Legislator Case Law & Legislation
164/2020 AI generated

164/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 164/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Εκδόθηκε η 9/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/5/2017 αίτησή της και τους από 27/12/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

164/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αριθμ. εκθ. καταθ. 54/2015) αγωγής της ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της ήδη αναιρεσειούσης, και με την οποία (προσβαλλομένη απόφαση) η αγωγή αυτή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη διακρίσεις, στην αντίδικό της το συνολικό ποσό των 71.112,60 ευρώ, ως αμοιβή από την εκτέλεση του εκτιθεμένου σ' αυτήν δημοσίου έργου.

Keywords

AI generated
electrical installation monopoly digital infrastructure supply electricity supply building easement sectoral plan for transmission lines requirement of building permit
AI generated
185/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Εκδόθηκε η 8/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/5/2017 αίτησή της και τους από 27/12/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
378/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 284/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
1646/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2002 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου.
1025/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
410/2013
Κοινόχρηστα πράγματα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 164 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 164/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Αναπτυξιακής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "..." , που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου-Κουδρόγλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στα …… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κυριακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/7/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας.

Εκδόθηκε η 9/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/5/2017 αίτησή της και τους από 27/12/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινομένη από 25-5-2017 αίτηση αναιρέσεως (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 14/2017) και οι από 27-12-2017 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 140/2017) πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (ΚΠολΔ 246, 573 παρ. 1 και 569).- Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 9/2017 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία του άρθρου 13 του ν.1418/1984, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 13-7-2015 (υπ' αυξ.

Αριθμ. εκθ. καταθ. 54/2015) αγωγής της ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της ήδη αναιρεσειούσης, και με την οποία (προσβαλλομένη απόφαση) η αγωγή αυτή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη διακρίσεις, στην αντίδικό της το συνολικό ποσό των 71.112,60 ευρώ, ως αμοιβή από την εκτέλεση του εκτιθεμένου σ' αυτήν δημοσίου έργου.

Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρα 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζομένη, λόγω της μεταξύ τους συναφείας, με τους επίσης παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκηθέντες από 27-12-2017 προσθέτους λόγους αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ).- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένως δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τελεί, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 47 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, κατά το εδ. α' του οποίου "απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου".

Η τελευταία αυτή, διάταξη, ως εκ του δικαιολογητικού λόγου της, που έγκειται στην έλλειψη ανάγκης δικαστικής προστασίας στην περίπτωση που η υπόθεση δικάστηκε από δικαστήριο, που είναι μεν αναρμόδιο, αλλά συγκεντρώνει κατά τεκμήριο περισσότερες εγγυήσεις ορθοκρισίας, εφαρμόζεται αναλόγως πέραν των αναφερομένων ρητώς στο άρθρο 47 ΚΠολΔ, περιπτώσεων και σε κάθε άλλη περίπτωση, που η υπόθεση δικάσθηκε από αναρμόδιο μεν καθ' ύλην, πλην όμως ανώτερο δικαστήριο, δεδομένου ότι πρόκειται για αξιολογικώς όμοια, κατά τα ουσιώδη της στοιχεία, κατάσταση προς αυτήν που ρητώς ρυθμίζεται (ΑΠ 935/2013, ΑΠ 369/2012 ΑΠ 344/2010).

Επομένως, εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία το Εφετείο, υπό πενταμελή σύνθεση, δικάζει υπόθεση, που ανήκει στην καθ' ύλην αρμοδιότητα Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο εσφαλμένως δέχθηκε ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη υπόθεση, η οποία αφορά την καταβολή από την αναιρεσείουσα της αμοιβής της εναγούσης από την υπ' αυτής εκτέλεση του μεταξύ τους συμφωνηθέντος έργου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Αλλά, επίσης απαράδεκτος και απορριπτέος είναι ο λόγος αυτός και εκ του ότι, ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρων 46, 559 αριθ. 5, και 562 παρ. 2 περ. γ' του ΚΠολΔ, η ένσταση της καθ' ύλην αρμοδιότητος του δικαστηρίου, που δικάζει την αγωγή αφορά την δημόσια τάξη, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης και στον Άρειο Πάγο για πρώτη φορά, εφ' όσον όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά, που την συγκροτούν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση ή έχουν τεθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 51/2004), στην προκειμένη όμως περίπτωση, προβάλλεται μεν ότι αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο προς εκδίκαση της υπό το εκτεθέν περιεχόμενο ένδικης αγωγής, ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, όμως τα περιστατικά, στα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, θεμελιώνεται η αρμοδιότητα του τελευταίου αυτού δικαστηρίου και αντιστοίχως η καθ' ύλην αναρμοδιότητα του δικάσαντος Εφετείου, για πρώτη φορά προτείνονται ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς να προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή από τα επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, που υποβλήθηκαν ενώπιον του Εφετείου (προτάσεις κλπ).- Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργολάβο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη στη σύμβαση μισθώσεως έργου, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.

Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 ΚΠολΔ), ήτοι υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της ως άνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι, στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί, μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση έργου κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.

Με τον τρόπο αυτό πληρούται ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔικ, η οποία απαιτεί την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως (ΟλΑΠ 22/2003).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, "Είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που ώφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτείνεται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (ΑΠ 9/2014).

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός περί αοριστίας, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο Εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται, ότι ο περί αοριστίας, νομικής, ποιοτικής ή ποσοτικής, ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επί πλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής, άλλως ο λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1291/2010, ΑΠ 438/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με τον τρίτο κύριο λόγο της αιτήσεως, υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια της παραβάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, συνισταμένης στο ότι το Εφετείο, κατά τη νομική εκτίμηση του περιεχομένου της επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής, με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εργολάβος ζητούσε την απόδοση, ως πλουτισμού, της συμφωνηθείσης μεταξύ αυτής και της αναιρεσειούσης εργοδότου και μη καταβληθείσης από την τελευταία, αμοιβής της, μετά του αναλόγου ΦΠΑ, από την υπ' αυτής (αναιρεσίβλητης) εκτέλεση και παράδοση στην αντίδικό της του μεταξύ τους συμφωνηθέντος έργου, την οποία (επικουρική αυτή βάση) ασκούσε κατά δικονομική επικουρικότητα και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής αυτής από την σύμβαση έργου, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και ειδικότερα, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την βάση της αυτή (επικουρική), παρά το ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν εξέθετε, όπως όφειλε, ότι ασκεί επικουρικώς την αγωγή αυτή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω ακυρότητας της μεταξύ αυτής και της αντιδίκου της συμβάσεως έργου.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και συνακολούθως ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στο αναιρετήριο, ότι πρότεινε στο ως άνω δικαστήριο τον ισχυρισμό, περί αοριστίας της αγωγής για τον ανωτέρω λόγο.- Με την διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ, καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε είδος.

Καταβάλλεται δε η αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 694 του ίδιου κώδικα, κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος. Ως παράδοση, νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή την περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, το οποίον, όμως, πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση (ΑΠ 1565/2017).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" (ΦΕΚ Α 248), και ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο το Ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α 125), ο οποίος εισήγαγε τον ανωτέρω φόρο στη χώρα, με τις εν τω μεταξύ επελθούσες αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του, οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση συμβάσεως έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση προς το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α., ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του, εφ' όσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α.

στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει από αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικώς, κατ' εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκτός αν ο εργοδότης επικαλεσθεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του (ΑΠ 1598/2011).

Σε περίπτωση δε, που κατά το χρόνο εκδικάσεως της διαφοράς δεν έχει εκδοθεί το σχετικό τιμολόγιο ή η απόδειξη παροχής υπηρεσιών από τον εργολάβο, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο φόρος γίνεται απαιτητός κατά το χρόνο εισπράξεως της αποτελούσης τον πλουτισμό του εργοδότη αμοιβής του εργολάβου ύστερα από επιταγή δημοσίας αρχής (όπως δικαστικής αποφάσεως), ο εργολάβος οφείλει να εκδώσει κατά τον χρόνο εισπράξεως της αμοιβής (ήτοι στο μέλλον) τιμολόγιο ή απόδειξη ή άλλο στοιχείο που προβλέπεται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο οποίο θα αναγράψει την φορολογική αξία (την ως άνω επιδικασθείσα αμοιβή) και το ποσό του φόρου χωριστά (ΑΠ 80/1999).

Η εν λόγω απαίτηση του εργολάβου έναντι του εργοδότη για την οφειλή του φόρου προστιθέμενης αξίας μπορεί να καταστεί αντικείμενο δίκης, κατά την διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε' του ΚΠολΔ. Επομένως, για την κατά τα ανωτέρω αναγνώριση της ως άνω οφειλής, δεν αρκεί η στο μέλλον εξόφληση της σχετικής οφειλής από τον υπόχρεο εργοδότη, αλλά απαιτείται επί πλέον και η έκδοση από τον εργολάβο, κατά το χρόνο εισπράξεως της αμοιβής του, του κατά τη φορολογική νομοθεσία απαραίτητου φορολογικού στοιχείου.

Αυτονόητη προϋπόθεση της απαιτήσεως αυτής προς καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας, ως παρεπομένης στη κύρια οφειλή της αμοιβής του εργολάβου για την από αυτόν παροχή υπηρεσιών, είναι η ύπαρξη της τελευταίας αυτής απαιτήσεως του εργολάβου έναντι του εργοδότη (ΑΠ 1113/2017). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν εννοίας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 4/2005).

Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ιδίας αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητος της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 570/2010, ΑΠ 117/2009, ΑΠ 1124/2008, ΑΠ 89/2008, ΑΠ 372/2008, ΑΠ 553/2008).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2β ΚΠολΔικ), ενώ μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας κατά την διαδικασία του έχοντος στην ένδικη υπόθεση εφαρμογή άρθρου 13 του ν.1418/1984, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Η εναγομένη, η οποία είναι ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...." και τα ΝΠΔΔ, ήτοι ο Δήμος Πρεσπών και η ΤΕΔΚ Ν. Φλώρινας, κατήρτισαν μεταξύ τους στη Φλώρινα την από 22-5-2008 Προγραμματική Σύμβαση, αντικείμενο της οποίας ήταν η εκπόνηση μελέτης κατασκευής δικτύου μονοπατιών στο Δήμο Πρεσπών, με σκοπό την ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής του Δήμου Πρεσπών μέσω ήπιας μορφής επεμβάσεων σε διαδρομές - μονοπάτια, θέσεις θέας.

χώρους αναψυχής με φυσικό, πολιτιστικό, κοινωνικό και τουριστικό ενδιαφέρον, όπως ειδικότερα το αντικείμενο της μελέτης παρατίθεται στο Παράρτημα της προγραμματικής συμβάσεως αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα αυτής. Με το άρθρο 3 της προγραμματικής αυτής συμβάσεως ορίστηκαν οι υποχρεώσεις εκάστου των συμβαλλομένων μερών και ιδίως στο υπό στοιχείο 3.3 άρθρο, το οποίο αναφέρεται στην ήδη εναγομένη, εκτός των άλλων ότι αυτή αναλαμβάνει την υποχρέωση για την υλοποίηση του αντικειμένου της σύμβασης, ήτοι την εκπόνηση της μελέτης και στην υπό στοιχείο 3.3.7 να απασχολήσει ανάλογο επιστημονικό προσωπικό με τα απαραίτητα προσόντα, προκειμένου να διασφαλισθεί η αρτιότητα της μελέτης κατά τη διάρκεια της εκπόνησής της.

Να αναφερθεί επίσης ότι στο τέλος του υπό στοιχείο 3.3.6 άρθρου αναφέρεται ότι "σε περίπτωση ανακοίνωσης ή δημοσίευσης της ανωτέρω μελέτης και στοιχείων από το Δήμο Πρεσπών, θα πρέπει ν' αναφέρεται ως συντάκτριά της εναγομένη, η οποία θα δικαιούται ν' ασκήσει τα ηθικά αυτής δικαιώματα". Συμφωνήθηκε επίσης (άρθρ. 4) ότι ο προϋπολογισμός της μελέτης ανέρχεται στο ποσό των 81.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%, και ότι θα χρηματοδοτηθεί από πόρους του Αναπτυξιακού Προγράμματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης "ΘΗΣΕΑΣ" του Δήμου Πρεσπών, καθώς και ότι η πληρωμή της μελέτης (άρθρ. 5) θα γίνει σε μία δόση και θα καταβληθεί στην εναγομένη με την ολοκλήρωση και παράδοση της μελέτης, με τη σύνταξη από αυτήν λογαριασμού πιστοποίησης εργασιών και έλεγχο στη συνέχεια του λογαριασμού από την Κοινή Επιτροπή Παρακολούθησης και το επιβλέποντα και ακολούθως θεώρηση και πληρωμή από το Δήμο Πρεσπών.

Επίσης με τον άρθρο 6 ορίστηκε ως συνολικός χρόνος υλοποίησης του έργου σε 11 μήνες από την υπογραφή της συμβάσεως. Τέλος με το άρθρο 9 της συμβάσεως ορίστηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος αυτής εκτός από τους συμβαλλόμενους στη σύμβαση αυτή μπορεί να συμβληθεί και άλλος φορές από αυτούς που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν 2738/99 εφόσον προσυπογράφει από το φορέα αυτό και απ' όλους του συμβαλλομένους στην παρούσα σύμβαση κείμενο συμπληρωματικό της παρούσας.

Η εναγομένη παρά τη δεσμευτικότητα της ως άνω προγραμματικής σύμβασης στην οποία συμβλήθηκε και με βάση τις διατάξεις της οποίας (άρθρ. 225 του Ν 3463/2006), δεν προβλέπεται η δυνατότητα αναθέσεως υπεργολαβικά σε τρίτο της εκτέλεσης του αναληφθέντος από αυτήν έργου, δηλαδή της εκπονήσεως της μελέτης, δοθέντος ότι η ίδια κατά τα προεκτεθέντα είχε τη δυνατότητα να προσλάβει μόνο επιστημονικό προσωπικό, εξάλλου η ίδια ως ΝΠΙΔ στερείται από το νόμο το δικαίωμα να αναθέσει σε τρίτο το έργο, συμβλήθηκε ακύρως με την ενάγουσα και ανέθεσε σε αυτήν υπεργολαβικά την εκτέλεση του έργου αυτού.

Πλέον ειδικότερα την αμέσως επομένη ημέρα της καταρτίσεως της προγραμματικής συμβάσεως, ήτοι την 23-5-2008 η εναγομένη και η ενάγουσα, υπό την εταιρική επωνυμία "...." η οποία στη συνέχεια και συγκεκριμένα την 2-2-2015 τροποποιήθηκε (λόγω αποχώρησης εταίρου και μεταβίβασης εταιρικής μερίδα) και νομίμως δημοσιεύθηκε και φέρει τη σημερινή εταιρική μορφή, δηλαδή "...." (βλ.

την από 2-2-2015 τροποποίηση της ως άνω εταιρίας) κατήρτισαν στη Φλώρινα έγγραφη σύμβαση δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε να εκτελέσει για λογαριασμό της εναγομένης και δη ως ανάδοχος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εν λόγω άκυρη, όπως κρίθηκε κατά τα ανωτέρω, σύμβαση την οποία και υπογράφει με την ιδιότητα αυτή (ανάδοχος), την εκπόνηση της ένδικης μελέτης, με το αντικείμενο που παραπάνω περιγράφηκε και τιτλοφορείται "Μελέτη κατασκευής δικτύου μονοπατιών Δήμου Πρεσπών".

Ως αμοιβή συμφωνήθηκε για το έργο αυτό το ποσό των 68.800 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%, η οποία συμφωνήθηκε να καταβληθεί δυνάμει του 5ου όρου της συμβάσεως σε μία δόση έναντι νομίμων παραστατικών ταυτόχρονα με την πληρωμή του εργοδότη δηλαδή της εναγομένης από το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα της τοπικής αυτοδιοίκησης "ΘΗΣΕΑΣ του Δήμου Πρεσπών.

Η διάρκεια δε της συμβάσεως ορίστηκε από 23-5-2008 έως την 23-3-2009. Ακολούθως η ενάγουσα εκπόνησε την εν λόγω συμφωνηθείσα μελέτη νομίμως, εμπροθέσμως και προσηκόντως και παρέδωσε το έργο στην εναγομένη. Το τελευταίο τούτο πιθανολογείται βάσιμα από το γεγονός ότι η επίδικη μελέτη εγκρίθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 1767/20-5-2011 απόφασης της Γενικής Γραμματέως της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας, εν συνεχεία η εναγομένη δυνάμει του 690/12-7-2011 εγγράφου της απέστειλε την επίδικη μελέτη προς παραλαβή από το Δημοτικό Συμβούλιου του Δήμου Πρεσπών, όπως τούτο αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 141/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πρεσπών.

Στη συνέχεια εκδόθηκε από τον Δήμο Πρεσπών ο 1ος (τελικός) λογαριασμός και πιστοποίηση εργασιών προς πληρωμή για τη συνταχθείσα από την εναγομένη, δεδομένου ότι ενώπιον του Δήμου και της επιτροπής αυτή φαίνεται ως εκπονήσασα την επίδικη μελέτη, ενώ παράλληλα εκδόθηκε και το αντίστοιχο πινάκιο αμοιβής ποσού 81.000 ευρώ, επιπροσθέτως δε και εγκρίθηκε από την επιτροπή παρακολούθησης, της προγραμματικής σύμβασης και τον επιβλέποντα της μελέτης την 12-7-2011, το οποίο εν συνεχεία και συγκεκριμένα την 4-2-2013 θεωρήθηκε από τον αρμόδιο προϊστάμενο της Τεχνικής Υπηρεσίας, φέροντας αμφότερα το ακόλουθο περιεχόμενο: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΔΗΜΟΣ ΠΡΕΣΠΩΝ, 1ος (τελικός) ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΡΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗ, Προγραμματική Σύμβαση: "ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΔΙΚΤΥΟΥ ΜΟΝΟΠΑΤΙΩΝ ΔΗΜΟΥ ΠΡΕΣΠΩΝ", Ημερομηνία 22/05/08, Συμβαλλόμενοι: ΤΕΔΚ Ν. ΦΛΩΡΙΝΑΣ, ΔΗΜΟΣ ΠΡΕΣΠΩΝ, ..., Χρηματοδότηση: ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ "ΘΗΣΕΑΣ" ΔΗΜΟΥ ΠΡΕΣΠΩΝ, ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΜΩΝ (ΕΥΡΩ), Α: ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΟ άθροισμα των μέχρι σήμερα πληρωμών 0

0 0, Ποσό πληρωμής με τον παρόντα λογαριασμό 65.853,65 € 15.145,35 €

81.000,00 €, Άθροισμα πληρωμών 65.853,65 €, 15.146,35 € 81.000 €, Συνολική αξία εργασιών που εκτελέστηκαν 65.853,65 €,

15.146,35 €, 81.000,60 €, Β: ΕΓΚΡΙΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΟ, Ποσό που εγκρίθηκε αρχικά 68.067,23 €, 12.932,77 €, 81.000.00 €, Ποσό που εγκρίθηκε συμπληρωματικά 0 0 0, Άθροισμα εγκρίσεων 68.067,23 €, 12.932,77 €, 81.000,00 €, Εργασίες που πιστοποιούνται μέχρι και σήμερα 65.853,65 €, 15,14635 €, 81.000,00 €, Υπόλοιπο εγκρίσεων

0 0 0, Η Κοινή Επιτροπή Παρακολούθησης και ο επιβλέπων της μελέτης "Μελέτη κατασκευής δικτύου μονοπατιών Δήμου Πρεσπών" που υλοποιήθηκε από την ..., με την Προγραμματική Σύμβαση μεταξύ της ΤΕΔΚ Ν. Φλώρινας, του Δήμου Πρεσπών και της ..., υπογεγραμμένης με ημερομηνία 22/05/08, ΠΙΣΤΟΠΟΙΟΥΜΕ ότι μπορεί να πληρωθεί σύμφωνα με τον παρόντα λογαριασμό στην ... το ποσό των ΕΥΡΩ, Για εργασίες: Εξήντα πέντε χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα τριών Ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών 65.853,65 €, Για Φ.Π.Α.: Δεκαπέντε χιλιάδων εκατό σαράντα έξι Ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών 15.146,35 €, ΣΥΝΟΛΟ: Ογδόντα ενός χιλιάδων Ευρώ 81,000,00 €, για την υλοποίηση του συμβατικού αντικειμένου της ανωτέρω προγραμματικής σύμβασης, Φλώρινα 12/07/2011, Η Κοινή Επιτροπή Παρακολούθησης Ο επιβλέπων της μελέτης ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΔΗΜΟΣ ΠΡΕΣΠΩΝ "ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΔΙΚΤΥΟΥ ΜΟΝΟΠΑΤΙΩΝ ΔΗΜΟΥ ΠΡΕΣΠΩΝ" ΠΙΝΑΚΙΟ ΑΜΟΙΒΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ (Συνοδεύει τον Λογαριασμό και Πιστοποίηση Εργασιών) Σύμφωνα με την Προγραμματική Σύμβαση με ημερομηνία 22/05/08 μεταξύ, της ΤΕΔΚ Ν. Φλώρινας, του Δήμου Πρεσπών και της ..., για την εκπόνηση της μελέτης "Μελέτη κατασκευής δικτύου μονοπατιών Δήμου Πρεσπών", η αμοιβή των εργασιών της μελέτης, που αναφέρονται παρακάτω, ορίστηκε κατ' αποκοπή στο ποσό των 81.000,00 € συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. %. ΕΡΓΑΣΙΑ

ΠΟΣΟ (€) Α. ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ Β. ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΥΛΗΣ ΜΕΛΕΤΩΝ ΔΙΑΝΟΙΞΗΣ (Α. ΓΕΝΙΚΑ. Β. ΑΝΑΛΥΣΗ. Γ. ΠΡOTΕΙNOMΕNA ΕΡΓΑ Δ. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΑΟΝ, Ε. ΠΡΟΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ, ΣΤ. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΙΜΩΝ- ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ, Η. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ-ΤΡΟΠΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ, Θ. ΧΑΡΤΕΣ-ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ -ΣΚΙΤΣΑ, Ι. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ), Β. ΘΕΣΕΙΣ ΘΕΑΣ I.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ, II. ΓΕΝΙΚΑ IH. ΣΚΟΠΟΣ IV. ΘΕΣΗ-ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ-ΧΡΗΣΗ ΓΑΙΩΝ V. ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (Α. ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Β. ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Γ. ΤΟΠΙΟ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ VI. ΣΥΝΘΕΣΗ (Α. ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ. Β. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ. Γ. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ - ΠΕΡΙΒΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ.

Δ. ΣΗΜΑΝΣΗ, Ε ΠΡΟΜΕΤΡΗΣΗ-ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΙΜΩΝ-ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ) VII. ΧΡΟΝΟΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ-ΧΡΟΝΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΕΙΕΤΗΣ, VIII. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ, IX ΧΑΡΤΕΣ-ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΣΧΕΔΙΑ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕ\ΕΤΩΝ-ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΣΥΝΟΛΟ 65.853.65 €, Φ.Π.Α 15.146,35€, ΤΕΛΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ ΜΕ Φ.Π.Α. 81.000,00 €, ΣΥΝΟΛΟ 81.000,00 €, Φλώρινα 12/07/2011 ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ Η Κοινή Επιτροπή Παρακολούθησης Ο επιβλέπων της μελέτης.

Να σημειωθεί ότι δυνάμει της 141/2011 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Πρεσπών, συνεδρίαση της 5-8-2011 αποφασίσθηκε ομόφωνα η έγκριση και παραλαβή της μελέτης, η οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, παραδόθηκε εμπρόθεσμα και με την ίδια απόφαση αποφασίσθηκε η πληρωμή προς την εναγομένη εταιρία του συνολικού συμφωνηθέντος ποσού των 81.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 23% (βλ.

το απόσπασμα από το πρακτικό της υπ' αριθμ. 14/2011 τακτικής συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Πρεσπών της 5-8-2011). Περαιτέρω η ως άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δήμου Πρεσπών εγκρίθηκε ως προς τη νομιμότητά της δυνάμει της 48444/1903/7-10-2011 Απόφασης της Γενικής Γραμματέως της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας και εν συνεχεία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ...

του έτους 2013 χρηματικό ένταλμα του Δήμου Πρεσπών, δυνάμει του οποίου εντέλλονταν ο ταμίας του Δήμου να πληρώσει στην εναγομένη το προαναφερόμενο ποσό των 81.000 ευρώ, εκδίδοντας προς τούτο αντίστοιχη τραπεζική επιταγή, την οποία και εισέπραξε η εναγομένη την 11-12-2013, αφού εξέδωσε αντίστοιχου ποσού τιμολόγιο (βλ.

φωτοαντίγραφο του χρηματικού εντάλματος ποσού 81.000 ευρώ και της τραπεζικής επιταγής του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Α.Ε., το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών με διαγράμμιση και την ... απόδειξη είσπραξης της εναγομένης). Απ' όλα τα ανωτέρω προδήλως πιθανολογείται ότι η ενάγουσα εμπρόθεσμα, νομίμως και προσηκόντως εκπόνησε τη συμφωνηθείσα επίδικη μελέτη η οποία και εγκρίθηκε, απ' όλα τα προαναφερθέντα όργανα, καθώς σε διαφορετική περίπτωση σε ουδεμία έγκριση θα προέβαινε τόσο η Επιτροπή Παρακολούθησης του έργου, αλλά κυρίως η Γενική Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας, αλλά και η εναγομένη δεν θα ελάμβανε την αμοιβή της.

Εξάλλου η τελευταία ουδόλως επικαλείται ότι η εκπονηθείσα μελέτη, είχε οποιοδήποτε ελάττωμα. Ωστόσο παρά το γεγονός ότι η εναγομένη παρέλαβε το ένδικο έργο, σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον την 20-5-2011 (ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε από την Γενική Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης κατά τα ανωτέρω) και εισέπραξε την αμοιβή της κατά τα συμφωνηθέντα με βάση την προγραμματική σύμβαση ποσού 81.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 23% (ενώ είχε συμφωνηθεί ο τότε ισχύων ΦΠΑ 19%, όπως η διαφορά αυτή του ΦΠΑ αναφέρεται στα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα), αρνείτο συστηματικά να προβεί στην καταβολή του συμφωνηθέντος με την άκυρη σύμβαση με την ενάγουσα, ποσού των 68.800 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και ΦΠΑ 19% (57.815,12 ευρώ αμοιβή πλέον ΦΠΑ), το ποσοστό του οποίου σημειωτέον ήδη κατά το χρόνο είσπραξης του ποσού από την ίδια την εναγομένη ανήλθε στο 23%.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί της συστηματικής άρνησης της εναγομένης ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα κάλεσε αυτήν να προβεί στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού, με την από 2-7-2014 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση- δήλωση που επιδόθηκε στην εναγομένη την 7-7-2014 (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Φλώρινας Η.

Μ. προς την εναγομένη). Ειδικότερα με την ως άνω εξώδικο η ενάγουσα καλούσε την εναγομένη εντός προθεσμίας τριών ημερών από την επίδοση αυτής, να προβεί στην εξόφληση της συμφωνηθείσας αμοιβής της ποσού 81.000 ευρώ με το ΦΠΑ, αναφέροντας μεταξύ άλλων σε αυτήν ότι. η ίδια παρά το ότι εισέπραξε την αμοιβή της για το έργο αυτό την 11-12-2013 και έκτοτε κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαίτησή της.

κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, αυτή παράνομα και αδικαιολόγητα αρνείται να της καταβάλει την αμοιβή, καθιστάμενη έτσι υπερήμερη. Με την εκπόνηση και σύννομη παράδοση λοιπόν της επίμαχης μελέτης εκ μέρους της ενάγουσας, την οποία μελέτη αφορούσε η ακύρως συναφθείσα σύμβαση και ακολούθως τη μη πληρωμή εκ μέρους της εναγομένης της οφειλόμενης για το έργο αυτό αμοιβής, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της αντιδίκου της.

δοθέντος ότι αποκόμισε το παρασχεθέν έργο της παραπάνω χρηματικής αξίας, αποφεύγοντας να καταβάλει την οφειλόμενη ως συμφωνηθείσα αμοιβή, εξοικονομώντας κατ' αυτό τον τρόπο τις δαπάνες στις οποίες θα υποβάλλονταν αν εκτελούσε η ίδια το έργο, δηλαδή αν προέβαινε αυτή στην εκπόνηση της μελέτης, όπως και στην περίπτωση που θα είχε τη δυνατότητα να αναθέσει αυτό (έργο) σε τρίτο, τη δαπάνη στην οποία θα υποβάλλονταν.

Συνακόλουθα των όσων αναφέρθηκαν, υφίσταται κατ' αρχήν ουσιαστικά βάσιμη αξίωση της ενάγουσας για απόδοση της ωφέλειας που, αδικαιολόγητα και σε βάρος της περιουσίας της, αποκόμισε η εναγομένη, την οποία άλλωστε η τελευταία δεν αμφισβητεί παρά μόνο διατείνεται ότι δεν προέβη στην καταβολή λόγω της μη εκδόσεως εκ μέρους της ενάγουσας αντίστοιχου τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, για το οποίο γίνεται λόγος κατωτέρω.

Η εναγομένη ισχυρίσθηκε ωστόσο, κατ' ορθή εκτίμηση των διαλαμβανομένων στις νομότυπες και εμπρόθεσμες προτάσεις της, ότι με τις 103/14-11-2014 και 104/14-11-2014 Οριστικές Πράξεις Διορθωτικού Προσδιορισμού ΦΠΑ φορολογικής περιόδου 1-1/31-12-2009 και 1-1/31-12-2010 αντίστοιχα, καταλογίσθηκε σε βάρος της διαφορά κύριου φόρου προστιθέμενης αξίας 137.267,24 ευρώ και 167.975,96 ευρώ αντίστοιχα πλέον πρόσθετου φόρου στην κάθε περίπτωση και ότι την 26-5-2015 προέβη σε εφάπαξ καταβολή και πλήρη εξόφληση των προαναφερομένων φόρων, συνολικού ποσού 305.243,20 ευρώ, ασκώντας παράλληλα την από 29-4-2015 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, προς ακύρωση των ανωτέρω πράξεων, επικαλούμενη δε ότι με την εν λόγω καταβολή στην οποία προέβη στερείται πλέον ταμειακών διαθεσίμων, και ως εκ τούτου υπάρχει αντίστοιχη (ισόποση) απόσβεση της υποχρέωσής της περί απόδοσης του πλουτισμού, κατ' άρθρο 909 ΑΚ, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής δεν σώζεται ισόποσο ποσό του πλουτισμού.

Ωστόσο, τα επικαλούμενα από την εναγομένη πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να θεμελιώσουν, καθ' ο μέρος αφορούν την ανωτέρω διενεργηθείσα (κατά τους ισχυρισμούς του πάντα) δαπάνη, την εκ του άρθρου 909 ΑΚ ένσταση, καθόσον ακόμη και εάν πράγματι δόθηκε το προαναφερόμενο ποσό για την αιτία που αναφέρεται, η καταβολή του δεν συνιστά δαπάνη στην οποία άλλως, ήτοι σε περίπτωση μη κτήσεως του πλουτισμού, η εναγομένη δεν θα προέβαινε, με βάση και τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο "III" νομική σκέψη, απορριπτομένης κατά συνέπεια της ενστάσεως αυτής.

Περαιτέρω η εναγομένη ισχυριζόμενη ότι διατηρεί σε βάρος της ενάγουσας δύο απαιτήσεις συνολικού ποσού 31.798,31 ευρώ προβάλλει αυτές σε συμψηφισμό προς την απαίτηση της ενάγουσας, ζητώντας να απορριφθεί η αγωγή ως προς το ποσό αυτό. Ειδικότερα διατείνεται α) ότι το έτος 2013 κατά το οποίο και εισέπραξε η ίδια την αμοιβή της φορολογήθηκε για το σύνολο του ποσού που εισέπραξε, χωρίς να μπορεί να εκπέσει η δαπάνη της αμοιβής της ενάγουσας, συνεπεία της συστηματικής εκ μέρους αυτής (ενάγουσας) παραλείψεως εκδόσεως τιμολογίου με αποτέλεσμα να φορολογηθεί για το ποσό των 57.815,12 ευρώ, το οποίο αφορά την αμοιβή της ενάγουσας (χωρίς το ΦΠΑ) με ποσοστό 26% και να επιβαρυνθεί εξ αυτού με φόρο ποσού 15.031,93 ευρώ και β) ότι σε περίπτωση που υποχρεωθεί με την παρούσα απόφαση να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτούμενο ποσό δεν θα μπορέσει και πάλι να εκπέσει από το εισόδημά της το εν λόγω ποσό, επιβαρυνόμενη με φόρο ύψους 16.766,38 ευρώ ήτοι με αυξημένο συντελεστή φόρου 29% X ποσού των 57.815,12 ευρώ.

Η επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 440 επ. ΑΚ ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης είναι απορριπτέα και ως προς τα δύο σκέλη της. Ως προς την υπό στοιχείο β' σκέλος απαίτηση, η προβληθείσα ένσταση είναι απορριπτέα πρωτίστως γιατί η επικαλούμενη αυτή απαίτηση, δεν είναι γεννημένη κατά το παρόν στάδιο αφού είναι μέλλουσα και αβέβαιη και σε κάθε περίπτωση μη ληξιπρόθεσμη με αποτέλεσμα απαραδέκτως να προβάλλεται σε συμψηφισμό προς την απαίτηση της ενάγουσας.

Όσον δε αφορά την υπό στοιχείο α' απαίτηση είναι και αυτή απορριπτέα ως αορίστως προβληθείσα, καθόσον για το ορισμένο της ενστάσεως αυτής όφειλε να εκθέσει το σύνολο των εισοδημάτων της για τα οποία υποχρεώθηκε φορολογικά και στη συνέχεια πόση κατ' αναλογία ήταν η φορολογική επιβάρυνσή της σε σχέση με το δηλωθέν ποσό των 57.815,12 ευρώ, το οποίο αφορά την αμοιβή της ενάγουσας, δεδομένου ότι η φορολογική υποχρέωση δεν γεννιέται από κάθε ποσό ξεχωριστά.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο προβληθείς ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος. Στο σημείο αυτό ν' αναφερθεί ότι η ένταση που επικουρικά προβάλλει η εναγομένη περί μειώσεως της αμοιβής της εναγόμενης στο προσήκον μέτρο αφαιρουμένου του ποσού των 31.798,31 ευρώ, αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον εν προκειμένω η κύρια βάση της αγωγής πηγάζουσα από τη σύμβαση απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω, χωρίς να υπάρχει πεδίο εφαρμογής στο ποσό που οφείλεται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Περαιτέρω η εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, ισχυρίζεται και όπως ο ισχυρισμός αυτός δεόντως εκτιμάται, ότι δεν προέβη στην καταβολή προς την ενάγουσα της αμοιβής της λόγω της μη εκδόσεως εκ μέρους αυτής αντίστοιχου τιμολογίου παροχής υπηρεσιών ισχυριζόμενη ότι γι' το λόγο αυτό δεν κατέστη η ίδια υπερήμερη ως προς την καταβολή του επίδικου ποσού.

Μάλιστα προς επίρρωση του ισχυρισμού της προσκομίζει μετ' επικλήσεως το υπ' αριθμ., …./4-11-2013 έγγραφο της Γενικής Διευθύντριας της ιδίας Ζ. Ρ. απευθυνόμενο προς την ενάγουσα με το οποίο την καλεί να προβεί σε εκτέλεση του 5ου όρου του από 23-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού καταρτισθέντος μεταξύ τους (επίδικο) ήτοι να αποστείλει Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών.

Ωστόσο ουδόλως πιθανολογείται ότι το έγγραφο αυτό με οποιονδήποτε τρόπο γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα, καθώς ούτε αποστολή με συστημένη επιστολή επικαλείται η εναγομένη, ούτε επίδοση με δικαστικό επιμελητή, ή κατ' άλλο νόμιμο τρόπο γνωστοποίηση, η δε ενάγουσα αρνείται ότι έλαβε γνώση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο.

Το έγγραφο αυτό πράγματι συντάχθηκε και καταχωρήθηκε στο πρωτόκολλο της εναγομένης, πλην όμως δεν πιθανολογείται βάσιμα ότι το έλαβε ο αποδέκτης του. Να σημειωθεί ότι τα όσα ο μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε ότι "πίεσαν την ενάγουσα πολλές φορές για τα φορολογικά έγγραφα και προφορικώς και γραπτώς" πέραν της αοριστίας της οποίας ενέχει η αναφορά αυτή από κανένα στοιχείο δεν πιθανολογείται βασιμότητα του περιεχομένου της καταθέσεώς του ως προς το στοιχείο αυτό.

Είναι δε αληθές όπως προαναφέρθηκε ότι στον 5ο όρο του ως άνω συμφωνητικού περιελήφθη όρος ότι η αμοιβή της αναδόχου - ενάγουσας ποσού 68.000 ευρώ με το ΦΠΑ 19% θα καταβληθεί σε μία δόση έναντι νομίμων παραστατικών ταυτόχρονα με την πληρωμή του εργοδότη- εναγομένης από το ως άνω αναφερόμενο αναπτυξιακό πρόγραμμα.

Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω η ενάγουσα όχλησε εξωδίκως την εναγομένη την 7-7-2014 καλώντας αυτήν να της καταβάλει την αμοιβή, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στην εν λόγω εξώδικο ζητάει το ποσό των 81.00 ευρώ με το ΦΠΑ, έκτοτε όμως η εναγομένη σε ουδεμία ενέργεια προέβη. Από την εξώδικο αυτό είναι προφανές ότι η ενάγουσα είναι πρόθυμη να προβεί στην έκδοση του τιμολογίου, και η μόνη που συστηματικά αρνείται είναι η εναγομένη να προβεί σε καταβολή.

Ακόμη η ενάγουσα ισχυρίζεται με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της, ότι δεν προέβη στην έκδοση του τιμολογίου, λόγω της άρνησης της εναγομένης να προβεί στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού και στην αδυναμία της, σε περίπτωση εκδόσεως του εν λόγω τιμολογίου, να επωμισθεί η ίδια, με την απόδοση προς το Δημόσιο, του αναλογούντος, στο ποσό της αμοιβής της, ΦΠΑ.

Πρόδηλο δε παρίσταται το γεγονός ότι η εναγομένη η οποία είναι η υπόχρεη προς καταβολή της αμοιβής, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, του ποσού των 68.800 ευρώ με το ΦΠΑ, υπό την κατωτέρω διευκρίνιση, παρά το ότι εισέπραξε η ίδια την αμοιβή της δεν κατέβαλε αντίστοιχα την αμοιβή της ενάγουσας, καθιστάμενη έτσι υπερήμερη (346 ΑΚ), ως προς την καταβολή αυτής, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού της περί υπερημερίας της ενάγουσας κατ' άρθρ. 349 ΑΚ, ως προς την παροχή της ιδίας, καθώς ουδόλως πιθανολογήθηκε ότι αυτή (παροχή) προσφέρθηκε.

Συνακόλουθα των όσων αναφέρθηκαν, πιθανολογηθείσας ως βάσιμης της απαίτησης της ενάγουσας, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, υπό τον κατωτέρω περιορισμό, ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη, να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 71.112,60 ευρώ. από το οποίο το ποσό των 57.815,12 ευρώ, που αντιστοιχεί στην εξοικονομηθείσα και οφειλόμενη δαπάνη του εκτελεσθέντος έργου- εκπόνηση μελέτης, καθώς και το αντίστοιχο ποσό του ΦΠΑ, ποσοστού 23%, στο οποίο ανέρχονταν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής και το οποίο αιτείται η ενάγουσα, ύψους 13.297,48 ευρώ, το οποίο επίσης εξοικονόμησε, και η ενάγουσα (ανάδοχος -υπεργολάβος) ως υπόχρεη για την έκδοση τιμολογίου και την απόδοση του αναλογούντος σ' αυτό Φ.Π.Α. (αριθμ. 1,2 παρ. 1, 8 παρ.1, 14 παρ. 1, 16 παρ. 1, 36 και 38 του ν. 2859/2000), δικαιούται να τον επιδιώξει (το Φ.Π.Α.) από την εργοδότρια, εν προκειμένω εναγομένη και κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφόσον (και υπό την προϋπόθεση) προβεί στην έκδοση του σχετικού τιμολογίου.

Στην περίπτωση δε αυτή η απαίτηση για την καταβολή κατά τα άνω του Φ.Π.Α., γεννιέται από την επέλευση του χρονικού σημείου της έκδοσης του σχετικού παραστατικού με την καταβολή του ποσού της οφειλόμενης αμοιβής και ως εκ τούτου μπορεί να ζητηθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε' ΚΠολΔ. Το άνω τέλος ποσό ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μόνο για το ποσό των 57.815.12 ευρώ, ενώ το ποσό των 13.297,48 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στον αναλογούντα ΦΠΑ, πρέπει να καταβάλει ατόκως, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν απέδωσε με την έκδοση σχετικού τιμολογίου στο Ελληνικό Δημόσιο".

Ακολούθως με βάση τις ανωτέρω κρίσεις και παραδοχές το δικάσαν Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή κατά την στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 158, 159, 180, 345, 346, 361, 681, 694 και 904 ΑΚ επικουρική βάση της, και υπεχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τα ποσά, των μεν 57.815,12 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως οφειλόμενη υπ' αυτής εργολαβική αμοιβή, των δε 13.297,48 ευρώ, για αντιστοιχούντα στο προαναφερόμενο ποσό της εργολαβικής αμοιβής της, ΦΠΑ, ατόκως και υπό τον όρον εκδόσεως υπό της αναιρεσιβλήτου του σχετικού φορολογικού παραστατικού.- Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε και ειδικότερα με τις παραδοχές α) ότι, με την εκπόνηση και σύννομη παράδοση εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου ενάγουσας, της συμφωνηθείσης επίδικης μελέτης, η οποία έλαβε χώρα τουλάχιστον την 20-5-2011, την οποία μελέτη αφορούσε η ακύρως μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση έργου, ακολούθως την μη πληρωμή εκ μέρους της αναιρεσειούσης εναγομένης της οφειλόμενης για το έργο αυτό αμοιβής ποσού 57.815,12 ευρώ, η τελευταία κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της αντιδίκου της, δοθέντος ότι αποκόμισε το παρασχεθέν έργο της ανωτέρω χρηματικής αξίας, αποφεύγοντας να καταβάλει στην αντίδικό της την οφειλόμενη για την εκτέλεση του έργου αυτού, ως συμφωνηθείσα, αμοιβή της, εξοικονομώντας, κατ' αυτό τον τρόπο, τις δαπάνες στις οποίες θα υποβαλλόταν αν εκτελούσε η ίδια το έργο, δηλαδή αν προέβαινε αυτή στην εκπόνηση της μελέτης, όπως και στην περίπτωση που θα είχε την δυνατότητα να το αναθέσει αυτό (έργο) σε τρίτο, την δαπάνη στην οποία θα υποβάλλονταν, β) ότι το ανωτέρω ποσό του πλουτισμού της η εναγομένη- αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να το αποδώσει στην ενάγουσα αναιρεσίβλητη, ως εξοικονομηθείσα αντίστοιχη δαπάνη στην οποίαν θα υποβαλλόταν ως εργοδότης για την πληρωμή της αμοιβή της αντιδίκου της ως εργολάβου άμα τη παραδόσει του εκτελεσθέντος έργου (ΑΚ 694), ανεξαρτήτως της εκδόσεως από την ενάγουσα εργολάβο του σχετικού τιμολογίου, γ) ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται, να απαιτήσει από την εναγομένη - αναιρεσείουσα το εκ 13.297,48 ευρώ ποσό του αναλογούντος στην ανωτέρω εργολαβική αμοιβή της ΦΠΑ, κατά την οποία η τελευταία επίσης κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιώτερη, κατά τα αμέσως προαναφερόμενα, διότι και κατά το ποσό τούτο και κατά τον ως άνω τρόπο, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιώτερη σε βάρος της περιουσίας, υπό τον όρο της εκδόσεως υπ' αυτής (εναγούσης και ήδη αναιρεσιβλήτου) του σχετικού τιμολογίου και δ) ότι το ως άνω ποσό του ΦΠΑ είναι καταβλητέο από την εναγομένη αναιρεσείουσα υπό τον όρο της εκδόσεως από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη του σχετικού φορολογικού παραστατικού, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών, που δέχτηκε ότι πιθανολογήθηκαν, στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 681, 694, 904 και 909 ΑΚ, 1, 2 παρ.1, 8 παρ. 1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1, 36 και 38 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Φόρος", τις οποίες και ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ουδεμία δε αντίφαση υφίσταται μεταξύ της παραδοχής, ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα εργοδότης, ως καταστάσα αδικαιολογήτως πλουσιώτερη, είναι υποχρεωμένη στην καταβολή της συνιστώσης τον πλουτισμό της και υπ' αυτής οφειλομένης, κατά την γενομένη παράδοση του έργου, όπως ορίζεται από την διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, αμοιβής της εναγούσης - αναιρεσιβλήτου (εργολάβου), νομιμοτόκως από της επιδόσεως της περί τούτου αγωγής και εκείνης, ότι επίσης είναι υποχρεωμένη, ως καταστάσα και κατά τούτο αδικαιολογήτως πλουσιώτερη, να αποδώσει και το ποσό του αναλογούντος και συμφωνηθέντος ότι την βαρύνει, ΦΠΑ, υπό τον όρο εκδόσεως από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη - εργολάβο του σχετικού παραστατικού, ως τούτο ορίζεται από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 8 παρ. 1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1, 36 και 38 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Φόρος".

Και τούτο, διότι, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, είναι διάφορος ο χρόνος γενέσεως και ο τρόπος ασκήσεως των σχετικών αυτών αξιώσεων, δοθέντος ότι η πρώτη, δηλαδή η αξίωση της αμοιβής του εργολάβου, γεννάται άμα ο τελευταίος παραδώσει το έργο που εξετέλεσε στον εργοδότη (ΑΚ 694), η δε δεύτερη, για καταβολή από τον εργοδότη του συμφωνηθέντος ότι τον βαρύνει και αναλογούντος στην εργολαβική αμοιβή ΦΠΑ, άμα τη εκδόσει του σχετικού παραστατικού, δυναμένη να ζητηθεί και κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 69 παρ. 1 περ.

ε' ΚΠολΔ (ΑΠ 1113/2017), όπως κατ' ορθήν εφαρμογή των διατάξεων αυτών δέχθηκε και η αναιρεσιβαλλομένη.

Συνεπώς, τα αντίθετα που, κατ' ορθήν εκτίμηση του οικείου μέρους των δευτέρου και του πρώτου προσθέτου λόγων της αιτήσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα και οι λόγοι αυτοί, κατά το οικείο μέρος τους, αποβαίνουν απορριπτέοι. Η περαιτέρω, με τον δεύτερο κύριο λόγο της αιτήσεως και υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση, ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, συνισταμένης της αντιφάσεως στο ότι ενώ "θέτει ως προϋπόθεση της εξόφλησης της ενάγουσας την έκδοση παραστατικού", ακολούθως "διατάσσει την καταβολή νομιμοτόκως του ποσού από την επίδοση της αγωγής, μολονότι δεν έχει πληρωθεί ο όρος της έκδοσης του παραστατικού εκ μέρους της ενάγουσας", είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, διότι η επικαλουμένη, ως αντίφαση, πλημμέλεια, δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, διότι αναφέρεται σε "αντίθεση" μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικό και όχι μεταξύ παραδοχών του αιτιολογικού.

Αλλά και εκτιμωμένου, ότι με το υπό το περιεχόμενο αυτό ίδιο αυτόν (δεύτερο κύριο) αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος ο λόγος αυτός της αιτήσεως, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ) στο διατακτικό, η εναγομένη υποχρεώνεται να καταβάλει το μεν το συνιστών τον πλουτισμό της, εκ 57.142,86 ευρώ, ποσό της αμοιβής της ενάγουσας νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το δε ποσό των 13.142,86 ευρώ για αναλογούντα στην ανωτέρω αμοιβή της εναγούσης ΦΠΑ, υποχρεώνεται να το καταβάλει, επίσης ως πλουτισμό της, υπό τον όρο εκδόσεως του σχετικού παραστατικού, μεταξύ δε των διατάξεων του διατακτικού αυτού της αναιρεσιβαλλομένης τούτων ουδεμία αντίφαση δημιουργείται.-/ Για να είναι ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, στην περίπτωση που η αγωγή ή ένας αγωγικός ή άλλος αυτοτελής ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος πρέπει, κατ' αρχήν, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το δικόγραφο αυτό να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 388/1998, ΑΠ 699/2011).

Πρέπει, επίσης, να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως α) ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και το περιεχόμενό της, β) η νομική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως για την έννοια της διάταξης αυτής γ) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα, καθώς και δ) και τέλος η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή ποια η έννομη συνέπεια η οποία καταγνώσθηκε με βάση την προβαλλόμενη παραβίαση (ΑΠ 1090/2017, ΑΠ 1662/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το πρώτο μέρος του δευτέρου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προσθέτου λόγου της αιτήσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την εκ του άρθρου 909 ΑΚ, ένσταση καταλυτική του δικαιώματος της εναγούσης και ήδη αναιρεσιβλήτου προς απόδοση της ωφέλειας (ΑΠ 2167/2013, ΑΠ 432/2013), την οποία επικουρικά προέβαλλε, παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 904 και 909 ΑΚ.

Ο λόγο αυτός είναι αόριστος και εξ αυτού του λόγου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει στο αναιρετήριο την νομική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως για την έννοια των διατάξεων αυτών, το περιεχόμενο και το αίτημα της ενστάσεώς της αυτής και το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος των αποδιδόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελειών.

Για να είναι ορισμένος ο, κατά τα σχετικώς προαναφερόμενα, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, τον οποίο αφορά η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 287/2017, ΑΠ 148/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του δευτέρου προσθέτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 440 ΑΚ, συνισταμένης στο ότι ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της το δικάσαν Εφετείο δεν τις εφήρμοσε, λόγω της εσφαλμένης κρίσεώς του ότι η φορολογική επιβάρυνσή της για το οικονομικό έτος 2013 δεν αποτελούσε γεγενημένη και ληξιπρόθεσμη ανταπαίτησή της εν έτει 2017, καίτοι δέχεται την επίδραση παραλείψεως εκδόσεως φορολογικών στοιχείων στον τρόπο φορολογήσεώς της.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι αόριστος, εντεύθεν απαράδεκτος και εξ αυτού του λόγου απορριπτέος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει τον ισχυρισμό και τα περιστατικά που πρότεινε για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο υπάρχει η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, ουδέ εξειδικεύει το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.- Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος, αναιρέσεως, κύριος ή πρόσθετος, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-5-2017 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 14/2017) αίτηση και τους από 27-12-2017 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 140/2017) πρόσθετους λόγους της, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.-

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ