164/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ από 11-7-2016 (αριθμός κατάθεσης …/19-7-2016) αίτηση αναίρεσης κατά της 21/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 1774/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 14-4-2011 (αριθμός κατάθεσης …/14-4-2011) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
Legislator headnote
AI generated164/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 164 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 164/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. (I. C.) του Β. (V.), κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παντελή Αγγελόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (...), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στη … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Αγγελίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1774/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 21/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/19-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 11-7-2016 (αριθμός κατάθεσης …/19-7-2016) αίτηση αναίρεσης κατά της 21/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 1774/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 14-4-2011 (αριθμός κατάθεσης …/14-4-2011) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ, συνάγεται ότι στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή σε προσδιορισμό της παρεχόμενης εργασίας με κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη ή β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 ή, τέλος, γ) να εμμείνει, εξωδίκως ή και δικαστικώς, στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 132/2016).
Η μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχτεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικά δείχνουν τη βούλησή του για αποδοχή, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε καταρτίζεται, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο μισθωτός δεν μπορεί ούτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης αυτής εκ μέρους του εργοδότη, αλλά ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής σύμβασης, όπως αυτή είχε προηγουμένως (ΑΠ 2056/2006, ΑΠ 1942/2008).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
3. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 21/2016 απόφασή του, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων την 27-6-2002, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία κατασκευής οικοδομικών έργων, προκειμένου να εργασθεί ως τεχνίτης ξυλοτύπου, επί επτάωρο ημερησίως και επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, αμειβόμενος όχι με μηνιαίο μισθό, αλλά με ημερομίσθιο καθοριζόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών κλάδων όλης της χώρας.
Ότι, μετά το καλοκαίρι του έτους 2010, η εναγομένη άρχισε να εμφανίζει οικονομικά προβλήματα, τα οποία στη συνέχεια επιδεινώθηκαν και κατά το πρώτο τρίμηνο του 2011 προέβη σε απολύσεις 51 εργαζομένων. Ότι από τις αρχές του 2011 η εναγομένη άρχισε να απασχολεί τον ενάγοντα ευκαιριακά. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2010 έως και το Μάρτιο 2011, απασχόλησε τον ενάγοντα κατά μήνα, αντιστοίχως, μόνο 14 ημέρες, 18 ημέρες, 5 ημέρες, 8 ημέρες, 12 ημέρες, 11 ημέρες και 2 ημέρες.
Ότι ο ενάγων απέκρουσε ρητά την ως άνω μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, θεωρώντας την ως μη νόμιμη και συνεπώς ως άτακτη καταγγελία αυτής. Ότι απηύθυνε στην εναγομένη την από 24-3-2011 εξώδικη διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στην τελευταία την 28-3-2011, με την οποία δήλωσε ότι θεωρεί την ανωτέρω μερική απασχόλησή του καταχρηστική και συνιστώσα άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους αυτής της ίδιας από 2-3-2011, ήτοι την ημέρα που πραγματοποίησε το τελευταίο ημερομίσθιο στην επιχείρησή της.
Ότι η εναγομένη παρέλειψε να καταβάλει στον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Ότι έκτοτε ο ενάγων παρέμεινε άνεργος κατά το χρονικό διάστημα από τη συντέλεση της άτακτης καταγγελίας (2-3-2011) μέχρι την 31-7-2013, που ο τελευταίος προσελήφθη για να προσφέρει την εργασία του σε άλλον εργοδότη, όπως προκύπτει από τον προσκομιζόμενο και επικαλούμενο λογαριασμό ασφαλισμένου της χρονικής περιόδου 3/2011 έως 11/2013 του ΙΚΑ ….
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η εναγομένη, η οποία, χωρίς να απολύσει με νόμιμο τρόπο τον ενάγοντα για να του δώσει τη δυνατότητα αναζήτησης άλλης εργασίας, μείωσε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα (Σεπτέμβριος 2010 - Μάρτιος 2011) τις ημέρες απασχόλησής του κατά μήνα, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, χωρίς τη συναίνεσή του, ενήργησε κατά προφανή υπέρβαση του διευθυντικού της δικαιώματος και προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, η οποία συνιστά σιωπηρή καταγγελία αυτής.
Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, γι' αυτό και δεν επέφερε τη λύση της σύμβασης, με αποτέλεσμα η εναγομένη να περιέλθει έκτοτε σε υπερημερία εργοδότη και να οφείλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας για το ως άνω χρονικό διάστημα.
4. Στη συνέχεια, το Εφετείο, προκειμένου να υπολογίσει τις αποδοχές υπερημερίας, τις οποίες η εναγομένη όφειλε στον ενάγοντα και προκειμένου να κρίνει εάν αυτός δικαιούται διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2006 έως 31-7-2010, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα εξής ουσιώδη:
Ότι το ημερομίσθιο του ενάγοντος, με βάση τις ισχύουσες για τον κλάδο του ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και των συναφών κλάδων όλης της χώρας, ανερχόταν: α) από 1-1-2006 έως 31-8-2006 σε 50,02 €, β) από 1-9-2006 έως 31-12-2006 σε 51,52 €, γ) από 1-1-2007 έως 31-12-2007 σε 55,13 €, δ) από 1-1-2008 έως 31-12-2008 σε 59,26 € και ε) από 1-1-2009 έως την ημέρα της απόλυσής του (2-3-2011) σε 61,93 €.
Ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες μισθολογικές καταστάσεις των ετών 2006 έως 31-12-2010, ο ενάγων, για την παρασχεθείσα εργασία του στην εναγομένη, με βάση τις πραγματικές ημέρες απασχόλησής του και σύμφωνα με τις ισχύουσες ΣΣΕ, έπρεπε να λάβει ως αμοιβή τα ακόλουθα χρηματικά ποσά και αντί αυτών έλαβε τα κατωτέρω αναφερόμενα: 1) από 1-1-2006 έως 31-8-2006 το ποσό των 7.259,90 € (ήτοι 145 ημερομίσθια Χ 50,02 €), έλαβε το ποσό των 6.918,98 €, ήτοι έλαβε 340,92 € λιγότερα, 2) από 1-9-2006 έως 31-12-2006 το ποσό των 3.503,36 € (ήτοι 68 ημερομίσθια Χ 51,52 €), έλαβε το ποσό των 4.029 €, ήτοι έλαβε 525,64 € περισσότερα, ενώ για ολόκληρο το έτος 2006, με βάση τις ημέρες απασχόλησης και το καταβαλλόμενο από την εναγομένη ημερομίσθιο, έλαβε 184,72 € περισσότερα από τα προβλεπόμενα από την οικεία ΣΣΕ, 3) από 1-1-2007 έως 31-12-2007 το ποσό των 12.459,38 € (ήτοι 226 ημερομίσθια Χ 55,13 €), έλαβε το ποσό των 13.862,46 €, ήτοι έλαβε 1.403,08 € περισσότερα, 4) από 1-1-2008 έως 31-12-2008 το ποσό των 13.629,80 € (ήτοι 230 ημερομίσθια Χ 59,26 €), έλαβε το ποσό των 15.616,63 €, ήτοι έλαβε 1.986,83 € περισσότερα, 5) από 1-1-2009 έως 31-12-2009 το ποσό των 13.438,81 € (ήτοι 217 ημερομίσθια Χ 61,93 €), έλαβε το ποσό των 16.355,08 €, ήτοι έλαβε 2.916,27 € περισσότερα, και 6) από 1-1-2010 έως 31-12-2010 το ποσό των 11.642,84 € (ήτοι 188 ημερομίσθια Χ 61,93 €), έλαβε το ποσό των 14.553,08 €, ήτοι έλαβε 2.910,24 € περισσότερα.
Ότι ο ενάγων, με βάση τις ημέρες πραγματικής απασχόλησής του στην εναγομένη, όπως αυτές προκύπτουν από τις μηνιαίες μισθολογικές καταστάσεις των ετών 2006 - 2010, αλλά και τον από 22-3-2011 προσκομιζόμενο και επικαλούμενο λογαριασμό ασφαλισμένου του ΙΚΑ για τα έτη 2009 και 2010, έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 61.934,09 €, η δε εναγομένη του κατέβαλε για το ως άνω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 71.335,23 €, ήτοι του κατέβαλε 9.401,14 € περισσότερα από αυτά που δικαιούταν να λάβει με βάση το προβλεπόμενο από τις οικείες ΣΣΕ ημερομίσθιο.
Ότι, συνεπώς, ο ενάγων δεν δικαιούται το ποσό των 10.686,27 € για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2006 έως 31-7-2010. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι, κατά τα έτη 2009 και 2010, κατά τα οποία η εναγομένη δεν είχε αρχίσει ακόμη να μειώνει καταχρηστικά τις ημέρες απασχόλησης του ενάγοντος, αυτός πραγματοποίησε, αντίστοιχα, 217 και 188 ημερομίσθια, δηλαδή λιγότερα των αρχικώς συμφωνηθέντων, χωρίς να υπάρξει αντίρρηση από πλευράς του, ο οποίος συνήνεσε σιωπηρά σ' αυτό το μικρό περιορισμό.
Ότι μέσα στη διετία αυτή, ο μέσος όρος των ημερών απασχόλησής του στην επιχείρηση της εναγομένης, κατά μήνα, ανήλθε σε 17 ημέρες (ήτοι, 217 + 188 = 405 ημέρες : 24 μήνες). Ότι οι οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 2-3-2011 έως 31-7-2013 ανέρχονται στο ποσό των 29.478,68 € (ήτοι, 17 ημέρες Χ 61,93 € ημερομίσθιο = 1.052,81 € μηνιαίως Χ 28 μήνες).
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη, λόγω της υπερημερίας της, οφείλει στον ενάγοντα ως αποδοχές υπερημερίας μόνο το ως άνω ποσό, το οποίο και, μετά την εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοδικείου και την εκ νέου ουσιαστική εκδίκαση της αγωγής, επιδίκασε εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς και αιτιολογημένα εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα σκέψη με αρ.2. Πράγματι, όπως εμμέσως, πλην σαφώς, προκύπτει από τις παραδοχές του, αρχικά συμφωνήθηκε να παρέχει ο ενάγων την εργασία του επί επτάωρο ημερησίως και επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, αμειβόμενος όχι με μηνιαίο μισθό, αλλά με ημερομίσθιο καθοριζόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και συναφών κλάδων όλης της χώρας, πλην όμως, από 1-1-2006 έως τέλος του έτους 2010, η εναγομένη δεν τον απασχολούσε επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, αλλά μείωσε τις ημέρες απασχόλησής του και, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές, κατά τα έτη 2006, 2007, 2008, 2009 και 2010, πραγματοποίησε συνολικά 213, 226, 230, 217 και 188 ημερομίσθια, αντίστοιχα.
Τη μεταβολή αυτή των όρων εργασίας αποδέχθηκε σιωπηρά ο ενάγων, καθόσον επί μακρό χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών, όχι μόνο δεν υπήρξε αντίρρηση από πλευράς του, αλλά αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα συμμορφώθηκε προς τους νέους όρους εργασίας, σε σχέση με τον αριθμό των μηνιαίων ημερομισθίων, οπότε καταρτίσθηκε εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής ως προς το χρόνο της εργασίας.
Όταν δε, από τις αρχές του έτους 2011, μείωσε περαιτέρω τις ημέρες εργασίας του και άρχισε να τον απασχολεί ευκαιριακά, τότε διαμαρτυρήθηκε ειδικά και απηύθυνε στην εναγομένη την από 24-3-2011 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία απέκρουσε ρητά τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, θεωρώντας την ως άτακτη καταγγελία αυτής, κατά τα ανωτέρω.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, ενώ κατ' αρχήν δέχθηκε ότι έπρεπε να απασχολεί τον ενάγοντα καθημερινώς, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, εν τούτοις, χωρίς καμία αιτιολογία και αντιφάσκουσα με τις παραδοχές της, υπολόγισε τις μηνιαίες αποδοχές υπερημερίας με βάση το μέσο όρο των πραγματοποιηθέντων ημερομισθίων κατά τα έτη 2009 και 2010 (ήτοι 17 ημερομίσθια) και όχι με βάση 25 ημέρες εργασίας και επιπλέον περιόρισε τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας μέχρι 31-7-2013, είναι αβάσιμος.
Ακόμη, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-7-2010, με βάση τις ημέρες απασχόλησής του στην εναγομένη και το προβλεπόμενο από τις οικείες ΣΣΕ ημερομίσθιο, έλαβε πλέον των δικαιουμένων και ως εκ τούτου δεν δικαιούται διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών κατά το ως άνω χρονικό διάστημα.
Ακολούθως, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος αυτό και απέρριψε το εν λόγω κονδύλιο ως ουσία αβάσιμο. Έτσι που έκρινε, ορθά το νόμο εφάρμοσε και διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των άρθρων 648 και 653 ΑΚ και ως στερούμενη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης (με βάση το οποίο κρίνεται η συνδρομή έλλειψης νόμιμης βάσης) προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το πραγματικό του οποίου πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στη στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 117/2017). Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 130/2016).
6. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-7-2010, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πραγματοποίησε ημερομίσθια περισσότερα από αυτά, για τα οποία του κατέβαλε αμοιβή η εναγομένη, αφού οι ημέρες απασχόλησής του στην επιχείρηση της τελευταίας προκύπτουν από τις αναφερόμενες μισθολογικές καταστάσεις και τον επίσημο λογαριασμό ασφαλισμένου του ΙΚΑ για τα έτη 2009 και 2010.
Ότι, επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός πραγματοποίησε εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και αργίες, υπερεργασία, πρόσθετη εργασία και υπερωρίες, δεδομένου ότι και οι μάρτυρες της εναγομένης, συνάδελφοι του ενάγοντος, εργαζόμενοι στην ίδια επιχείρηση, ουδέν κατέθεσαν περί τούτου, ενώ δεν αντικρούονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, οι οποίοι αρκούνται στην επιβεβαίωση του περιεχομένου της αγωγής ως προς την υπερωριακή απασχόληση αυτού.
Το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα προσωπικό του σημειωματάριο, όπου σημειώνονται οι ημέρες και ώρες εργασίας του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν αποδεικνύει με ασφάλεια τους ισχυρισμούς του, αφού τα όσα περιέχονται σε αυτό, τα έγραψε ο ίδιος σε απροσδιόριστο χρόνο και με βάση τις δικές του απαιτήσεις, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συνεχής και αδιάκοπη εργασία, που επικαλείται, δεν αντέχει και στα διδάγματα της κοινής πείρας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε διαφορετικά και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε τα αιτούμενα κονδύλια για εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές και αργίες, υπερεργασία, πρόσθετη εργασία και υπερωρίες, συνολικού ύψους 47.001,35 €, ως ουσία αβάσιμα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του συνοπτικές αλλά πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και συνεπώς είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίκληση της άνω πλημμέλειας, πλήττεται απαραδέκτως η γενόμενη από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/19-7-2016 αίτηση για αναίρεση της 21/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά της έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Οκτωβρίου 2017. -Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ