Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy trustee's claim to force property transfer via declaration of will.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to order a declaration of will transferring property to the bankruptcy trustee. The court found the trustee's request legally valid because the lower court correctly interpreted the law to require a direct transfer to the trustee rather than the debtor company. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and costs were shared between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17(1) of the Bankruptcy Law; The bankruptcy trustee, acting in their official capacity, may validly request the transfer of property to the bankruptcy estate through a declaration of will, and the court must interpret the law to effectuate this transfer directly to the trustee rather than the debtor entity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 164 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 164/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: :Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "CPB LEASING ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" (πρώην "MARFIN ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Δ., κατοίκου …, υπό την ιδιότητα του ως συνδίκου της πτωχεύσασας εταιρείας με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ Α. Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΡΑΔΙΟ Α. Κ. Ε.Ε.Α.Ε." που εδρεύει στο Δήμο Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ Α. Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΡΑΔΙΟ Α. Κ. Ε.Ε.Α.Ε." που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Κοινοποίηση: 1) Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "Α.Ε.Ε.Γ.Α. Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κακολιά και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΝΕΑ PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευανθία Κατσίγιαννη και Αικατερίνη Μητσιμπούνα και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "EUROBANK ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS LEASING", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευανθία Κατσίγιαννη και Γεώργιο Ιατρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "FRANKE HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΚΑΙ ΜΠΑΝΙΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "FRANKE HELLAS Α.Ε.Β.Ε." που εδρεύει στο Μαρκόπουλο Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 5) Ιερό Ενοριακό Ναό Αγίου Νεκταρίου ...
Αττικής, που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νομίμου εκ διαθήκης κληρονόμου της Σ. χήρας Κ. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τασία Βασιλακοπούλου-Πουλη και κατέθεσε προτάσεις, 6) Ν. Τ. του Α., 7) Π. Γ. του Κ., 8) Β. Α. του Χ., 9) Α. Π. του Α., 10) Β. Τ. του Ν., 11) Α. Β.
του Μ., 12) Χ. Κ. του Χ., κατοίκους ..., 13) Ε. Π. του Γ., κάτοικο ..., 14) Ε. Ν. του Δ., κάτοικο ..., 15) Α. Κ. του Ε., κάτοικο …, 16) Σ. Χ. του Α., κάτοικο ..., 17) Μ. Ν. του Ι., κάτοικο ..., 18) Ζ. Π. του Ι., κάτοικο ..., 19) Κ. Σ. του Φ., κάτοικο ..., 20) Κ. Σ. του Α., κάτοικο ..., 21) Γ. Π. του Α., κάτοικο ..., 22) Σ. Σ. του Ε., κάτοικο ..., 23) Μ. Σ. του Σ., κάτοικο ..., 24) Γ.
Κ. του Ε., κάτοικο ..., 25) Α. Β. του Δ., κάτοικο …, 26) Ε. Σ. του Σ., κάτοικο ..., 27) Μ. Σ. του Χ. κατοίκων ..., 28) Α. Π. του Δ., κάτοικο …, 29) Γ. Κ. του Π., κάτοικο ..., 30) Ι. Α. του Κ., κάτοικο …, 31) Χ. Κ. του Γ., κάτοικο ..., 32) Α. Ν. του Π., κάτοικο ..., 33) Ι. Κ. του Ι., κάτοικο ..., 34) Λ.-Α. Κ. του Ν., κάτοικο ..., 35) Σ. Τ. του Μ., κάτοικο …, 36) Μ. Τ. του Ο., κάτοικο …, 37) Κ.
Μ. του Η., κάτοικο ..., 38) Α. Κ. του Γ., κάτοικο ..., 39) Μ. Μ. του Χ., κάτοικο …, 40) Κ. Χ. του Χ., κάτοικο ..., 41) Α. Γ. του Κ., κάτοικο ..., 42) Μ. Γ. του Α., κάτοικο ..., 43) Π. Λ. του Π., κάτοικο ..., 44) Α. Κ. του Α., 45) Π. Μ. του Δ., 46) Ε. Γ. του Ι., 47) Σ. Α. του Σ., 48) Μ. Π. του Σ., 49) Σ. Δ. του Ν., 50) Χ. Α. του Α., κατοίκους ..., 51) Σ. Ι. του Γ., κάτοικο ..., 52) Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 53) Η.
Ρ. του Α., κάτοικο ..., 54) Ε. Π. του Θ., κάτοικο ..., 55) Μ. Α. του Α., κάτοικο ..., 56) Κ. Μ. του Η., κατοίκου ..., 57) Ε. Γ. του Δ., κάτοικο ..., 58) Φ. Μ. σύζυγο Σ., θυγατέρα Μ. Μ., κάτοικο …, 59) Δ. Π. σύζυγο Κ., κάτοικο ..., 60) Α. Β. του Δ., κάτοικο ..., 61) Π. Λ. του Χ., κάτοικο ..., 62) Α. Π. του Θ., κάτοικο ..., 63) Ά. Γ. του Α., κάτοικο ..., 64) Μ. - Ε. Κ. του Π., κάτοικο ..., 65) Δ.
Χ. του Β., κάτοικο ..., 66) Έ. Π. του Κ., κάτοικο ..., 67) Α. Κ. του Γ., κάτοικο ..., 68) Β. Γ. του Ν., κάτοικο ..., 69) Γ. Γ. του Δ., κάτοικο ..., 70) Α. Φ. του Ν., κάτοικο ..., 71) Σ Α. Γ. του Γ., κάτοικο ..., 72) Ε. Τ. του Π., κάτοικο …, 73) Γ. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., 74) Β. Τ. του Π., κάτοικο ..., 75) ..., κάτοικο ..., 76) Χ. Π. του Ι., κάτοικο ..., 77) Α. Ζ. του Γ., κάτοικο ..., 78) Χ.
Ι. του Σ., κάτοικο ..., 79) Μ. Σ. του Π., κάτοικο ..., 80) Κ. Μ. του Θ., κάτοικο ..., 81) Ν. Ψ. του Κ., κάτοικο ..., 82) Κ. Τ. του Π., κάτοικο …, 83) Ά. Π. του Μ., κάτοικο ..., 84) Γ. Σ. του Κ., κάτοικο ..., 85) Θ. Κ. του Γ., 86) Λ. Π. του Γ., κατοίκους ..., 87) Κ. Γ. του Μ., 88) Ά. Β. του Μ., 89) Φ. Κ. του Φ., 90) Α. Π. του Α., 91) Μ. Σ. του Ε., 92) Μ. Κ. του Ε., 93) Ι. Κ. του Φ., κατοίκους ..., 94) Θ.
Σ. του Γ., κάτοικο ..., 95) Ε. Δ. του Ι., κάτοικο ..., 96) Α. Κ. του Ι., κάτοικο …, 97) Ό. Κ. του Π., κάτοικο ..., 98) Χ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 99) Ε. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 100) Ρ. Μ. του Ρ., κάτοικο ..., 101) Χ. Ρ. του Γ., κάτοικο …, 102) Ι. Τ. του Δ., κάτοικο ..., 103) Χ. Θ. του Ι., κάτοικο ..., 104) Κ. Σ. του Ι., κάτοικο …, 105) Ε. Λ. του Ι., κάτοικο …, 106) Ε. Σ. του Κ., κάτοικο ..., 107) Γ.
Π. του Χ., κάτοικο ..., 108) Ε. Μ. του Π., κάτοικο ..., 109) Α. Τ. του Ι., κάτοικο ..., 110) Ε. Κ. του Δ., κάτοικο ..., 111) Β. Τ. του Κ., κάτοικο ... , 112) Ι. Λ. του Ι., κάτοικο ..., 113) Δ. Τ. του Κ., κάτοικο ..., 114) Π. Μ. του Δ., κάτοικο ..., 115) Α. Σ. του Κ., κάτοικο ..., 116) Ε. Σ. του Θ., κάτοικο ..., 117) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., 118) Γ. Σ. του Ν., κάτοικο ..., 119) Γ. Γ. του Κ., κάτοικο ..., 120) Μ.
Χ. του Κ., κάτοικο ..., 121) Ε. Ψ. του Γ., κάτοικο ..., 122) Ζ. Λ. του Γ., κάτοικο …, 123) Α. Κ. του Γ., κάτοικο …, 124) Μ. Κ. του Ε., κάτοικο ..., 125) Δ. Β. του Γ., κάτοικο ..., 126) Α. Κ. του Χ., κάτοικο ... ..., 127) Μ. Μ. Η. του Κ., κατοίκο ..., 128) Ν. Κ. του Γ., κάτοικο …, 129) Ν. Σ. του Χ., κάτοικο ..., 130) Μ. Μ. του Π., κατοίκο ..., 131) Δ. Κ. του Ν., κάτοικο ..., 132) Α. Κ.
του Λ., κάτοικο ..., 133) Ε. Σ. του Α., κάτοικο ..., 134) Μ. Π. του Χ., κάτοικο ..., 135) Χ. Μ. του Γ., κατοίκο ..., 136) Π. Χ. του Σ., κάτοικο ..., 137) Α. Κ. του Ν., κάτοικο ..., 138) Γ. Τ. του Κ., κάτοικο ..., 139) Π. Κ. του Σ., κάτοικο ..., 140) Μ. Η. του Χ., κάτοικο ..., 141) Α. Μ. του Ν., κάτοικο ..., 142) Κ. Κ. του Μ., κάτοικο ..., 143) Β. Κ. του Γ., κάτοικο ..., 144) Χ. Γ. του Σ., κάτοικο ..., 145) Α.
Κ. συζύγου Π., το γένος Κ. και Α. Κ., κάτοικο ..., ατομικά και για λογαριασμό του τέκνου της, ως έχουσα αποκλειστικά την γονική μέριμνα και επιμέλεια του μοναδικού ανηλίκου τέκνου της Κ. Κ. του Π., 146) Ε. Π. του Ι., κατοίκο ..., 147) Π. Κ. του Χ., κάτοικο ..., 148) Α. Δ. του Μ., κάτοικο ... ..., 149) Π. Σ. του Β., κάτοικο ..., 150) Β. Μ. του Ε., κάτοικο ..., 151) Μ.
Ε. του Ι., κάτοικο ..., 152) Χ. Κ. του Α., κάτοικο ..., 153) Μ. Μ. του Χ., κάτοικο ..., 154) Α. Κ. του Η., κάτοικο ..., 155) Ε. Χ. του Γ., κάτοικο ..., 156) Γ. Κ. του Β., κάτοικο ..., 157) Π. Κ. του Η., κάτοικο ..., 158) Δ. Δ. του Α., κάτοικο ..., 159) Θ. Α. του Χ., κάτοικο ..., 160) Γ. Μ. του Σ., κάτοικο ..., 161) Λ. Τ. του Κ., 162) Γ. Τ. του Κ., 163) Κ. Τ. του Γ., κατοίκους ..., 164) Τ. Π.
του Α., κάτοικο ..., 165) Μ. Μ. του Π., κάτοικο ..., 166) Σ. Μ. του Σ., κάτοικο ..., 167) Β. Ρ. του Δ., κατοίκο ..., 168) Γ. Κ. του Γ., κάτοικο ..., 169) Γ. Κ. του Ι., κάτοικο ..., 170) Ά. Α. του Γ., κάτοικο ..., 171) Ν. Α. του Θ., κάτοικο ..., 172) Α. Α. του Π., κάτοικο ..., 173) Α. Α. του Δ., κάτοικο ..., 174) Π. Α. του Χ., κάτοικο ..., 175) Σ. Α. του Π., κάτοικο …, 176) Α. Α. του Χ., κάτοικο..., 177) Κ.
Α. του Α., κάτοικο …, 178) Μ. Α. του Α., κάτοικο ..., 179) Ε. Α. του Κ., κατοίκο ..., 180) Γ. Α. του Ν., κάτοικο …, 181) Θ. Α. του Ε., κάτοικο ..., 182) Λ. Α. του Δ., κάτοικο ..., 183) Ε. Β. του Α., κάτοικο ..., 184) Ν. Β. του Λ., κάτοικο ..., 185) Ν. Β. του Α., κάτοικο …, 186) Χ. Β. του Α., κάτοικο ..., 187) Ν. Β. του Κ., κάτοικο ..., 188) Ε. Β. του Γ., κατοίκο ..., 189) Σ. Β. του Γ., κάτοικο ..., 190) Χ.
Β. του Π., κάτοικο …, 191) Κ. Β. του Ε., κάτοικο ..., 192) Κ. Β. του Η., κάτοικο ..., 193) Σ. Γ. του Μ., κάτοικο ., 194) Φ. Γ. του Ν., κάτοικο ..., 195) Χ. Γ. του Ε., κάτοικο ..., 196) Ο. Γ. του Σ., κάτοικο ..., 197) Γ. Γ. του Β., κάτοικο ..., 198) Χ. Γ. του Α., κάτοικο ..., 199) Γ. Γ. του Γ., κάτοικο ..., 200) Β. Γ. του Χ., κάτοικο ..., 201) Ι. Δ. του Χ., κάτοικο ..., 202) Λ. Δ. του Μ., κάτοικο ..., 203) Ε.
Δ. του Κ., κάτοικο …, 204) Ά. Ε. του Β., κάτοικο ..., 205) Π. Ζ. του Α., κάτοικο ..., 206) Μ. Ζ. του Ε., κάτοικο ..., 207) Α. Ζ. του Δ., κάτοικο ..., 208) Χ. Ι. του Γ., κάτοικο ..., 209) Γ. Κ. του Ν., κάτοικο …, 210) Γ. Κ. του Κ., κάτοικο ..., 211) Σ. Κ. του Χ., κάτοικο …, 212) Ε. Κ. του Ν., κάτοικο …, 213) Η. Κ. του Χ., κάτοικο …, 214) Α. Κ. του Μ., κάτοικο ..., 215) Σ. Κ. του Δ., κάτοικο ..., 216) Σ.
Κ. του Μ., κάτοικο ... ..., 217) Χ. Κ. του Ν., κάτοικο …, 218) Ε. Κ. του Κ., κάτοικο ..., 219) Α. Κ. του Δ., κάτοικο ..., 220) Α. Κ. του Γ., κάτοικο …, 221) Σ. Κ. του Π., κάτοικο ..., 222) Α. Κ. του Δ., κατοίκο ..., 223) Ν. Κ. του Α., κάτοικο ..., 224) Π Κ. του Π., κατοίκο ... ..., 225) Σ. Κ. του Θ., κάτοικο ... 226) Α. Κ. του Χ., κάτοικο …, 227) Ε. Κ. του Σ., κάτοικο ... 228) Ο. Κ. του Κ., κάτοικο …, 229) Ά.
Κ. του Γ., κάτοικο ..., 230) Β. Κ. του Μ., κάτοικο ..., 231) Ο. Κ. του Ε., κάτοικο …, 232) Ε. Κ. του Α., κάτοικο ..., 233) Α. Κ. του Γ., κάτοικο ..., 234) Μ. Κ. του Α., κάτοικο ..., 235) Κ. Κ. του Α., κάτοικο ..., 236) Α. Κ. του Ν., κάτοικο ..., 237) Μ. Λ. του Σ., κάτοικο ..., 238) Ε. Λ. του Δ., κάτοικο ..., 239) Μ. Λ. του Π., κάτοικο …, 240) Η. Λ. του Ν., κάτοικο ..., 241) Κ. Λ.-Μ. του Δ., κάτοικο …, 242) Α.
Μ. του Κ., κάτοικο ..., 243) Α. Μ. του Σ., κάτοικο ..., 244) Α. Μ. του Ι., κάτοικο ..., 245) Ε. Μ. του Κ., κάτοικο ..., 246) Ό. Μ. του Β., κάτοικο ..., 247) Α. Μ. του Ι., κάτοικο ..., 248) Δ. Μ. του Ι., κάτοικο ..., 249) Α. Μ. του Γ., κάτοικο ..., 250) Γ. Μ. του Β., κάτοικο ..., 251) Σ. Μ. του Χ., κάτοικο ..., 252) Π. Μ. του Ν., κάτοικο ..., 253) Ι. Μ. του Π., κάτοικο ..., 254) Σ. Μ. του Θ., κάτοικο ..., 255) Π.
Μ. του Ι., κάτοικο ..., 256) Γ. Μ. του Κ., κατοίκο ... ..., 257) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 258) Δ. Μ. του Γ., κάτοικο …, 259) Ε. Μ. του Σ. κάτοικο ..., 260) Ν. Μ. του Κ., κάτοικο ..., 261) Ε. Μ. του Θ., κάτοικο ..., 262) Α. Μ. του Ι., κάτοικο ..., 263) Ε. - Α. Ν. του Δ., κάτοικο ..., 264) Ν. Ν. του Χ., κάτοικο ..., 265) Χ. Ν. του Α., κάτοικο ..., 266) Κ. Ξ. του Δ., κάτοικο ..., 267) Π. Ξ.
του Ι., κάτοικο ..., 268) Π. Ξ. του Γ., κάτοικο ..., 269) Α. Ο. του Σ., κάτοικο ..., 270) Ι. Π. του Χ., κάτοικο ..., 271) Τ. Π. του Α., κάτοικο ..., 272) Μ. Π. του Θ., κάτοικο ..., 273) Σ. Π. του Χ., κάτοικο ..., 274) Γ. Π. του Ε., κάτοικο ..., 275) Δ. Π. του Ι., κάτοικο ..., 276) Μ. Π. του Γ., κάτοικο …, 277) Α. Π. του Θ., κάτοικο ..., 278) Π. Π. του Σ., κάτοικο ..., 279) Σ. Π. του Γ., κάτοικο ..., 280) Ε.
Π. του Σ., κάτοικο ..., 281) Θ. Π. του Μ., κάτοικο ..., 282) Α. Π. του Α., κάτοικο ..., 283) Χ. Π. του Γ., κάτοικο …, 284) Κ. - Ι. Π. του Γ., κάτοικο ..., 285) Ι. Π. του Π., κάτοικο ..., 286) Α. Π. του Ι., κάτοικο ..., 287) Τ. Π. του Ά., κάτοικο ..., 288) Κ. Π. του Ε., κάτοικο ..., 289) Ά. Π. Π., κάτοικο ..., 290) Ι. Π. του Π., κάτοικο ..., 291) Γ. Π. του Α., κάτοικο ..., 292) Ο. Π. του Κ., κάτοικο …, 293) Θ.
Π. του Κ., κάτοικο ..., 294) Ι. Ρ. του Γ., κάτοικο ..., 295) Π. Ρ. του Δ., κάτοικο ..., 296) Μ. Ρ. του Θ., κάτοικο …, 297) Β. Σ. του Κ., κάτοικο …, 298) Ά. Σ. του Σ., κάτοικο ..., 299) Ε. Σ. του Χ., κάτοικο ..., 300) Α. Σ. του Χ., κάτοικο ..., 301) Ε. Σ. του Α., κάτοικο ..., 302) Γ. Σ. του Κ., κάτοικο ..., 303) Ν. Σ. του Δ., κάτοικο …, 304) Σ. Σ. του Π., κάτοικο ..., 305) Ν. Σ. του Κ., κάτοικο ..., 306) Κ.
Σ. του Κ., κάτοικο ..., 307) Π. Σ. του Μ., κάτοικο …, 308) Α. Σ. του Ν., κάτοικο ..., 309) Ι. Σ. - Λ. του Ν., κάτοικο ..., 310) Ά. Σ. του Δ., κάτοικο ..., 311) Γ. Σ. του Ι., 312) Ε. Σ. του Ι., κατοίκους ..., 313) Δ. Σ. του Α., κάτοικο ..., 314) Σ. Σ. του Δ., κάτοικο ..., 315) Α. Τ. του Ι., κάτοικο ..., 316) Ν. Τ. του Σ., κάτοικο ..., 317) Η. Τ. του Θ., κάτοικο ..., 318) Α. Τ. του Π., κάτοικο ..., 319) Δ.
Τ. του Π., κάτοικο ..., 320) Ι. Τ. του Γ., κάτοικο ..., 321) Α. Τ. του Β., κάτοικο …, 322) Α. Τ. του Β., κάτοικο ..., 323) Μ. Τ. του Η., κάτοικο …, 324) Μ. - Γ. Τ. του Σ., κάτοικο ..., 325) Ι. Τ. του Λ., κάτοικο …, 326) Κ. Τ. του Σ., κάτοικο ..., 327) Μ. Τ. - Π. του Ν., κάτοικο ..., 328) Α. Τ. του Ι., κάτοικο ..., 329) Ι. Τ. του Α., κάτοικο ..., 330) Σ. Φ. του Γ., κάτοικο …, 331) Γ.
Φ. του Ν., κάτοικο ..., 332) Μ. Φ. του Σ., κάτοικο ..., 333) Μ. Φ. - Μ. του Κ., κάτοικο ..., 334) Π. Χ. του Ε., κάτοικο …, 335) Π. Χ. του Κ., κάτοικο ..., 336) Σ. Χ. του Κ., κάτοικο ..., 337) Ε. Ψ. του Κ., κάτοικο …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Πρόσθετη Παρέμβαση: 1) Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "Α.Ε.Ε.Γ.Α. Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κακολιά και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ιερός Ενοριακός Ναός Αγίου Νεκταρίου ... Αττικής, που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νομίμου εκ διαθήκης κληρονόμου της Σ. χήρας Κ. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τασία Βασιλακοπούλου-Πουλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2014 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου και τις υπέρ αυτού πρόσθετες παρεμβάσεις και των προς ων η κοινοποίηση υπ' αριθμ. 6 έως 337 πτωχευτικών πιστωτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3425/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2017 αίτησή της και τους από 4/12/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο αναιρεσίβλητος και οι πληρεξούσιοι των προσθέτως παρεμβαινόντων και των προς ων η κοινοποίηση την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον άλλο διάδικο, που επέσπευσε τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, η συζήτηση της υπό κρίση από 31-5-2017 αίτησης για αναίρεση της 181/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, είχε προσδιοριστεί προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 8-1-2018 στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου ….
Ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αυτής, με πράξη κατάθεσής της στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και κλήση προς συζήτησή της, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη (σχετ. η 111 Γ'/7-7-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χ.
Π.), καλούμενη να παραστεί στην πιο πάνω δικάσιμο. Όμως, η τελευταία (δεύτερη αναιρεσίβλητη) δεν παρέστη, κατά την ως άνω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, γι' αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία δεν ήταν αντίδικος, αλλά συνεναγομένη της αναιρεσείουσας στην ένδικη ανακλητική αγωγή, που παραστάθηκε στην ανοιγείσα με αυτή δίκη, χωρίς να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ κάποιου διαδίκου και η απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής εκτιμάται ως κλήτευση για τη συζήτησή της.
Με την κρινόμενη από 31-5-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 4-12-2017 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας 181/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, το οποίο, πλην άλλων, α) απέρριψε την από 11-9-2015 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 3425/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, για το μέρος που δέχτηκε την από 22-9-2014 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου Γ.
Π. δικηγόρου Πειραιά, ως συνδίκου της πτώχευσης της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, περί ανακλήσεως των αναφερόμενων σε αυτή εκποιητικών δικαιοπραξιών, υποχρεώνοντας την πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα να επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία της πτωχεύσασας δεύτερης εναγομένης εταιρείας την κυριότητα των περιγραφόμενων ακινήτων και β) δεχόμενο την συνεκδικασθείσα αντέφεση του ενάγοντος συνδίκου κατά της ίδιας απόφασης, αφού εξαφάνισε αυτή μόνο για το μέρος που απέρριψε, ως μη νόμιμο, το αίτημα της αγωγής περί καταδίκης της πρώτης εναγομένης-αναιρεσείουσας σε δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης προς επαναμεταβίβαση των επίδικων ακινήτων, δέχτηκε το αίτημα αυτό της αγωγής ως βάσιμο, καταδικάζοντας την τελευταία, (πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα), να προβεί σε σχετική δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσιβλήτους, καθώς και στους λοιπούς διαδίκους και όσους έλαβαν μέρος στη δευτεροβάθμια δίκη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ.1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για την παρούσα συζήτηση της υπόθεσης έχουν νομίμως κλητευθεί με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, όλοι όσοι έλαβαν μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ του ενάγοντα συνδίκου της πτώχευσης, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 748, 760, 762, 769 και 81 παρ. 3 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 6/1999), με την ιδιότητα των αναγγελθέντων πτωχευτικών πιστωτών, που έχουν έννομο συμφέρον από την έκβαση της ανοιγείσας με την ένδικη αγωγή του συνδίκου της πτώχευσης δίκης. Από αυτούς, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, παραστάθηκαν και άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου συνδίκου της πτώχευσης, με δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, 1) η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α.Ε.Ε.Γ.Α.
Η ΕΘΝΙΚΗ" και 2) ο Ιερός Ενοριακός Ναός Αγίου Νεκταρίου Ηρακλείου Αττικής, ζητώντας την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης με τους πρόσθετους αυτής λόγους, υπό την επίκληση ότι έχουν έννομο συμφέρον προς τούτο, δεδομένου ότι είναι νομίμως αναγγελθέντες πτωχευτικοί πιστωτές και από την έκβαση της προκείμενης δίκης εξαρτάται το ύψος της πτωχευτικής περιουσίας, από το οποίο πρόκειται να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις τους σε βάρος της πτωχής εταιρείας, ενώ οι λοιποί από τους αναγγελθέντες πτωχευτικούς πιστωτές, που εμφανίστηκαν, ζήτησαν, με σχετικές δηλώσεις των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την παραδοχή των ισχυρισμών του πρώτου αναιρεσίβλητου συνδίκου της πτώχευσης, υπέρ του οποίου είχαν προσθέτως παρέμβει στην εφετειακή δίκη και την απόρριψη της εναντίον του τελευταίου αίτησης αναίρεσης με τους πρόσθετους αυτής λόγους.
Με τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα έως την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση και να υποστηρίξει το διάδικο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, που, κατ' άρθρο 741 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αναίρεση απόφαση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 752 του ίδιου κώδικα και 54 παρ. 1 εδ.
β' ν.3588/2007 (Πτ.Κ), συνάγεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς προδικασία, με τις προτάσεις ή και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 1549/2003). Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 1302/2005).
Επομένως, οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις, νομίμως ασκηθείσες, υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου συνδίκου της πτώχευσης (άρθρα 80, 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, 54 παρ. 1 εδ. β' ν.3588/2007), είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσία, συνεκδικαζόμενες με την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους, εξαιτίας της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και προς διευκόλυνση της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που, κατ' αυτές των άρθρων 573 παρ. 1 και 741 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση.
Ωσαύτως, όσον αφορά τους λοιπούς από τους αναγγελθέντες πτωχευτικούς πιστωτές, που εμφανίστηκαν, παραδεκτώς παρίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για την ανάπτυξη των ισχυρισμών τους προς αντίκρουση των λόγων αναίρεσης κατά του υπέρ ου παρενέβησαν διαδίκου, ενόψει του ότι αυτοί είχαν ήδη παραδεκτώς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος πρώτου αναιρεσίβλητου συνδίκου της πτώχευσης, κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δίκη και κατά συνέπεια, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος έχουν διατηρήσει και ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Ωσαύτως, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.
β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.
Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).
Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 1401/2008).
Επίσης, το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007).
Ωστόσο και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.
ΑΠ 15/2000). Από τον συνδυασμό δε της ως άνω διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 556§2, 570§1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.
Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 621/2009). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 41 του νόμου 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα, εφεξής ΠτωχΚ), ο οποίος εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες που άρχισαν μετά τις 16-9-2007, κατά τα άρθρα 182 παρ. 1 και 180 αυτού (ΑΠ 1214/2014, ΑΠ 1508/2011), ως προς τις οποίες, αν είναι, βέβαια, εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4446/2016 "Πτωχευτικός Κώδικας..." (ΦΕΚ/Α/240/22-12-2016), κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 εδάφ.
β' και δ' του τελευταίου αυτού νόμου, "πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών, ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο, κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων", ήτοι των άρθρων 42 έως και 51 του ΠτωχΚ. (ΑΠ 876/2017).
Ειδικώς, στο άρθρο 44 του ΠτωχΚ, υπό τον τίτλο "Δόλια βλάβη των πιστωτών", προβλέπεται ότι "πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν την τελευταία πενταετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης, με δόλο αυτού να ζημιώσει τους πιστωτές του ή να ωφελήσει ορισμένους σε βάρος άλλων, ανακαλούνται, εάν ο τρίτος, με τον οποίο συμβλήθηκε, κατά το χρόνο της διενέργειας της πράξης, γνώριζε το δόλο του οφειλέτη", ενώ στο άρθρο 45 του ίδιου Κώδικα, υπό τον τίτλο "Εξαιρούμενες πράξεις", ορίζεται ότι "δεν ανακαλούνται:
α) ... δ) παροχή του οφειλέτη, για την οποία ο αντισυμβαλλόμενος κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτουν, πλην άλλων και τα εξής: Με το άρθρο 44 επεκτείνεται η πτωχευτική ανάκληση και σε δόλιες πράξεις του πτωχεύσαντα, που διενεργήθηκαν εντός της τελευταίας, πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, πενταετίας, ανεξάρτητα από τα χρονικά όρια της ύποπτης περιόδου.
Με τον τρόπο αυτό, τον της ανακλήσεως, επιδιώκεται η επαναφορά της περιουσίας του πτωχεύσαντα στην κατάσταση, που θα έπρεπε να είναι, χωρίς, δηλαδή, τις συνέπειες των προβλεπόμενων στο νόμο επιζήμιων για την ομάδα "ανακλητών" πράξεών του. Ειδικότερα, η ρύθμιση του άρθρου 44 επεκτείνει χρονικά τη λειτουργία της πτωχευτικής ανάκλησης για πράξεις που έγιναν πέρα από την ύποπτη περίοδο, με το σκεπτικό ότι δεν δικαιολογείται προστασία πιστωτών, που γνώριζαν την δόλια πρόθεση του οφειλέτη να ζημιώσει με τη συγκεκριμένη πράξη τους πιστωτές του.
Η επέκταση αυτή, ενόψει της ανασφάλειας των συναλλαγών, που μπορεί να προκληθεί και λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, απαιτεί δόλο, του οφειλέτη για βλάβη των πιστωτών του, εάν κατά το χρόνο της διενέργειας της πράξης υπάρχει και θετική γνώση του τρίτου, με τον οποίο συμβλήθηκε, αυτού του δόλου. Ως προς την ανάκληση αυτών των πράξεων δεν προβλέπεται τεκμήριο γνώσης δόλου, αλλά απαιτείται απόδειξή της.
Αφετηρία της πενταετίας για την ανάκληση αυτή είναι η ημέρα κήρυξης της πτώχευσης. Έτσι, προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 44 ΠτΚ, αποδεικνυόμενες από το σύνδικο, είναι: α) Πράξη του πτωχεύσαντα οφειλέτη, η οποία έχει δυσμενή επίδραση στην κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας. Πράξη, για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης, νοείται κάθε μορφής νόμιμη ενέργεια του οφειλέτη με ευρεία έννοια.
Πρόκειται για πράξεις, που παράγουν έννομες συνέπειες, έτσι ώστε να μπορούν να μεταβάλουν την περιουσία του οφειλέτη σε βάρος των πιστωτών. Οι πράξεις μπορεί να είναι θετικές, όπως ενοχικές ή εμπράγματες δικαιοπραξίες, καθώς και αρνητικές πράξεις παράλειψης, όταν έχουν γίνει εν γνώσει και με βούληση, προκειμένου να παραχθούν έννομες συνέπειες.
β) Διενέργεια της πράξης από τον πτωχεύσαντα, μέσα στην τελευταία πενταετία, πριν από την κήρυξη της πτώχευσής του. γ) Δόλος του πτωχεύσαντα οφειλέτη αναφερόμενος είτε στην πρόκληση ζημίας των πιστωτών του, είτε στην ωφέλεια μερικών μόνον εξ αυτών, σε βάρος των υπολοίπων. Ο δόλος δε αυτός του οφειλέτη θα πρέπει να αναφέρεται στη βλάβη των πιστωτών γενικά, χωρίς να είναι απαραίτητο η τελικά προκληθείσα βλάβη να ταυτίζεται, από πλευράς έκτασης, περιεχομένου ή ζημιωθέντος πιστωτή ή πιστωτών, με εκείνη, που προέβλεπε ο οφειλέτης.
Επί πράξεως επωφελούς για ορισμένους πιστωτές, ο δόλος κατευθύνεται πρωταρχικά όχι στην ωφέλεια ορισμένων, αλλά στη βλάβη των αξιώσεων των υπόλοιπων πιστωτών, καθόσον η προνομιακή μεταχείριση κάποιων πιστωτών μόνο τότε έχει σημασία, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει και αποδέχεται την μέσω αυτής πρόκληση βλάβης στους υπόλοιπους πιστωτές.
Ωσαύτως, ο σκοπός βλάβης των πιστωτών δεν απαιτείται να είναι ο μοναδικός σκοπός του οφειλέτη, αλλά αρκεί να συγκαταλέγεται στα κίνητρα της δράσης του. δ) Γνώση του τρίτου, κατά τη διενέργεια της πράξης, ότι ο οφειλέτης έχει τον ανωτέρω δόλο. Η γνώση αυτή πρέπει να είναι θετική, μη αρκούσης υπαίτιας άγνοιας και αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, ενώ ο τρίτος δεν απαιτείται να επιδιώκει ο ίδιος τη ζημία των πιστωτών του οφειλέτη, αλλά να γνωρίζει το δόλο του τελευταίου κατά τη διενέργεια της πράξης, η δε μεταγενέστερη γνώση του είναι νομικά αδιάφορη.
Η διαπίστωση της γνώσης του τρίτου ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση των δικαστηρίων της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά. ε) Επέλευση ζημίας στους πιστωτές του οφειλέτη. Μία περαιτέρω αυτονόητη, (αντικειμενική), προϋπόθεση, εκτός βεβαίως από την κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, είναι η πρόκληση βλάβης σε βάρος των πτωχευτικών πιστωτών, όπως ορίζεται στη γενικής ισχύος διάταξη του άρθρου 41 ΠτΚ., που προαναφέρθηκε.
Τούτο διότι δεν αρκεί να επιδιώκεται η πρόκληση ζημίας, αλλά πρέπει να επήλθε αντικειμενικά πράγματι η ζημία σε βάρος των πιστωτών. Ως ζημία των πιστωτών, που δικαιολογεί την πτωχευτική ανάκληση, θεωρείται η βλάβη της ομάδας των πιστωτών. Τέτοια δεν εννοείται η άμεση βλάβη είτε του συνόλου είτε των επιμέρους πιστωτών, διότι η "πράξη" δεν βλάπτει άμεσα αυτούς, αλλά την πτωχευτική περιουσία, από την οποία αναμένουν να ικανοποιηθούν, πλην όμως, παρά την πτωχευτική απαλλοτρίωση, δεν είναι κύριοι, αλλά βλάπτονται έμμεσα, καθόσον από τη σχετική συναλλαγή μειώνεται το πτωχευτικό μέρισμα που προσδοκούν να λάβουν και αυτή η ζημία εννοείται και όχι η ευθεία βλάβη των πιστωτών.
Έτσι, τέτοια, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, βλάβη υπάρχει, όταν η ικανοποίηση των πιστωτών υπέστη περιορισμό, βλάβη, διακινδύνευση ή έγινε δυσχερέστερη ή χρονικά μετακινήθηκε σε βάρος τους, όπως όταν ελαττώθηκε η πτωχευτική περιουσία ή κατέστη δυσχερέστερη η πρόσβαση των πιστωτών στα στοιχεία που την αποτελούν.
Δεν απαιτείται η επέλευση κάποιας συγκεκριμένης ζημίας, αλλά αρκεί να επέρχεται γενική περιουσιακή βλάβη, που είτε δημιουργεί είτε επιτείνει την υπάρχουσα αφερεγγυότητα (ΑΠ 876/2017). Ανάμεσα δε στην πράξη και στην προκληθείσα ζημία πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, ο οποίος υπάρχει, εάν οι δυνατότητες ικανοποίησης των πιστωτών θα ήταν καλύτερες χωρίς την μεσολάβηση της εξεταζόμενης πράξης, οπότε κατά κανόνα με τη διαπίστωση του ζημιογόνου χαρακτήρα αυτής (πράξης), διαπιστώνεται συγχρόνως και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου.
Κατά την εκτίμηση αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν έμμεσα οφέλη, που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη συναλλαγή με τη συνδρομή και άλλων γεγονότων και τα οποία θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν τη ζημία. Τέτοια έμμεσα οφέλη δεν μπορούν ούτε να εμποδίσουν την άσκηση του δικαιώματος πτωχευτικής ανάκλησης, ούτε να περιορίσουν το περιεχόμενο και την έκταση της ανακλητικής αξίωσης.
Το βάρος απόδειξης του επιζήμιου χαρακτήρα της πράξης φέρει ο σύνδικος, ο οποίος αρκεί να αποδείξει το αντικειμενικά επιζήμιο αυτής, χωρίς να υποχρεούται επιπλέον να αποδείξει, ότι δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση των πιστωτών μέσω άλλων πτωχευτικών ανακλήσεων. Ωστόσο, από την εφαρμογή του δικαίου της πτωχευτικής ανάκλησης, εξαιρείται, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 45 στοιχ.
δ' ΠτΚ, κάθε παροχή του οφειλέτη, για την οποία ο αντισυμβαλλόμενος κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά, έτσι ώστε να μη συντρέχει βλάβη της ομάδας. Η ratio legis της διάταξης αυτής συνίσταται στο ότι τέτοιες συναλλαγές θα πρέπει να εξαιρεθούν της πτωχευτικής ανάκλησης, καθόσον δεν θίγουν την περιουσία του οφειλέτη καθ' ύψος, αλλά απλώς οδηγούν σε μία αναδιάρθρωση του ενεργητικού.
Σε κάθε όμως περίπτωση και χωρίς την ως άνω ειδική πρόβλεψη οι συναλλαγές αυτές δεν θα ήταν ανακλητέες, λόγω του ότι θα εξέλιπε το στοιχείο του επιζήμιου, που αποτελεί γενική προϋπόθεση της πτωχευτικής ανάκλησης, όπως προαναφέρθηκε. Παρόλα αυτά, ο νομοθέτης θέλησε να τυποποιήσει την ως άνω εξαίρεση συνδέοντάς την με ορισμένες αντικειμενικά ελέγξιμες προϋποθέσεις, ούτως ώστε να αποφεύγεται η προσφυγή σε αμφίβολης έκβασης αξιολογήσεις.
Έτσι, αποφεύγεται ο πλήρης αποκλεισμός του οφειλέτη από τις συναλλαγές κατά τη διάρκεια της αφερεγγυότητας, καθώς εάν δεν υπήρχε η ειδική αυτή εξαίρεση, δεν θα μπορούσε να συνάπτει ούτε συναλλαγές μη πλήττουσες την αξία της περιουσίας του. Ειδικότερα, όσον αφορά τις κατ' ιδίαν προϋποθέσεις της εξαίρεσης αυτής, πρέπει να εκτεθούν τα ακόλουθα:
Η "παροχή" του οφειλέτη μπορεί να έχει οποιαδήποτε μορφή, θα πρέπει δε να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της περιουσίας του, οπότε "παροχές" κατά την έννοια του νόμου συνιστούν κατ' εξοχήν οι διαθέσεις. Η αντιπαροχή του αντισυμβαλλομένου του οφειλέτη θα πρέπει να συνίσταται, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, σε μετρητά και να συνδέεται λειτουργικά με την παροχή του τελευταίου (οφειλέτη), πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν η ανταλλαγή των παροχών αποτελεί το αντικείμενο σχετικής συμφωνίας μεταξύ τους και όχι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του καθενός από αυτούς.
Όπως καθίσταται εμφανές, η ανωτέρω συμφωνία για την ανταλλαγή των παροχών θα έχει κατά κανόνα τη μορφή της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, καθώς η παροχή και η αντιπαροχή βρίσκονται σε ανταλλακτική σχέση, δηλαδή η καθεμία λειτουργεί ως αντιστάθμισμα της άλλης, και σε αλληλεξάρτηση, με την έννοια ότι είναι ενταγμένες σε μία ενιαία σύμβαση, χωρίς να αποκλείονται και πιο χαλαρές συμβατικές σχέσεις.
Παράλληλα, οι εκατέρωθεν παροχές θα πρέπει να τελούν σε συνάφεια μεταξύ τους, ιδίως χρονική, ("άμεσα"). Τούτο διότι από τη λέξη "άμεσα" συνάγεται, ότι μεταξύ παροχής και αντιπαροχής θα πρέπει να υπάρχει στενός χρονικός σύνδεσμος, προκειμένου να αποκλεισθεί η συμβατική παροχή πίστωσης, η οποία και αίρει την αμεσότητα της ανταλλαγής των παροχών.
Επιπλέον, η αντιπαροχή θα πρέπει, σύμφωνα με τη διατύπωση του νόμου, να είναι "ισοδύναμη", (δηλαδή ισάξια), προς την παροχή του οφειλέτη, στη δε Αιτιολογική Έκθεση της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, επί του άρθρου 45, γίνεται λόγος για "οικονομικώς ισοδύναμο αντάλλαγμα, έτσι ώστε να μη συντρέχει βλάβη της ομάδας".
Ο όρος "σε μετρητά" αναφέρεται στην ισοδύναμη αντιπαροχή του αντισυμβαλλομένου του οφειλέτη, η οποία πρέπει να καταβάλλεται στον τελευταίο άμεσα και σε μετρητά. Ενόψει όμως των σύγχρονων οικονομικών πρακτικών, η αντιπαροχή αυτή μπορεί να καταβληθεί στον οφειλέτη και με λογιστικό χρήμα, όπως είναι η κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, η οποία, για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 45 στοιχ.
δ' ΠτΚ., εξομοιώνεται με την πληρωμή σε μετρητά. Αντίθετα, δεν εξομοιώνεται με τέτοια πληρωμή σε μετρητά, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο συμψηφισμός της αντιπαροχής, που πραγματοποιείται με σχετικές εγγραφές στα λογιστικά βιβλία των συμβαλλομένων, χωρίς δηλαδή την καταβολή χρημάτων στο ταμείο του οφειλέτη από τον αντισυμβαλλόμενό του, καθώς επίσης η κάλυψη αυτής (αντιπαροχής), με τραπεζικές επιταγές, αφού μόνη η παράδοση τούτων (επιταγών), που αποτελούν όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή σε μετρητά, πριν την πραγματική είσπραξή τους, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 421 ΑΚ, θεωρείται ότι γίνεται χάριν καταβολής (ΑΠ 1491/2017).
Ομοίως, λαμβανομένης υπόψη της πιστωτικής λειτουργίας της μεταχρονολογημένης επιταγής, η κάλυψη της αντιπαροχής από μεταχρονολογημένες επιταγές δεν συνιστά καταβολή "σε μετρητά", υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 στοιχ. δ' του ΠτΚ, καθόσον και στην περίπτωση αυτή, όταν το τίμημα καλύπτεται με την παράδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, δεν καταβάλλεται "άμεσα αντιπαροχή σέ μετρητά", κατά τα εκτεθέντα.
Συνακόλουθα τούτων, η σχετική αμφοτεροβαρής σύμβαση, της οποίας η αντιπαροχή διακανονίστηκε με τους προαναφερόμενους τρόπους, (συμψηφισμό με αντίστοιχες εγγραφές στα λογιστικά βιβλία των συμβαλλομένων ή παράδοση τραπεζικών επιταγών), ως μη εμπίπτουσα στις εξαιρούμενες και μη ανακλητές πράξεις της ως άνω ρύθμισης, θα υπόκειται σε ανάκληση, αναλόγως των περιστάσεων, με βάση τα άρθρα 43 και 44 ΠτΚ.
Ενόψει των εκτεθέντων, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 45 στοιχ. δ' ΠτΚ, προκειμένου η παροχή του οφειλέτη να εξαιρείται από την πτωχευτική ανάκληση, η συμφωνηθείσα αντιπαροχή θα πρέπει α) να συνίσταται σε μετρητά, β) να καταβάλλεται άμεσα και γ) να είναι ισοδύναμη, ή ορθότερα ισάξια προς την παροχή του οφειλέτη.
Όπως είναι αυτονόητο, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των ως άνω (υπό στοιχ. α' και β') προϋποθέσεων σε ολόκληρο το αντάλλαγμα και όχι σε μέρος μόνο αυτού. Ως εκ τούτου δεν θα πρόκειται για πράξη εξαιρούμενη της πτωχευτικής ανάκλησης, σύμφωνα με το άρθρο 45 στοιχ. δ', αν η αντιπαροχή καλύφθηκε μόνο εν μέρει με μετρητά, ενώ χορηγήθηκε πίστωση του υπόλοιπου μέρους του τιμήματος ή συνομολογήθηκε ο συμψηφισμός του.
Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και ο μη επιζήμιος χαρακτήρας της πράξης δεν τίθεται σαφώς ως αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 45 στοιχ. δ', εντούτοις το πτωχευτικό δικαστήριο, στο πλαίσιο ελέγχου του ισοδύναμου/ισάξιου της αντιπαροχής, ελέγχει εμμέσως κατά πόσον η πράξη, λόγω του ύψους του ανταλλάγματος, που καταβλήθηκε σε μετρητά, πλήττει ή όχι την αξία της περιουσίας του οφειλέτη και ως εκ τούτου είναι επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών, υπό την έννοια ότι επηρεάζει δυσμενώς τη θέση τους και τις δυνατότητες ικανοποίησής τους.
Αρμόδιο για τη συζήτηση της αίτησης ανάκλησης (ανακλητικής αγωγής) είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1 Πτ.Κ, αποκλειστικά το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του (άρθρ. 4 παρ. 1-2 και 53), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 54 παρ. 1).
Στην άσκηση της ανακλητικής αξίωσης νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ο σύνδικος και όχι ο πιστωτής (άρθρο 48 παρ. 2). Η ανάθεση στο σύνδικο της άσκησης της ανακλητικής αξίωσης απορρέει από τη γενική εξουσία του προς διοίκηση (διαχείριση και διάθεση) της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 17 παρ. 1 ΠτΚ), καθώς και από την έλλειψη νομιμοποίησης του οφειλέτη, μετά την κήρυξη της πτώχευσης, προς διεξαγωγή δικών, που αφορούν στην πτωχευτική περιουσία (άρθρο 17 παρ. 4 ΠτΚ).
Ο σύνδικος ασκεί την ανακλητική αγωγή και διεξάγει τη δίκη ως μη δικαιούχος ή μη υπόχρεος διάδικος, όπως διεξάγει γενικά όλες τις δίκες, που αφορούν στην πτωχευτική περιουσία (άρθρο 17 παρ. 4 ΠτΚ), ενώ δικαιούχος της ανακλητικής αξίωσης είναι ο ίδιος ο οφειλέτης. Τούτο προκύπτει σαφώς από το άρθρο 49 παρ. 1 ΠτΚ, το οποίο ορίζει, ότι το αναμεταβιβαζόμενο πράγμα επιστρέφει στην πτωχευτική περιουσία, που εξακολουθεί να ανήκει και μετά την κήρυξη της πτώχευσης στον οφειλέτη, στον οποίο, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αναγνωριστεί το δικαίωμα πρόσθετης παρέμβασης στην ανακλητική δίκη με βάση το άρθρο 17 παρ. 4 εδ.
γ' ΠτΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 3 ΠτΚ, η ανακλητική αγωγή απευθύνεται κατ' εκείνου ή εκείνων, που είχαν λάβει μέρος στην υπό ανάκληση πράξη. Ως τέτοια πρόσωπα ο νόμος εννοεί τον αντισυμβαλλόμενο του οφειλέτη ή γενικά τον τρίτο, ο οποίος συμμετείχε στην ανακλητέα πράξη. Η αγωγή δεν είναι απαραίτητο να στραφεί κατά του οφειλέτη, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, έχει δικαίωμα πρόσθετης παρέμβασης στη σχετική δίκη.
Ο εναγόμενος-καθού η πτωχευτική ανάκληση έχει το βάρος επίκλησης κατ' ένσταση απόδειξης, ότι η συγκεκριμένη πράξη εξαιρείται της πτωχευτικής ανάκλησης κατ' εφαρμογή των άρθρων 45, 46 και 42 στοιχ. α' εδ. β' ΠτΚ., το δε δικαστήριο προβαίνει στην ανάκληση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της. Πράγματι, κατά το άρθρο 49, η δικαστική απόφαση, που διατάσσει την ανάκληση, προκαλεί τις εκ του νόμου συνέπειες.
Αυτές συνίστανται στην δημιουργία ενοχικής σχέσης (εκ του νόμου) μεταξύ συνδίκου και τρίτου, ο οποίος υποχρεούται πλέον να επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία, όποιο περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη απέκτησε με την ανακαλούμενη πράξη. Επειδή δε η επαναμεταβίβαση απαιτεί δήλωση βουλήσεως του επαναμεταβιβάζοντος, αν αυτός δεν σπεύδει να συμπράξει, η σχετική αγωγή θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει και αίτημα καταδίκης του σε δήλωση βουλήσεως (άρθρο 949 ΚΠολΔ), όπου αυτή είναι αναγκαίο να διατυπωθεί εγγράφως, όπως σε περίπτωση επαναμεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου.
Ειδικότερα, το ακίνητο πρέπει να αναμεταβιβασθεί στην πτωχευτική περιουσία (στον οφειλέτη), ούτως ώστε να μπορέσει στη συνέχεια ο σύνδικος να το εκποιήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 147 επ. ΠτΚ ή μέσω εκποίησης της επιχείρησης ως συνόλου. Για την ολοκλήρωση της αναμεταβίβασης της κυριότητας επί ακινήτου απαιτείται η μεταγραφή τόσο της δικαστικής απόφασης, με την οποία καταδικάζεται ο εναγόμενος-καθού η πτωχευτική ανάκληση σε δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης σύμφωνα με το άρθρο 949 ΚΠολΔ, όσο και της αποδοχής αυτής (της αναπληρούσας τη δήλωση βούλησης του τρίτου δικαστικής απόφασης), από το σύνδικο.
Τέλος, η ανάκληση μπορεί να αποφασισθεί (και άρα να ζητηθεί) μόνο για ολόκληρη την πράξη και όχι μόνο για ένα μέρος της, εκτός αν η πράξη είναι σύνθετη, απαρτιζόμενη από περισσότερα από χωριστά και αυτοτελή μέρη, οπότε είναι εφικτή η μερική ανάκληση. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, η από 11-9-2015 έφεση της αναιρεσείουσας και έγινε δεκτή η αντέφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ Α.
Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΡΑΔΙΟ Α. Κ. Ε.Ε.Α.Ε." συστάθηκε αρχικά στις 21.10.1953 ως ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ Α. Κ. Ο.Ε.", με έδρα τον Πειραιά (επί της οδού ...). Στις 13.5.1986 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία δυνάμει του υπ'αριθμ…./1986 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Σταματάκη με τους προαναφερθέντες επωνυμία και διακριτικό τίτλο, και, αφού έλαβε άδεια σύστασης και το καταστατικό της εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ…./1986 απόφαση του Νομάρχη Διαμερίσματος Πειραιώς, καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών με αριθμ.
…/…/…/…/…, ενώ, επιπροσθέτως, περίληψη του καταστατικού της δημοσιεύθηκε στο υπ'αριθμ. 1434/15.5.1986 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.). Η εταιρία αυτή με την υπ'αριθμ.509/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης. Με την ίδια απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 4.7.2014, ορίσθηκε ως χρόνος παύσης πληρωμών της πτωχής η 4η.7.2012, και διορίσθηκε σύνδικος της πτώχευσης ο ενάγων, Δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.
Η ανωτέρω εταιρία, η οποία ήταν επικεφαλής του ομίλου Κ., που επίσης περιελάμβανε και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ELEPHANT Α.Ε.", δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στον κλάδο της εμπορίας χονδρικώς και λιανικώς ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών οικιακών συσκευών και πάσης φύσης ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, μέσω ενός ιδιαίτερα εκτεταμένου δικτύου καταστημάτων (ιδιόκτητων και μισθωμένων) πώλησης των εμπορευμάτων της σε όλη την ελληνική επικράτεια, τα οποία κατά το έτος 2003 ανήλθαν συνολικά σε ογδόντα τέσσερα (84), και στα οποία απασχολείτο μεγάλος αριθμός εργαζομένων, που υπερέβαιναν τους τετρακόσιους (400).
Κατά τη διάρκεια της τριετίας 2002 - 2004 η εταιρία υπέστη ισχυρή πίεση στη ρευστότητά της, ως αποτέλεσμα της εξαιρετικά ζημιογόνου εμπορικής δραστηριότητάς της, της υποκεφαλαιοποίησής της, και της σημαντικής μείωσης της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων, με αποτέλεσμα, τα σοβαρά οικονομικά της προβλήματα, που διαρκώς επιδεινώνονταν με την πάροδο του χρόνου, από τη μεγάλη πτώση του κύκλου εργασιών της και τη συσσώρευση ζημιών, και παρουσιάσθηκαν ιδίως από το μέσον του έτους 2003, να την οδηγήσουν στο μέσον του μεθεπόμενου έτους (2005), σε κατάσταση παύσης πληρωμών, ήτοι σε πλήρη, μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών της, οι οποίες κατά την 31η.12.2005, όταν και συντάχθηκε ο τελευταίος ισολογισμός της, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 238.023.535,95 ευρώ, εκ του οποίου, ποσό 94.775.922,10 ευρώ, αφορούσε σε απαιτήσεις εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών της.
Σημειωτέον ότι στους δανειστές της περιλαμβάνονταν τράπεζες, εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, προμηθευτές εμπορευμάτων εσωτερικού και εξωτερικού, εκμισθωτές ακινήτων, οι μέτοχοί της, ασφαλιστικοί οργανισμοί, το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και οι εργαζόμενοι, που απασχολούσε. Τα αυτά σοβαρά οικονομικά προβλήματα αντιμετώπιζε και η έτερη εταιρία του ιδίου επιχειρηματικού ομίλου η ELEPHANT Α.Ε., η οποία δραστηριοποιείτο στον ίδιο τομέα εμπορίας με τη δεύτερη εναγόμενη, διατηρώντας επίσης προς τούτο δίκτυο καταστημάτων και απασχολώντας προσωπικό.
Προς το σκοπό εξυγίανσης των ανωτέρω εταιριών, υπεγράφησαν μεταξύ αυτών και της πλειοψηφίας των πιστωτών τους (τράπεζες και προμηθευτές), κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2006, σύμφωνα με το άρθρο 44 του ν. 1892/1990, συμφωνίες ρύθμισης των οφειλών τους, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Εφετείο Πειραιώς στις 23.4.2007 δυνάμει των υπ' αριθμ. 295/2007 και 296/2007 αποφάσεών του, που αφορούσαν η μεν πρώτη εξ αυτών στα χρέη της δεύτερης εναγομένης και η δεύτερη της έτερης εταιρίας του ομίλου με την επωνυμία "ELEPHANT Α.Ε." αντίστοιχα.
Το σχέδιο εξυγίανσης των δύο εταιριών, όπως αυτό αποτυπώνεται στις ανωτέρω συμφωνίες τους με τους πιστωτές τους του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, καθώς και στις σχετιζόμενες με αυτές λοιπές επιμέρους συμφωνίες, που επίσης καταρτίσθηκαν μεταξύ τους, περιελάμβανε τρία (3) διαδοχικά και αλληλένδετα στάδια υλοποίησης, και ειδικότερα:
α) Τη μετοχοποίηση - διαγραφή - ρύθμιση των οφειλών των ανωτέρω νομικών προσώπων, β) την είσοδο στρατηγικού επενδυτή στις δύο εταιρίες, γ) τη συγχώνευση των εταιριών αυτών με απορρόφηση της ELEPHANT Α.Ε. από τη δεύτερη εναγόμενη "ΡΑΔΙΟ Κ. Ε.Ε.Α.Ε.", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 69 έως 77α του κ.ν.2190/1920 και των άρθρων 1 έως 5 του ν.2166/1993.
Σε εφαρμογή του προδιαληφθέντος σχεδίου εξυγίανσης ελήφθησαν στις 18.7.2007 αποφάσεις των εκτάκτως συγκληθεισών γενικών συνελεύσεων των δύο εταιριών περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου αμφοτέρων με μετοχοποίηση των απαιτήσεων των εκ των πιστωτών τους τραπεζών και προμηθευτών, δυνάμει της οποίας (αύξησης) οι ανωτέρω δανειστές τους απέκτησαν την πλειοψηφία του μετοχικού τους κεφαλαίου.
Παράλληλα με τη μετοχοποίηση μέρους των οφειλών των δύο εταιριών υλοποιήθηκε και το επόμενο στάδιο του εκπονηθέντος σχεδίου εξυγίανσης, που αφορούσε στη διαγραφή και ρύθμιση έτερου μέρους των απαιτήσεων των πιστωτών τους, σε εκτέλεση των όρων των επικυρωθεισών με τις ανωτέρω εφετειακές αποφάσεις συμφωνιών, κατά τα προεκτεθέντα.
Ειδικότερα, στις 31.12.2005 το συνολικό ποσό των υποχρεώσεων αμφοτέρων των εταιριών προς τους πάσης φύσης πιστωτές τους ανερχόταν σε 356.464.064,67 ευρώ. Εκ του ποσού αυτού, δυνάμει των ανωτέρω συμφωνιών, το ποσό των 102.987.176,55 ευρώ μετοχοποιήθηκε, το ποσό των 56.600.243 ευρώ διαγράφηκε, και το ποσό των 105.706.310,78 ευρώ ρυθμίσθηκε και ορίσθηκε να αποπληρωθεί τμηματικά στο μέλλον, σε δόσεις, οι οποίες εκτείνονταν μέχρι και το έτος 2016.
Το υπόλοιπο ποσό των 91.170.334 ευρώ εκ του συνολικού ποσού των χρεών των δύο εταιριών, επαναπροσδιορίσθηκε και, κατόπιν επιμέρους τακτοποιήσεων, κατήλθε τελικά στο ποσό των 13.668.400,16 ευρώ, το οποίο εξακολουθούσε να οφείλεται. Επιπροσθέτως, όπως επίσης προβλεπόταν στις ανωτέρω συμφωνίες των δύο εταιριών με τους πιστωτές τους, εισήλθε σε αυτές στρατηγικός επενδυτής, και συγκεκριμένα η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "V.NET Α.Ε.", με συμμετοχή της στην αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου, που αποφασίσθηκε στις 12.11.2007, μετά τη συντέλεση της οποίας (αύξησης) η εν λόγω εταιρία απέκτησε ποσοστό 70,53% του κατεβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης εναγομένης και ποσοστό 70,57% του μετοχικού κεφαλαίου της ELEPHANT Α.Ε.
αντίστοιχα. Σε προγενέστερο δε χρόνο, ήτοι την 1η. 11.2007, είχε αρχίσει να υλοποιείται και το τρίτο στάδιο του σχεδίου εξυγίανσης, που προέβλεπε τη συγχώνευση των δύο εταιριών με απορρόφηση της ELEPHANT Α.Ε. από την δεύτερη εναγόμενη, συγχώνευση, η οποία τελικά ολοκληρώθηκε στις 31.12.2008, δηλαδή σε μεταγενέστερο χρόνο της εισόδου στρατηγικού επενδυτή στις εταιρίες αυτές μέσω της αύξησης του μετοχικού τους κεφαλαίου κατά τα προεκτεθέντα, με την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής της συγχώνευσης απόφασης του Νομάρχη Πειραιώς, με αποτέλεσμα την αυτοδίκαιη υποκατάσταση της δεύτερης εναγομένης στο σύνολο των εννόμων σχέσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της απορροφηθείσας εταιρίας, μεταξύ δε αυτών και των οφειλών της προς τους πιστωτές της, για τις οποίες είχε επιτευχθεί συμφωνία στο πλαίσιο του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, που επικυρώθηκε με την υπ'αριθμ.296/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Αποδείχθηκε επίσης ότι ως αποτέλεσμα της υλοποίησης του σχεδίου εξυγίανσης η αρνητική καθαρή θέση του ανωτέρω επιχειρηματικού ομίλου βελτιώθηκε, και συγκεκριμένα μειώθηκε σημαντικά και ανήλθε στις 31.12.2007 σε ποσό μείον 65.352.121,61 ευρώ, έναντι της αντίστοιχης, ποσού μείον 185.390.891,70 ευρώ, του προηγουμένου έτους (στις 31.12.2006).
Εντούτοις, εξαιτίας των συσσωρευμένων ζημιών και της υπολειτουργίας των καταστημάτων αμφοτέρων των εταιριών για χρονικό διάστημα δύο ετών περίπου, κατά το οποίο διήρκεσαν οι διαπραγματεύσεις, αλλά και η κατάρτιση και η υλοποίηση των συμφωνιών με τους πιστωτές τους κατά το άρθρο 44 του ν. 1892/1990, η χρήση του 2007 έκλεισε και πάλι με ζημίες για τον όμιλο, το συνολικό ύψος των οποίων ανήλθε σε 61.145.229,84 ευρώ, παρουσιάζοντας μάλιστα αύξηση σε σχέση με το έτος 2006, κατά το οποίο οι ζημίες του ανήλθαν συνολικά σε 40.090.963,33 ευρώ, ενώ ο κύκλος εργασιών του για τη χρήση του 2007 μόλις σε 13.787.000 ευρώ.
Ενόψει τούτων και στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών, που αναλήφθηκαν για την αύξηση του τζίρου του ομίλου και την ανάκαμψή του στην αγορά, στόχοι, για την επίτευξη των οποίων απαιτείτο εκ των πραγμάτων η εισροή χρηματοδοτικών κεφαλαίων, αφενός για την αγορά εμπορευμάτων, αφετέρου για την αναδιάρθρωση του δικτύου των καταστημάτων του και τη δυναμική διαφημιστική προβολή του στο καταναλωτικό κοινό, η εκ των μετόχων των εταιριών του ομίλου και δη η πλειοψηφούσα μέτοχος αυτών εταιρία V.NET Α.Ε.
μεταβίβασε προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "MARFIN INVESTMENT GROUP ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" (στο εξής M.I.G.) το 55,79% από το συνολικό ποσοστό της στο μετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης εναγομένης και το 58,78% από το συνολικό ποσοστό της στο μετοχικό κεφάλαιο της ELEPHANT Α.Ε., στις 27.2.2008, ήτοι προ της συγχώνευσης των δύο εταιριών, η οποία συντελέσθηκε στις 31.12.2008, κατά τα προεκτεθέντα, με αποτέλεσμα η εν λόγω εταιρία να αποκτήσει την πλειοψηφία των μετοχών των ανωτέρω εταιριών.
Της ανωτέρω μεταβίβασης επακολούθησε προσπάθεια αναδιάρθρωσης του δικτύου καταστημάτων του ομίλου, το οποίο, κατόπιν παύσης της λειτουργίας 9 ζημιογόνων καταστημάτων και της ένταξης στο δίκτυο 3 καταστημάτων νέου τύπου, σύγχρονων προδιογραφών, έφθασε στο τέλος του έτους 2009 να αριθμεί συνολικά 40 καταστήματα, ενώ παράλληλα ενισχύθηκε η διαφημιστική προώθηση των καταστημάτων για την τόνωση της ανταγωνιστικότητάς τους, με τη δημιουργία σχετικού φυλλαδίου, και αυξήθηκε η συχνότητα της προβολής τους μέσω του τύπου (ημερήσιου και περιοδικού), αλλά και της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, για την οποία (διαφημιστική προβολή) μάλιστα δαπανήθηκαν σημαντικά χρηματικά ποσά, τα οποία, για τις χρήσεις των ετών 2007 και 2009, υπερέβησαν το 1.000.000 ευρώ, για δε τη χρήση του έτους 2008 προσέγγισαν τα 3,5 εκατομμύρια ευρώ.
Επιπροσθέτως αναδιοργανώθηκε και η όλη εμπορική στρατηγική του ομίλου, ώστε να καταστεί περισσότερο ευέλικτη, με στόχο την αύξηση του τζίρου και ελήφθησαν μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή, ενώ επιπροσθέτως δημιουργήθηκε ιστοσελίδα στο διαδίκτυο με δυνατότητα ηλεκτρονικών πωλήσεων. Αποδείχθηκε επίσης ότι τα νέα καταστήματα του ..., του ...
και της ... ναι μεν επέτυχαν να εμφανίσουν αξιοσημείωτο κύκλο εργασιών, συμβάλλοντας καθοριστικά κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2009 στη αύξηση του συνολικού τζίρου της δεύτερης εναγομένης, η οποία, όπως σημειώθηκε, ήδη από το τέλος του έτους 2008, είχε πλέον απορροφήσει την άλλη εταιρία του ιδίου επιχειρηματικού ομίλου ELEPHANT Α.Ε.
και πλήρως υποκατασταθεί αυτοδίκαια σε όλες τις έννομες σχέσεις της απορροφηθείσας εταιρίας, πλην όμως, παρά ταύτα, κατά το ίδιο εξάμηνο, ο κύκλος εργασιών της (της "ΡΑΔΙΟ Κ. Ε.Ε.Α.Ε."), στο σύνολό του μειώθηκε σημαντικά σε σχέση με το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2008, οι συσσωρευμένες ζημίες των προηγουμένων χρήσεων ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 263.138.440 ευρώ, και τα ίδια κεφάλαιά της εξακολουθούσαν να είναι αρνητικά, παρουσιάζοντας μάλιστα αύξηση σε σχέση με τα αντίστοιχα - επίσης αρνητικά - της χρήσης του προηγουμένου έτους 2007.
Κατά το μήνα Μάϊο του έτους 2009, στο πλαίσιο των αποφάσεων, που ελήφθησαν από τη διοίκηση της δεύτερης εναγομένης για τη βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της, και στη βάση της αύξησης του τζίρου από τη λειτουργία των 3 νέων καταστημάτων, καταρτίσθηκε επιχειρηματικό πλάνο, το οποίο προέβλεπε την αναδιαμόρφωση των υπαρχόντων καταστημάτων μέχρι το τέλος της χρήσης του έτους 2009 και εντός του έτους 2010 και την ένταξη μέχρι και το έτος 2012 27 νέων καταστημάτων στο δίκτυό της, με στόχο τη σταδιακή κάθε έτος αύξηση του κύκλου εργασιών της.
Πλην όμως, η υλοποίηση του επιχειρηματικού αυτού πλάνου απαιτούσε την άμεση εισροή στα ταμεία της μεγάλου ύψους κεφαλαίων, τα οποία επίσης ήταν απαραίτητα και για τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών της, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο ελεγκτής των οικονομικών καταστάσεων της χρήσης του έτους 2008 είχε επισημάνει τον κίνδυνο να ανακύψει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 47 του ν.2190/1920, δηλαδή υποχρεωτικής σύγκλησης της γενικής συνέλευσης της εταιρίας από το διοικητικό της συμβούλιο, προκειμένου να αποφασισθεί η λύση της, ή η υιοθέτηση άλλου μέτρου, εφόσον τα ίδια κεφάλαιά της γίνουν κατώτερα του ημίσεος του μετοχικού της κεφαλαίου.
Συγκεκριμένα στις 31.12.2008 οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της εταιρίας ανέρχονταν σε 136.187.000 ευρώ και οι μακροπρόθεσμες στο ποσό των 66.886.000 ευρώ, τα δε ίδια κεφάλαια παρέμεναν αρνητικά, ανερχόμενα σε - 131.262.000 ευρώ. Επιπλέον στις 23.4.2009 είχε ορισθεί καταβλητέα η πρώτη δόση προς τους πιστωτές της, σε εκτέλεση της συμφωνίας του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, και στις 23.10.2009 η δεύτερη δόση, το συνολικό ποσό των οποίων ανερχόταν σε 16.374.201,11 ευρώ.
Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι εντός του έτους 2009 η δεύτερη εναγόμενη όφειλε να ανταποκριθεί στην καταβολή των καθορισθεισών δόσεων της δικαστικά επικυρωθείσας συμφωνίας με τους πιστωτές της, και, επιπροσθέτως, να καλύψει και τις τρέχουσες οικονομικές υποχρεώσεις της, αλλά και να λάβει μέτρα ώστε τα ίδια κεφάλαιά της να υπερβούν τουλάχιστον το ήμισυ του καταβεβλημένου μετοχικού της κεφαλαίου, και να αποφευχθεί η εφαρμογή του άρθρου 47 του ν.2190/1920.
Πλην όμως με μηνιαίες εισροές, που δεν υπερέβαιναν τα 3.000.000 ευρώ, δεν ήταν εκ των πραγμάτων δυνατό να είναι συνεπής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της αυτών. Σημειωτέον ότι η δεύτερη εναγόμενη χρειαζόταν ρευστότητα, όχι μόνο για την εξόφληση των πάσης φύσης οφειλών της, ήτοι και αυτών, που είχαν υπαχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, και των εκτός ρύθμισης χρεών της, αλλά και για την αγορά εμπορευμάτων, ενόψει του ότι, αφενός μεν ήδη μετά την επαναλειτουργία της στο μέσον του έτους 2007, και αφού είχε προηγηθεί η επίτευξη συμφωνίας με τους δανειστές της, η πλειοψηφία των επισήμων αντιπροσώπων των ειδών, που εμπορευόταν, δεν πωλούσε σ'αυτήν εμπορεύματα με παροχή πίστωσης, εξαιτίας της κακής οικονομικής της κατάστασης, αφετέρου δε και οι τράπεζες, μετά την επίτευξη της συμφωνίας του ανωτέρω άρθρου, έπαψαν να τη χρηματοδοτούν, με αποτέλεσμα, ελλείψει χρημάτων, να ανακύψουν σημαντικές δυσχέρειες στην από πλευράς της αγορά νέου και επαρκούς αποθέματος από τους δικούς της προμηθευτές εμπορευμάτων προς μεταπώληση στα καταστήματά της, τα οποία δεν εφοδιάζοντο τακτικά και παρουσίαζαν ελλείψεις, να μειωθεί η αξιοπιστία της στο καταναλωτικό κοινό, και να συρρικνωθούν οι πωλήσεις της και, κατά συνέπεια, και ο κύκλος εργασιών της, ακόμη περισσότερο.
Λόγω της κατάστασης αυτής η δεύτερη εναγόμενη, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις τρέχουσες υποχρεώσεις της, αλλά και στα λειτουργικά της έξοδα, χρηματοδοτείτο έμμεσα από την Marfin Egnatia Bank, εταιρία του επιχειρηματικού ομίλου της M.I.G., ουσιαστικά δηλαδή από την τελευταία, στην οποία, όπως προεκτέθηκε, ήδη από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2008, είχε περιέλθει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της (δεύτερης εναγομένης), πλην όμως όχι απευθείας, αλλά μέσω της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΑΝΕ Α.Ε.", η οποία είχε εισέλθει στη δεύτερη εναγόμενη, αρχικά υπό την επωνυμία V.NET Α.Ε., ως στρατηγικός επενδυτής, σύμφωνα με το επικυρωθέν σχέδιο εξυγίανσης, συμφερόντων του Ι.
Ε., Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, και νομίμου εκπροσώπου, τόσο αυτής, όσο και της δεύτερης εναγομένης (και αρχικά τρίτου εναγομένου). Αποδείχθηκε επίσης ότι στις 23.9.2009 η M.I.G., μέτοχος της δεύτερης εναγομένης, που ήδη από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2008 κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών της, όπως προεκτέθηκε, μεταβίβασε τις ανωτέρω μετοχές της στην εταιρία του ιδίου επιχειρηματικού - επενδυτικού ομίλου με την επωνυμία "Marfin Real Estate Serbia", η οποία, κατόπιν αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης εναγομένης, για την οποία ελήφθη στις 25.9.2009 απόφαση της εκτάκτως συγκληθείσας από το διοικητικό συμβούλιο γενικής συνέλευσης της τελευταίας, με κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης υπέρ αυτής (της νέας μετόχου), κατείχε πλέον ποσοστό 91,35% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης εναγομένης.
Της ανωτέρω μεταβίβασης του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της δεύτερης εναγομένης προηγήθηκε στις 18.12.2009 απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου περί μεταβίβασης κατά κυριότητα λόγω πώλησης στην ανώνυμη εταιρία του ιδίου επιχειρηματικού ομίλου με τη βασική μέτοχό της (της δεύτερης εναγομένης) M.I.G.
και θυγατρική της Marfin Egnatia Bank με την επωνυμία "MARTIN ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", της οποίας η εταιρική επωνυμία, διά τροποποίησης του καταστατικού της, άλλαξε αρχικά σε "ΛΑΪΚΗ LEASING ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ" και στη συνέχεια σε "CPB LEASING ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" (ήδη πρώτη εναγόμενη), σημαντικών περιουσιακών της στοιχείων (της δεύτερης εναγομένης), και συγκεκριμένα ακινήτων της στη Βοιωτία και στον Πειραιά, ως προς τα οποία αποφασίσθηκε επίσης να καταρτισθούν ακολούθως συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης αυτών με την αγοράστρια εταιρία.
Πράγματι, στη συνέχεια, σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, δυνάμει του υπ'αριθμ. …/….12.2009 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Περικλή Τριγάζη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... (στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …) πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα από τη δεύτερη εναγόμενη στην ανωτέρω εταιρία χρηματοδοτικών μισθώσεων, ένα αγροτεμάχιο, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος Υπάτου του Δήμου Θηβαίων Βοιωτίας, εκτός σχεδίου, εκτός οικισμού, αλλά εντός του υπό εκπόνηση Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, στη θέση "...", με πρόσωπο στον παράδρομο της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας, έκτασης 168.088 τ.μ., επί του οποίου έχουν ανεγερθεί δυνάμει οικοδομικής αδείας τα ειδικότερα περιγραφόμενα (όπως και το αγροτεμάχιο) στο ανωτέρω συμβόλαιο κτίσματα, συνολικής επιφανείας 19.765,48 τ.μ., αντί τιμήματος 25.000.000 ευρώ.
Περαιτέρω, δυνάμει του υπ'αριθμ. …/….12.2009 συμβολαίου της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, που έχει επίσης νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς (στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …) μεταβιβάσθηκαν λόγω πώλησης από τη δεύτερη εναγόμενη στην ίδια ανώνυμη εταιρία χρηματοδοτικών μισθώσεων τα κάτωθι αναφερόμενα τρία (3) ακίνητα: 1) ένα οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στον …, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, κοντά στο …, στο Ο.Τ.
με αριθμό …, με πρόσωπο επί της οδού .., όπου φέρει τον αριθμό …, έκτασης 166,26 τ.μ., και στο οποίο έχει, δυνάμει οικοδομικής άδειας, ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 115,78 τ.μ., πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 115,78 τ.μ., δεύτερο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 115,78 τ.μ., τρίτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 115,78 τ.μ., τέταρτο υπέρ το ισόγειο όροφο συνολικής επιφανείας 100,40 τ.μ., και δώμα, επιφανείας 35,02 τ.μ., όπως αμφότερα (οικόπεδο και κτίσμα) περιγράφονται στο εν λόγω συμβόλαιο, 2) ένα οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στον …, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, κοντά στο …, στο Ο.Τ.
με αριθμό …, με πρόσωπο στις παράλληλες οδούς …, όπου φέρει τον αριθμό … και …, έκτασης 644,33 τ.μ., και στο οποίο έχει, δυνάμει οικοδομικής άδειας, ανεγερθεί πολυώροφο κτίριο γραφείων, αποτελούμενο από υπόγειο Β', συνολικής επιφανείας 644,33 τ.μ., υπόγειο Α', συνολικής επιφανείας 644,33 τ.μ., ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 450,21 τ.μ., πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 450,21 τ.μ., δεύτερο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 450,21 τ.μ., τρίτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 450,21 τ.μ., τέταρτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 450,21 τ.μ., και πέμπτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 450,21 τ.μ., άπαντες οι υπέρ το ισόγειο όροφοι με χρήση γραφείων, όπως το οικόπεδο και η οικοδομή ειδικότερα περιγράφονται στο ανωτέρω συμβόλαιο, 3) ένα οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στον …, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, κοντά στο …, στο Ο.Τ.
με αριθμό …, με πρόσωπο στη συμβολή των οδών …, … και …, έκτασης 498,05 τ.μ., και στο οποίο έχει, δυνάμει οικοδομικής άδειας, ανεγερθεί πολυώροφο κτίριο γραφείων, αποτελούμενο από ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 433,31 τ.μ., πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 433,31 τ.μ., δεύτερο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 433,31 τ.μ., τρίτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 433,31 τ.μ., τέταρτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 433,31 τ.μ., και πέμπτο υπέρ το ισόγειο όροφο, συνολικής επιφανείας 314,99 τ.μ., όπως αμφότερα αυτά (οικόπεδο και οικοδομή) ειδικότερα περιγράφονται στο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο, αντί συνολικού τιμήματος και για τρία ακίνητα, που πωλήθηκαν με το συμβόλαιο αυτό, ποσού 10.500.000 ευρώ.
Άπαντα τα πωληθέντα ακίνητα εκμισθώθηκαν από την αγοράστρια εταιρία στην πωλήτρια δεύτερη εναγόμενη δυνάμει συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, οι οποίες καταρτίσθηκαν αυθημερόν με τις πωλήσεις, με τα υπ'αριθμ. …/….12.2009 (για το ακίνητο στη …) και …/….12.2009 (για τα τρία ακίνητα στον …) συμβόλαια της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου.
Πρέπει να σημειωθεί ότι τρεις (3) ημέρες προ της κατάρτισης της πρώτης πώλησης, και συγκεριμένα στις 21.12.2009, η μέτοχος της δεύτερης εναγομένης, Marfin Real Estate Serbia, η οποία κατείχε τη συντριπτική πλειοψηφία των μετοχών της τελευταίας, έχοντας αγοράσει αυτές μόλις στις 23.9.2009, ήτοι λιγότερο από τρεις μήνες πριν, από τη βασική μέτοχο M.I.G., στον όμιλο της οποίας ανήκει και η ίδια, φέρεται να πωλεί και να μεταβιβάζει το ποσοστό της στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "LILAVOIS TRADING LIMITED" και έδρα την Κύπρο, συμφερόντων του νομίμου εκπροσώπου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της δεύτερης εναγομένης, τυπικά και μόνον και όχι ουσιαστικά, καθώς στην πραγματικότητα η φερόμενη ως πωλήτρια παρέμεινε η βασική μέτοχος της δεύτερης εναγομένης, όπως συνηγορεί το γεγονός ότι για τη μεταβίβαση αυτή ουδόλως αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκε τίμημα, ή ότι επιδιώχθηκε στη συνέχεια με οποιονδήποτε τρόπο η καταβολή του πιστωθέντος και οφειλομένου τιμήματος.
Αποδείχθηκε επίσης ότι οι εν λόγω δικαιοπραξίες ανακλητέες τυγχάνουν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 του Πτωχευτικού Κώδικα, καθώς διενεργήθηκαν εντός πενταετίας από την κήρυξη της δεύτερης εναγομένης σε κατάσταση πτώχευσης, με δόλο του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου της να ωφελήσει ορισμένους μόνο εκ των πολυάριθμων πιστωτών της, σε βάρος άλλων, των οποίων η ζημία πράγματι επήλθε, εν γνώσει της αντισυμβαλλομένης της (πρώτης εναγομένης) περί του δόλου του αυτού.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κατάρτισης των επιδίκων δικαιοπραξιών η δεύτερη εναγόμενη, η οποία, στο τέλος του έτους 2008, απορρόφησε και την άλλη εταιρία του ιδίου επιχειρηματικού ομίλου ELEPHANT Α.Ε., και, συνεπώς, υποκαταστάθηκε και στις δικές της υποχρεώσεις, εξακολουθούσε να οφείλει σημαντικότατα χρηματικά ποσά σε μεγάλο αριθμό πιστωτών, οι απαιτήσεις της πλειοψηφίας των οποίων είχαν υπαχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, κατόπιν συμφωνίας τους με την ανωτέρω εταιρία, ενώ, επιπροσθέτως, υφίσταντο και απαιτήσεις, που δεν περιλαμβάνοντο στη συγκεκριμένη συμφωνία, όπως οι απαιτήσεις αυτές (ρυθμισμένες και μη) αναλυτικά παρατίθενται κατά ποσό και πιστωτή στις υπ'αριθμ.295/2007 και 296/2007 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς, που επικύρωσαν την εν λόγω συμφωνία.
Παρά ταύτα, το τίμημα της πώλησης των ανωτέρω ακινήτων δε διατέθηκε για την ισότιμη ικανοποίηση του συνόλου των πιστωτών της δεύτερης εναγομένης, ως έδει, αλλά επιλεκτικά και δόλια, προς όφελος ορισμένων και μόνον εξ αυτών, για την προνομιακή, εξόφληση των απαιτήσεών τους, σε βάρος των συμφερόντων των λοιπών, οι οποίοι υπέστησαν οικονομική ζημία, καθώς, αφενός μεν μεταβιβάσθηκαν περιουσιακά στοιχεία σημαντικής αξίας της οφειλέτριας εταιρίας, και μάλιστα αυτά με τη μεγαλύτερη αξία, και, συνεπώς, δεν περιλαμβάνονται πλέον στην υπέγγυα για την ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών πτωχευτική περιουσία κατά τη διαγραφόμενη στον Πτωχευτικό Κώδικα διαδικασία, ενώ η λοιπή κινητή και ακίνητη περιουσία της, καταφανώς μικρότερης αξίας, δεν επαρκεί για την αποπληρωμή των απαιτήσεων των άλλων δανειστών της, αφετέρου δε οι τελευταίοι ουδέν εισέπραξαν εκ του τιμήματος αυτού, αντίθετα οι οφειλές της αυξήθηκαν στους επόμενους μήνες, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, εν γνώσει τόσο του νομίμου εκπροσώπου της οφειλέτριας εταιρίας περί της πρόκλησης βλάβης στους υπόλοιπους πιστωτές της με την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, όσο και του νομίμου εκπροσώπου της αγοράστριας εταιρίας - ήδη πρώτης εναγομένης, που ανήκε στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο με τη βασική μέτοχο της πωλήτριας Marfin Real Estate Serbia, η οποία κατά το χρόνο της σύναψης των εν λόγω συμβάσεων ουσιαστικά και "εν τοις πράγμασι" εξακολουθούσε να κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών της, παρά τη φερόμενη μεταβίβασή τους στην κυπριακή εταιρία LILAVOIS TRADING LIMITED, συμφερόντων του Ι.
Ε., νομίμου εκπροσώπου και της δεύτερης εναγομένης, όπως έχει ήδη σημειωθεί. Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου επιρρωνύεται ιδίως από τα κάτωθι: Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, της μεταβίβασης των ανωτέρω ακινήτων, προηγήθηκε απόφαση περί αυτής του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης εναγομένης κατά τη συνεδρίασή του της 18ης. 12.2009, για την οποία συντάχθηκε το φέρον την ίδια ημερομηνία πρακτικό της συνεδρίασης του εταιρικού αυτού οργάνου.
Σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο πρακτικό αυτό ο Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της ανωτέρω Ι. Ε. στην εισήγησή του, αφού εκθέτει τη δεινή οικονομική κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η εταιρία, παρά την υλοποίηση των επιμέρους σταδίων του σχεδίου εξυγίανσης, και τα διορθωτικά μέτρα, που ελήφθησαν από τη διοίκηση και βελτίωσαν έως ένα βαθμό τα οικονομικά της μεγέθη, με κύκλο εργασιών πολύ κατώτερο των συσσωρευμένων επί σειρά ετών υποχρεώσεών της, με μηνιαίες εισροές που με μεγάλη δυσκολία επαρκούν για τις τρέχουσες υποχρεώσεις της, με χρήσεις σταθερά ζημιογόνες και διαφαινόμενη επιδείνωση των οικονομικών της αποτελεσμάτων κατά το επόμενο έτος 2010, καταλήγει με την εξής διαπίστωση: "Εξαιτίας της ανωτέρω κατάστασης η εταιρία μας αντιμετωπίζει σήμερα πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας, συνεπεία του οποίου επίκειται η οικονομική της αδυναμία να ανταποκριθεί στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, συσσωρευμένων και τρεχουσών.
Η διοίκηση της εταιρίας εκτιμά ότι τα προβλήματα, που αφορούν την οικονομική κατάσταση της εταιρίας, πρέπει να αντιμετωπισθούν άμεσα, διαφορετικά η μη γενική και μόνιμη επερχόμενη οικονομική αδυναμία θα εξελιχθεί σε γενική παύση πληρωμών και θα επιφέρει την πτώχευσή της, προς βλάβη, μεταξύ άλλων, των 422 εργαζομένων της, και των πιστωτών της, συμπεριλαμβανομένων αυτών, που είχαν ήδη συμβληθεί στη συμφωνία του άρθρου 44 του ν. 1892/1990".
Κατόπιν τούτου προτείνει στο Δ.Σ. τη χρηματοδότηση της εταιρίας μέσω χρηματοδοτικής μίσθωσης με την πώληση των ανωτέρω ακινήτων, αντί συνολικού τιμήματος 35.500.000 ευρώ, στη MARFIN ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε., επισημαίνοντας ότι η χρήση τους θα παραμείνει στην εταιρία καθόλη τη διάρκεια της μίσθωσης, η δε κυριότητα θα επιστρέψει σ'αυτήν με τη δυνατότητα επαναγοράς τους μετά τη λήξη της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση εκπλήρωσης των κάτωθι υποχρεώσεων της εταιρίας:
α) Ολοσχερής αποπληρωμή των οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο, ποσού 3.649.713,45 ευρώ περίπου, β) ολοσχερής αποπληρωμή των οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία (ΙΚΑ και ΤΕΑΥΕΚ), ποσού 2.986.824,99 ευρώ, γ) ολοσχερούς αποπληρωμή οφειλών, ποσού 8.238.144,77 ευρώ περίπου από σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης στα ακίνητα της εταιρίας στον Πειραιά με αντισυμβαλλόμενη την ΕΜΠΟΡΙΚΗ LEASING Α.Ε., δ) ολοσχερή αποπληρωμή οφειλών προς την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ από δύο δάνεια της ρύθμισης του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, ποσού 2.054.717,88 ευρώ περίπου, ε) πληρωμή μέρους οφειλών προς προμηθευτές και πιστωτές, ποσού 5.900.000 ευρώ περίπου, στ) μερική αποπληρωμή δανείων από τη ΒΙΑΝΕ Α.Ε., ποσού 6.000.000 ευρώ περίπου και ζ) δαπάνες της νέας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ποσού 1.800.000 ευρώ.
Σημειώνει δε ότι μετά την καταβολή των ανωτέρω χρηματικών ποσών θα απομείνει ποσό 2.470.598,91 ευρώ "ως κεφάλαιο κίνησης για τη συνέχιση των εργασιών της εταιρίας". Από το περιεχόμενο του πρακτικού αυτού είναι σαφές ότι το τίμημα της πώλησης των ανωτέρω ακινήτων της δεύτερης εναγομένης δεν επρόκειτο να διατεθεί για την ισότιμη (σύμμετρη και ισομερή) ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των - πολυάριθμων κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή - πιστωτών της, αλλά για την προνομιακή και ευνοϊκή εξόφληση των οφειλών ορισμένων μόνον εξ αυτών, με προφανή ζημία της συντριπτικής πλειοψηφίας τους, χωρίς να αιτιολογείται η επιλογή της αποπληρωμής, ακόμη και ολικής κατά περίπτωση, των συγκεκριμένων δανειστών, μεταξύ δε αυτών και της Εμπορικής Τράπεζας, της οποίας η οφειλή είχε υπαχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 44 του ν. 1892/1990 και ορισθεί καταβλητέα σε δόσεις, αλλά και χωρίς να διευκρινίζεται ποιοι ακριβώς είναι "οι πιστωτές και προμηθευτές", στους οποίους θα καταβαλλόταν το ποσό των 5.900.000 ευρώ και για ποιο ακριβώς λόγο προτιμήθηκαν αυτοί έναντι των λοιπών, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η εταιρία ΒΙΑΝΕ Α.Ε., στην οποία θα καταβάλλονταν 6.000.000 ευρώ, ήταν συμφερόντων του Ι.
Ε., Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου και της δεύτερης εναγομένης, πολλώ δε μάλλον που ο προπαρατεθείς τρόπος διάθεσης του τιμήματος της πώλησης δε συνάδει με όσα προηγουμένως εξετέθησαν προς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας στην ίδια συνεδρίαση περί της αναγκαιότητας της κατάρτισης των επίμαχων συμβάσεων.
Συγκεκριμένα, ενώ επισημαίνεται η δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρίας και ο κίνδυνος παύσης των πληρωμών της στο προσεχές μέλλον και προτείνεται η χρηματοδότηση αυτής για την ενίσχυση της ρευστότητάς της μέσω της πώλησης των ανωτέρω ακινήτων της και της στη συνέχεια χρηματοδοτικής τους μίσθωσης στην ίδια, επιπροσθέτως μάλιστα αναφέρεται ότι από τις εν λόγω πωλήσεις αναμένεται να εισπραχθεί τίμημα 35.500.000 ευρώ, εντούτοις τίθεται ρητά ως προϋπόθεση για την κατάρτιση των συμβάσεων η προηγούμενη αποπληρωμή των προαναφερθεισών οφειλών της, καταβολές, οι οποίες, όμως, ουσιαστικά εξαντλούν το σύνολο του ποσού του τιμήματος, με αποτέλεσμα να απομένει διαθέσιμο εκ των πραγμάτων ένα πολύ μικρό ποσό, ύψους 2.500.000 ευρώ περίπου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, όπως προβλέπεται ειδικά, ως κεφάλαιο κίνησής της, ήτοι ενός νομικού προσώπου, που αντιμετωπίζει τον άμεσο κίνδυνο να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης λόγω των πολλών και σημαντικών οφειλών του, υπερπολλαπλάσιου ποσού, χωρίς να προβλέπεται ουδεμία καταβολή και στους λοιπούς πιστωτές, που είναι και οι περισσότεροι, έναντι των απαιτήσεών τους.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όσον αφορά στον τρόπο που διατέθηκε στην πραγματικότητα το ποσό του τιμήματος της πώλησης των ανωτέρω ακινήτων, αποδείχθηκαν ειδικότερα τα ακόλουθα: Η ολοσχερής αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλομένων ποσών προς το Ελληνικό Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, συνολικού ποσού 6.636.537,79 ευρώ, προηγήθηκε της κατάρτισης των επιδίκων συμβάσεων, προκειμένου η πωλήτρια - δεύτερη εναγόμενη να εφοδιασθεί με την κατά νόμο απαιτούμενη φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, ώστε να καταστεί δυνατή η σύνταξη των συμβολαίων αυτών.
Η καταβολή των ανωτέρω ποσών φέρεται να γίνεται με επιταγές της Marfin Egnatia Bank, έκδοσης της ΒΙΑΝΕ Α.Ε., σε χρέωση του αλληλόχρεου λογαριασμού της, που ετηρείτο στην εν λόγω τράπεζα. Η εξόφληση της Εμπορικής Leasing στο σύνολο του ποσού της απαίτησής της έλαβε χώρα προκειμένου η δεύτερη εναγόμενη να αποκτήσει την κυριότητα των ακινήτων στον Πειραιά, τα οποία είχε εκμισθώσει από την ανωτέρω εταιρία, δυνάμει της υπ'αριθμ.17.819/25.7.2003 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ώστε στη συνέχεια να τα μεταβιβάσει στην αγοράστρια - δεύτερη εναγόμενη.
Επιπροσθέτως και η καταβολή στην Εμπορική Τράπεζα, ποσού 2.054.717,88 ευρώ, που επίσης αναφέρεται στο ανωτέρω πρακτικό της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης εναγομένης, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της απαίτησής της, έλαβε χώρα επίσης με τραπεζική επιταγή της Marfin Egnatia Bank, προκειμένου η Εμπορική Τράπεζα να άρει τις προσημειώσεις υποθήκης, που είχε εγγράψει επί των ακινήτων.
Τέλος, το συνολικό ποσό των 11.900.000 ευρώ, που στο ανωτέρω πρακτικό αναφέρεται ότι κατά το ποσό των 5.900.000 ευρώ αφορά σε πληρωμή "οφειλών σε προμηθευτές και πιστωτές" και κατά το υπόλοιπο ποσό των 6.000.000 ευρώ σε "αποπληρωμή της ΒΙΑΝΕ Α.Ε.", εταιρία συμφερόντων Ι. Ε., στην πραγματικότητα κατέληξε, μέσω της ΒΙΑΝΕ Α.Ε., στη Marfin Egnatia Bank, η οποία ήταν ουσιαστικά δανείστρια της δεύτερης εναγομένης, αφού καθόλο το χρονικό διάστημα από 18.11.2009 έως 22.12.2009, υπήρξε αυτή, που τη χρηματοδοτούσε (τη δεύτερη εναγόμενη) για την αποπληρωμή οφειλών της προς πιστωτές της, πλην όμως όχι απευθείας, αλλά μέσω της ΒΙΑΝΕ Α.Ε., η οποία τυπικά και μόνο εφέρετο ως δανείστριά της (της δεύτερης εναγομένης) και ταυτόχρονα οφειλέτρια της Marfin Egnatia Bank, καθώς το ανωτέρω ποσό εμφαίνετο αρχικά να χορηγείται (δυνάμει σύμβασης παροχής πίστωσης καταρτισθείσας μεταξύ τους) στη ΒΙΑΝΕ Α.Ε.
και η τελευταία στη συνέχεια εφέρετο να το δανείζει στη δεύτερη εναγόμενη, όπως έχει ήδη εκτεθεί. Εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι στις 18.12.2009, όταν αποφασίσθηκε η πώληση των εν λόγω ακινήτων, το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της δεύτερης εναγομένης ανήκε στην Marfin Real Estate Serbia, θυγατρική της M.I.G. η οποία έμμεσα, μέσω της ΒΙΑΝΕ Α.Ε., χρηματοδοτούσε επί μακρόν τη δεύτερη εναγόμενη, καθώς λόγω της υπαγωγής της τελευταίας στο άρθρο 44 του ν. 1892/1990 δεν ήταν δυνατή η απευθείας χρηματοδότησή της, διά της Marfin Egnatia Bank, τράπεζας του ιδίου επιχειρηματικού ομίλου (με τη M.I.G.).
Υπό την ανωτέρω μετοχική σύνθεση της δεύτερης εναγομένης, λαμβάνεται απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου για την πώληση ακινήτων της στην MARFIN LEASING Α.Ε., επίσης θυγατρική εταιρία του ιδίου ομίλου της M.I.G. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι στην πραγματικότητα στις εν λόγω συμβάσεις συμμετείχε έμμεσα η M.I.G. υπό αμφότερες τις ιδιότητες της πωλήτριας και της αγοράστριας, καθώς η τυπικά φερόμενη ως πωλήτρια (δεύτερη εναγόμενη), κατά το χρόνο λήψης της απόφασης του Δ.Σ.
της για την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, διοικείτο ουσιαστικά από τη M.I.G., η οποία κατείχε (τυπικά διά της θυγατρικής της Marfin Real Estate Serbia), ποσοστό 91,35% του καταβεβλημένου μετοχικού της κεφαλαίου, έχοντας μάλιστα (η M.I.G.) εγκαταστήσει στα γραφεία της (δεύτερης εναγομένης) δύο πρόσωπα δικής της επιλογής, τα οποία καθημερινά ήλεγχαν, κατηύθυναν και ενέκριναν εκ των προτέρων όλες τις ενέργειες και τις αποφάσεις του διοικητικού της συμβουλίου (της δεύτερης εναγομένης), η δε αγοράστρια ήταν εταιρία θυγατρική της Marfin Egnatia Bank, επίσης του ιδίου επενδυτικού ομίλου με την ανωτέρω βασική μέτοχο της δεύτερης εναγομένης (αυτόν της M.I.G.).
Επομένως, πωλητής και αγοραστής στις επίδικες μεταβιβάσεις ήταν στην πραγματικότητα θυγατρικές εταιρίες του αυτού ως άνω (επενδυτικού - επιχειρηματικού) ομίλου (της M.I.G.), τα οικονομικά συμφέροντα του οποίου οι συμβάσεις αυτές αποκλειστικά και μόνο τελικά εξυπηρέτησαν. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η M.I.G..
κατέχοντας την πλειοψηφία των μετοχών της δεύτερης εναγομένης ήδη από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2008, έχοντας, επομένως, επενδύσει σ'αυτήν μεγάλα χρηματικά ποσά, και γνωρίζοντας άριστα τη δεινή οικονομική της κατάσταση, λόγω της καθημερινής και ενεργούς ανάμειξης προσώπων της επιλογής της με τη διοίκηση της ανωτέρω, διαβλέποντας την επιδείνωση των οικονομικών της μεγεθών στο άμεσο μέλλον λόγω της συνεχούς πτώσης του κύκλου εργασιών της και της συσσώρευσης ζημιών, και επιδιώκοντας να λάβει πίσω όσα περισσότερα από τα χρήματα, τα οποία είχε δανείσει στο παρελθόν (μέσω της ΒΙΑΝΕ Α.Ε.), στη δεύτερη εναγόμενη, προς διασφάλιση των δικών της συμφερόντων, ενόψει επαπειλούμενης παύσης πληρωμών της ανωτέρω, επέτυχε κατά τη συνεδρίαση της 18ης. 12.2009 να ληφθεί απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής (της δεύτερης εναγομένης) περί της μεταβίβασης των εν λόγω ακινήτων σε αγοράστρια εταιρία του ομίλου της (της M.I.G.), προκειμένου με την απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων, σημαντικής αξίας, να αντισταθμίσει, όσο ήταν τούτο δυνατόν, τη ζημία μίας λανθασμένης επενδυτικής επιλογής της, συμψηφίζοντας ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος της πώλησης, πλην ποσού σχεδόν 2.500.000 ευρώ, που πραγματοποιήθηκε διά σχετικών εγγραφών στα λογιστικά βιβλία αμφοτέρων των αντισυμβαλλομένων εταιριών (χωρίς δηλαδή την καταβολή χρημάτων στο ταμείο της δεύτερης εναγομένης) με τις απαιτήσεις της (της M.I.G.) σε βάρος της μετέπειτα πτωχής από τον προηγηθέντα δανεισμό της τελευταίας, διά της ΒΙΑΝΕ Α.Ε., και από την εξόφληση εξ ιδίων χρημάτων, μέσω της τράπεζάς της Marfin Egnatia Bank, οφειλών της δεύτερης εναγομένης προς δανειστές της προ της σύνταξης των εν λόγω συμβολαίων (Ελληνικό Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, Εμπορική Τράπεζα και Εμπορική Leasing και την ίδια την αγοράστρια), αλλά και των πάσης φύσης δαπανών και εξόδων (συμβολαιογραφικές αμοιβές, αμοιβές των παρασταθέντων δικηγόρων κλπ.), που απαιτούντο για την πραγματοποίηση των μεταβιβάσεων, καταβολές, οι οποίες έπρεπε να εκ των πραγμάτων να προηγηθούν, προκειμένου να "ελευθερωθούν" τα ακίνητα, ώστε στη συνέχεια να εκποιηθούν χωρίς βάρη κάθε είδους, έχοντας μάλιστα μεταβιβάσει λίγο πριν από την κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων στις 23.9.2009 το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της στη ΡΑΔΙΟ Κ.
Ε.Ε.Α.Ε. στην Marfin Real Estate Serbia, εταιρία του ομίλου της (της M.I.G.) κατά τα προεκτεθέντα. Σημειωτέον ότι τα περί του κατά τα προεκτεθέντα τρόπου διάθεσης του τιμήματος της πώλησης από τη δεύτερη εναγόμενη αναφέρονται αναλυτικά και στις κατατεθείσες από την ίδια προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Συνεπώς, ενόψει τούτων, είναι προφανές ότι η μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων έλαβε χώρα με δόλο του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης και ήδη πτωχής, προκειμένου από το τίμημα της πώλησης να εξοφληθούν επιλεκτικά και προνομιακά οι απαιτήσεις συγκεκριμένων μόνο δανειστών της, και ιδίως της M.I.G., που ουσιαστικά τη διοικούσε και τη χρηματοδοτούσε, σε βάρος των λοιπών δανειστών της, οι οποίοι αποτελούν και τη συντριπτική πλειοψηφία, και των οποίων οι απαιτήσεις θα έπρεπε να αντιμετωπισθούν ισότιμα, εν γνώσει του νομίμου εκπροσώπου της αγοράστριας περί του δόλου της οφειλέτριας, καθώς ουσιαστικά οι μεταβιβάσεις καταρτίσθηκαν μεταξύ εταιριών του αυτού επιχειρηματικού ομίλου κατά τα προεκτεθέντα.
Αποδείχθηκε επίσης ότι η ζημία των λοιπών πιστωτών από τις μεταβιβάσεις αυτές πράγματι επήλθε στην προκειμένη περίπτωση. Η περί αυτού κρίση του παρόντος Δικαστηρίου επιρρωνύεται ιδίως από τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το ακίνητο της δεύτερης εναγομένης στη …, το μεγαλύτερης αξίας περιουσιακό της στοιχείο, αναφέρεται στη μελέτη βιωσιμότητας, που συντάχθηκε ενόψει της συμφωνίας του άρθρου 44 του ν. 1892/1990 και προσαρτήθηκε στη συμφωνία αυτή, ως βασικό λειτουργικό στοιχείο της ανωτέρω εταιρίας μετά την εξυγίανση, το οποίο, επομένως, και θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί κατά το στάδιο αυτό για την εμπορική της δραστηριότητα, και συνεπώς, προς όφελος του συνόλου των πιστωτών της, και όχι μόνον ορισμένων εξ αυτών, ως τμήμα της περιουσίας της.
Σημειωτέον, ότι αμφότερα τα πωληθέντα ακίνητα, τα οποία είναι αυτονόητο ότι δεν περιλήφθηκαν στην υπέγγυα για την ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών πτωχευτική περιουσία της δεύτερης εναγομένης κατά τη διαγραφόμενη από τον Πτωχευτικό Κώδικα διαδικασία, αποτελούν τα μεγαλύτερης αξίας περιουσιακά της στοιχεία, ενώ η υπόλοιπη κινητή περιουσία της δεν υπερβαίνει σε αξία το 1.500.000 ευρώ, η δε ακίνητη το αυτό ποσό, και οι οφειλές της ανέρχονται πλέον σε 300.000.000 ευρώ.
Μάλιστα η κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί του ότι το τίμημα της πώλησης δε διατέθηκε για τη μείωση των χρεών της δεύτερης εναγομένης προς το σύνολο των πιστωτών της, αλλά ως επί το πλείστον συμψηφίσθηκε με απαιτήσεις σε βάρος της του επιχειρηματικού ομίλου της M.I.G., δηλαδή προς όφελος συγκεκριμένων δανειστών και μόνο, με ζημία των υπολοίπων, ενισχύεται και από το ότι οι οφειλές της εμφαίνονται αυξημένες, τόσο στην μεταγενέστερη από 4.8.2010 αίτησή της για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 99 του ν.3588/2007 (σημειωτέον ότι μεταξύ των εν λόγω οφειλών περιλαμβάνονται και ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτών, οι οποίες υπάγονται στη συμφωνία του άρθρου 44 του ν. 1892/1990 και ρυθμίσθηκαν να αποπληρωθούν τμηματικά κατά τα προεκτεθέντα), αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ'αριθμ.6052/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε αυτή δεκτή, πλην όμως η διαδικασία δεν τελεσφόρησε, όσο και στην από 31.5.2011 αίτηση της ιδίας για την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης.
Ειδικότερα, στην από 4.8.2010 αίτησή της για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής το ύψος των ληξιπρόθεσμων υποχρέωσεών της προς τους πιστωτές της συμφωνίας του άρθρου 44 του ν. 1892/1990 ανέρχεται σε 5.273.398,98 ευρώ (μάλιστα στην αίτηση αυτή ρητά αναφέρεται ότι δεν έχουν εξοφληθεί και, συνεπώς, εξακολουθούν να οφείλονται, και οι προηγούμενες δόσεις, που είχαν ορισθεί καταβλητέες εντός του έτους 2009, για την αποπληρωμή των οποίων είναι προφανές ότι δε διατέθηκε μέρος του τιμήματος, ως έδει), ενώ στην από 31.5.2011 αίτησή της περί κήρυξής της σε πτώχευση σε 12.015.618 ευρώ, εκ συνόλου οφειλής 42.786.948,64 ευρώ, το οποίο εμφαίνεται και στις δύο αιτήσεις και θα έπρεπε να αποπληρωθεί σε δόσεις, μέχρι και το έτος 2016, με βάση τους όρους της συμφωνίας αυτής, κατά τα προεκτεθέντα, όσον αφορά δε στις απαιτήσεις πιστωτών, που δεν καταλαμβάνονται από την ανωτέρω συμφωνία, αυτές φέρονται στην από 4.8.2010 αίτηση να ανέρχονται στο ποσό των 31.622.05,27 ευρώ, ενώ στην από 31.5.2011 αίτηση να έχουν αυξηθεί στο ποσό των 40.269.574,14 ευρώ.
Η πρώτη εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι οι επίμαχες δικαιοπραξίες δεν πρέπει να ανακληθούν, καθώς εμπίπτουν στην εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 45 στοιχ.δ' του Πτωχευτικού Κώδικα, που τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμοστέα, διότι για την αγορά των ανωτέρω ακινήτων κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά.
Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, ότι όσον αφορά στο τίμημα του ακινήτου της …, ποσού 25.000.000 ευρώ, αποπληρώθηκε με δίγραμμες επιταγές της Marfin Egnatia Bank, έκδοσης της ιδίας (της πρώτης εναγομένης), σε διαταγήν της δεύτερης εναγομένης, στο νόμιμο εκπρόσωπο της οποίας και εγχειρίσθηκαν, ως εξής: Συνολικό ποσό 3.732.152.85 ευρώ καταβλήθηκε αυθημερόν κατά την κατάρτιση της σύμβασης στις 24.12.2009 με τρεις επιταγές, ποσού 800.000 ευρώ, 808.327,58 ευρώ και 2.123.825,27 ευρώ αντίστοιχα, ενώ το υπόλοιπο τίμημα, ποσού 21.267.817,15 ευρώ πιστώθηκε και συμφωνήθηκε καταβλητέο σε δύο δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη, συνολικού ποσού 20.267.817,15 ευρώ, καταβλήθηκε στις 30.12.2009 με τέσσερις επιταγές, ποσού 2.400.000 ευρώ, 6.636.538,44 ευρώ, 6.300.000 ευρώ και 4.193.710,93 ευρώ αντίστοιχα, και η δεύτερη, ποσού 1.000.000 ευρώ, επίσης με επιταγή, στις 2.2.2010.
Αναφορικά δε με το τίμημα της πώλησης των τριών ακινήτων στον …, συνολικού ποσού 10.500.000 ευρώ, ισχυρίζεται ότι καταβλήθηκε την ίδια ημέρα της κατάρτισης της σύμβασης στις 31.12.2009 με επτά δίγραμμες επιταγές επίσης της Marfin Egnatia Bank, έκδοσης της ιδίας (της πρώτης εναγομένης), σε διαταγήν της δεύτερης εναγομένης, στο νόμιμο εκπρόσωπο της οποίας και παραδόθηκαν, ποσού εκάστης 8.258.432,32 ευρώ, 1.000.000 ευρώ, 397.877,54 ευρώ, 18.200 ευρώ, 11.032,05 ευρώ, 775.597,30 ευρώ και 38.860,79 ευρώ.
Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω επιταγές προσκομίζονται σε φωτοτυπικό αντίγραφο, στο οποίο εμφαίνεται μόνον η εμπρόθια πλευρά τους, και όχι και η οπίσθια, γεγονός, που επιρρωνύει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν καταβλήθηκαν χρήματα στην πωλήτρια με τα συγκεκριμένα αξιόγραφα, αλλά πραγματοποιήθηκαν λογιστικές εγγραφές για το συμψηφισμό του μεγαλύτερου μέρους του τιμήματος με απαιτήσεις της αγοράστριας ....Στην προκειμένη περίπτωση εκ του τιμήματος των 25.000.000 ευρώ για την αγορά του ακινήτου της … φέρεται ότι καταβλήθηκε από την αγοράστρια - πρώτη εναγόμενη κατά την κατάρτιση της σύμβασης στις 24.12.2009 μόνο το ποσό των 3.732.152.85 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο τίμημα, ποσού 21.267.817,15 ευρώ, πιστώθηκε και συμφωνήθηκε καταβλητέο σε δύο δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη, συνολικού ποσού 20.267.817,15 ευρώ, φέρεται ότι καταβλήθηκε στις 30.12.2009 και η δεύτερη, ποσού 1.000.000 ευρώ, στις 2.2.2010, ήτοι 6 ημέρες και πλέον του μηνός από την σύνταξη του συμβολαίου αντίστοιχα, χρονική καθυστέρηση, που δεν κρίνεται ως μικρή, και συνεπώς, ανεκτή και, κατά συνέπεια, αίρει την αμεσότητα της ανταλλαγής των παροχών, καθώς πρόκειται περί συμβατικής παροχής πίστωσης.
Ανεξαρτήτως όμως της ανωτέρω επισήμανσης η διάταξη αυτή δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής και για τον πρόσθετο λόγο ότι σε κάθε περίπτωση οι επίδικες μεταβιβάσεις πλήττουν αδιαμφισβήτητα την αξία της περιουσίας της οφειλέτριας εταιρίας και ως εκ τούτου είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών, λαμβανομένου υπόψη του ότι το στοιχείο του επιζήμιου των πιστωτών αποτελεί γενική προϋπόθεση της πτωχευτικής ανάκλησης, παρά το ότι δεν τίθεται σαφώς ως αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 45 στοιχ.δ' του Πτωχευτικού Κώδικα, καθώς, όπως προεκτέθηκε, επηρεάζουν δυσμενώς τη θέση τους και τις δυνατότητες ικανοποίησής τους, εφόσον μειώθηκε η περιουσία της οφειλέτριας εταιρίας κατά τα μεγαλύτερης αξίας στοιχεία της, προς όφελος επιλεκτικά ορισμένων, των οποίων οι απαιτήσεις εξοφλήθηκαν από το τίμημα, σε βάρος και με ζημία της συντριπτικής πλειοψηφίας τους, με δόλο της οφειλέτριας να ευνοήσει τινές εξ αυτών και εν γνώσει τούτου από πλευράς της αγοράστριας, διότι επρόκειτο ουσιαστικά περί συναλλαγών μεταξύ εταιριών του ιδίου επιχειρηματικού ομίλου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, δέχθηκε ότι οι επίδικες δικαιοπραξίες πρέπει να ανακληθούν και να διαταχθεί η επαναμεταβίβαση των ακινήτων στην πτωχευτική περιουσία, και στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 45 στοιχ.δ' του Πτωχευτικού Κώδικα ένσταση της πρώτης εναγομένης, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων με τους οικείους λόγους της ένδικης έφεσης απορριπτομένων ως αβασίμων, και, συνεπώς, και της έφεσης αυτής στο σύνολό της.
Περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή και κατ'ουσίαν η ασκηθείσα αντέφεση του πρώτου εφεσιβλήτου - ενάγοντος, και, συνακόλουθα, να γίνει δεκτό και από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας το αίτημα της αγωγής περί καταδίκης της πρώτης εναγομένης σε δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης για την επαναμεταβίβαση των ανωτέρω ακινήτων στο σύνδικο της πτώχευσης - ενάγοντα, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης μόνο κατά το μέρος αυτής κατά το οποίο απορρίφθηκε το εν λόγω αίτημα ως μη νόμιμο...".
Έτσι που έκρινε με βάση όσα ανωτέρω δέχτηκε ως αποδειχθέντα, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις α) του άρθρου 45 στοιχ. δ' ΠτΚ, που ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον, κατά τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες παραδοχές του στο σύνολό τους, αποδείχθηκε ότι για τις επιταγές που παραδόθηκαν από την αναιρεσείουσα, ως αγοράστρια των επίδικων ακινήτων, στο νόμιμο εκπρόσωπο της πωλήτριας εταιρείας τούτων, προς κάλυψη ποσού 21.267.817,15 ευρώ του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του ακινήτου της … και του συνολικού τιμήματος πώλησης των ακινήτων στον …, ποσού 10.500.000 ευρώ, δεν καταβλήθηκαν χρήματα στο Ταμείο της τελευταίας (πωλήτριας), προκειμένου να επέλθει αναδιάρθρωση του ενεργητικού της περιουσίας της, έτσι ώστε να μη συντρέχει βλάβη της ομάδας των πιστωτών της, αλλά αντίθετα, με σχετικές εγγραφές που πραγματοποιήθηκαν στα λογιστικά βιβλία αμφοτέρων των συμβαλλομένων εταιρειών, συμψηφίστηκαν με απαιτήσεις της αγοράστριας, καθώς και ότι εξαιτίας του ύψους του ποσού των 3.732.152,85 ευρώ που καταβλήθηκε μόνο σε μετρητά στις 24-12-2009 για τις επίμαχες συμβάσεις, επλήγει η αξία της περιουσίας της πωλήτριας εταιρείας, με συνέπεια οι συμβάσεις αυτές να είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών της, υπό την έννοια ότι επηρεάζουν δυσμενώς τη θέση τους και τις δυνατότητες ικανοποίησής τους, όπως ειδικότερα αναλύεται στο σκεπτικό του, β) των άρθρων 41 και 44 ΠτΚ, που ορθά εφάρμοσε, αφού, όπως ανελέγκτως δέχτηκε, αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες συμβάσεις πώλησης των μεγαλύτερης αξίας περιουσιακών στοιχείων της πωλήτριας διενεργήθηκαν εντός πενταετίας από την κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτώχευσης, με δόλο του νόμιμου εκπροσώπου της να ωφελήσει επιλεκτικά και προνομιακά ορισμένους μόνο από τους πολυάριθμους πιστωτές της σε βάρος των λοιπών, που αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία τούτων, οι οποίοι υπέστησαν πράγματι την αναφερόμενη ζημία και ότι το δόλο της αυτό γνώριζε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας αγοράστριας εταιρείας, κατά το χρόνο κατάρτισης των συγκεκριμένων συμβάσεων, όπως ειδικότερα τα περιστατικά αυτά αναλύονται στο προαναφερόμενο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) των άρθρων 1, 2 και 4 του ν. 1665/1986, 11 ν.4261/2014 και 18 παρ. 5 στοιχ.
α', γ' ν.4308/2014, οι οποίες, στην προκείμενη περίπτωση, δεν επιβάλλουν την εφαρμογή του άρθρου 45 στοιχ. δ' ΠτΚ., χωρίς τη συνδρομή των απαιτούμενων προς τούτο προϋποθέσεων, ούτε αποκλείουν την ανάκληση των επίμαχων αυτοτελών συμβάσεων πωλήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 44 του ΠτΚ, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή του νόμιμες προϋποθέσεις, ενώ οι προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή αυτών στις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, δεν καθιστούν προφανείς τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα παραβάσεις, ενόψει και του ότι, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 11-9-2015 έφεσης της αναιρεσείουσας (ηττηθείσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), προκύπτει ότι αυτή ουδόλως προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας με λόγο έφεσης τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν τους περιεχόμενους στα δικόγραφα της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης σχετικούς ισχυρισμούς της.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος κύριοι λόγοι αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, ενιαίως εκτιμώμενοι, κατά το σκέλος που η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων ή μη προταθέντων ενώπιόν του ισχυρισμών από την αναιρεσείουσα είναι απαράδεκτοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στους ίδιους λόγους αναίρεσης και στον πρόσθετο λόγο αυτής, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη ανακλητική αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε βάρος της, κατά παραδοχή του προβαλλόμενου από το άρθρο 45 στοιχ.
δ' ΠτΚ, ισχυρισμού της, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1-2 ν.1665/1986, 11 ν. 4261/2014, 18 παρ. 5 στοιχ. α', γ' ν.4308/2014, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ο Άρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
Επίσης, όσον αφορά την περιεχόμενη στον τρίτο λόγο αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, ειδικά για τα ακίνητα του …, παραβίασε επιπλέον και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 41 και 44 ΠτΚ, δεχόμενο τη μείωση της περιουσίας της οφειλέτριας, με ζημία της ομάδας των πιστωτών, ενώ, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές του, η μείωση της περιουσίας της οφειλέτριας ήταν μηδενική, αυτή είναι απαράδεκτη, αφού, για τη θεμελίωσή της δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα αναφερόμενα στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη της παρούσης στοιχεία.
Παράλληλα, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής του συνδίκου πτώχευσης για ανάκληση των αναφερόμενων σε αυτή αυτοτελών συμβάσεων πωλήσεως ακινήτων της πτωχής εταιρείας, λόγω δόλιας βλάβης των πιστωτών της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 ΠτΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 41 ίδιου Κώδικα και αντίστοιχα την απόρριψη του προβαλλόμενου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί εξαιρέσεως από την πτωχευτική ανάκληση των επίμαχων συμβάσεων, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 στοιχ.
δ' ΠτΚ. Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του αυτή, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της ελλείψεως των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 45 στοιχ. δ' ΠτΚ στην προκείμενη περίπτωση και της συνδρομής των απαιτούμενων προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 44 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 41 ΠτΚ, που επιβάλλουν την ανάκληση των επίμαχων συμβάσεων πωλήσεως επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής ή αναλόγως μη εφαρμογής των άνω διατάξεων, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η οποία, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος κύριοι λόγοι αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, ενιαίως εκτιμώμενοι, κατά το σκέλος που η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, ή στη σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του.
Περαιτέρω, με τον έκτο κύριο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 16, 17 και 49 ΠτΚ, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, δέχτηκε την αντέφεση του συνδίκου και την υποχρέωσε σε δήλωση βουλήσεως για την επαναμεταβίβαση των επίδικων ακινήτων προς τον ίδιο (σύνδικο) και όχι προς την οφειλέτρια εταιρεία, έννομη συνέπεια δηλαδή που δεν προβλέπεται στο νόμο.
Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο, αφού απέρριψε την Έφεση της εναγομένης αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχτεί την ένδικη ανακλητική αγωγή του συνδίκου, υποχρεώνοντας αυτή να επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία της πτωχεύσασας εταιρείας την κυριότητα των επίδικων ακινήτων και κατά παραδοχή της αντέφεσης του ενάγοντος αναιρεσίβλητου συνδίκου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, για το μέρος που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής του περί καταδίκης της πρώτης εναγομένης αναιρεσείουσας σε δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης επαναμεταβίβασης της κυριότητας των ανωτέρω ακινήτων, δικάζοντας κατά τούτο την υπόθεση, δέχτηκε το αίτημα αυτό της αγωγής του ενάγοντος συνδίκου ως ουσιαστικά βάσιμο και καταδίκασε την αναιρεσείουσα, πρώτη εναγομένη, σε δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, προκειμένου να επαναμεταβιβασθούν στο σύνδικο της πτώχευσης τα ίδια επίδικα ακίνητα, πρόδηλο είναι ότι η αναφορά του συνδίκου πτώχευσης στη διάταξη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται υπό την ιδιότητά του ως Διοικητή και διαχειριστή της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 17 παρ. 1 ΠτΚ), με την οποία ιδιότητα άλλωστε άσκησε και την ένδικη αγωγή του και όχι ατομικά, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Επομένως και ο προαναφερόμενος έκτος κύριος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, δεκτών γενομένων των πρόσθετων παρεμβάσεων υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου συνδίκου, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους αυτής να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 405/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, πρέπει όλα τα δικαστικά έξοδα να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 και 183 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 31-5-2017 αίτηση με τους 4-12-2017 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 181/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και τις ασκηθείσες υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου πρόσθετες παρεμβάσεις.
Απορρίπτει την από 31-5-2017 αίτηση και τους από 4-12-2017 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 181/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Δέχεται τις πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ