1650/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1650/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον 1° λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του νόμου 1650/1951, μολονότι η διάταξη αυτή αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Όμως, ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται από την αναιρεσείουσα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1650 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1650/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tης αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Σ. Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καρατζά.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35193/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1056/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 17-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1056/10 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει η έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφανίστηκε η 35.193/08 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή το δικαστήριο δικάζοντας την από 27/6/08 ανακοπή της αναιρεσείουσας, για ακύρωση, άλλως μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης απόφασης ορισμού αποζημίωσης χρήσεως ανταλλάξιμου ακινήτου, είχε απορρίψει την ανακοπή κατά το κύριο αίτημά της και την είχε δεχτεί εν μέρει κατά το επικουρικό. Στη συνέχεια το Εφετείο, δικάζοντας επί της ανωτέρω ανακοπής, κατά το μέρος που η υπόθεση είχε μεταβιβαστεί σ' αυτό, δέχτηκε μερικώς την ανακοπή κατά το επικουρικό της αίτημα.
Με τη διάταξη του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 1650/1951, με την οποία αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 εδ (5), (6) και (7) του β.δ/τος της 24/31-10-1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στη δίκη της ανακοπής κατά της απόφασης, που καθόρισε την αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση ανταλλάξιμου μουσουλμανικού ακινήτου, δεν εξετάζονται ζητήματα κυριότητας ή νομής και το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα ολικής ακύρωσης της ανακοπτόμενης απόφασης, αλλά μπορεί μόνο να την επικυρώσει ή να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης. Όπως, όμως, ήδη κρίθηκε, η εν λόγω διάταξη δημιουργεί σε βάρος του ανακόπτοντος συνθήκες έντονης δικονομικής ανισότητας, περιάγοντας αυτόν σε θέση σαφώς μειονεκτικότερη από τον αντίδικό του, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο, έναντι του οποίου δεν μπορεί, εξαιτίας ακριβώς των περιορισμών αυτών, να αμυνθεί αποτελεσματικά. Επομένως, πρόκειται για διάταξη που αντιβαίνει στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη και ανεφάρμοστη (Ολ ΑΠ 6/2012).
Με τον 1° λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του νόμου 1650/1951, μολονότι η διάταξη αυτή αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Όμως, ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται από την αναιρεσείουσα.
Τούτο, διότι κατά της οριστικής απόφασης έφεση άσκησε μόνον το καθού η ανακοπή-αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, προσβάλλοντας το κεφάλαιο και τη διάταξη της περί καθορισμού της αποζημίωσης, παραπονούμενο για το ύψος της. Λόγω δε του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ως άνω εφέσεως στο Εφετείο μεταβιβάστηκε η υπόθεση μόνο κατά το επικουρικό αίτημα της ανακοπής για μείωση της αποζημίωσης χρήσεως και όχι και το κύριο αίτημα για ακύρωση της επίμαχης απόφασης, εφόσον η ανακόπτουσα-αναιρεσείουσα δεν άσκησε έφεση κατά της σχετικής απορριπτικής διάταξης της πρωτόδικης απόφασης.
Έτσι, το Εφετείο δεν είχε αντικείμενο δίκης, συναπτόμενο με την εφαρμογή της πιο πάνω αντισυνταγματικής διάταξης και συνεπώς δεν μπορούσε να επιληφθεί ζητημάτων, σχετικών με την ακύρωση της απόφασης προσδιορισμού της αποζημίωσης, κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας της αντισυνταγματικότητας της διάταξης που προβλέπει τις προϋποθέσεις εκδόσεώς της.
Επιπροσθέτως, σημειώνεται ότι η αναιρεσείουσα, με την ένδικη ανακοπή της (σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενό της) δεν είχε προβάλει κυριότητα ή νομή της στο επίμαχο ΑΚ 9586 ανταλλάξιμο ακίνητο.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/01, ο προβλεπόμενος από αυτό αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Εκ τούτου προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με το 2° λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την επιφάνεια του κατεχόμενου εδαφικού τμήματος για το οποίο ορίστηκε η αποζημίωση χρήσεως, χωρίς να διατάξει απόδειξη περί τούτου. Όμως, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση, διότι μετά την ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ και την κατάργηση της υποχρέωσης του δικαστηρίου να εκδώσει παρεμπίπτουσα απόφαση που να διατάσσει αποδείξεις, κάτι που άλλωστε ήδη ίσχυε στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως, στηριζόμενος στην αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν διέταξε αποδείξεις.
Ο διαλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο όφειλε να διατάξει πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση της έκτασης του επιδίκου, στηρίζεται, επίσης, σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων των διαδίκων στη δευτεροβάθμια δίκη, τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε από τους διαδίκους, ούτε το δικαστήριο διέλαβε κρίση περί του ότι προς τούτο εχρειάζοντο ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Στο βαθμό δε που ο παραπάνω λόγος μπορεί να εκτιμηθεί ως προβολή της αιτίασης ότι το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, πρέπει ν' αναφερθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε αφού εκτίμησε
όπως βεβαιώνει, όλα γενικά τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη (όλα ανεξαιρέτως) είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση του επιδίκου δημοσίου κτήματος, ο με αριθμό …/18-7-1995 τίτλος κυριότητος της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, η από 15.2.2008 έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ι.
Χ. και Α. Κ. (ΔΕ.Α), το από 30.1.1995 κτηματολογικό διάγραμμα της Εργ. Τοπογράφου Ε. Μ. που τον συνοδεύει, νόμιμα θεωρημένο από τον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας και το από 7-2-2008 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α. Κ.. Εξάλλου, η ρητή αναφορά ορισμένων εγγράφων δεν προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέσει με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γιαυτό ο παραπάνω λόγος και κατά το εκτιμώμενο ανωτέρω περιεχόμενό του είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Συνεπώς, ο 3ος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις οποίες επικαλέστηκε, αλλά για τις οποίες δεν συντάχθηκαν πρακτικά, λόγω της διαδικασίας εκδίκασης της υπόθεσης (ασφαλιστικών μέτρων), αβασίμως προβάλλεται, εφόσον αναφέρεται σε αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν στο Εφετείο.
Κατ' ακολουθίαν τούτων η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/6/2012 αίτηση της Ε. Σ. για αναίρεση της 1056/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ