Legislator Case Law & Legislation
1650/2012 AI generated

1650/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1650/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1650/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό και συσχετισμό με τις διατάξεις των άρθ. 669§2 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι είναι δυνατόν με συμφωνία των μερών η καταγγελία να αναχθεί από αφηρημένη σε αιτιώδη δικαιοπραξία, όταν κατά την συμφωνία αυτή, μπορεί να γίνει για συγκεκριμένους λόγους, διαπιστουμένους κατά προδιαγεγραμμένη διαδικασία από το αρμόδιο όργανο του εργοδότη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1650 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1650/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. συζ. Ε. Σ. (D. S.), το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαμιχαήλ.

Του αναιρεσιβλήτου: Μη κερδοσκοπικού ν.π.ι.δ. συνεστημένου στο ..., με την επωνυμία "ST. CATHERINE'S BRITISH SCHOOL - ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΓ. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ" (πρώην "ST. CATHERINE'S BRITISH EMBASSY SCHOOL - ΣΧΟΛΗ ΑΓ. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ"), με εγκατάσταση στην Ελλάδα (...) και νόμιμα εκπροσωπούμενο. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Δημητρίου - Κουβανίδη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο την αλλαγή της επωνυμίας του αναιρεσιβλήτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 690/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6176/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1ου και 2ου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ενιαία λαμβανομένων, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.

Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην περί του νόμω βασίμου της κρίση του ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, από τα άρθρα 167, 232, 67, 68 και 70, 349, 351, 656, 669 ΑΚ και τα άρθ. 18 §§ 1 και 3 και 22 του ν. 2190/1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας που έγινε στο όνομα νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού το οποίο δεν είχε εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση είναι ανυπόστατη. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να εκτελεί τα καθήκοντά του, εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή του μισθού του λόγω υπερημερίας του νομικού προσώπου.

Αν όμως μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσέφερε τις υπηρεσίες του και το νομικό πρόσωπο τις απέκρουσε, περιέρχεται πλέον σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή του εργαζομένου, όταν έχει αίτημα την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης, η οποία έγινε στο όνομα εργοδότη νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση, πρέπει για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνει - εκτός από την σύμβαση εργασίας και την συμβατική ή νόμιμη αμοιβή - και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει το ανυπόστατο της καταγγελίας και η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που προσέφερε ο εργαζόμενος.

Η υπερημερία αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία, αλλά δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη, αφού η από αναρμόδιο πρόσωπο γενομένη καταγγελία δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πρέπει ν' αναφέρεται στην αγωγή για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει και του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και ότι ο τελευταίος τις απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλομένη απόφαση, η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι την 2-9-2002 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης προσλήφθηκε από το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο αγγλόφωνο εκπαιδευτήριο, ΝΠΙΔ, σύμφωνα με την ελληνική εργατική νομοθεσία ως καθηγήτρια στο πεδίο των Business Studies στα επίπεδα IB και IGCSE, ότι την 3-9-2004 το εναγόμενο επέδωσε σ' αυτήν την από 1-9-2004 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία είναι άκυρη για τους αναφερόμενους εκεί λόγους, ότι το εναγόμενο αρνείται παράνομα μέχρι την άσκηση της αγωγής ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, ότι ειδικότερα, εκτός των άλλων, η ως άνω καταγγελία έγινε χωρίς να προηγηθεί απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου νομικού προσώπου και χωρίς ο υπογράφων, φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, να έχει την απαραίτητη εξουσία αντιπροσώπευσης ή ειδική εξουσιοδότηση απ' αυτό, προκειμένου να προβεί στην συγκεκριμένη ενέργεια, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 26.659€ ως μισθούς υπερημερίας, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, καθώς και 10.000€ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αναφερομένη στην αγωγή αδικοπρακτική σε βάρος της συμπεριφορά του εναγομένου, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν' αποδέχεται τις πραγματικά και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της κ.λπ.

Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 6176/2009 απόφασή του, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη, απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς την βάση και το αντίστοιχο αίτημα της για τη επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω του ανυποστάστου της καταγγελίας, με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι η ενάγουσα και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο προσέφερε πράγματι τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο και ότι αυτό τις απέκρουσε, περιερχόμενο έτσι σε υπερημερία.

Όπως, όμως, προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής σ' αυτήν περιέχεται και το περιστατικό της συνέχισης της παροχής των υπηρεσιών της ενάγουσας στο εναγόμενο και μετά την ανυπόστατη εκ μέρους αυτού καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και η μη αποδοχή τους απ' αυτό. Επομένως, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη ως αόριστη την αγωγή κατά την ως άνω βάση της και κατά συνέπεια πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης, κρινόμενοι ενιαία και εκτιμώμενοι, αληθώς ως μόνο από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

II. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 1 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθ. 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για την διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 841/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθ. 8 §§ 1 και 2 ν. 2112/1920 είναι άκυρη οποιαδήποτε σύμβαση αντικείμενη στο νόμο αυτόν, εκτός αν είναι ευνοϊκότερη για τον υπάλληλο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία απηχεί την γενικότερη αρχή της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, που διαπνέει ολόκληρο το εργατικό δίκαιο (άρθ. 680 ΑΚ, 3§1 ν. 3239/1955, 7§2 ν. 1876/1990), ως ευνοϊκότεροι όροι νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της σύμβασης εργασίας που τέθηκαν υπέρ του μισθωτού είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (ΟλΑΠ 26/1992).

Περαιτέρω, από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό και συσχετισμό με τις διατάξεις των άρθ. 669§2 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι είναι δυνατόν με συμφωνία των μερών η καταγγελία να αναχθεί από αφηρημένη σε αιτιώδη δικαιοπραξία, όταν κατά την συμφωνία αυτή, μπορεί να γίνει για συγκεκριμένους λόγους, διαπιστουμένους κατά προδιαγεγραμμένη διαδικασία από το αρμόδιο όργανο του εργοδότη.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, σε σχέση με την βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας για την έλλειψη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ότι η αναιρεσείουσα ενάγουσα προσλήφθηκε στις 2-9-2003 από το εναγόμενο αναιρεσίβλητο, ιδιωτικό αγγλόφωνο σχολείο πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ΝΠΙΔ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, διεπομένη από το ελληνικό εργατικό δίκαιο, προκειμένου να διδάξει στους μαθητές το μάθημα Business Studies στα επίπεδα IB και IGCSE, ότι στο άρθρο 6 της υπογραφείσης την 28-1-2003 μεταξύ τους έγγραφης σύμβασης εργασίας, ορίζεται, σύμφωνα με την κατά λέξη παράθεση του σχετικού όρου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "Α) Ο εργαζόμενος πρέπει να προσεγγίζει αμέσως τον Διευθυντή για τυχόν δυσαρέσκεια του εργαζομένου σχετικά με την εργασία του.

Εάν ο εργαζόμενος είναι δυσαρεστημένος με μία απόφαση δικαιούται να καταθέσει την υπόθεσή του γραπτώς στο Διοικητικό Σώμα του Σχολείου του οποίου η απόφαση θα είναι οριστική. Β) Καθώς εργάζεται μέσα σε ένα θετικό πλαίσιο σύμπνοιας και υποστήριξης, ο εργοδότης μπορεί να δυσαρεστηθεί με την απόδοση του εργαζομένου μέσα σε ένα καθορισμένο επαγγελματικό πλαίσιο.

Το Διοικητικό Σώμα του Σχολείου θα κοινοποιήσει κανονικά τυχόν δυσαρέσκεια μέσω της Διεύθυνσης ή εξαιρετικά μέσω του Διοικητικού Σώματος. Ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαντήσει. Γ) Ο εργοδότης μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση χωρίς προειδοποίηση και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και αξιώσεων που μπορεί να έχει, εάν ο εργαζόμενος είναι ένοχος για σοβαρή ανάρμοστη συμπεριφορά ή διαπράξει ουσιαστική παραβίαση της παρούσας σύμβασης, ακούσια αγνοήσει, αποτύχει να εκτελέσει ή αποδειχθεί ότι είναι ανίκανος να εκτελέσει κατάλληλα τα συνήθη καθήκοντά του (άλλα από αυτά που απορρέουν από ασθένεια, ατύχημα ή άλλη παρόμοια ανικανότητα), διαπράξει πράξη απάτης, ανεντιμότητας ή προσβολής είτε σχετίζεται με την εργασία του ή όχι που μπορεί να δυσφημήσει τον εργοδότη", και ότι από τους όρους αυτούς της σύμβασης ουδόλως προκύπτει παραίτηση του εργοδότη - εναγομένου του νομίμου δικαιώματος του για αναιτιολόγητη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ή υποχρέωση αυτού, με την ποινή της ακυρότητας της καταγγελίας, να κινήσει πριν την απόλυση της ενάγουσας πειθαρχική διαδικασία σε βάρος της, με βάση δε τα παραπάνω απέρριψε την σχετική βάση και το αντίστοιχο αίτημα της αγωγής για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της λόγω έλλειψης σπουδαίου προς τούτο λόγου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, καθόσον η πρόβλεψη με την ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας συγκεκριμένων λόγων καταγγελίας της σύμβασης δεν αρκεί να μετατρέψει την αναιτιώδη καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης της σε αιτιώδη, εφόσον μάλιστα στον σχετικό ως άνω όρο δεν αναφέρεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της επιτρέπεται μόνο ή αποκλειστικά για τους προβλεπόμενους εκεί λόγους.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

III. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, θεμελιώνει τον προβλεπόμενο ως άνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν την βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000, 3/1997).

Για το ορισμένο και επομένως παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει ν' αναφέρει στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο ευσύνοπτο και σαφή τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλ. τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, ο εκ του άρθ. 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του κάθε ενός απ' αυτά στην απόφαση, εκτός εάν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το α' σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προσάπτεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς διαλαμβανόμενους στην αγωγή της αναιρεσείουσας που συγκροτούσαν την βάση αυτής περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της λόγω της εμπάθειας, ως πραγματικής αιτίας της καταγγελίας αυτής, του Προϊσταμένου του Τμήματος Ανωτέρων Σπουδών του αναιρεσιβλήτου S. B.

προς το πρόσωπο της αναιρεσείουσας. Τα περιστατικά, όμως, αυτά δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης κατά τρόπο σαφή, αλλά με αριθμητική παραπομπή σε σελίδες της αγωγής και μόνον ως αρχές προτάσεων κατά τρόπο εντελώς ασύνδετο, ώστε να μην σχηματίζονται συγκεκριμένα περιστατικά. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ο ερευνώμενος εδώ λόγος κατά το σκέλος του αυτό ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του αφού συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, ως προς την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού, και το αναφερόμενο στην αίτηση έγγραφο.

Επομένως, ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος του από τον αριθ. 11 γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον απέρριψε, ως άνω, ως αόριστη την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την προαναφερθείσα βάση της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, που χρειάζεται διευκρίνιση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (κατά την ορθή έννοια του άρθ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 12§4 ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6176/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια τετρακόσια (1.400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ