164/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας αρχικώς εξεδόθη η 1656/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω μη κλητεύσεως των αναιρεσιβλήτων από το αναιρεσείον, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 203/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε την από 27.12.2004 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 258/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία είχε απορρίψει την ανακοπή του αναιρεσείοντος και αφού απέρριψε την έφεση ως προς τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο εφεσίβλητους, δέχθηκε την έφεση ως προς την τέταρτη εφεσίβλητη, εξαφάνισε την 258/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη ανακοπή και μεταρρύθμισε εν μέρει τον ...2003 πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβ/φου Αγρινίου Σοφίας Σακέλλου - Τουλιάτου.
Legislator headnote
AI generated164/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε και επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, Β. Ρ., όπως προκύπτει από την 9667/2-6-2014 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμ. του Πρωτοδικείου Αγρινίου, Γ. Κ. (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν, ως εάν ήτο παρών.
Full text
Απόφαση 164 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 164/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ’ ων η κλήση: 1) Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΥΔΡΑΥΛΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ" και το διακριτικό τίτλο "Σ.Ε.Υ.Δ.Α", που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Ρ., 3) Ε. Κ. του Σ., 4) Σ. Σ. - Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/11/ 2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 258/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 203/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 18/2/2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1656/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 27/11/2013 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 26/11/2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά τον πρώτο αυτής λόγο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας αρχικώς εξεδόθη η 1656/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω μη κλητεύσεως των αναιρεσιβλήτων από το αναιρεσείον, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 203/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε την από 27.12.2004 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 258/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία είχε απορρίψει την ανακοπή του αναιρεσείοντος και αφού απέρριψε την έφεση ως προς τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο εφεσίβλητους, δέχθηκε την έφεση ως προς την τέταρτη εφεσίβλητη, εξαφάνισε την 258/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη ανακοπή και μεταρρύθμισε εν μέρει τον ...2003 πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβ/φου Αγρινίου Σοφίας Σακέλλου - Τουλιάτου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε και επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, Β. Ρ., όπως προκύπτει από την 9667/2-6-2014 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμ. του Πρωτοδικείου Αγρινίου, Γ. Κ. (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν, ως εάν ήτο παρών.
Ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, πρώτο, τρίτο και τετάρτη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ως μη ασκηθείσα (άρθρο 12 παρ. 1, Ν. 2298/1995, ΑΠ 1163/2003, ΕλλΔικ 2005 395).
2. Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 6-5-1997 μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 6 παρ. 16 β’ του Ν 2479/1997, κατατάσσονται προνομιακά στην τρίτη σειρά οι απαιτήσεις των δικηγόρων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, χωρίς μάλιστα κατά τη σύνταξη του πίνακα να απαιτείται να έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση.
Ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνεται το προνόμιο ορίσθηκε η ημερομηνία για την οποία είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ χρόνος αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο έτη. Η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας.
Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις των δικηγόρων, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό διετία, εφόσον όμως προέκυψαν μέσα στη διετία αυτή και όχι και εκείνες που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό και έως και την ημέρα, που τελικά αυτός διενεργήθηκε (Α.Π. 300/2002, Α.Π.1101/2006, Α.Π. 1765/2009, Α.Π. 1965/2009).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 27.12.2004 έφεσης του αναιρεσείοντος δέχθηκε την προνομιακή κατάταξη του δευτέρου αναιρεσιβλήτου στο εκπλειστηρίασμα που προέκυψε κατά τον πλειστηριασμό της 22.10.2003, ως προς τις αναγγελθείσες δικηγορικές απαιτήσεις του προς τον οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου Δ.
Κ., καθ’ ου η εκτέλεση, οι οποίες (απαιτήσεις) προέκυψαν από τον μήνα Νοέμβριο 2002 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2003, μολονότι ως ημέρα του πλειστηριασμού αρχικώς είχε ορισθεί, με την 839/5.12.2001 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αγρίνιου Α. Γ., η 23.1.2002, κατά την οποία αυτός αναβλήθηκε.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά τον κύριο λόγο της περί της εσφαλμένης αφετηρίας του αναδρομικού υπολογισμού της διετίας εκ μέρους του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από της 22.10.2003. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν ερμήνευσε ορθά και παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 975 παρ.3 του ΚΠολΔ, αφού η κρίσιμη διετία υπολογίζεται από την αρχική ημερομηνία προσδιορισμού του πλειστηριασμού.
Επομένως, όσα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμα και πρέπει ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός. 3. Τα όσα υποστηρίζονται με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, συνδυαστικά από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφορούν έξοδα εκτελέσεως (932 και 975 ΚΠολΔ), αναφορικά με τον επισπεύδοντα δανειστή πρώτο αναιρεσίβλητο και τον δικαστικό επιμελητή τρίτο αναιρεσίβλητο, για τους οποίους όμως η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ως μη ασκηθείσα κατά τα προεκτεθέντα ανωτέρω.
Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και αλυσιτελώς προβαλλόμενος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στην έκταση που καθορίζεται από το λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Και να καταδικασθεί ο δεύτερος αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα (αρ. 22 παρ. 1 ν.3693/57) όπως η παράγραφος ισχύει μετά την υπ’ αρ. 134423/8-12-92 απόφ. Υπ. Οικ. Και Δικ. Που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρ. 5 παρ. 12 του ν. 1738/87, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 18-2-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των, πρώτου, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 203/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος που αφορά τις καταταγείσες προνομιακά απαιτήσεις του δεύτερου αναιρεσιβλήτου δικηγόρου Β. Ρ..
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο Εφετείο Αγρινίου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ