1650/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Δεκεμβρίου 1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 337/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1650/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 34/1988, ΑΠ 1058/2009, ΣτΕ 2681/2007). Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την από 5-12-1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ο έχων την έννοια αυτή λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, προτεινόμενος και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 562 § 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.
Full text
Απόφαση 1650 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1650/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ.Φ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δερβιτσιώτη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και 2. Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Ηλείας, νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Προϊστάμενό της, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την Αλεξάνδρα Πετροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Δεκεμβρίου 1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 337/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 14 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 85 παρ.1 του ΚΕΔΕ (Ν.Δ.356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού, το Δημόσιο εκπροσωπεί ο διευθυντής του δημοσίου ταμείου, κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο, με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944): "μόνον αι προς τον Υπουργόν Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 ν. Ρ ? Γ' γενόμεναι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας. Η διάταξις εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή απαραδέκτου στις δίκες του ΚΕΔΕ, ακυρότητας δε στις λοιπές, τόσον στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.
Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Εξ άλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις του από 11/12.1.1929 διατάγματος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων" και ιδιαίτερα του άρθρου 115 αυτού, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το β.δ. 619/1965 και των άρθρων 2, 5 § 3 και 9 § 1 του π.δ. 551/1988 Οργανισμός Νομαρχιών (Οργάνωση Οικονομικών Υπηρεσιών) προκύπτουν τα εξής:
Το πρωτόκολλο με το οποίο καθορίζεται αποζημίωση σε βάρος εκείνων που χρησιμοποιούν αυθαίρετα ακίνητα που ανήκουν στο Δημόσιο εκδίδεται από τον κατά τόπο αρμόδιο οικονομικό έφορο. Η ανακοπή κατά του εκδιδομένου πρωτοκόλλου κοινοποιείται, επί ποινή ακυρότητας στον κατά τα ανωτέρω αρμόδιο οικονομικό έφορο, ο οποίος εξαιρετικώς στην περίπτωση αυτή εκπροσωπεί το δημόσιο, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών (άρθρο 5 § 4 α.ν. 263/1968).
Μετά το π.δ. 551/1988 και την έναρξη λειτουργίας των Κτηματικών Υπηρεσιών των Νομαρχιών, οι αρμοδιότητες των οικονομικών εφοριών σχετικά με την επιμέλεια της διαχείρισης και την προστασία της δημόσιας περιουσίας περιήλθαν στις Κτηματικές Υπηρεσίες και συνεπώς ο "αρμόδιος οικονομικός έφορος" για την κοινοποίηση της ανακοπής και την εκπροσώπηση του Δημοσίου είναι πλέον ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας που εξέδωσε το πρωτόκολλο.
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 5 § 4 του α.ν. 263/1968 σαφώς συνάγεται, ότι για την άσκηση της εν λόγω ανακοπής, πέραν της κοινοποιήσεως αντιγράφου αυτής στον προϊστάμενο της κτηματικής υπηρεσίας που εξέδωσε το πρωτόκολλο, δεν απαιτείται και πρόσθετη κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών, δοθέντος ότι η πάγια διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου (Ν.Δ.της 26-6/10-7-1944), εξακολουθεί μεν να ισχύει, πλήν όμως έχει καταργηθεί στην εξεταζομένη περίπτωση από την ειδικώς ρυθμίζουσα το θέμα μεταγενέστερη και ως εκ τούτου επικρατέστερη ανωτέρω διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 του ΑΝ 263/1968 (Ολομ.ΑΠ 1222/1975, ΑΠ 955/2009, ΑΠ 57/2007, ΑΠ 1541 και 1341/2004).
Είναι διαφορετική η περίπτωση των ανακοπών του ΚΕΔΕ, κατά το άρθρο 85 του οποίου απαιτείται πάντοτε κοινοποίηση του σχετικού δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών, καθώς και των λοιπών δικών, πλην της ανωτέρω ειδικώς ρυθμιζομένης, κατά του Δημοσίου, όταν αυτό εκπροσωπείται δικαστικώς από τους διευθυντές των ταμείων ή τους οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλα κρατικά όργανα, οπότε, κατά το άρθρο 5 του άνω κώδικος του 1944, απαιτείται, επί ποινή ακυρότητας, η πρόσθετη προς τον Υπουργό των Οικονομικών επίδοση του δικογράφου (Ολομ.
ΑΠ 34/1988, ΑΠ 1058/2009, ΣτΕ 2681/2007). Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την από 5-12-1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ο έχων την έννοια αυτή λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, προτεινόμενος και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 562 § 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, πλην του πρότερον δικάσαντος (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 180§1 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη, κατά τα άρθρα 22§§1 και 3 του Ν. 3693/ 1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 ΕισΝ ΚΠολΔ, 5§12 Ν 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 337/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ