164/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated164/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη γενική βεβαίωση του δικαστηρίου, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 164 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 164/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Ψύρρα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 643/2003 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 19-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.2 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση, Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου κατά το νόμο, ιδίως του ΚΠολΔ και το Ν.1756/1988 (Κ.Ο.Κ. και Κ.Δ.Λ.), και άρα δημιουργείται λόγος αναίρεσης ιδίως αν, επί πολυμελούς δικαστηρίου και σε σχέση με κάποια υπόθεση, όλοι ή κάποιος, ή κάποιος από τους δικαστές που συνέθεταν το δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν μετείχε στη σύνθεση αυτού κατά τη διάσκεψη και έκδοση απόφασης επί της υπόθεσης, ενώ δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος αναίρεσης αν όλοι ή κάποιος ή κάποιος από τους ως άνω δικαστές δεν μετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη δημοσίευση της ίδιας απόφασης, στην οποία σύνθεση βέβαια μετείχαν άλλοι δικαστές ή άλλος δικαστής, όπως επίσης δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος αναιρέσεως αν κάποιος ή κάποιοι ή όλοι από τους δικαστές που προαναφέρθηκαν υπόγραψαν την εκδιδόμενη απόφαση ή την δημοσιευόμενη απόφαση ή τα πρακτικά των αντίστοιχων διαδικαστικών σταδίων κατά παράβαση της λειτουργικής τους αρμοδιότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη του άρθρ. 559 αρ.2 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη νόμιμης σύνθεσης του Εφετείου Λάρισας εκ του ότι τα μεν πρακτικά έκδοσης αυτής δεν υπογράφηκαν από τον αρχαιότερο κατά διορισμό δικαστή, όπως ορίζει το άρθρ. 258 παρ.1 ΚΠολΔ για την περίπτωση που ο διευθύνων τη συζήτηση έπαυσε να είναι τοποθετημένος στο δικαστήριο, όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο Πρόεδρος Εφετών Ελευθέριος Ζάμπρας, που μετείχε στη συζήτηση, είχε ήδη μετατεθεί όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου εκείνου στα αντίστοιχα πρακτικά, και ως εκ τούτου είχε παύσει να είναι τοποθετημένος στο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη, αλλά από τον προϊστάμενο του Εφετείου αυτού, Πρόεδρο Εφετών Δημήτριο Στάθη, η δε δημοσίευση της απόφασης έγινε με διαφορετική σύνθεση αφού μετείχε αυτής πλέον ως διευθύνων την συζήτηση ο Προϊστάμενος του Εφετείου Λάρισας ως άνω Πρόεδρος Εφετών Δημ.Στάθης, ο οποίος και υπέγραψε την δημοσίευση της απόφασης.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η μη προσήκουσα υπογραφή των πρακτικών δεν επάγεται κακή σύνθεση του δικαστηρίου, η δε δημοσίευση της απόφασης με άλλη σύνθεση από εκείνη που την εξέδωσε και συνακόλουθα η υπογραφή της απόφασης κατά το σκέλος της δημοσίευσης της από τον διευθύνοντα τη νέα διαφορετική σύνθεση, ως μη απαγορευόμενη στο νόμο, επίσης δεν επάγεται κακή σύνθεση του δικαστηρίου και συνεπώς δεν ιδρύεται ο προβαλλόμενος από την άνω διάταξη του άρθρ. 559 αρ.
ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Επειδή, κατά μεν το άρθρ. 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρ. 390 του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης
ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές δεν συνιστούν ιδιαίτερα αποδεικτικό μέσο, αλλά συνιστούν έγγραφο που τυγχάνει ιδίας ρυθμίσεως στο νόμο και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να το μνημονεύει ειδικώς και κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και γενικότερα προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του (Ολ.ΑΠ 848/1981).
Εξάλλου κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρ. 559 αρ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι για τον σχηματισμό της κρίσης του ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, καλύπτει όλα τα κατά το άρθρ 339 του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά έγγραφα, συνεπώς και τις γνωμοδοτήσεις του άρθρ. 390 αυτού, εφόσον από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι όντως ελήφθησαν αυτά υπόψη και δεν καταλείπονται αμφιβολίες αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθ.559 αρ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη α) αεροφωτογραφιών των ετών 1953, 1985 και 1996 και β) της τεχνικής έκθεσης (ιδιωτικής γνωμοδότησης) του ειδικού επιστήμονος τοπογράφου μηχανικού Σ. Α., που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα προς απόδειξη ανταποδεικτικώς του γεγονότος ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι γιαλός, αφού δεν γίνεται ειδική μνεία αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική τους αξία.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη γενική βεβαίωση του δικαστηρίου, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρ. 559 αρ.10 περ.β' ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη αιγιαλού στο επίδικο, δηλαδή ουσιώδους για την έκβαση της δίκης πράγματος, χωρίς να διατάξει απόδειξη με πραγματογνωμοσύνη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία, όπως εν προκειμένω η οποία ακολουθείται και στην κατ'έφεση δίκη, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάσσει αποδείξεις.
Επειδή, το άρθρο 967 ΑΚ μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων κατατάσσει και τον αιγιαλό. Είναι δε αιγιαλός κατά τον ορισμό που δίνει το άρθ.1 του ΑΝ 2344/1940, που διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το κράτος του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρ. 53 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων".
Από τον ορισμό αυτόν προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι του οποίου φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Εξάλλου ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρ 968 ΑΚ και 1 του ΑΝ 2344/1940). Μόνος δε ο καθορισμός των ορίων αυτού από την διοικητική επιτροπή που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του ΑΝ 2344/1940 με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια ύδατα. 'Ετσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας, ο δε σε κάθε τοπική περίπτωση καθορισμός της εκτάσεως ως αιγιαλού ανήκει αποκλειστικά στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοικήσεως.
Επομένως ο ισχυριζόμενος ότι συγκεκριμένη εδαφική έκταση είναι αιγιαλός οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τις παραπάνω φυσικές ιδιότητες αυτής, από τις οποίες και μόνο προσδίδεται σ'αυτήν η ιδιότητα του αιγιαλού, χωρίς να υποχρεούνται και σε επίκληση και απόδειξη του κατά τα ανωτέρω διοικητικού καθορισμού της εκτάσεως αιγιαλού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Κατόπιν κληρονομικής διαδοχής του Δ. Π. ο γυιος του ενάγοντες και ήδη αναιρεσείων φέρεται ως ιδιοκτήτης ενός ακινήτου μετά των επ'αυτού κτισμάτων, εμβαδού 426,90 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "Μπαξές" ή "Μαλάκι" της περιφέρειας Βόλου και συνορεύει βόρεια με την εθνική οδό Βόλου-Τσαγκαράδας, νότια με θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ν.Φ.
και Σ. Π. και δυτικά με ιδιοκτησία του Ελλ. Δημοσίου (αιγιαλό). Μέρος όμως της παραπάνω εκτάσεως, ήτοι τμήμα εδάφους, εμβαδού 344,50 τ.μ. το οποίο συνορεύει γύρωθεν βόρεια επί πλευράς 32,50 μ. με θάλασσα, ανατολικά επί πλευράς 10,60 μ. με ιδιοκτησίες κληρονόμων Ν.Φ. και Σ. Π. και δυτικά επί πλευράς 10,60 μ. με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου (αιγιαλό) αποτελεί παλαιό αιγιαλό, δηλαδή χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει την θάλασσα και βρέχεται από την μεγίστη ωστόσο συνηθισμένη ανάβαση των κυμάτων, έλαβε δε τη σημερινή του μορφή κατά το έτος 1996, οπότε ο ενάγων τοποθέτησε ογκολίθους, τους οποίους συνέδεσε με σκυρόδεμα, χρησιμοποιείται δε ήδη για την ανάπτυξη καθισμάτων και τραπεζιών, που εξυπηρετούν τις ανάγκες των πελατών του εκεί λειτουργούντος καταστήματος (ψητοπωλείου-αναψυκτηρίου) του ενάγοντος.
Ως αιγιαλός χαρακτηρίστηκε το επίδικο και από την αρμόδια επιτροπή καθορισμού των ορίων του αιγιαλού και αποτυπώνεται στο από 1-7-1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ.. Την ιδιότητα του επιδίκου ως αιγιαλού την προσδίδει επίσης και το γεγονός ότι πριν από το μπάζωμα με ογκολίθους το 1996 υπήρχε μόνο άμμος και όχι χώμα σύμφωνα και με τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος Ι.
Ε. και Θ. Π.. Ο πρώτος καταθέτει ότι το επίδικο "μπαζώθηκε για να αναπληρωθεί η άμμος που είχαν πάρει στους σεισμούς του 1954", ενώ ο δεύτερος καταθέτει ότι "στο ακίνητο δεξιά και αριστερά υπήρχε άμμος.. αν δεν υπήρχαν αυτές οι πέτρες εκεί, το κύμα θα έμπαινε μέσα στο σπίτι". Αλλά και ο μάρτυρας του εναγομένου βεβαιώνει ότι αν "ο αιγιαλός εκεί δεν ήταν μπαζωμένος θα έμπαιναν τα νερά της θάλασσας στο σπίτι".
Με βάση τα ανωτέρω αποκλείεται το επίδικο να ήταν εδαφική έκταση επί της οποίας ασκούσε ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του πράξεις νομής και συνεπώς δεν έγινε αυτός κύριος αυτής παραγώγως ή πρωτοτύπως με τακτική ή έκτακτη χρησικτήσία. Είναι αλήθεια ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος προκειμένου να προστατεύσουν την οικία τους από τις πλημμύρες του θαλασσίου κύματος είχαν κατασκευάσει προστατευτικό τοίχο με πέτρες, ωστόσο όμως ο τοίχος αυτός δεν είχε την σημερινή μορφή της "πλατφόρμας", την οποία δημιούργησε ο ενάγων προσφάτως με σκοπό την δημιουργία χώρου για την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων προς εξυπηρέτηση των πελατών του καταστήματος του.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω εφόσον η επίδικη έκταση αποτελεί αιγιαλό είναι κοινόχρηστο πράγμα και ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς και αν ακόμη περιέχεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος ή είχε αποβάλλει για πολλά χρόνια την ιδιότητα του κοινοχρήστου ο ενάγων δεν μπορεί να έχει κυριότητα, αφού αυτό πράγμα εκτός συναλλαγής της κυριότητας του εναγόμενου Δημοσίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας ως κατ'ουσία αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατ'αποδοχή της ενστάσεως του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου ότι το επίδικο, όντας αιγιαλός, περιήλθε στην κυριότητά του, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, ήτοι τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της φύσεως του επιδίκου ως αιγιαλού, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ.8 εδ.α' ΚΠολΔ με το να λάβει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από το εναγόμενο, ήτοι τον διοικητικό καθορισμό του επιδίκου ως αιγιαλού με το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, αφού αυτά δεν είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα, δεδομένου ότι δεν χρειάζεται να προταθούν για τη θεμελίωση του ισχυρισμού ότι το επίδικο είναι αιγιαλός, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω και ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, από τα άρθρ.559 αρ.1, 8 και 19 ΚΠολΔικ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, για να είναι ορισμένος ο από το άρθ.559 αρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρει τα ακόλουθα στοιχεία: α) τα διδάγματα της κοινής πείρας με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο καθώς και τον τρόπο με τον οποίο παραβιάσθηκαν, β) τον κανόνα δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, χωρίς να αρκεί η γενική αναφορά στο νόμο, γ) την έννοια που προσδόθηκε στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, δ) την ορθή έννοια που, κατά την γνώμη του αναιρεσείοντος, προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο, ή δεν χρησιμοποιήθηκαν καθόλου, ε) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας για να κριθεί η παράβαση ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω με τον έκτο, μέρος πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη του άρθρ. 559 αρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράβασης διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει για την ερμηνεία των διατάξεων του ΑΝ 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλία". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται καθόλου σ'αυτόν τα ανωτέρω από γ', δ', ε', στ' αναγκαία κατά νόμο για την πληρότητά του στοιχεία, ενώ τα λοιπά από α', β' αναφέρονται αορίστως, αφού δεν εξειδικεύονται πλήρως, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει με ακρίβεια και σαφήνεια τα διδάγματα της κοινής πείρας που κατ'αυτόν παραβιάσθηκαν και δεν αναφέρει συγκεκριμένες διατάξεις του ΑΝ 2344/1940 που παραβιάσθηκαν με την εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αλλά αρκείται σηε γενική αναφορά στον νόμο αυτό.
Επειδή, με τον έκτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την από το αρθ. 559 αριθ.9 περ.γ' (σε συνδυασμό προς αριθ.8 περ.β) ΚΠολΔικ αιτίαση ότι άφησε αδίκαστη αίτησή του και ειδικότερα αντένσταση, που πρότεινε κατά της ενστάσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι το επίδικο είναι αιγιαλός και συνεπώς κοινόχρηστο πράγμα, το οποίο λόγω της ιδιότητάς του αυτής είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτο χρησικτησίας, συνισταμένη στο ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία πριν από το έτος 1915, οπότε επιτρεπόταν η χρησικτησία κατά του Δημοσίου, την δε νομή αυτών συνέχισαν οι διάδοχοί τους και ο ίδιος μέχρι το έτος 1954, που συνέβησαν οι σεισμοί στην περιοχή του επιδίκου, ο δε άμεσος δικαιοπάροχος του πατέρας του Δ.
Π. απόκτησε κυριότητα στο επίδικο με κληρονομική διαδοχή των γονέων του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, και στη συνέχεια μετά τον θάνατο του πατέρα του απέκτησε ο ίδιος κυριότητα στο επίδικο επίσης με κληρονομική διαδοχή. 'Όπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποτέλεσαν την βάση αυτής της και έχουσας εκδικαστεί αγωγής, κατά της οποίας στρεφόταν η ανωτέρω περί αιγιαλού ένσταση του εναγομένου, και συνεπώς δεν πρόκειται περί αντενστάσεως και γι'αυτό πρέπει ο λόγος αυτός της αναιρέσεως να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Επειδή, τέλος με τον έκτο, μέρος τρίτο, λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) η από το άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου ήτοι των διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου για την έκτακτη χρησικτησία, και β) από το ίδιο άρθρο αρ.19 του ίδιου κώδικα "διότι χωρίς καμιά αιτιολογία απέρριψε την ως άνω αντένσταση του ενάγοντος αποφαινόμενη ότι δεν έγινε κύριος ούτε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία χωρίς να αιτιολογεί την κρίση του αν υπήρχε πάντοτε αιγιαλός και δη πριν την 11-9-1954 διότι αυτός είναι ο κρίσιμος χρόνος για το αν πρόκειται για αιγιαλό και συνεπώς για δημόσιο κτήμα και συνακόλουθα αν απέκτησε ο ενάγων κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς το δικαστήριο να ασχοληθεί με το αν το επίδικο ήταν τότε αιγιαλός, ούτε αν απόκτησαν οι δικαιοπάροχοί του κυριότητα επ'αυτού με χρησικτησία χρόνου 1954". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος διότι δεν αναφέρει τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που είναι αναγκαίες για τον έλεγχο της παραβίασης των κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, αλλά και για την διαπίστωση της έλλειψης ή μη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε τους συγκεκριμένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, ούτε σε τι συνίσταται η παραβίασή τους.
Επειδή, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν παρέστη κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, αλλά κατέθεσε σχετική δήλωση σύμφωνα με το άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν κατέθεσε δε και προτάσεις και έτσι δεν υφίσταται εκ μέρους του αίτημα για καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη, η οποία γι'αυτό δεν επιδικάζεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαίου 2003 αίτηση αναίρεσης του Κ. Π. κατά της υπ'αριθμ.643/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την 1η Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ