Legislator Case Law & Legislation
164/2008 AI generated

164/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 164/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

164/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι στις αρχές Ιουνίου 1999, πληροφορήθηκε την ύπαρξη διαχειριστικού σκανδάλου στη λειτουργία του ως άνω Υποκαταστήματος και ότι στις 17-6-1999 διαπίστωσε ότι ο Χ2 σε συνεργασία με τον τρίτο εναγόμενο, υπεξαίρεσε το παραδοθέν, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, χρηματικό ποσό για την αγορά μετοχών, για το λόγο ότι δεν επένδυσε αυτό στην αγορά μετοχών ούτε του το επέστρεψε (ενάγοντα).

Keywords

AI generated
payment service provider external transactions and positions trading account delegation of payment third-party payment monetary policy and Operations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 164 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 164/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την από τον πληρεξούσια δικηγόρο του Θεώνη Σγουράκη-Παπασπυροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18948/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1459/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 22-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δ/ριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο τέτοια μη ύπαρξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δ/ριο θεωρεί ορισμένη την αγωγή ποσοτικώς και ποιοτικώς ήτοι την εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα και την μνημονεύουσα τα στοιχεία του νόμου μετ' αναφορά των κρισίμων περιστατικών (ΑΠ 1778/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην ένδικη αγωγή του, ότι η πρώτη εναγομένη Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) ίδρυσε το έτος 1994 μετά την αναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη, διευθυντής του οποίου και υπεύθυνος για τη λειτουργία του δυνάμει σχέσης προστήσεως, ορίσθηκε ο Χ2 (δεύτερος εναγόμενος), στον οποίο η πρώτη εναγομένη είχε αναθέσει τη διεκπεραίωση όλων των χρηματιστηριακών εργασιών και τις εκτελέσεις εντολών, σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή νομοθεσία και τους κανόνες που διέπουν τη χρηματιστηριακή αγορά.

Ότι στις 15-5-1999, πεισθείς από τον τρίτο εναγόμενο, που ενεργούσε σε άμεση και συστηματική συνεργασία με την πρώτη εναγομένη και τον Χ2 με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, ότι η πρώτη εναγομένη ήταν η ικανότερη και η πλέον φερέγγυα χρηματιστηριακή εταιρία, κατάρτισε δια του τρίτου εναγομένου και του Χ2, με την πρώτη εναγομένη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, και παρέδωσε στον τρίτο εναγόμενο, τις αναφερόμενες τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 131.197.149 δραχμών, με την εντολή να παραδώσει αυτές στην πρώτη εναγομένη δια του Χ2 και το προϊόν που θα έπαιρνε η χρηματιστηριακή εταιρία, ως κομίστρια των επιταγών, να επενδύσει στο Χρηματιστήριο Αθηνών, με συγκεκριμένο πακέτο μετοχών που θα προσδιόριζε ο τρίτος των εναγομένων με τον Χ2.

Ότι στις αρχές Ιουνίου 1999, πληροφορήθηκε την ύπαρξη διαχειριστικού σκανδάλου στη λειτουργία του ως άνω Υποκαταστήματος και ότι στις 17-6-1999 διαπίστωσε ότι ο Χ2 σε συνεργασία με τον τρίτο εναγόμενο, υπεξαίρεσε το παραδοθέν, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, χρηματικό ποσό για την αγορά μετοχών, για το λόγο ότι δεν επένδυσε αυτό στην αγορά μετοχών ούτε του το επέστρεψε (ενάγοντα).

Και ότι εξαιτίας της συμβατικής ευθύνης της πρώτης εναγομένης ως ευθυνομένης για το πταίσμα του δεύτερου εναγομένου Χ2 τον οποίο χρησιμοποίησε, για την εκπλήρωση της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών υπέστη ζημία ισόποση προς τον καταβληθέν ως άνω ποσόν η οποία του το οφείλει και αρνείται να του το καταβάλει.

Ζητεί δε με την αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη μαζί με τους άλλους συνεναγομένους της να του καταβάλλουν εις ολόκληρο ο καθένας το ποσόν των 131.197.149 δρχ. και ήδη 385.024,65 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο δικόγραφό του. Με το προαναφερόμενο ιστορικό και αιτιολογικό, η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και παραδεκτή.

Συνεπώς ο 7ος λόγος αναιρέσεως, και κατά το μέρος του κατ' εκτίμηση εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνων των αριθμών 1 και 19 του ίδιου άρθρου ως αναφέρεται στο αναιρετήριο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη κηρύξεως αυτής απορριπτέας ως αόριστης, για την σωρευομένη αξίωση του ενάγοντος από την παραβίαση της σύμβασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δ/ριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Ετσι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δ/ριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη βάση της αγωγής, που δεν είχε προβάλλει ο ενάγων τη παραδοχή της οποίας όμως είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω με το 2ο λόγο αναιρέσεως και κατά το μέρος του κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκ των αριθ. 1 και 19 ως αναφέρεται στο αναιρετήριο προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δέχθηκε επιπροσθέτως, την ευθύνη της αναιρεσείουσας - 1ης εναγομένης και από υπαιτιότητα των νομίμων εκπροσώπων της Γ1 και Γ2 Προέδρου και Αντιπροέδρου του Δ.Σ. οι οποίοι επέδειξαν αμέλεια ως προς τον έλεγχο των υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος Χ2 και έτσι υπέχει ευθύνη κατ' άρθρο 514 ΑΚ, χωρίς όμως να υπάρχει τέτοια βάση στην αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αγωγή έγινε δεκτή ως προς τις δύο σωρευόμενες κύριες βάσεις της ως αναφέρονται ποιο παρακάτω στον 7ο λόγο αναίρεσης και κατά το 1ο μέρος του, η δε ανωτέρω επικουρικώς γενομένη δεκτή τρίτη βάση της αγωγής την οποία δεν είχε προβάλλει ο αναιρεσίβλητος - ενάγων, δεν είχε καμμία ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, γιατί αυτή δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη, κατά παραδοχή των δύο πρώτων κυρίων βάσεών της, στις οποίες και στηρίχθηκε το διατακτικό της αυτοτελώς.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928 χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς υπέχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, ως τέτοια δε θεωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1-3 όπως ισχύει τροποποιηθέν, τα εκεί προσδιοριζόμενα χρεόγραφα, μετοχές, ομόλογα, συνάλλαγμα και πολύτιμα μέταλλα.

Εξάλλου κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του 1806/1988 που αντικατέστησε το άρθρο 16 του ανωτέρω νόμου, ορίσθηκε ότι ως χρηματιστηριακές συναλλαγές θεωρούνται μόνον 1) η πώληση της μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την σχετική νομοθεσία περί χρηματιστηρίων 2) η πώληση με ειδική συμφωνία, όπως ενδεικτικά η παράδοση των αξιών μετά πάροδο ορισμένης προθεσμίας κλπ 2) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων.

Υπό τον όρο πώληση του άρθρου τούτου νοείται και η αγορά εφόσον ο νομοθέτης ακολουθεί πλέον την ορολογία του ΑΚ, στη δε τρίτη κατηγορία του ως άνω άρθρου 20, δηλαδή την κατηγορία των δικαιοπραξιών των συναφών, με τη διενέργεια και τη τέλεση κυρίως χρηματιστηριακών συμβάσεων ή άλλως των παρεπομένων των συμβάσεων αυτών δικαιοπραξιών υπάγεται και η ρύθμιση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας, η οποία έχει ως αντικείμενο την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων με τη σύναψη κυρία χρηματιστηριακής σύμβασης την ανάληψη δε από τον πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλει στον χρηματιστή την αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής.

Η σύμβαση παραγγελίας αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ (Ολ ΑΠ 824/1977). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ ο εντολοδόχος έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της (ΑΠ 445/55) ευθυνόμενος κατά την εκπλήρωση των άνω υποχρεώσεών του σύμφωνα με το άρθρο 714 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 297, 298 ΑΚ για κάθε πταίσμα επομένως και για ελαφρά αμέλεια και υποχρεούται να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία είχε ως γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου (ΑΠ 1470/1998).

Επομένως ο χρηματιστής στα πλαίσια νόμιμης χρηματιστηριακής παραγγελίας ή ευρύτερου περιεχομένου σύμβασης διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έλαβε χρήματα από τον εντολέα του προκειμένου να συνάψει νόμιμη κυρία χρηματιστηριακή σύμβαση ή προκειμένου να τα διαχειριστεί συνάπτοντας και τέτοιες συμβάσεις αντιστοίχως, έχει υποχρέωση συμβατική κατ' άρθρο 719 ΑΚ να αποδώσει στον εντολέα του το χρηματιστηριακά πράγματα που απέκτησε για λογαριασμό αυτού, εφόσον εκτέλεσε τη μεμονωμένη παραγγελία ή εφόσον περατωθεί ή λυθεί κατά οποιοδήποτε τρόπο η σύμβαση διαχείρισης (724 ΑΚ) άλλως να του επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε για την εκτέλεση των συμβάσεων.

Εφόσον συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας δηλαδή παράνομη και υπαίτια ιδιοποίηση των δοθέντων προς εκτέλεση της εντολής χρημάτων ή των αποκτηθέντων για λογαριασμό του εντολέως πραγμάτων υπάρχει και υποχρέωση του χρηματιστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό προς το άρθρο 375 ΑΚ να αποδώσει τα ληφθέντα πράγματα (χρήματα) ή την αξία των αποκτηθέντων χρημάτων ως αποζημίωση (ΑΠ 750/1995).Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, με τις ακόλουθες αιτιολογίες, μετ' ανέλεγκτο εκτίμηση των αποδείξεων κατά τα κύρια σημεία αυτών:

Η πρώτη εναγομένη που είναι χρηματιστηριακή εταιρεία και μέλος ΧΑΑ με έδρα την Αθήνα, έχει ως αντικείμενο τη διεξαγωγή χρηματιστηριακών πράξεων για λογαριασμό τρίτων και το έτος 1997 με πρακτικό του ΔΣ της εταιρίας καθορίσθηκε ότι νόμιμοι εκπρόσωποί της θα είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ο Γ1 και Αντιπρόεδρος ο Γ2 έχοντας την εξουσία να ενεργούν αυτοί οι καθένας μόνος και ξεχωριστά από τον άλλον.

Το έτος 1994 δυνάμει της υπ' αριθμ. 528/5-8-1994 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη δύο Υποκαταστήματα, εκ των οποίων το ένα λειτουργούσε επί της οδού Κοντουριώτου 13 και ορίσθηκε Διευθυντής ο Χ2 στον οποίο η 1η εναγομένη με το από ....... πρακτικό του ΔΣ ανέθεσε την πλήρη αντιπροσωπευτική εξουσία της εταιρίας και πρωτοβουλία δράσης σχετικά με πράξεις που γίνονταν από το Υποκατάστημα αυτό, καθώς και την ενέργεια κάθε υλικής πράξης που σχετίζοταν με τη λειτουργία του.

Πιο συγκεκριμένα, ο Χ2 είχε την εξουσία να προσελκύει πελάτες, να καταρτίζει χρηματιστηριακές συμβάσεις με τους εμφανιζόμενους πελάτες, να παραδίδει επιταγές, χειρόγραφα και μετρητά, να ενεργεί εισπράξεις και πληρωμές εκδίδοντας τα νόμιμα παραστατικά, να διαβιβάζει εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών και να κινεί τον λογαριασμό όψεως που είχε ανοιχθεί στην Τράπεζα ALPHA BANK, για την εξυπηρέτηση του Υπ/ματος και να παραδίδει στους πελάτες κάθε έγγραφο εκδιδόμενο από την εταιρία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, όπως πινακίδια εκτέλεσης εντολών, εξοφλητικές αποδείξεις κλπ, σύμφωνα δε με τη σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της εν λόγω χρηματιστηριακής εταιρείας (ΑΛΚΗ) τελούσε υπό τις εντολές και τις οδηγίες της τελευταίας προστήσασας, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση, είχε δε εξουσιοδοτηθεί από αυτή να καταρτίζει συμβάσεις σχετικές με τον κύκλο των εργασιών της, ενώ από το κεντρικό στην Αθήνα κατάστημα της, γινόταν μόνον τυπικά, το άνοιγμα του κωδικού, λόγω έλλειψης στο Υπ/μα αυτόματου συστήματος ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Η 1η εναγομένη για κάθε μεταβίβαση, αυθημερόν εξέδιδε, από τα κεντρικά της γραφεία τα πινακίδια τα οποία ο Χ2 τα ελάμβανε τις απογευματινές ώρες μέσω τηλεμοιοτυπίας ενώ τα πρωτότυπα στέλνονταν ταχυδρομικώς τις επόμενες ημέρες για να παραδοθούν απ' αυτόν στους πελάτες του Υπ/τος. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι ο Χ2 μαζί με την σύζυγό του Ζ1 και με το Ζ2 στις αρχές του 1991, συνέστησαν Α.Ε.

λήψης και διαβίβασης εντολών με την επωνυμία "FIRST INVESTMENTS AE (AEΛΔE). Tης οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο Ζ2, με έδρα, ενταύθα, στην οδό Τσιμισκή 43 και με αντικείμενο τη λήψη και διαβίβαση εντολών σε χρηματιστηριακές εταιρίες, η δε 1η εναγομένη (ΑΛΚΗ) με την εταιρία αυτή κατήρτησε την από ....... σύμβαση συνεργασίας, μ αντικείμενο τη διαμεσολάβηση της τελευταίας μεταξύ των πελατών και της ΑΛΚΗ για τη λήψη από τους πελάτες της ΑΕΛΔΕ και διαβίβαση στην ΑΛΚΗ εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Εντός των πλαισίων αυτών οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές κατήρτιζαν τις συμβάσεις με την ΑΛΚΗ, είτε απ' ευθείας με τον Χ2, είτε μέσω της ΑΕΛΔΕ, οποιοδήποτε δε ποσό που ο Χ2 εισέπραττε από τους επενδυτές πελάτες, είτε ο ίδιος προσωπικά, είτε μέσω της ΑΕΛΔΕ, όφειλε να το καταθέσει, αυθημερόν στο λογαριασμό της εκκαλούσας χρηματιστηριακής εταιρίας, τον οποίο κινούσε και ο ίδιος, ή σε κάθε περίπτωση να υποδεικνύει στους πελάτες να καταθέτουν τα χρηματικά ποσά απευθείας στο λογαριασμό αυτό.

Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι ο ενάγων, κατόρθωσε μετά από πολλά χρόνια επίπονης εργασίας να συμπληρώσει το ποσό των 131.197.149 δρχ. το οποίο είχε κατατεθειμένο με ρέπος και σε ανοιχτό λογαριασμό στην Τράπεζα ALPHA , τις λογιστικές του δε υποθέσεις τις ανέθετε στον λογιστή και φίλο του Η1, που και αυτός ασκούσε και τη δραστηριότητα του Συμβούλου επενδύσεων και διαμεσολαβητή των χρηματιστηριακών συναλλαγών και για την επαγγελματική του αυτή δραστηριότητα είχε μισθώσει από την Β1, θυγατέρα του τρίτου εναγομένου Χ3 γραφείο επί της οδού ......., ενταύθα.

Έτσι μεταξύ των εταιριών που συνεργαζόταν ο Η1, ήταν η προαναφερόμενη ΑΕΛΔΕ, ο δε τρίτος εναγόμενος ασκούσε το επάγγελμα του λογιστή - φοροτεχνικού και από το έτος 1997 ήταν επενδυτής του ΧΑΑ και τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του ασκούσε δια του ως άνω Υπ/τος της πρώτης εναγομένης ΑΛΚΗ έχοντας καλά κέρδη.

Από το έτος 1998 αντιλήφθηκε ότι οι χρηματιστηριακές εργασίες ήταν κερδοφόρες και για το λόγο αυτό συνεργάσθηκε ως διαμεσολαβητής στη σύναψη χρηματιστηριακών συναλλαγών απευθείας με τον Χ2 ως Διευθυντή της πρώτης εναγομένης, αλλά και μέσω της παραπάνω ΑΕΛΔΕ. Ο Χ2 ασκούσε παραχρηματιστηριακή δραστηριότητα και προέτρεπε τους επενδυτές να προτιμήσουν την πρώτη εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρία υποσχόμενος μεγάλες αποδόσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ πολλά χρήματα των δήθεν επενδυτών τα χρησιμοποιούσε για κάλυψη προσωπικών του αναγκών.

Εξάλλου, ο Δημήτριος Πετρίδης (τρίτος εναγόμενος) γνώριζε ότι ο Χ2 ασκεί παραχρηματιστηριακή δραστηριότητα και σε συνεννόηση μετ' αυτού ανεύρισκε πελάτες και με τον τρόπο αυτό προσήλκυαν στην πρώτη εναγομένη επενδυτές στην αρχή προκαλώντας εισροή κεφαλαίων σ' αυτήν, με αντίστοιχες προμήθειές τους και αργότερα για να καλυφθούν ελλείματα από την επίτευξη των στόχων.

Συγκεκριμένα, ο Χ3 ανέλαβε τον εντοπισμό των πελατών και προς επίτευξη του σκοπού του εκμεταλλευόταν τις καλές γνωριμίες του με πελάτες που απέκτησε με την ενάσκηση του επαγγέλματός του του λογιστή - φοροτεχνικού, συναδέλφους, φίλους του, συστηνόμενος ως έμπειρος και εξειδικευμένος στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, πολύ στενός συνεργάτης του Χ2, Διευθυντή της πρώτης εναγομένης, επιπρόσθετα δε γνώριζε τον Η1 από την άσκηση του ιδίου επαγγέλματος του λογιστή, ενώ αμφότεροι συνεργαζόμενοι συνέστησαν υποψηφίους επενδυτές είτε στον Χ2 είτε μέσω της ΑΕΛΔΕ, με την απολαβή σχετικής προμήθειας.

Περί τα τέλη περίπου του μηνός Απριλίου 1999 ο Η1 και ο τρίτος εναγόμενος συνέστησαν μετά φορτικότητας στον ενάγοντα να επενδύσει τα χρήματά του στο ΧΑΑ μέσω της πρώτης εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρίας, ο κύκλος εργασιών της οποίας εμφανιζόταν υψηλός, πλην όμως αντιμετώπιζε προβλήματα, λόγω της παραχρηματιστηριακής δραστηριότητας του Χ2, υποσχόμενος την απόδοση μεγάλων κερδών και είχε ανοίγματα προς αυτούς που είχε υποσχεθεί τις αποδόσεις και στόχους που δεν είχαν επιτευχθεί.

Ο Χ3, γνωρίζοντας ότι η πρώτη εναγομένη από τον Απρίλιο του 1999 είχε περιέλθει σε δύσκολη θέση και την προσπάθεια του Χ2 να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με την εισροή κεφαλαίων, συνέστηνε την πρώτη εναγομένη ως φερέγγυα χρηματιστηριακή εταιρία και την πλέον ικανή από τις υπάρχουσες και τον Χ2 ως έντιμο και ικανό χρηματιστή, εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του και παρότρυνε τον ενάγοντα, με φορτικότητα να προτιμήσει την πρώτη εναγομένη με αποτέλεσμα να τον πείσει να αποφασίσει να επενδύσει τα χρήματά του δια της πρώτης εναγομένης στις χρηματιστηριακές συναλλαγές. 'Ετσι ο ενάγων καθ' υπόδειξη του Χ3 (γ' εναγομένου) παρέδωσε σ' αυτόν υπογεγραμμένα έγγραφα εξουσιοδοτήσεων προς την ως άνω ΑΕΛΔΕ, των οποίων θεωρήθηκε το γνήσιο της υπογραφής του από το αστυνομικό τμήμα, με τις οποίες παρείχε στην ΑΕΛΔΕ, την εξουσία κατάρτισης σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών με την πρώτη εναγομένη και διαβίβασης των εντολών αγοράς και πώλησης κινητών αξιών εισηγμένων στο ΧΑΑ, ενώ το συγκεκριμένο πακέτο μετοχών καθορίσθηκε από την ΑΕΛΔΕ, τον Χ2 και τον τρίτο εναγόμενο Χ3, "ως ειδικό" προς τον Χ2 ως διευθυντή της πρώτης εναγομένης.

Επιπρόσθετα δε, για την εκτέλεση των χρηματιστηριακών πράξεων στο όνομά του εξέδωσε, στις ....... και αυθημερόν παρέδωσε στον τρίτο εναγόμενο τις με αριθμούς ........, ....... τραπεζικές επιταγές της ΑΛΦΑ Τράπεζας ΠΙΣΤΕΩΣ ποσού 81.197.149 δρχ., 30.000.000 δρχ, και 20.000.000 δρχ., αντίστοιχα. Οι εν λόγω επιταγές είχαν εκδοθεί από τον ενάγοντα σε διαταγή του, αφού έθεσε την υπογραφή του στη θέση του πρώτου οπισθογράφου παρέδωσε στον τρίτο εναγόμενο, με τη ρητή εντολή να τις παραδώσει στον Χ2, ο οποίος ως νόμιμος κομιστής των επιταγών λάβει το ποσό αυτών από την πληρώτρια τράπεζα και διαθέσει για την επένδυσή του, σε πακέτο μετοχών στο ΧΑΑ, το οποίο συγκεκριμενοποιήθηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο.

Ο Χ3 παρέδωσε τις επιταγές αυτές στο Χ2 ο οποίος αποδέχθηκε, με την ιδιότητα του υπαλλήλου και Διευθυντή της πρώτης εναγομένης την εντολή του ενάγοντος μέσω της ΑΕΛΔΕ για την κατάρτιση σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών και αγοράς συγκεκριμένου πακέτου μετοχών, με το προϊόν που θα ελάμβανε από την είσπραξη των επιταγών, πλην όμως αυτός δεν κατέθεσε το ανωτέρω ποσό στο λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, αλλά σε προσωπικό του λογαριασμό, προς όφελός του και για δικές του δραστηριότητες παραχρηματιστηριακές ή προσωπικές κατά παράβαση της πιο πάνω εντολής του ενάγοντα για τον οποίο δεν άνοιξε κωδικό, ούτε αγόρασε μετοχές αλλά και ούτε και τον ενημέρωσε σχετικά, ιδιοποιηθείς το σχετικό ποσόν το οποίο παρά τις οχλήσεις του ενάγοντα δεν του το παρέδωσε, υποχρέωση που είχε αφού δεν εκτέλεσε την εντολή που του δόθηκε για την αγορά μετοχών.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώθηκε σαφώς στην απόφασή του, αφενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, μη παραβιάζον και κάποια άλλη διάταξη, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες απαντήσαν έτσι σε όλα τα ζητήματα της αγωγής και επομένως ο 3ος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 362/1928 και 127 παρ. 1, 2 του Ν. 1806/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 παρ. 1 του Ν. 2533/1997 σαφώς προκύπτει ότι για την απόδειξη χρηματιστηριακής συναλλαγής ως προς τον εντολέα, στην περίπτωση που αυτός εγείρει αξιώσεις από την σύμβαση εντολής, δεν καθιερώνεται από το νόμο έγγραφος αποδεικτικός τύπος για την κατάρτιση της σύμβασης με την ΑΧΕ ή την ΕΠΕ αλλά αυτός έχει δικαίωμα να αποδείξει την κατάρτιση αυτής με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, εφόσον πρόκειται για εμπορική συναλλαγή (ΑΠ 1012/01). Επομένως ο 4ος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη, ότι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο ότι δηλαδή δέχθηκε την απόδειξη της ειδικής σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με μάρτυρες ενώ τούτο δεν επιτρέπεται, είναι απορριπτέος κατά τα προεκτεθέντα ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ ο 5ος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του εκ του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δ/ριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινό χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα γιατί το Εφετείο δέχθηκε την παράδοση των τριών ένδικων επιταγών από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο Χ2 δια του εναγομένου Χ3, χωρίς αποδείξεις πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στήριξε την κρίση του για την παραδοχή της αγωγής, στις καταθέσεις των μαρτύρων και στα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 παρ. 12 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος εκείνου του διαδίκου που ομολογεί είναι εκείνη που γίνεται από τον ίδιο διάδικο προφορικώς ή εγγράφως, με κάθε στάση της δίκης, με τα διαλαμβανόμενα έγγραφα ή και με τις προτάσεις, ενώπιον του δικάζοντος δ/ρίου ή εντεταλμένου δικαστηρίου. Κάθε άλλη ομολογία που γίνεται προφορικά ή εγγράφως, είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 920/1998 Δ/νη 40, 133 ΑΠ 18/94 Δ/νη 36, 370 Νίκας Πολ.Δικ. έκδοση 2006

ΙΙ σελ. 438). Επομένως ο 5ος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του εκ του αρθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δ/ριο παρά το νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή προσκομίσθηκαν μη νόμιμα και απαραδέκτως και συγκεκριμένα γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία του εναγομένου Χ2 που έγινε προφορικά στον ενάγοντα που αφορούσε την είσπραξη των τριών ειδικών επιταγών από τον πρώτο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά τα προαναφερθέντα γιατί η εξώδικη ομολογία μπορεί να γίνει και προφορικά.

ΕΠΕΙΔΗ υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία περιβάλλεται σύμβαση, μπορεί πέραν από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση να υποστηρίζει και τέτοια από αδικοπραξία εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικειμένη στο γενικό καθήκον που επιβάλει το δίκαιο κατ' άρθ. 914 ΑΚ και μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει νόμιμη συρροή αξιώσεων, μια από τη σύμβαση και άλλη από αδικοπραξία (ΑΠ 47/96).

Εν προκειμένω το Εφετείο ως εκ της προσβαλλομένης απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε την αγωγή όπως εκτέθηκε το περιεχόμενό της στην 1η σκέψη της παρούσης ως νόμιμη κατά το μέρος που αφορά την 1η εναγομένη ως στηριζομένη στις παραδεκτώς σωρευμένες βάσεις της παράβασης των ενδοσυμβατικών της υποχρεώσεων και σ' αυτές της αδικοπρακτικής της ευθύνης από πταίσμα του προστηθέντος (άρθρ. 334, και 922 ΑΚ). Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχθέν την αγωγή με την συροή αυτή των αξιώσεων ως νόμιμη δεν παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις και ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 7ος λόγος αναιρέσεως και κατά το 1ο μέρος του με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή όταν το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη (ΑΠ 368/07). Συνακόλουθα ο 7ος λόγος αναιρέσεως κατά το 2ο μέρος του εκ του άρθρου 559 αριθ.19, ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως νόμιμη με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και όχι όπως στην προκειμένη περίπτωση στην οποία η έρευνα περιορίζεται στο νόμιμο ή μη του αγωγικού δικογράφου.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση αυτή δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω η 1η εναγόμενη πρότεινε την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση της ζημίας του (άρθρο 300 ΑΚ) και εντεύθεν απαλλαγή της από αυτή, γιατί από βαρειά του αμέλεια δεν έπρεπε να παραδώσει τις επιταγές χωρίς την παροχή σχετικής απόδειξης της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ούτε έλαβε άλλο εξασφαλιστικό μέτρο για την παράδοση αυτής, ούτε επισκέφθηκε το υποκατάστημά της, και περαιτέρω στα πλαίσια της ενέργειας του προστηθέντος κατά κατάχρηση της δοθείσης σ' αυτόν εξουσίας Χ2 συνετέλεσε και ο ενάγων διότι γνώριζε άλλως από βαρειά του αμέλεια αγνοούσε την παραχρηματιστηριακή δραστηριότητα του προστηθέντος της.

Το Εφετείο ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει απέρριψε την ένσταση αυτή με τις ακόλουθες αιτιολογίες, μετ' ανέλεγκτο εκτίμηση των αποδείξεων: Ο ενάγων στην αρχή καλόπιστα αποδέχθηκε τις προτάσεις και συστάσεις των διαμεσολαβητών οι οποίοι συγκαταλεγόταν στον ευρύ κύκλο των διαμεσολαβητών που χρησιμοποιούσε ο Διευθυντής του Υπ/τος Χ2 για την άσκηση της δραστηριότητάς του καταβάλλοντας σ' αυτούς προμήθεια, οποιαδήποτε δε επίσκεψη του ενάγοντος στο υπ/μά της δεν θα απέτρεπε αυτόν από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, αλλά τουναντίον με την προσωπική του επαφή με το Χ2 ήταν περισσότερο από βέβαιη η κατάρτιση παρόμοιας σύμβασης, αφού ο τελευταίος διακρίνετο για την ικανότητά του προσέλκυσης επενδυτών.

Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε αναπτύξει με τον Χ2 προσωπική ή δια του τρίτου εναγομένου Χ3, εξωχρηματιστηριακή συναλλακτική σχέση, με παράνομο δανεισμό του Χ2 και ειδικότερα με επιτόκιο 5% μηνιαίως και ότι για το λόγο αυτό έλαβε προσωπικές επιταγές του Χ2, ύψους 167.000.000 δρχ., ούτε ότι από βαρειά του αμέλεια αγνοούσε ότι ο Χ2 ασκούσε παραχρηματιστηριακή δραστηριότητα, υποσχόμενος υψηλές αποδόσεις.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, εργολάβος οικοδομών στο επάγγελμα, δάνεισε τον Χ2 το ανωτέρω ποσό των 131.197.149 δρχ., αλλά ούτε και στον τρίτο εναγόμενο, ούτε έλαβε προσωπικές επιταγές του Χ2, χάριν απόδοσης του φερόμενου αυτού δανείσματος, αλλά τις προσωπικές επιταγές του τελευταίου έλαβε μετά την κατάρτιση της σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών και είσπραξη των χρημάτων του ενάγοντος και μόνο προς εξασφάλιση της υποχρέωσης γνωστοποίησης του κωδικού του ενημέρωσης της διάρθρωσης του χαρτοφυλακίου του, δεν αποδείχθηκε δε, ότι ο ενάγων γνώριζε, αλλά ούτε και μπορούσε να γνωρίζει των εξουσιών του στα πλαίσια της σχέσης της πρόστησης με την πρώτη εναγομένη, δεδομένου ότι ήταν η μοναδική του συναλλαγή, στην οποία κατά τα προεκτεθέντα προέβη μετά από φορτική σύσταση του τρίτου εναγομένου, αλλά και διότι αυτός, όπως και άλλοι επενδυτές, πίστευαν ευλόγως, ότι συναλλάσσονται με την πρώτη εναγομένη.

Βεβαίως αποδείχθηκε ότι ο Χ2 άσκησε και σε άλλες περιπτώσεις εξωχρηματιστηριακή δραστηριότητα, με την παροχή υψηλής απόδοσης κερδών εν γνώσει των επενδυτών, αλλά και προσωπικό δανεισμό του και μάλιστα με τη συμφωνία παράνομων τόκων, όμως ο ενάγων δεν γνώριζε την δραστηριότητα αυτή ούτε συμμετείχε σ' αυτές ή άλλες παρόμοιες, πολύ δε περισσότερο δεν είχε εμφανή στοιχεία της δραστηριότητας αυτή, αλλά ούτε γνώριζε τέτοια στοιχεία για να αποδώσει σ' αυτόν βαρειά αμέλεια.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο οδηγήθηκε σε απόλυτα σαφές αποδεικτικό πόρισμα με πλήρεις και όχι ασαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εκφερόμενη κρίση του Εφετείου σχετική με το προαναφερόμενο ουσιαστικό ζήτημα της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση της ζημίας του και ο 8ος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος ο οποίος με την βούλησή του δέχεται τις αποφάσεις του προστηθέντος, που απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς στην διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικώς στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος που συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος. Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία τελεσθείσα από τον προστηθέντα και ευρισκόμενο σε εσωτερική ουσιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος (ΑΠ 22/04). Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα κατά δε το ίδιο άρθρο αριθ. 19, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσης υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 36/1998).

Εν προκειμένω το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Η πρώτη εναγομένη που είναι χρηματιστηριακή εταιρεία και μέλος ΧΑΑ με έδρα την Αθήνα, έχει ως αντικείμενο τη διεξαγωγή χρηματιστηριακών πράξεων για λογαριασμό τρίτων και το έτος 1997 με πρακτικό του ΔΣ της εταιρίας καθορίσθηκε ότι νόμιμοι εκπρόσωποί της θα είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβυολος ο Γ1 και Αντιπρόεδρος ο Γ2 έχοντας την εξουσία να ενεργούν αυτοί οι καθένας μόνος και ξεχωριστά από τον άλλον.

Το έτος 1994 δυνάμει της υπ' αριθμ. 528/5-8-1994 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη δυο Υποκαταστήματα, εκ των οποίων το ένα λειτουργούσε επί της οδού Κοντοριώτου 13 και ορίσθηκε Διευθυντής ο Χ2. Στον τελευταίο η 1η εναγομένη με το από ..... πρακτικό του ΔΣ ανέθεσε την πλήρη αντιπροσωπευτική εξουσία της εταιρίας και πρωτοβουλία δράσης σχετικά με πράξεις που γίνονταν από το Υποκατάστημα αυτό, καθώς και την ενέργεια κάθε υλικής πράξης που σχετιζόταν με τη λειτουργία του.

Πιο συγκεκριμένα, ο Χ2 είχε την εξουσία να προσελκύει πελάτες, να καταρτίζει χρηματιστηριακές συμβάσεις με τους εμφανιζόμενους πελάτες, να παραδίδει επιταγές, χειρόγραφα και μετρητά, να ενεργεί εισπράξεις και πληρωμές εκδίδοντας τα νόμιμα παραστατικά, να διαβιβάζει εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών των πελατών και να κινεί τον λογαριασμό όψεως που είχε ανοιχθεί στην Τράπεζα ΑLPHA BANK, για την εξυπηρέτηση του Υπ/ματος και να παραδίδει στους πελάτες κάθε έγγραφο εκδιδόμενο από την εταιρία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, όπως πινακίδια εκτέλεσης εντολών, εξοφλητικές αποδείξεις κλπ, σύμφωνα δε με τη σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της εν λόγω χρηματιστηριακής εταιρίας (ΑΛΚΗ) τελούσε υπό τις εντολές και τις οδηγίες της τελευταίας προστήσασας, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση, είχε δε εξουσιοδοτεί από αυτό να καταρτίζει συμβάσεις σχετικές με τον κύκλο των εργασιών της, ενώ από το κεντρικό στην Αθήνα κατάστημα της, γινόταν μόνον τυπικά, το άνοιγμα του κωδικού, λόγω έλλειψης στο Υπ/μα αυτόματου συστήματος ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Η 1η εναγομένη για κάθε μεταβίβαση, αυθημερόν εξέδιδε, από τα κεντρικά της γραφεία τα πινακίδια τα οποία ο Χ2 τα ελάμβανε τις απογευματινές ώρες μέσω τηλεομοιοτυπίας, ενώ τα πρωτότυπα στέλνονταν ταχυδρομικώς τις επόμενες ημέρες για να παραδοθούν απ' αυτόν στους πελάτες του Υπ/τος. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι ο ενάγων μετά την κατάρτιση της σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών με την πρώτη εναγομένη εξέδωκε στις ...

και αυθημερόν παρέδοσε στον τρίτο εναγόμενο Χ3, τις με αριθμούς ......, ..... τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 131.197,429, με τη ρητή εντολή να τις παραδώσει στο 2ο εναγόμενο Χ2 ο οποίος ως νόμιμος κομιστής των επιταγών λάβει το ποσόν αυτών από την πληρώτρια τράπεζα και διαθέσει για την επένδυσή του, με πακέτο μετοχών στο ΧΑΑ.

Ο Χ3 παρέδωσε τις επιταγές αυτές στον Χ2 ο οποίος αποδέχθηκε, με την ιδιότητα του υπαλλήλου και Διευθυντή της 1ης εναγομένης την εντολή του ενάγοντος για την κατάρτιση σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών και αγοράς συγκεκριμένου πακέτου μετοχών, με το ποσόν που θα ελάμβανε από την είσπραξη των επιταγών, πλην όμως αυτός δεν κατέθεσε το ανωτέρω ποσό στον λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, αλλά σε προσωπικό του λογαριασμό, προς όφελός του και για δικές του δραστηριότητες παραχρηματιστηριακές ή προσωπικές, κατά παράβαση της παραπάνω εντολής του ενάγοντα, για τον οποίο δεν άνοιξε κωδικό ούτε αγόρασε μετοχές, αλλά ούτε και τον ενημέρωσε σχετικά.

Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι η απώλεια αυτή των χρήμάτων του ενάγοντος οφείλεται στην παράνομη δραστηριότητα του Χ2 που η πρώτη εναγομένη προέστησε ως Δ/ντή του υποκαταστήματός του για την άσκηση του αντικειμένου της, με την κατάρτιση σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών, την οποία κατάρτισε με τον ενάγοντα, έτσι ώστε να ζημιωθεί το άνω ποσόν, και η πρώτη εναγομένη ευθύνεται προς αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος από τις ενέργειες του Χ2, ως προστήσασα για τη ζημία που προκάλεσε ο προστηθείς Χ2, με την υπεξαίρεση σε βάρος του ενάγοντος κυρίου του ως άνω ποσού, κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας σύναψης συμβάσεων επενδυτικών εργασιών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη την οποία δεν παραβίασε και περαιτέρω διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σαφώς συγχρόνως εκθέτοντας σ' αυτή και το πόρισμα το οποίο κατέληξε από τις αποδείξεις και συνεπώς ο εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 9ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω το Εφετείο ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, δέχθηκε ως προς την σύναψη της ένδικης σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ του ενάγοντος και της 1ης εναγομένης αναιρεσείουσας τα εξής: "Έτσι ο ενάγων καθ' υπόδειξη του Χ3, 3ου εναγομένου, παρέδωσε σ' αυτόν, υπογεγραμμένα έγγραφα εξουσιοδοτήσεων προς την ως άνω ΑΕΛΔΕ, των οποίων θεωρήθηκε το γνήσιο της υπογραφής του από το αστυνομικό τμήμα με τις οποίες παρείχε στην ΑΕΛΔΕ την εξουσία κατάρτισης σύμβασης επενδυτικών υπηρεσιών με την πρώτη εναγομένη αναιρεσείουσα και διαβίβασης των εντολών αγοράς και πώλησης κινητών αξιών εισηγμένων στο ΧΑΑ, ενώ το συγκεκριμένο πακέτο μετοχών καθορίσθηκε από την ΑΕΛΔΕ στον Χ2 ως διευθυντή της πρώτης εναγομένης πιο κάτω δε κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών για το ίδιο εν λόγω θέμα δέχθηκε τα εξής: "Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης, ότι μεταξύ αυτής του ενάγοντος δεν καταρτίσθηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αφού δεν προσκομίζεται σχετικό έγγραφο της σύμβασης απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος διότι η σύμβαση καταρτίσθηκε τόσο προφορικά όσο και με την υπογραφή του σχετικού εντύπου από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα που βρισκόταν στα γραφεία του Υποκαταστήματος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο κατ' εκτίμηση δεν περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο καταλήγει το δ/ριο εν σχέσει προς ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή προς την σύναψη σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, είναι απόλυτα σαφές, δεδομένου ότι η πιο πάνω πρώτη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της αγωγής στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, η δε επόμενη αιτιολογία προς απόκρουση του άνω ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης είναι επάλληλη και για το λόγο αυτό είναι αλυσιτελής και απορριπτέος ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 19 6ος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αιτιολογία αυτή για αντιφατικότητα με την πρώτη (ΑΠ 1083/07, ΑΠ 249/1989).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-10-06 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθ.1459/06 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚαιΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακοσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ