέρεια παρόλο που ήταν υπάλληλοι των Δήμων ..., και ..., αντιστοίχως. Επομένως, οι κατηγορούμενοι - υπάλληλοι των Δήμων, παρόλο που γνώριζαν ότι δεν έχει ακολουθηθεί κανένα στάδιο μετάκλησης και επομένως τα δικαιολογητικά που τους προσκόμιζαν οι αναφερόμενοι στο διατακτικό της παρούσας απόφασης αλλοδαποί δεν θα μπορούσαν να είναι γνήσια κατά παράβαση των ανατεθειμένων σ’ αυτούς καθηκόντων παραλάμβαναν τις αιτήσεις και εν συνεχεία τις προωθούσαν στην Περιφέρεια προκειμένου να χορηγηθεί άδεια διαμονής.

Στις παραπάνω πράξεις προέβησαν οι κατηγορούμενοι, με σκοπό να ωφελήσουν τους αναφερόμενους στο διατακτικό αλλοδαπούς, κατά το μέτρο που εξασφάλισαν σε αυτούς το δικαίωμα να διαμένουν και να εργάζονται στην ημεδαπή, χωρίς να υφίσταται νόμιμος προς τούτο λόγος, αφετέρου δε να βλάψουν το κράτος, με την απομείωση του κύρους των υπηρεσιών και της εν γένει κρατικής λειτουργίας η οποία επήλθε μέσω των μη σύννομων ενεργειών τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος Ν. Δ., υπό την ιδιότητά του ως ανταποκριτής του ΟΓΑ, εξέδωσε βεβαιώσεις με τις οποίες βεβαίωνε ότι οι αναφερόμενοι σε αυτές αλλοδαποί υπήκοοι είχαν υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση βιβλιαρίου υγείας. Τούτο προϋπέθετε ότι ήταν ήδη εγγεγραμμένοι στα μητρώα του κλάδου κύριας ασφάλισης του ΟΓΑ και για το λόγο αυτό αιτούνταν την έκδοση βιβλιαρίου υγείας, γεγονός αναληθές διότι οι αναφερόμενοι στις βεβαιώσεις αυτές αλλοδαποί δεν ήταν γραμμένοι στα μητρώα του κλάδου κύριας ασφάλισης του ΟΓΑ, ούτε περιήλθε στην υπηρεσία του Τμήματος Ασφάλισης Αλλοδαπών του ΟΓΑ απογραφικό δελτίο για έλεγχο των προϋποθέσεων εγγραφής τους, πράγμα που γνώριζε ο τρίτος κατηγορούμενος αφού ως ανταποκριτής του ΟΓΑ συνέτασσε ο ίδιος το απογραφικό δελτίο και είχε στη διάθεσή του τις καταστάσεις που αποστέλλονταν από το ΟΓΑ και στις οποίες περιλαμβάνονταν οι ήδη σε αυτόν ασφαλισμένοι αλλοδαποί.

Εξάλλου οι βεβαιώσεις αυτές δεν αντιστοιχούσαν σε κανένα από τα υποδείγματα βεβαιώσεων του ΟΓΑ που περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθμ. …2007 εγκύκλιο του ΟΓΑ, η οποία περιέγραφε αναλυτικά τον έλεγχο και τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί πριν από την έκδοση κάθε βεβαίωσης από τον ανταποκριτή του ΟΓΑ, έλεγχο και διαδικασία που εν γνώσει του ο κατηγορούμενος δεν ακολούθησε.

Οι βεβαιώσεις που σωρηδόν χορηγούσε ο τρίτος κατηγορούμενος Ν. Δ. ήταν δικής του επινόησης ώστε να μπορέσουν οι αλλοδαποί να υποβάλουν αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής παρόλο που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του ν 3386/2005. Επιπλέον δε ο τρίτος κατηγορούμενος εκτελώντας καθήκοντα ανταποκριτή του ΟΓΑ στα οποία περιλαμβάνεται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος εργοδότη αγροτικής εκμετάλλευσης στο ιδιωτικό συμφωνητικό που συνάπτεται μεταξύ εργοδότη και αλλοδαπού εργάτη με το οποίο ο εργοδότης δηλώνει ότι θα απασχολεί τον αλλοδαπό εργάτη σε αγροτικές εργασίες καθώς και στο δελτίο απογραφής εργοδότη, όπου ο τελευταίος δηλώνει ότι είναι ιδιοκτήτης ατομικής εκμετάλλευσης και ότι απασχολεί στην ατομική του επιχείρησης συγκεκριμένο αριθμό απασχολούμενων αλλοδαπών, σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως αυτές ειδικότερα προσδιορίζονται στο διατακτικό) βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής του δηλούντος εργοδότη, χωρίς να υπάρχει υπογραφή του φερόμενου ως εργοδότη ούτε στο ιδιωτικό συμφωνητικό ούτε στο δελτίο απογραφής, ενώ σε άλλες (που επίσης ειδικότερα προσδιορίζονται στο διατακτικό) βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής σε συμφωνητικά και δελτία απογραφής τα οποία οι φερόμενοι ως εργοδότες ουδέποτε υπέγραψαν και μάλιστα ενώπιον του ούτε απασχόλησαν τους συγκεκριμένους αλλοδαπούς, ορισμένοι δε εκ των φερόμενων εργοδοτών δεν είχαν απασχολήσει ποτέ αλλοδαπούς ή ασκούσαν επαγγελματική δραστηριότητα διαφορετική από την αναφερόμενη στα ως άνω έγγραφα, τα δε στοιχεία τους ήταν γνωστά στον κατηγορούμενο από την εργασία του ως υπάλληλο του Δήμου.

Ενδεικτικό της έκτασης που είχε λάβει το φαινόμενο χορήγησης παράνομων αδειών διαμονής είναι ότι για το 2009 εκδόθηκαν 134 άδειες διαμονής για το Νομό ... αν και ο ανώτατος προβλεπόμενος αριθμός από την ΚΥΑ ήταν 33. Από τις άδειες αυτές οι 114 εκδόθηκαν παράνομα για τους λόγους που αναφέρονται παραπάνω (μη τήρηση της διαδικασίας μετάκλησης, ελλιπή ή και ψευδή δικαιολογητικά) αφορούσαν δε κυρίως το Δήμο ... (όπου εργαζόταν ο τρίτος κατηγορούμενος) και το Δήμο ... (όπου εργαζόταν η πρώτη κατηγορούμενη) και σε μικρότερο βαθμό το Δήμο ... (όπου εργαζόταν ο δεύτερος κατηγορούμενος).

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στους φακέλους που απεστάλησαν στην περιφέρεια από τους Δήμους ... και ... όπου εργάζονταν η πρώτη και ο δεύτερος κατηγορούμενος περιλαμβάνονταν ψευδείς κατά τα ανωτέρω βεβαιώσεις που είχε εκδώσει ο τρίτος κατηγορούμενος που υπηρετούσε στο Δήμο .... Εξάλλου αν και ο ανώτατος αριθμός αδειών διαμονής για το 2010 ανερχόταν κατά τη σχετική ΚΥΑ για ολόκληρο το Νομό ...

σε 26 κατά το διάστημα από 1.1.2010 έως 25.8.2010 εκδόθηκαν 147 άδειες διαμονής οι 142 από τις οποίες αφορούσαν μόνο το Δήμο ..., ένα μικρό σχετικά σε έκταση και πληθυσμό Δήμο που δε δικαιολογούσε αντίστοιχες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. Είναι δε σημαντικό ότι όλες οι παρανόμως χορηγηθείσες άδειες που αναφέρονται στο διατακτικό εκδόθηκαν για δύο έτη, αν και ο νόμος ρητώς προσδιορίζει την ισχύ της αρχικής, μετά τη μετάκληση, άδειας διαμονής σε ένα έτος.

Με βάση τα παραπάνω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, όπως η νομοτυπική της μορφή και τα κατ’ ιδίαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόστασή τους, εκτίθενται ειδικότερα στο διατακτικό.". Στην συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και διέλαβε στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του ως προς αυτόν τα εξής, επί λέξει: "

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο Α. Χ. του Δ. ένοχο του ότι: "στο Δήμο ... στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, με την ιδιότητα του υπαλλήλου, προσώπου δηλαδή στο οποίο έχει νόμιμα ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους παράνομο όφελος και να βλάψει το κράτος.

Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του υπαλλήλου του Δήμου ..., στον οποίο είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα της παραλαβής των αιτημάτων και των δικαιολογητικών, που υπέβαλαν οι αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών, για την έκδοση των αδειών παραμονής στη χώρα και ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να ελέγξει την πληρότητα των δικαιολογητικών, που υποβάλλονταν από τους αλλοδαπούς, προκειμένου ακολούθως να διαβιβάσει αυτά στη Δ/νση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευση, Τμήμα Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών της Γενικής Δ/νσης Περιφέρειας, στις περιπτώσεις που ειδικότερα και αναλυτικά αναφέρονται παρακάτω, παρόλο που διαπίστωσε ότι οι αλλοδαποί προσκόμισαν πλαστά πιστοποιητικά και ως εκ τούτου όφειλε είτε να μη διαβιβάσει τις σχετικές αιτήσεις, είτε να τις διαβιβάσει στην αρμόδια ως ανωτέρω υπηρεσία, βεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι τα δικαιολογητικά είναι πλαστά, ωστόσο, ο κατηγορούμενος κατά παράβαση του ανωτέρω ανατεθειμένου υπηρεσιακού της καθήκοντος:

Την 10-09-2008: α) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, I. B. του S., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, β) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, B.

K. του R., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, γ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, Q.

P. του Ν., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, δ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, V.

I. του B., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση άδειας εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, ε) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, I.

O. του A., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, στ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, D.

R. του V., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, ζ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, A.

A. του X., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, η) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, L.

A. του H., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, θ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../10-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, L.

E. του G., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό,

ΙΙ Την 11-09-2008: α) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...11-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, S. K. του N., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, β) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...11-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, L.

S. του P., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, γ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...11-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, M.

G. του M., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, δ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...11-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, L.

A. του N., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. III) την 22-09-2008: α) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../22-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, V.

M. του N., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. β) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../22-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, M.

A. του F., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. γ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../22-09-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, G.

B. του M., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. III) την 07-11-2008: α) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, M.

I. του S., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. β) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, Η.

F. του S., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό, γ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας B.

I. του S., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. δ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, M.

Β. του G., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. ε) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας J.

A. του Β., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. στ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας Z.

A. του G., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. ζ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας T.

A. του G., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. η) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας B.

A. του N., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. θ) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας M.

K. του F., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. ι) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας H.

A. του R., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό. ια) με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...07-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας S. A.

του G., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό.

ΙΙΙ) την 20-11-2008: α) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../20-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, N. 6J. του G., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό.

β) με το με αριθμό πρωτοκόλλου .../20-11-2008 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, N. V. του F., παρόλο που η προσκομισθείσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, χωρίς να βεβαιώσει την αρμόδια υπηρεσία ότι το συγκεκριμένο αυτό δικαιολογητικά ήταν πλαστό.

Στο Δήμο ... στις 06-02-2009, με την ιδιότητα του υπαλλήλου, προσώπου δηλαδή στο οποίο έχει νόμιμα ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας της, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους παράνομο όφελος και να βλάψει το κράτος. Συγκεκριμένα, στον κατηγορούμενο, με την ιδιότητα του υπαλλήλου του Δήμου ..., είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα της παραλαβής των αιτημάτων και των δικαιολογητικών, που υπέβαλαν οι αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών για τη χορήγηση αδειών διαμονής και ήταν υποχρεωμένος να ελέγξει την πληρότητα των δικαιολογητικών, που υποβάλλονταν από τους αλλοδαπούς, προκειμένου ακολούθως να διαβιβάσει αυτά στη Δ/νση Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευση, Τμήμα Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών της Γενικής Δ/νσης Περιφέρειας.

Ωστόσο, αυτός στην παρακάτω περίπτωση, παρόλο που διαπίστωσε ότι η προσκομισθείσα από τον αλλοδαπό θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, ενώ στην αίτησή του προσκόμισε εντελώς ανυπόγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που υποτίθεται ότι συνήφθη μεταξύ εργοδότη και αλλοδαπού εργάτη, με το οποίο ο εργοδότης δηλώνει ότι θα απασχολεί τον αλλοδαπό εργάτη σε αγροτικές εργασίες, καθώς και εντελώς ανυπόγραφο δελτίο απογραφής εργοδότη, όπου ο τελευταίος δηλώνει ότι είναι ιδιοκτήτης ατομικής εκμετάλλευσης και ότι απασχολεί στην ατομική του επιχείρηση συγκεκριμένο αριθμό απασχολούμενων αλλοδαπών, στα οποία υπήρχε μόνο βεβαίωση του γνησίου της (ανύπαρκτης) υπογραφής του δηλούντος εργοδότη, ο δε αλλοδαπός δήλωνε κάτοικος Δήμου ...

και ως εκ τούτου όφειλε είτε να μη διαβιβάσει τη σχετική αίτηση, είτε να τη διαβιβάσει στην αρμόδια ως ανωτέρω υπηρεσία, βεβαιώνοντας ταυτόχρονα ότι τα δικαιολογητικά δεν είναι πλήρη, ενώ η θεώρηση εισόδου είναι πλαστή, κατά παράβαση του ανωτέρω ανατεθειμένου υπηρεσιακού της καθήκοντος: Την 06-02-2009 με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...06-02-2009 έγγραφό του, διαβίβασε στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Ν. ..., την με ίδια ημερομηνία αίτηση και τα συνημμένα σε αυτήν δικαιολογητικά του αλλοδαπού υπηκόου Αλβανίας, V.

V. του P..".

Με τις ανωτέρω, αλληλοσυμπληρούμενες από το σκεπτικό και το διατακτικό, παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη, κατά τις άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ.

α’ , 98, 259 , 263 α του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 3386/2005 και την υπ’ αριθμ. ΚΥΑ οικ.12311/08/2008, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και κατά τούτο οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των σχετικών δευτέρου και τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, εκτίθενται στο σκεπτικό της αποφάσεως, κατά το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά, που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται, κατά νόμο, αναγκαία η αναλυτική παράθεση τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Με τις παραδοχές δε, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατά τους επίδικους χρόνους είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου του Δήμου ..., ήτοι ότι ήταν δημοτικός υπάλληλος και ότι υπό την ιδιότητά του αυτή του είχαν ανατεθεί από την υπηρεσία του, ήτοι τον Δήμο ..., τα υπό του νόμου και δη του άρθρου 11 παρ. 1 εδ.

ε’ και στ’ του ν. 3386/2005, ορίζοντος, ότι "Οι αιτήσεις για τη χορήγηση και ανανέωση των αδειών διαμονής κατατίθενται στο δήμο ή την κοινότητα του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αιτούντος. Οι δήμοι και οι κοινότητες ελέγχουν την πληρότητα των δικαιολογητικών και διαβιβάζουν το σχετικό φάκελο στην αρμόδια Υπηρεσία Αλλοδαπών της Περιφέρειας, το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών, αφότου υποβληθούν.", επιβαλλόμενα υπηρεσιακά καθήκοντα του ελέγχου της πληρότητας, καθ’ όλες τις απαιτούμενες κατά το νόμο προϋποθέσεις τους, των υποβαλλόμενων από τους ενδιαφερόμενους υπηκόους τρίτων χωρών, μη μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δικαιολογητικών, των απαιτουμένων για την είσοδο και την απασχόλησή τους στην Ελλάδα, κατά την διαδικασία που προβλέπεται από τον ως άνω ν.3385/2005 και την υπ’ αριθμ.

ΚΥΑ οικ.12311/08/2008, αιτιολογείται επαρκώς η προς τούτο αρμοδιότητα του αναιρεσείοντος και το ανατεθέν σε αυτόν ως άνω υπηρεσιακό καθήκον, χωρίς να παρίσταται αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση των περιστατικών αυτών με την παράθεση του ειδικότερου τρόπου της αναθέσεως των καθηκόντων αυτών, ήτοι εγγράφως, προφορικώς κλπ..

Επίσης αιτιολογείται επαρκώς η στοιχειοθέτηση των επί μέρους πράξεων της κατ’ εξακολούθηση παραβάσεως καθήκοντος του αναιρεσείοντος, συνισταμένων στο ότι καίτοι διαπίστωσε, ως αρμόδιος προς τούτο υπάλληλος του Δήμου ..., ότι κανένα από τα πρώτο και δεύτερο στάδιο της διαδικασίας για την είσοδο και απασχόληση στην Ελλάδα υπηκόων τρίτων χωρών, μη μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, της προβλεπόμενης από το ν.3385/2005 και την υπ’ αριθμ.

ΚΥΑ οικ.12311/08/2008, για τα οποία (στάδια αυτά) επίσης ήταν αρμόδιος, διαδικασίας δεν είχε τηρηθεί και επομένως τα υπό των αναφερομένων στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αλλοδαπών, οι οποίοι μάλιστα δήλωναν ότι είναι κάτοικοι του Δήμου ... και ότι η απασχόλησή τους φαινόταν ότι θα πραγματοποιηθεί στο ως άνω Δήμο ..., προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις, που ενεφάνιζαν, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να τα παραλάβει και ακολούθως να τα διαβιβάσει, υπό την αυτή ανωτέρω ιδιότητά του και στα πλαίσια της αρμοδιότητός του, στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης και Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας της Νομαρχίας ..., προς έκδοση της, κατά τις ανωτέρω διατάξεις και κατόπιν αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, απαιτούμενης τελικής αδείας διαμονής του μετακαλουμένου αλλοδαπού, ενώ, στην περίπτωση παραλαβής τους, όφειλε να τα διαβιβάσει, βεβαιώνοντας ότι τα έγγραφα αυτά δεν ήσαν πλήρη, εν τούτοις αυτός (αναιρεσείων) παρέλαβε και απέστειλε αυτά (έγγραφα - δικαιολογητικά) στην ως άνω δημόσια υπηρεσία, χωρίς να βεβαιώσει ταυτοχρόνως ότι δεν ήταν πλήρη και ότι η υπάρχουσα θεώρηση εισόδου ήταν πλαστή, πράγμα (πλαστότητα αυτή) που προέκυπτε από το ότι δεν είχε ακολουθηθεί η προς τούτο (θεώρησή τους) νόμιμη διαδικασία της.

Αιτιολογούνται ακόμη επαρκώς ο δόλος του αναιρεσείοντος με τις παραδοχές, ότι με πρόθεση, ήτοι με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι τούτο κατά τον τρόπο αυτόν επιτυγχάνεται, προέβη στις εν λόγω πράξεις και παραλείψεις του παραβαίνοντας τα ανωτέρω καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό, το μεν να προσπορίσει στους εν λόγω αλλοδαπούς παράνομο όφελος συνιστάμενο στην εξασφάλιση του δικαιώματος να διαμένουν και να εργάζονται στην ημεδαπή, χωρίς να υφίσταται νόμιμος προς τούτο λόγος, το δε να βλάψει το κράτος, με την απομείωση του κύρους των υπηρεσιών του και της εν γένει κρατικής λειτουργίας η οποία επήλθε μέσω των μη σύννομων ενεργειών του.

Επαρκώς επίσης αιτιολογείται η αιτιώδης σχέση των προαναφερομένων πράξεων και παραλείψεων του αναιρεσείοντος και του ως άνω επιδιωκόμενου σκοπού του προς περιποίηση οφέλους στους εν λόγω αλλοδαπούς και βλάβης στο κράτος, με τις παραδοχές, ότι ο σκοπός αυτός μπορούσε αντικειμενικώς να πραγματωθεί και με την παράβαση των συγκεκριμένων αυτών καθηκόντων του (αναιρεσείοντος) στην οποίαν (παράβαση) και για τούτο αυτός προέβη.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.

δ’ ΚΠΔ), από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ’ αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της αποφάσεως, ούτε να μνημονεύεται ποίο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του.

Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρ. 358 Κ.Ποιν.Δ.) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση του εγγράφου παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι.

Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μεταξύ των μνημονευόμενων ως αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα επισημαινόμενα από τον τελευταίο στο αναιρετήριο και αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση:

α’ ) με αύξοντες αριθμούς ... (σελ, 27 έως και 32 της προσβαλλομένης), β’ ) η από 2.2.2009 αίτηση άδειας διαμονής, γ’ ) το από 10-12.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, δ’ ) το από 2.2.2009 δελτίο απογραφής εργοδότου, ε’ ) η από 2.2.2009 βεβαίωση ανταποκριτού ΟΓΑ, στ’ ) η από 20.9.2010 αναφορά με θέμα "Αναφορά σχετικά με φακέλους που λείπουν από το αρχείο της υπηρεσίας μας", ζ’ ) η από 21.8.2012 ιατρική γνωμάτευση του ΙΚΑ, η’ ) φωτοαντίγραφο του από 7.4.2014 πιστοποιητικού σπουδών 4ου Γυμνασίου Κατερίνης, θ’ ) φωτοαντίγραφο του εκκαθαριστικού οικονομικού έτους 2014, ι’ ) φωτοαντίγραφο της υπ’ αριθμ. ...

κάρτα ανεργίας και ια’ ) επιστολή. Από τα έγγραφα αυτά, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου επισκόπηση των πρακτικών της εκκαλουμένης υπ’ αριθμ. 766/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό επί των αυτών αξιοποίνων πράξεων, που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα, ο οποίος παρέστη εκπροσωπηθείς από συνήγορο υπερασπίσεως, τα υπό στοιχεία α’ έως και ζ’ ανεγνώσθησαν επ’ ακροατηρίου κατά την πρωτοβάθμια εκείνη δίκη.

Από την επιτρεπτή δ’ επίσης, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε επί της εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας αποφάσεως και κατά την δίκη ο κατηγορούμενος παρέστη εκπροσωπηθείς από συνήγορο υπερασπίσεως, προκύπτει, ότι ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τόσον τα ανωτέρω πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όσον και τα ανωτέρω υπό στοιχεία α’ έως και ζ’ έγγραφα.

Περαιτέρω, καθ’ όσον αφορά τα λοιπά υπό στοιχεία η’ έως και ια’ έγγραφα από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι αυτά τα προσκόμισαν οι συνήγοροι υπερασπίσεως των κατηγορουμένων και ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο Επομένως, με την ανάγνωση του κειμένου τους πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, κατά τις ως άνω διακρίσεις, τα έγγραφα αυτά κατέστησαν γνωστά καθ’ όλα τα στοιχεία και το περιεχόμενό τους στον συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς αυτό, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του εν λόγω εγγράφου στα πρακτικά, ενώ ο αναιρεσείων, όπως επίσης προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας και της κατ’ έφεση δίκης, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε προκύπτει διορθώθηκαν, δεν προέβαλε δια του συνηγόρου του, καμιά αντίρρηση για την ανάγνωσή τους (εγγράφου αυτών), οπότε δεν στερήθηκε του, απορρέοντος από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ., κατά τα άνω υπερασπιστικού του δικαιώματος, εφόσον είχε την ευχέρεια στο ακροατήριο να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

Άλλωστε από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο ως άνω προσδιορισμό, ώστε να προκύπτει αμφιβολία ή σύγχυση ως προς την ταυτότητά τους (ΑΠ 646/2013). Έτσι, με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των ανωτέρω αναγνωσθέντων εγγράφων, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ουδέ στερείται η προσβαλλομένη απόφαση της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α’ και Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., καθ’ όσον αφορά τα ανωτέρω έγγραφα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι (ΑΠ 1029/2016). Ο αυτός δε λόγος αναιρέσεως καθ’ ό μέρος με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι εκτός των ανωτέρω εγγράφων υπάρχουν και πολλά άλλα που δεν προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, τα οποία ο αναιρεσείων κατ’ ουδένα απολύτως τρόπο προσδιορίζει, είναι απαράδεκτος ως αόριστος και εξ αυτού του λόγου απορριπτέος.

Όπως προαναφέρεται, η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς, εκείνοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, με σαφήνεια και πληρότητα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση αυτής καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα ποινής.

Προϋποτίθεται όμως η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική του ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ζήτησε, επί λέξει "να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του 84 παρ. 2α, ΠΚ, 84 παρ. 2δ ΠΚ και 84 παρ. 2ε του ΠΚ".

Ο ισχυρισμός όμως αυτός, όπως ανωτέρω προτάθηκε, ήταν αόριστος, αφού υποβλήθηκε χωρίς την επίκληση κανενός συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού προτέρου εντίμου βίου, ειλικρινούς μετανοίας και καλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντα, παρά μόνο με την επίκληση των διατάξεων που προβλέπουν τα άνω ελαφρυντικά.

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ανωτέρω ισχυρισμού πολύ περισσότερο δε να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα το δικαστήριο για την απόρριψη αυτού διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεχόμενο, επί λέξει, ότι: "οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που πρότειναν οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων περί συνδρομής στο πρόσωπο των τελευταίων των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ.

α’ , δ’ και ε’ του Π.Κ., είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, καθόσον προβλήθηκαν χωρίς επίκληση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτούς. Ειδικότερα για τη θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού των κατηγορουμένων, περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

α’ ΠΚ, δεν προτάθηκαν όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του, και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστός στη νομική ορολογία και ούτε αρκεί για το ορισμένο του εν λόγω ισχυρισμού η επίκληση μόνον λευκού ποινικού μητρώου, ούτε η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά απαιτείται και η επίκληση θετικών στοιχείων, με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που να είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο, δηλαδή να καταδεικνύουν θετική συμπεριφορά του δράστη στην κοινωνία, και τέτοια περιστατικά εν προκειμένω δεν προτάθηκαν. (AΠ 469/2012, ΑΠ, 108/2011, ΑΠ 560/2010, ΑΠ 469/2012, ΑΠ 226/2010, ΑΠ 54/2010, δημ.

Νόμος). Ομοίως, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. δ’ του ΠΚ, δεν εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ειλικρινούς μεταμέλειας και επιδίωξης άρσης ή μείωσης των συνεπειών των ως άνω πράξεων τους για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι [ΑΠ.45/2013 δημ.

Νόμος] και ούτε προς θεμελίωση αυτού αρκεί η δήλωση του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο ότι αναγνωρίζει το λάθος του και ότι ζητεί συγγνώμη (ΑΠ 66/2010, δημ. Νόμος). Καθόσον αφορά δε τον αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

ε’ ΠΚ, δεν γίνεται επίκληση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτόν, δηλαδή περιστατικών τέτοιων από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση, δηλωτικών της ποιότητας του ήθους των κατηγορουμένων της κοινωνικής προδιαθέσεώς τους και της αρμονικής διαβίωσής τους μετά την πράξη. (ΑΠ 7/2011, ΑΠ 613/2010, δημ.

Νόμος).". Επομένως, η περί του αντιθέτου σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντα και ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, έκτος, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επήλθε από την αναιτιολόγητη απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του αναιρεσείοντα, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.

Τέλος, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της αναιρετικώς ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ: ...24-3-2016 από 22-3-2016 δήλωση του Α. Χ. του Δ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3111/2015 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. πρωτ: ...24-3-2016 από 22-3-2016 δήλωση του Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3111/2015 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ