Legislator Case Law & Legislation
164/2009 AI generated

164/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 164/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

164/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διότι υπό την αντίθετη εκδοχή, ούτε εικονικότητα, ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν. Ό,τι ισχύει δε για το είδος της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας προδήλως ισχύει και για το υπόλοιπο περιεχόμενό της, όπως είναι και η πρόσθετη υποχρέωση (όρος) που υπό την μορφή του τρόπου βαρύνει τον δωρεοδόχο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 164 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 164/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Βραχά.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρίστινα Τσέτσου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-1994 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ελένης Σιώπη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωάννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 307/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 1-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 138 § 1 δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξία είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 §1, 369 και 498 § 1 ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση. Η λύση αυτή προκύπτει αυτονοήτως από την ίδια την έννοια της εικονικότητας, όπως την αναγνωρίζει ο νόμος.

Διότι υπό την αντίθετη εκδοχή, ούτε εικονικότητα, ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν. Ό,τι ισχύει δε για το είδος της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας προδήλως ισχύει και για το υπόλοιπο περιεχόμενό της, όπως είναι και η πρόσθετη υποχρέωση (όρος) που υπό την μορφή του τρόπου βαρύνει τον δωρεοδόχο.

Πράγματι, θα ήταν λογικά ανακόλουθο να μην υποβάλλεται στο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου η ίδια η καλυπτόμενη δικαιοπραξία κατά τη βασική περί αυτής δήλωση και να υποβάλλεται σε αυτόν ένας όρος μόνο της δικαιοπραξίας αυτής, όπως είναι επί δωρεάς ο τρόπος. Άλλώστε η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου και μόνο έστω για τον τρόπο, τον οποίο τυχόν θέλησαν τα μέρη για την καλυπτόμενη δικαιοπραξία, θα μπορούσε κατά περίπτωση να ενέχει και αποκάλυψη της εικονικότητας με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα αναιρούσε την έννοια της εικονοκότητας, όπως κατά τα ανωτέρω την προβλέπει και την αναγνωρίζει ο νόμος (Ολ.

ΑΠ. 36/1998).

Εξ άλλου επί ανακλήσεως της συμφωνηθείσης δωρεάς υπό τρόπο και ειδικότερα υπό τον όρο διατροφής, φροντίδας, περιποιήσεως και περιθάλψεως του δωρητή, απόκειται στον δωρεοδόχο να επικαλεσθεί και αποδείξει, προς απαλλαγή του, είτε ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός δια το οποίο δεν υπέχει αυτός (δωρεοδόχος) ευθύνη.

Τούτο δε διότι σύμφωνα με τα άρθρα 336 και 342 του ΑΚ τεκμαίρεται το πταίσμα της μη εκπληρώσεως λόγω του συμβατικού χαρακτήρος της εκ του τρόπου ενοχής και γιαυτό το βάρος της αποδείξεως της ανυπαιτίου μη εκπληρώσεως φέρει ο δωρεοδόχος. Περαιτέρω η κατά παράβαση των ορισμών του νόμου επιβολή του βάρους της αποδείξεως στο διάδικο που δεν υποχρεούται σε αυτό, υπέρ αυτού μόνο παρέχει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔικ, αφού αυτόν ζημιώνει αν δε φέρει την απόδειξη η οποία τον βαρύνει, όχι δε υπέρ του αντιδίκου του, ο οποίος δεν υφίσταται καμία βλάβη, αφού έχει, κατ' άρθρο 345 του αυτού κώδικα, το δικαίωμα να ανταποδείξει, χωρίς ίδιο προς τούτο θέμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αρχικώς ενάγουσας Α, θετή μητέρα της ήδη αναιρεσίβλητης, με την από 21-1-1994 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι εικονική η αναφερόμενη σαυτήν σύμβαση πωλήσεως του περιγραφομένου διαμερίσματός της, ότι υπό αυτή καλύπτεται δωρεά προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υπό τον όρο ισοβίου διατροφής και περιθάλψεώς της και ότι εχώρησε ανάκληση της δωρεάς αυτής λόγω υπαιτίου μη εκπληρώσεως του ανωτέρω όρου από την εναγομένη και να υποχρεωθεί η τελευταία να της μεταβιβάσει την κυριότητα του επιδίκου διαμερίσματος.

Η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών, δεν ισχυρίσθηκε ότι εξεπλήρωσε τον επικαλούμενο τρόπο ή ότι η μη εκπλήρωσή του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται η ίδια, αλλά προέβαλε γενική άρνηση της αγωγής, επικαλούμενη ειδικότερα ότι η επίμαχη σύμβαση πωλήσεως δεν είναι εικονική, γιατί έγινε σπουδαίως και όχι φαινομενικώς.

Το Εφετείο, το οποίο μετά από εξαφάνιση ης πρωτοβάθμιας απόφασης, έκανε δεκτή την αγωγή, δέχθηκε ότι η επίμαχη σύμβαση πωλήσεως μεταξύ της αρχικώς ενάγουσας Α και της αναιρεσείουσας είναι εικονική και επομένως άκυρη και ότι υπό την εικονική αυτή σύμβαση καλύπτεται δωρεά υπό τρόπον, καθ' όσον "αυτό το οποίο θέλησαν οι συμβληθείσες στην ανωτέρω σύμβαση και καλύφθηκε κάτω από την εικονική αυτή σύμβαση πωλήσεως ήταν η συμφωνία τους να μεταβιβάσει η Α στην αναιρεσείουσα το επίδικο διαμέρισμά της, χωρίς αντάλλαγμα, με τον όρο ισόβιας και καθημερινής διατροφής, περιποιήσεως, φροντίδας και περιθάλψεώς της από την αναιρεσείουσα στο εν λόγω διαμέρισμα".

Έκρινε δε το Εφετείο ότι, εφ' όσον η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ισχυρισμό ότι ετήρησε τον ανωτέρω όρο ή ότι η μη εκπλήρωσή του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται η ίδια, ως εκ περισσού με την υπ' αριθ. 1421/1996 απόφαση περί αποδείξεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υποχρεώθηκε η αρχικώς ενάγουσα να αποδείξει την εκ μέρους της αναιρεσείουσας μη τήρηση του ανωτέρω όρου, αφού το βάρος τούτο φέρει η αναιρεσείουσα, η οποία όμως δεν προέβαλε σχετικό ισχυρισμό.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 406, 503, 507 ΑΚ, ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς την κατανομή του βάρους της αποδείξεως και ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επίσης, αφού κατά τα προεκτιθέμενα η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο της δωρεάς ή ότι η μη εκπλήρωση αυτού οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν ευθύνεται η ίδια, ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο, προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 17 και 10 (πράγματι μόνο από το 10) ΚΠολΔικ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν διέταξε απόδειξη για σχετικό ισχυρισμό της "που περιέχονταν στην άρνηση της αγωγής", στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι, ως εκ τούτου, αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή άλλου μάρτυρα.

Εξ άλλου ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γιαυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.

Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔικ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Συνακόλουθα ο τρίτος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εστάθμισε προσηκόντως την από 21-3-1994 υπεύθυνη δήλωση της αρχικώς ενάγουσας Α προς την αναιρεσείουσα, την οποία υπογράφουν δύο μάρτυρες (διότι η ίδια ήταν αγράμματη) με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από το Α.

Τ. Ιωαννίνων, αλλά στήριξε την κρίση του μόνο στις μαρτυρικές καταθέσεις, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα διαγνωστικό, όταν δηλαδή αποδίδεται στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πραγματικά έχει και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.

Επομένως δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό, ούτε ακόμα όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη γενομένη παραμόρφωση, περιορίσθηκε στο να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με το σχετικό τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω από 21-3-1994 δήλωση της αρχικώς ενάγουσας Α. Τούτο δε διότι, ενώ με την δήλωσή της αυτή δηλώνει ότι "Εγώ η Α, κάτοικος ......, δηλώνω προς τους μάρτυρες που υπογράφουν αντί για μένα (επειδή είναι αγράμματη) α) Β [...] β) Γ [...] 1) Εγώ σου πούλησα μια γκαρσονιέρα με τη συμφωνία να κατοικήσω μέχρι τον θάνατό μου όπου και κατοικώ. 2) Εγώ ποτέ δεν έδωσα εντολή σε δικηγόρο για να χαλάσουν τα συμβόλαια.

Το δικαστήριο που έγινε το Δεκέμβριο 1993 δεν το ήξερα, μετά το έμαθα και δεν συμφωνώ. Επίσης εγώ δεν είπα ποτέ σε κανένα δικηγόρο να κάνει δικαστήριο σε βάρος σου. Ανακαλώ κάθε Δικαστήριο που γίνεται επ' ονόματί μου και σε βάρος σου. 3) Όλα αυτά τα κάνει η ανηψιά του η κ. Ψ και ο σύζυγός της Δ, διότι περιμένουν να με κληρονομήσουν και να πάρουν το σπίτι που με τη θέλησή μου σου πούλησα. 4) Η κ.

Ψ όμως ποτέ δεν με κοίταξε, ούτε ενδιαφέρθηκε ποτέ για μένα. Μόνο εσύ ενδιαφέρεσαι δεν έχω κανένα παράπονο από σένα", το Εφετείο δέχθηκε ότι η κρίση του για το ότι η επίμαχη σύμβαση πωλήσεως είναι εικονική και ότι υπό αυτή καλύπτεται δωρεά υπό τρόπον, ο οποίος δεν τηρήθηκε από την αναιρεσείουσα, "δεν αναιρείται από την προαναφερθείσα από 21-3-1994 δήλωση, η οποία φέρεται ως δήλωση της Α προς τις Β και Γ, ως μαρτύρων, των οποίων μαρτύρων (και όχι της Α) έχει βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής επί της εν λόγω δηλώσεως και με την οποία η Α φέρεται να κάνει λόγο για πώληση του ανωτέρω διαμερίσματος, πέραν του ότι, αν έτσι είχαν τα πράγματα οπωσδήποτε θα βεβαιώνονταν το γνήσιο της υπογραφής της Α ή η ανωτέρω δήλωση αυτής θα συντάσσονταν ενώπιον συμβολαιογράφου, με την προσέλευση αυτού στο σπίτι της Α, όπως επανειλημμένως είχε συμβεί μέχρι το θάνατό της".

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι α) με αυτόν δεν αποδίδεται με αυτόν στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο της παραπάνω έγγραφης δηλώσεως, αλλά απλώς (αποδίδεται) σφάλμα ως προς την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου της και β) το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την κρίση του σχετικά με την εικονικότητα της επίμαχης σύμβασης πωλήσεως, την καλυπτόμενη υπ' αυτή δωρεά υπό τον όρο διατροφής, φροντίδας, περιποιήσεως και περιθάλψεως της αρχικώς ενάγουσας Α, την μη τήρηση υπαιτίως του όρου αυτού από την αναιρεσείουσα και την ανάκληση της δωρεάς σχημάτισε ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν και δη των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και εκείνο (δήλωση) που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του, το οποίο δεν εξαίρεται ως έγγραφο επί του οποίου να βασίσθηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγω η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-4-2005 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 307/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ