Legislator Case Law & Legislation
164/2022 AI generated

Supreme Court allows partial appeal regarding land expropriation compensation unit price determination.

Case Number 164/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third-Instance Court of Larissa's decision on land expropriation compensation. While the court rejected the appeal regarding the building's compensation value, it found the argument concerning the land unit price valid and within the scope of the appeal. Consequently, the case was remitted for substantive trial before the same chamber to determine the final compensation amount for the land.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580 and 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when only specific grounds are admissible, remitting the case for substantive trial to the same chamber to adjudicate the valid portion of the contested decision.

Keywords

AI generated
expropriation compensation unit price determination partial appeal allowance substantive trial remand same chamber jurisdiction legal costs award bond refund

Cited Legislation

AI generated
Article 580, paragraph 3, final clause of the Code of Civil Procedure
Article 581, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, item Gamma, sub-item Beta, clause Delta of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Article 1 of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 164 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 164/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ι. Α. του Μ., 2) Α. Α. του Μ., κατοίκων ..., 3) Κ. χας Ε. Α., το γένος Α. Β., 4) Δ. Α. του Ε. και 5) Κ. Α. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάλα.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γολεμάτη. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στον: Σ. Π. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Βέρροιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων (μετά την έκδοση της 123/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 7-2-2006 αίτηση των ήδη 1ου και 2ου των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Ε. Α., με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ασκηθείσες διά των προτάσεων ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 382/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατά της οποίας ασκήθηκαν αιτήσεις αναιρέσεως και εκδόθηκαν οι 736/2009, 889/2009, 977/2010, 1366/2010, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1010/2011, και 1739/2011 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκαν οι υποθέσεις για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2015 μη οριστική και 107/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν μεταξύ άλλων και οι αναιρεσείοντες - καλούντες με την από 23-3-2018 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 340/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23-3-2018 αιτήσεως ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες, κατά το μέρος αυτής που απευθύνονταν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 15-7-2020 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 15-7-2020 κλήση των αναιρεσειόντων νομίμως φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 23-3-2018 αίτηση αναίρεσης αυτών κατά της υπ' αριθμ. 107/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 340/2020 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους ίδιους αιτούντες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005, ΑΠ 368/2008).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ής Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 SPORRONG AND LONNROTH v.

SWEDEN). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24-6-1993, Π. κατά Ελλάδος) επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα ρύθμιση του εδ.

γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.

γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.

Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν 2882/2001 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου).

Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη διάταξη ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας.

Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Κατά συνέπειαν, αν η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης επαναφέρεται ενώπιον του Εφετείου μετά από αναίρεση, τότε ως κρίσιμος χρόνος θεωρείται εκείνος της (νέας) ενώπιόν του συζήτησης, μετά την αναίρεση και όχι ο χρόνος της προγενέστερης (αρχικής) συζήτησης.

Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από την συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.

Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη ή εκδόθηκε άλλη παρεμπίπτουσα απόφαση, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογιστεί με βάση τον χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης, που γίνεται μετά (ΟλΑΠ 2/2015, ΟλΑΠ 14/2011, ΑΠ 340/2020, ΑΠ 76/2012, ΑΠ 524/2010, ΑΠ 721/2009, ΑΠ 402/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 12.5.1986 απόφασης του Νομάρχη Λάρισας σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 2932/2000 απόφαση του Γ.Γ.Π. Θεσσαλίας, που δημοσιεύτηκαν αντίστοιχα στα ΦΕΚ υπ' αριθμ. 799/12.9.1986/Δ' και 943/29.12. 2000/Δ', τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης του Βόλου στα υπ' αριθμ. 392 και 393 οικοδομικά τετράγωνα για τη δημιουργία της πλατείας Πανεπιστημίου, σε χώρο μεταξύ των οδών ..., ..., ...

και .... Ακολούθως, εκδόθηκε από την Πολεοδομία Δήμου Βόλου η υπ' αριθ. 2 ΔΒ/2001 πράξη τακτοποιήσεως, προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεων, η οποία συνοδεύεται από το με ημερομηνία 10.6.2002 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου - μηχανικού Α. Κ.. Η ανωτέρω πράξη αναλογισμού κυρώθηκε νόμιμα με την υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας. Όλες οι προαναφερόμενες διοικητικές πράξεις έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βόλου (τόμος 474 και αριθμός…). Μεταξύ των απαλλοτριουμένων είναι και το οικόπεδο με ΑΚΠ…, επιφανείας 35,42 τ.μ., στη συμβολή των οδών ... και ... με το ισόγειο κατάστημα που βρισκόταν σε αυτό, επιφανείας 35,42 τ.μ., που ανήκε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στην κυριότητα των αναιρεσειόντων Ι.

Α. και Α. Α., καθώς και του Ε. Α., ο οποίος απεβίωσε την 12.02.2018, σύμφωνα με την από 13.02. 2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Αλίμου Αττικής και στη θέση του υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η σύζυγός του, Κ. Α., κατά ποσοστό 25%, και οι θυγατέρες του, Δ. Α. και Κ. Α., κατά ποσοστό 37,5% η καθεμία, ήδη αναιρεσείουσες, οι οποίες και συνεχίζουν την δίκη, που διακόπηκε βιαίως.

Σύμφωνα με την ανωτέρω πράξη προσκυρώσεως, τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεων, την ιδιοκτησία τους έπρεπε να αποζημιώσουν: α) η με αριθμό 20 παρόδια ιδιοκτησία της πέμπτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "...", κατά 19,52 τ.μ. και β) το τέταρτο αναιρεσίβλητο, ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Δήμος Βόλου", κατά 15,90 τ.μ., ενώ ο τελευταίος ("Δήμος Βόλου") έπρεπε να αποζημιώσει επίσης και το επί του ως άνω ακινήτου κτίσμα.

Με την 123/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και με κρίσιμο χρόνο την 7.4.2005 καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως, εκτός άλλων, και για την οικοπεδική έκταση της ως άνω με ΑΚΠ … ιδιοκτησίας, στο ποσό των 1.010 ευρώ/τ.μ. και για την επ' αυτής οικοδομή στο ποσό των 2.200 ευρώ/τ.μ.. Με την 174/9.2.2006 αίτηση των Ι.

Α., Α. Α. και Ε. Α., δικαιοπαρόχου, κατά τα προεκτεθέντα, των τρίτης, τέταρτης και πέμπτης καλουσών - αναιρεσειουσών, κατά: α) του ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Δήμος Βόλου" και β) της "...", ήδη αναιρεσιβλήτων, ζητήθηκε, μετά την έκδοση της ως άνω 123/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, να καθοριστεί η οριστική αποζημίωση (για το ΑΚΠ … ακίνητό τους) στο ποσό των 4.000 ευρώ/τ.μ.

για το έδαφος και στις 3.000 ευρώ/τ.μ. για τα κτίσματα. Επί της αιτήσεως αυτής και επί της 100/23-1-2006 αιτήσεως του Δήμου Βόλου, κατά των ως άνω αναιρεσειόντων, αλλά και άλλων δικαιούχων αποζημιώσεως ιδιοκτητών ακινήτων της ένδικης απαλλοτριούμενης έκτασης, με την οποία ζητούσε να προσδιοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης σε μικρότερα από τα ανωτέρω ποσά, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 382/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το προαναφερόμενο οικόπεδο στο ποσό των 4.686,62 ευρώ/τ.μ.

και για το κτίσμα στο ποσό των 1.450 ευρώ/τ.μ. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αιτήσεις αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και: α) η από 5.12.2007 αίτηση αναίρεσης της "...", που έγινε δεκτή κατά των Ι. Α., Α. Α. και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, με την 977/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών) και β) η από 11.10.2007 αίτηση αναίρεσης του Δήμου Βόλου, που έγινε δεκτή κατά των αυτών ως άνω αναιρεσειόντων, με την 1366/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (λόγω επιδικάσεως ποσών που υπερέβαιναν τα αιτηθέντα), ενώ ως προς άλλους διαδίκους η 382/2007 απόφαση κατέστη αμετάκλητη.

Με σχετικές κλήσεις τους οι παραπάνω διάδικοι (ήδη αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι, αντίστοιχα) επανέφεραν τις αιτήσεις τους, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και κατά τη συζήτηση αυτών, με τις προτάσεις του και με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ο Σ. Π., προβάλλοντας εμπράγματα δικαιώματα στην υπόχρεη προς αποζημίωση φερόμενη ιδιοκτησία της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "...", άσκησε κυρία παρέμβαση και ζήτησε να καθοριστεί η αποζημίωση, για το ΑΚΠ … ακίνητο, που οφείλει να αποζημιώσει, σε ποσό μικρότερο από εκείνο που ζήτησαν οι δικαιούχοι και συγκεκριμένα στο ποσό των 727 ευρώ/τ.μ.

για το οικόπεδο. Τέλος, η ως άνω ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "...", με τις προτάσεις της, άσκησε ανταίτηση και ζήτησε να καθοριστεί η αποζημίωση, για το ΑΚΠ … ακίνητο, σε ποσό μικρότερο από εκείνο που ζήτησαν οι δικαιούχοι και συγκεκριμένα στο ποσό των 727 ευρώ/τ.μ. για το οικόπεδο. Επ' αυτών και μετά την έκδοση της 91/2015 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, λόγω μη προσκομίσεως του αναφερομένου σ' αυτήν εγγράφου, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 107/2017 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου.

Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων και του ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου Βόλου, την ανταίτηση της ... και την κύρια παρέμβαση του Σ. Π., κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης του ως άνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου, έλαβε υπόψη την αξία που αυτό είχε κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αίτησης για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, μετά την αναίρεση, που έγινε ενώπιόν του, στις 4 Απριλίου 2014, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλά κήρυξε απαράδεκτη την συζήτησή της, επειδή δεν είχε προσκομισθεί η έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής, καθόσον, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (4.4.2014), είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου (2.6.2005) και τελικά καθόρισε χαμηλότερη τιμή μονάδας αποζημίωσης του οικοπέδου του ως άνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου, σε σχέση με εκείνη που είχε καθοριστεί με την αναιρεθείσα 382/2007 απόφασή του και συγκεκριμένα καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση για το με ΑΚΠ … ακίνητο στο ποσό των 980 ευρώ/τ.μ.

για την εδαφική έκταση, ενώ η οριστική αποζημίωση για την οικοδομή επαναπροσδιορίσθηκε στο ίδιο, με την 382/2007 απόφαση, ποσό των 1.450 ευρώ/τ.μ. Το Εφετείο, με το να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης το χρόνο της πρώτης, μετά την αναίρεση, συζήτησης της υπόθεσης, ενώπιόν του και συγκεκριμένα την 4.4.2014, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδαφ.

γ' του Συντάγματος και 13 παρ. 1 εδαφ. β' του ν. 2882/2001, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το συναφές νοηματικό πρώτο μέρος του πρώτου σκέλους του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενώ το δεύτερο μέρος του πρώτου σκέλους του ίδιου λόγου δεν ερευνάται, διότι δεν αφορά στους διαδίκους της παρούσας δίκης.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Και στις εξαιρετικές περιπτώσεις, όμως, του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Με τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, κατά σύνοψη των εκεί εκτιθεμένων, ότι έπρεπε να ληφθεί ως κρίσιμος χρόνος η 12.1.2007, ήτοι ο χρόνος της προγενέστερης (αρχικής) ενώπιον του Εφετείου συζήτησης της υπόθεσης, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα ως άνω υπ' αριθμ. 382/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διότι:

α) ο κρίσιμος χρόνος δεν μπορεί να αφίσταται χρονικά ουσιωδώς από το χρόνο συντέλεσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και εν προκειμένω απέχει περισσότερο από επτά έτη, με αποτέλεσμα να συνυπολογιστεί, προφανώς, ως παράμετρος προσδιορισμού της αποζημίωσης, η οικονομική κρίση της Ελλάδας κατά το χρονικό διάστημα 2010 και εφεξής και η αποζημίωση, όπως προσδιορίστηκε από την προσβαλλομένη απόφαση, να μην είναι πλήρης και β) με το να μην λάβει η προσβαλλομένη απόφαση ως κρίσιμο χρόνο την 12.1.2007, προσδιορίζονται διαφορετικές αξίες όμοιων ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν με τις ίδιες διοικητικές πράξεις, με συνέπεια η αποζημίωση για την ιδιοκτησία τους, που έχει ως υπόχρεους τους αναιρεσίβλητους να μην είναι πλήρης, γεγονός το οποίο αντίκειται τόσο στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4, όσο και στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος.

Έτσι διατυπούμενος ο ως άνω λόγος, χωρίς επίκληση στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 2062/2017), ανεξάρτητα από τη νομιμότητά του ή όχι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/ 2001, όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002, "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 εδ.

τελευταίο) και "Ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά την δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής" (παρ 2).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του προκειμένου αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά: "...Στα απαλλοτριούμενα ακίνητα προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας, μεταξύ των άλλων και οι καλούντες - αιτούντες.

Υπόχρεοι προς αποζημίωση είναι ο Δήμος Βόλου και οι υπόλοιποι από τους καθ' ων η αίτησή του, κατά τις διακρίσεις που γίνονται στην ανωτέρω Πράξη Αναλογισμού Αποζημιώσεων. Η περιοχή όπου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, που εξετάζονται εν προκειμένω, με στοιχεία ...9..., είναι στο κέντρο του Βόλου, στην καρδιά της εμπορικής ζώνης.

Στην περιοχή αυτή αναπτύσσεται κάθε είδους εμπορική δραστηριότητα με μεγάλα καταστήματα, όλες τις τράπεζες να απέχουν 100 μέτρα, γραφεία και ιατρεία, ασφαλιστικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κ.α. Είναι προφανές ότι η περιοχή ενδείκνυται για κατασκευή κτιρίων προς εμπορική εκμετάλλευση και όχι για κατοικίες.

Βασικά στα ισόγεια των οικοδομών κατασκευάζονται καταστήματα μεγάλης εμπορικής αξίας, ενώ στους ορόφους γραφεία παροχής υπηρεσιών. Όπως είναι φυσικό, η αξία των ένδικων οικοπέδων επηρεάζεται άμεσα από τη χρήση αυτή, πολλαπλασιαζόμενη, μάλιστα, λόγω της εμπορικής δραστηριότητας που αναπτύσσεται στην περιοχή.

Η μεγάλη εμπορικότητα της περιοχής βασίζεται στα εξής αντικειμενικά στοιχεία: 1. Η θέση των οικοπέδων αυτών που είναι κυριολεκτικά στην καρδιά του εμπορικού κέντρου του πολεοδομικού συγκροτήματος του Βόλου. 2. Η ύπαρξη στην περιοχή κάθε είδους εμπορικής δραστηριότητας. Υπάρχουν, όπως προαναφέρθηκε, μεγάλα καταστήματα, όλες οι τράπεζες πολύ κοντά, γραφεία ασφαλιστικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών κ.α. 3.

Η πολύ μικρή απόσταση από το εμπορικό και επιβατικό λιμάνι του Βόλου. 4. Πολλές δημόσιες υπηρεσίες είναι κοντά, όπως το Δημαρχείο του Βόλου, τα Δικαστήρια, η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. 5. Η περιοχή είναι γεμάτη από κέντρα εστίασης και ψυχαγωγίας. Στα δύο οικοδομικά τετράγωνα και σε όλα τα οικόπεδα που απαλλοτριώνονται υπάρχουν από ετών εμπορικά κτίσματα, στα οποία στεγάζονται εμπορικά καταστήματα (στη γωνία των οδών ...

και ... "..." βρίσκεται το κατάστημα ... και στις δύο γωνίες των ίδιων οδών τα καταστήματα ... και ...). Κάποια από αυτά δεν είναι συντηρημένα σε καλή κατάσταση, πράγμα που εξηγείται από το γεγονός ότι, από το 1986 που εξαγγέλθηκε η απαλλοτρίωση και τα ακίνητα αυτά ουσιαστικά "δεσμεύτηκαν", οι ιδιοκτήτες τους απέφυγαν να κάνουν βελτιώσεις και ανακαινίσεις.

Είναι ενδεικτικό ότι από το 1986 μέχρι σήμερα καμία πράξη μεταβίβασης δεν έγινε στην περιοχή των απαλλοτριωθέντων. Ο ισχύων στην περιοχή αυτή συντελεστής δόμησης είναι 2,7, μέγιστο ύψος 22 μέτρων και μέγιστη κάλυψη 70%, η δε περιοχή ανήκει στον τομέα I. Ας σημειωθεί, ότι για την ανοικοδόμηση στην περιοχή επιβάλλεται από τη πολεοδομική νομοθεσία η εφαρμογή του "ιδεατού στερεού" που πρέπει να θεωρηθεί μειονέκτημα, γιατί μειώνει τις κατόψεις και επηρεάζει την οικοδομησιμότητα.

Επιβάλλεται δηλαδή η διάταξη των οικοδομών σε εσοχές, αρχίζοντας μετά τον 1° όροφο για τις οδούς ... και ... και μετά τον 2° όροφο για τις οδούς ... και .... Λόγω της μοναδικότητας των οικοπέδων το ποσοστό αντιπαροχής κυμαίνεται κατά μέσο όρο σε 45%. Η δυνατότητα αντιπαροχής και το υψηλό ποσοστό της είναι βασικά στοιχεία που καθορίζουν την αξία των απαλλοτριούμενων ως οικοπέδων.

Ειδικότερα για τα ακίνητα (οικόπεδα) ...9..., που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: Το...ΑΚΠ … ακίνητο, είναι γωνιακό οικόπεδο, με πρόσωπο στις οδούς ... και ...... Επίσης, επί των οικοπέδων αυτών υπάρχουν κτίσματα που συναπαλλοτριώνονται. Τα κτίσματα αυτά περιγράφονται κατωτέρω με αντιστοίχιση στον αριθμό, με τον οποίο τα απαλλοτριούμενα οικόπεδα αναφέρονται στην υπ' αριθ. ...

Πράξη Αναλογισμού... Οικόπεδο …. Πρόκειται για ισόγειο λιθόκτιστο κτίριο, κεραμοσκεπές, προϋφιστάμενο του 1953 και σε πλήρη κάλυψη επί του οικοπέδου (35,42 τ.μ.). Είναι υπερυψωμένο με ύψος 5 μέτρα και έχει πατάρι. Η στέγη του έχει επισκευαστεί στο παρελθόν. Είναι νοικιασμένο...Η αρμόδια επιτροπή προεκτίμησε την αξία των απαλλοτριούμενων και των επικείμενων συστατικών τους (βλ.

την υπ' αριθ. 1930/30.10.2003 έκθεση αυτής) στο ύψος της αντικειμενικής τους αξίας που τότε ανέρχονταν: Α) Για τα οικόπεδα: α)..., β)..., γ) 9 σε 525,31 €/τ.μ.,... Β) Για τα κτίσματα: 1..., 2...., 3..., 4. Για οικοδομή στο αριθμ. … ακίνητο, στο ποσό των 1.394,32 €/τ.μ... Οι υπόχρεοι σε αποζημίωση (Δήμος Βόλου κ.λπ.) υποστηρίζουν, ότι οι αξίες των οικοπέδων και των κτισμάτων είναι ακόμη μικρότερες και μάλιστα κυμαίνονται στο μισό περίπου των αντικειμενικών αξιών, διότι αυτές δεν ανταποκρίνονται στην αγοραία αξία τους.

Τόσο οι ίδιοι, όσο και οι μάρτυρές τους επικαλούνται, ότι οι οδοί ... και ... είναι στενά σοκάκια (πλάτους 2,85 μ.), η οδός ... έχει πλάτος μόνο 3,20 μ. και ότι η περιοχή είναι υποβαθμισμένη, κυρίως εξ αιτίας της απομακρύνσεως του υπεραστικού ΚΤΕΛ. Επικαλούνται επίσης την παλαιότητα των κτιρίων, καθώς και τη δυσκολία της ανοικοδομήσεώς τους με το σύστημα της αντιπαροχής, εξ αιτίας του μικρού εμβαδού κάθε οικοπέδου σε συνδυασμό με την υποχρέωση εφαρμογής του "ιδεατού στερεού", για το οποίο έγινε λόγος ανωτέρω.

Προβάλλουν επίσης το δαπανηρό της ανοικοδομήσεως εξ αιτίας της ανάγκης στερεώσεως του εδάφους με πασσάλωση και αντιστήριξη λόγω της γειτνιάσεως των οικοπέδων με τη θάλασσα. Αντίθετα, οι δικαιούχοι της αποζημίωσης που άσκησαν αντίθετες αιτήσεις και οι μάρτυρές τους υποστηρίζουν ότι η αξία των οικοπέδων τους και των κτισμάτων τους είναι πολλαπλάσια μεγαλύτερη από τις αντικειμενικές αξίες, διότι η επίδικη περιοχή είναι από τα πλέον εμπορικά σημεία της πόλης του Βόλου και τα καταστήματά τους που απευθύνονται στο ευρύ καταναλωτικό κοινό αποδίδουν μεγάλα ενοίκια.

Δικαιολογούν επίσης την παράλειψη συντηρήσεως και ανακαινίσεως των περισσότερων από τα κτίσματα των οικοπέδων τους στο ανυπαίτιο γι' αυτούς γεγονός ότι από το 1986 που κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση "δεσμεύτηκε" η περιοχή και έτσι αποτράπηκαν από την περαιτέρω αξιοποίησή της. Επικαλούνται επίσης τον υψηλό συντελεστή εμπορικότητας των οδών, όπου τα επίδικα, το υψηλό ποσοστό αντιπαροχής (40-45%) που ισχύει για την περιοχή, λόγω της σπανιότητας προσφερόμενης προς ανοικοδόμηση γης, καθώς και το υψηλό επίπεδο της πέριξ των επιδίκων περιοχής, όπου βρίσκεται -εκτός από το εμπορικό κέντρο του Βόλου και το λιμάνι- η νέα Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη.

Ο πολιτικός μηχανικός Δ. Α., ο οποίος ορίσθηκε από το T.E.E. Μαγνησίας ως πραγματογνώμονας, κατόπιν του από 7-9-2004 αιτήματος του Δήμου Βόλου, με σκοπό να συντάξει τεχνική έκθεση που να αφορά την αποτίμηση της αξίας των ακινήτων, κατέληξε στα εξής, χρησιμοποιώντας την αντικειμενική αξία των ακινήτων και τη μέθοδο της αντιπαροχής: ...ΑΚΠ … ακίνητο:

αξία οικοπέδου και κτιρίου 63.000 ευρώ... Οι υπόχρεοι αποζημίωσης των ΑΚΠ …, … και … ιδιοκτησιών προσκομίζουν την από 4/3/2014 τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Α. Σ., ορκωτής πραγματογνώμονα, εκτιμήτριας ..., η οποία, με βάση την ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης της κτηματαγοράς και της ανάλυσης των συγκριτικών στοιχείων για προσφερόμενα ακίνητα, τη θέση και το μέγεθος των ακινήτων, τους όρους και περιορισμούς δόμησης, κατέληξε στα εξής: ...η αγοραία αξία του του ΑΚΠ 9 ακινήτου, με πρόσοψη επί των οδών ...

και ..., ανέρχεται σε 727 ευρώ/τ.μ.. Με την υπ' αριθ. 123/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου η αγοραία αξία και συνεπώς και η καταβλητέα αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων καθορίσθηκε προσωρινά για το έδαφος και τα συστατικά με κρίσιμο χρόνο την 2.6.2005,ως εξής: Α) Για τα οικόπεδα: α)... β)..., γ) 9 σε 1.010 €/τ.μ....

Β) Για τα κτίσματα: 1... 2... 3 Για οικοδομή στο αριθμ. … ακίνητο στο ποσό των 2.200 €/τ.μ.... Ο πραγματογνώμονας Ν. Β., που ορίσθηκε από το παρόν Δικαστήριο, την υπ' αριθ. εκθ. κατ. 50/16.5.2007 γνωμοδότησή του, την συνέταξε, αφού έλαβε υπόψη του, εκτός από τα συγκριτικά στοιχεία που του προσκόμιζαν οι διάδικοι, α) τους συντελεστές εμπορικότητας των οδών της περιοχής από το 1988 μέχρι σήμερα και β) την ιδιαίτερη αξία που προσδίδει στα ακίνητα αυτά η δυνατότητα ανοικοδομήσεώς τους με αντιπαροχή, όπως τα μερικότερα στοιχεία αυτών των υπολογισμών αναλύονται συνδυαστικά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Επίσης, για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των κτισμάτων ο πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του, εκτός της καταστάσεώς τους που τη διαπίστωσε με επί τόπου επίσκεψη, α) τον κατάλληλο συντελεστή παλαιότητας και β) τις πρόσφατες ανακαινίσεις και συντηρήσεις, όπως τα στοιχεία αυτά αναλύονται συνδυαστικά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης), και καθόρισε τις αξίες ως εξής:

Α. Για τα οικόπεδα: ...αξία οικοπέδου 9: 4.686,62 ευρώ/τ.μ.... Για επικείμενα κτίσματα: ...Για οικοδομή στο αριθμ. … ακίνητο, στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων πενήντα (1450) €/τ.μ... Το παρόν Δικαστήριο με την αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 382/2007 απόφασή του, όρισε την οριστική τιμή μονάδος όπως παραπάνω, αποδεχόμενο την αριθ. εκθ.

κατ. 50/16.5.2007 γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα Ν. Β., καθώς και α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των συστατικών τους, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο προεκτιμητικής επιτροπής, η οποία έχει ως χρόνο εκτιμήσεως 30.10.2003, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από την υπ' αριθ. 123/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση αλλά με κρίσιμο χρόνο την 2.6.2005, δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, με κρίσιμο χρόνο εκείνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο εφετείο (12.1.2007).

Η Εκτιμητική Επιτροπή, που συγκλήθηκε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 91/2015 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση των παραπάνω αιτήσεων, επειδή δεν είχε προσκομιστεί η σχετική έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής που προβλέπονταν από το ν. 4070/2012, στην από 18.2.2016 έκθεσή της καθόρισε τις τιμές των ανωτέρω οικοπέδων ως εξής: 1)..., 2)..., 3)..., 4) υπ' αριθ. 9 φερόμενου ιδιοκτήτη σε 570,64 ευρώ/τ.μ....

Το Δικαστήριο αυτό, αφού έλαβε υπόψη του: α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων οικοπέδων τους, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο εκτιμητικής επιτροπής, η οποία έχει ως χρόνο εκτιμήσεως 18.2.2016, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από την υπ' αριθμ. 123/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση αλλά με κρίσιμο χρόνο την 2.6.2005, δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, ε) την υπ' αριθ.

εκθ. κατ. 50/16.5.2007 γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα Ν. Β., που ορίσθηκε από το παρόν Δικαστήριο, κατά τη συνεδρίασή του στις 12.1.2007, από τον οποίο ζητήθηκε να γνωμοδοτήσει για την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων (και των επικείμενων συστατικών αυτών) και στ) τις τεχνικές εκθέσεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, και αυτές με κρίσιμο χρόνο εκείνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο παρόν Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση, όμως, της 4ης Απριλίου 2014, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλά κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της, επειδή δεν είχε προσκομιστεί η, από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 2882/ 2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής, κρίνει ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων είναι η ακόλουθη:

Α. Για τα οικόπεδα: 1..., 2..., 3..., 4. οικόπεδο υπ' αριθ. 9: 980 €/τ.μ... Β. Για επικείμενα κτίσματα: Για οικοδομή στο αριθμ. … ακίνητο, στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων πενήντα (1.450) €/τ.μ. Για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των οικοπέδων, στα ανωτέρω ποσά, που είναι υψηλότερα, από αυτά της Εκτιμητικής Επιτροπής, λήφθηκαν υπόψη, εκτός από τα προαναφερόμενα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι και:

α) οι συντελεστές εμπορικότητας των οδών της περιοχής από το 1988 μέχρι τις 4.4.2014, β) η ιδιαίτερη αξία που προσδίδει στα ακίνητα αυτά η δυνατότητα ανοικοδομήσεώς τους με αντιπαροχή και γ) ότι... το ΑΚΠ … οικόπεδο (έχει πρόσωπο) στις οδούς ... και ......

Συνεπώς, τόσο οι αιτήσεις, όσο και οι παρεμβάσεις και ανταιτήσεις, πρέπει να γίνουν κατά ένα μέρος δεκτές, ως βάσιμες και από ουσιαστική άποψη, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, προσδιορίζοντας την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος οικοπέδου των αναιρεσειόντων στο ποσό των 980 €/τ.μ., διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης και, συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Τούτο δε, διότι η απόφαση περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου γιατί, ενώ δέχεται ότι αυτό βρίσκεται στο κέντρο του Βόλου, στην καρδιά της εμπορικής ζώνης, όπου αναπτύσσεται κάθε είδους εμπορική δραστηριότητα, με μεγάλα καταστήματα, όλες τις τράπεζες να απέχουν 100 μέτρα, γραφεία και ιατρεία, ασφαλιστικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ότι η περιοχή ενδείκνυται για κατασκευή κτιρίων προς εμπορική εκμετάλλευση, στα ισόγεια των οποίων στεγάζονται καταστήματα μεγάλης εμπορικής αξίας, ενώ στους ορόφους γραφεία παροχής υπηρεσιών, ότι, εκτός των παραπάνω, η μεγάλη εμπορικότητα της περιοχής βασίζεται και στο ότι απέχει ελάχιστα από το εμπορικό και επιβατικό λιμάνι, ότι κοντά βρίσκονται πολλές δημόσιες υπηρεσίες, όπως το Δημαρχείο του Βόλου, τα Δικαστήρια και η βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, ότι λόγω της μοναδικότητας των απαλλοτριούμενων οικοπέδων το ποσοστό αντιπαροχής κυμαίνεται κατά μέσο όρο σε 45%, ενώ δέχεται την υπ' αριθμ.

εκθέσεως καταθέσεως 50/16.5.2007 γνωμοδότηση του ορισθέντος από το Εφετείο πραγματογνώμονα Ν. Β., για την οποία, μάλιστα, αναφέρει ότι το Εφετείο, αποδεχόμενο αυτήν, με την εν μέρει αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 382/2007 απόφασή του, προσδιόρισε, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιόν του, στις 12.1.2007, την οριστική τιμή για το οικόπεδο 9 στο ποσό των 4.686,62 ευρώ/τ.μ., εν τέλει η προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε τιμή για το οικόπεδο αυτό στο ποσό των 980 ευρώ/τ.μ., δηλαδή σε ποσό που ανέρχεται σε ποσοστό 21%, της τιμής που είχε καθορίσει η αναιρεθείσα ως άνω απόφαση κατ' αποδοχή της έκθεσης του πραγματογνώμονα, χωρίς να αναφέρονται σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) σαφή και επαρκή περιστατικά, που να δικαιολογούν τόσο μεγάλη μείωση, ούτε πού οφείλεται η διαφορά των αξιών σε σχέση με όμορα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, για την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των οποίων δεν αναιρέθηκε η 382/2007 απόφαση, προσέτι δε χωρίς να αναφέρεται, ότι η τοιαύτη μείωση και διαφορά οφείλεται σε υποτίμηση των αξιών, λόγω της οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στην Ελλάδα.

Επομένως, ο συναφής δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση τούτου συνολικώς εκτιθεμένων στο αναιρετήριο, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

ως προς τον οριστικό προσδιορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης του οικοπέδου (η προσδιορισθείσα, με την προσβαλλομένη απόφαση, οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του επί του οικοπέδου κτίσματος δεν προσβάλλεται με το λόγο αυτό), κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του τρίτου σκέλους του τέταρτου αναιρετικού λόγου, ο οποίος αφορά στο αυτό ως άνω αναιρούμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται, ότι οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι αφορούν σε άλλους αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες και μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτής, που αφορά στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος οικοπέδου (των ως άνω αναιρεσειόντων) με ΑΚΠ …, όπως το τελευταίο εκτίθεται ειδικότερα ανωτέρω, κατά τη διερεύνηση του συναφούς αναιρετικού λόγου.

Στην συνέχεια η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔικ. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.

Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους ως άνω αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 περ.

Γ' β' εδ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 107/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τους αναιρεσείοντες, κατά το αναφερόμενο ειδικότερα στο σκεπτικό μέρος της.

Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο ως άνω αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ