Supreme Court dismisses appeal against arbitration award, upholding validity of arbitration clause despite main contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Athens Court of Appeal's final decision rejecting the State's claim to annul an arbitration award. The State argued the arbitration clause was void due to the termination of the main government contract, but the Court held that the arbitration agreement remains valid and independent. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the airline's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27 and 897 of the Civil Procedure Code; The arbitration clause retains its validity and enforceability even if the main contract is terminated or annulled, as the arbitration agreement is autonomous and covers disputes arising from abnormal contract evolution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1649 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1649/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", απορροφηθείσα από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννα Βαβουγυιού - Κεφαλάκη και Δημήτριο Καράμπελα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/9/2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2727/2023 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/4/2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 12-4-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 2727/2023 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 23-9-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με αίτημα κυρίως την αναγνώριση της ανυπαρξίας της υπ'αριθμ. 1/2018 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε στην Αθήνα στα πλαίσια του άρθρου 27 της από 30-7-1956 σύμβασης κυρωθείσας με το ν.
δ. 3560/1956, όπως τροποποιήθηκε, και επικουρικώς την ακύρωση αυτής, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σημειώνται ότι η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της που κατέθεσε είκοσι μέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο(άρθ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ). Και τούτο διότι: Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 3 και 4 του ν. 4639/2019: "3. Με τη δημόσια κατάθεση επέρχεται απόσβεση της υφιστάμενης ενοχής του φορέα Γενικής Κυβέρνησης έναντι του δικαιούχου και δεν παρέχεται δυνατότητα ανάκλησης αυτής, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην επόμενη παράγραφο. 4.
Εφόσον, εντός πενταετίας από τη σύσταση της παρακαταθήκης, δεν διενεργηθεί είσπραξη του ποσού, ούτε κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδεικτικό φορολογικής ή/και ασφαλιστικής ενημερότητας κατά περίπτωση, η χρηματική απαίτηση από την παρακαταθήκη παραγράφεται υπέρ του καταθέτη φορέα και το σχετικό ποσό, μετά την αφαίρεση της αμοιβής του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, επιστρέφεται σε αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Τυχόν αξιώσεις του δικαιούχου εγείρονται εφεξής κατά του φορέα". Η ανάκληση είναι διοικητική ενέργεια, η απαγόρευση της οποίας προβλέπεται από το νόμο για λόγους ασφάλειας δικαίου ή για την προστασία τρίτων. Αν και η ανάκληση δεν επιτρέπεται, η άσκηση ένδικου μέσου δεν απαγορεύεται, εκτός αν υπάρχει ρητή διάταξη που το προβλέπει.
Εξάλλου, η εκτέλεση της απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, της οποία ζητήθηκε η αναγνώριση της ανυπαρξίας άλλως η ακύρωση από το αναιρεσείον, δεν στερεί στο τελευταίο το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης, προκειμένου να ανατρέψει την απόφαση του Εφετείου και να ζητήσει την επιστροφή των καταβληθέντων, επιπροσθέτως ενόψει και του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημιουργεί προηγούμενο και επηρεάζει τη νομική θέση του αναιρεσείοντος σε μελλοντικές υποθέσεις. 2.
Κατά το άρθρο 3 ΝΔ 3560/1956: "Κυρούται η από 30 Ιουλίου 1956 υπογραφείσα σύμβασις μεταξύ του Δημοσίου και του ... "περί Αεροπορικών Συγκοινωνιών". 2. Άπασαι αι διατάξεις της κατά τ' ανωτέρω κυρουμένης συμβάσεως αποκτώσιν ισχύν Νόμου, δύνανται δε να τροποποιώνται ή καταργώνται δια συμφωνίας μεταξύ του αναδόχου και του Δημοσίου...
κυρουμένης δια Β. Δ. /τος ... ".
Εξάλλου, σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση: "Το Δημόσιον παραχωρεί εις τον Ανάδοχον δια χρονικόν διάστημα είκοσι ετών... 1. Το προνόμιον της αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως πασών των υπό Ελληνικήν σημαίαν αεροπορικών μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού ... 2. Το προνομιακόν δικαίωμα της δι' επιγείων μέσων εξυπηρετήσεως ...
των προσγειουμένων εις Ελληνικούς αερολιμένας ξένων αεροσκαφών ... 3. Το προνόμιον της αποκλειστικής μεταφοράς του αεροπορικού ταχυδρομείου ... 4. Το προνόμιον της αποκλειστικής εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως του εν άρθρ. 17 της παρούσης προβλεπομένου συνεργείου. ... " (άρθρο 1). "1. Ο Ανάδοχος υποχρεούται, όπως εντός τριών μηνών από της κυρώσεως της παρούσης συμβάσεως και υπό τους όρους αυτής και τους Ελληνικούς Νόμους, συστήσει Ελληνικήν Ανώνυμον Εταιρείαν με έδραν τας Αθήνας και με σκοπόν την υπό τους όρους της Συμβάσεως εκμετάλλευσιν των εν άρθρ. 1 παραχωρουμένων εις αυτόν προνομίων και αποκλειστικών δικαιωμάτων... 3.
Η κατά τα διατάξεις της παρούσης συμβάσεως συσταθησομένη Ανώνυμος Εταιρεία θα υποκατασταθεί από της συστάσεώς της αυτοδικαίως και άνευ εγγράφου εκχωρήσεως ή άλλης οιασδήποτε διατυπώσεως εις άπαντα ανεξαιρέτως τα εκ της παρούσης συμβάσεως απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αναδόχου. Όπου εν τη παρούση συμβάσει γίνεται λόγος περί του αναδόχου νοείται από της συστάσεώς της, η ανωτέρω εταιρεία" (άρθρο 2). "Εν πάση ...
περιπτώσει η ουσιαστική ιδιοκτησία και ο πραγματικός έλεγχος της Εταιρείας δέον να ανήκη εις πρόσωπα Ελληνικής Ιθαγένειας. Προς τούτο, η Γενική Συνέλευσις των μετόχων της Εταιρείας ουδέποτε λογίζεται εν απαρτία, ούτε δύναται να προχωρήσει εις συζήτησιν και αποφάσεις, αν τα 51% τουλάχιστον των διατιθεμένων και παρισταμένων εις εκάστην Συνέλευσιν ψήφων δεν ανήκουν εις μετόχους Ελληνικής Ιθαγενείας" (άρθρο 3 παρ. 2 εδ.
β). "Επιτρέπεται όπως πάσαι ή τινές των ακολούθων δραστηριοτήτων: α) αεροπορικών μεταφορών εμπορευμάτων (GARGO FORWARDING), β) εξυπηρετήσεως των εκτάκτων αεροπορικών μεταφορών ...., γ) παροχής υπηρεσιών εξυπηρετήσεως ξένων αεροσκαφών ...., δ) αεροπορικών μεταφορών και εργασιών, περί ών η παρ. 5 του άρθρ. 1 της ισχυούσης Συμβάσεως, ε) έτι δε και η κατά την παρ. 10 του άρθρ. 7 της ισχυούσης Συμβάσεως εκμετάλλευσις ελικοπτέρων και μικρών αεροσκαφών, ασκώνται είτε ευθέως υπό της ώδε συμβαλλομένης Αναδόχου, είτε δια μιάς ή πλειόνων ανεξαρτήτων της Αναδόχου ανωνύμων εταιρειών, ειδικώς προς τον σκοπόν τούτον ιδρυομένων, ών η Ανάδοχος θα διατηρή υποχρεωτικώς το 51% τουλάχιστον των μετοχών.
Η ως άνω ανώνυμος εταιρεία ή εταιρείαι θα απολαμβάνουν όλων των κατά την ισχύουσαν Σύμβασιν προνομίων της Αναδόχου, εφαρμοζομένης και ως προς αυτάς της παρ. 3 του άρθρου 2 της ισχυούσης συμβάσεως .... 3. Η Ολυμπιακή Αεροπορία δικαιούται να μετέχη τουριστικών επιχειρήσεων πάσης φύσεως. Αι επιχειρήσεις αύται διέπονται από της κειμένης περί τούτων εκάστοτε νομοθεσίας, μη εφαρμοζομένης επί τούτων ουδεμίας διατάξεως της ισχυούσης και της παρούσης Συμβάσεως.... " (άρθρο 4 παρ. 2, 3 που προστέθηκαν με το άρθρο 5 της Συμβάσεως που κυρώθηκε με το ΝΔ 122/1969).
Στις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 και 9 της Συμβάσεως, με το οποίο καθορίζονται "Αι γραμμαί ας υποχρεούται η Ανάδοχος να εξυπηρετεί τακτικώς και με την έναντι εκάστης κατ'ελάχιστον όριον εβδομαδιαίαν συχνότητα" ορίζεται ότι "ο ανάδοχος δικαιούται να εγκαταστήση και λειτουργήση και πάσαν άλλην τακτικήν ή εποχιακήν γραμμήν, ης την εξυπηρέτησιν ήθελε κρίνει πρόσφορον και συμφέρουσαν αυτώ, κατόπιν όμως πάντοτε σχετικής εγκρίσεως του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων" και ότι "Το Δημόσιον δικαιούται εν πάση περιπτώσει να ζητήση παρά του αναδόχου την διατήρησιν της συχνότητος των δρομολογίων, άτινα εμειώθησαν κατά την ανωτέρω διαδικασίαν ως και την διατήρησιν των αεροπορικών γραμμών, ως αύται είχον ορισθή προ της τροποποιήσεως ή συγχωνεύσεως, κατά την ανωτέρω διαδικασίαν, υποχρεούμενον όπως εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας καταβάλη εις τον ανάδοχον τα προκαλουμένας εκ της διατηρήσεως των δρομολογίων και γραμμών επί πλέον δαπάνας ¨αμέσου και εμμέσου κόστους¨ μετ'αφαίρεσιν των εξ αυτών εσόδων".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 της ανωτέρω Συμβάσεως προβλέπεται ότι "...προκειμένου περί του Κεντρικού Αερολιμένος Αθηνών, εφαρμόζονται μέχρι λήξεως της διαρκείας της Συμβάσεως τα εξής: α)Κατ'αρχήν η Ανάδοχος δικαιούται, καθ'όλην την διάρκειαν της ισχύος της Συμβάσεως, να διατηρήση τας Υπηρεσίας της και τας παντοειδείς εγκαταστάσεις αυτής, περιλαμβανομένων και των αιθουσών αφίξεων και αναχωρήσεων επιβατών εσωτερικού και εξωτερικού ως και διακινήσεως εμπορευμάτων, εις την σημερινήν πλησίον της θαλάσσης δυτικήν θέσιν, δικαιουμένη εις δωρεάν χρήσιν των ήδη κατεχομένων υπ'αυτής 36. 807 μ2 ασκεπών και εστεγασμένων χώρων.
Εις τούτους προστίθενται άμα τη ισχύι της παρούσης 20. 000 μ2 ασκεπών ή εστεγασμένων χώρων. Επί τη μεταφορά Κρατικών υπηρεσιών ή τοιούτων τρίτων αεροπορικών Εταιρειών εκ της παρούσης πλησίον της θαλάσσης θέσεως, η Ανάδοχος δικαιούται να καταλαμβάνη τους ούτω κενουμένους χώρους ων η επιφάνεια καταλογίζεται εις τα ως άνω 20. 000 μ2.
Η Ανάδοχος δεν δικαιούται εις εξαγοράν παρά του Κράτους κατά τα εν άρθρω 23, 25 και 25Α οριζόμενα των υπ'αυτής τυχόν ανεγειρομένων εντός πενταμήνου από της ισχύος της παρούσης, κτισμάτων επί των υπ'αυτής σήμερον κατεχομένων και διά της παρούσης οριστικώς παραχωρουμένων 20. 000 μ2 υπό την διττήν προϋπόθεσιν το μεν ότι τα εν λόγω τυχόν ανεγερθησόμενα κτίσματα θα ευρίσκωνται εις την προς την θάλασσαν δυτικήν θέσιν του Κεντρικού Αερολιμένος Αθηνών, το δε ότι βάσει του καταρτισθησομένου γενικού χωροταξικού σχεδίου του Κεντρικού Αερολιμένος Αθηνών τα ως άνω μέχρι Μαίου 1969 ανεγερθησόμενα τυχόν κτίσματα καθίστανται κατεδαφιστέα.
β)Το Δημόσιον, τη αιτήσει της Αναδόχου, υποχρεούται όπως, πέραν και προσθέτως του εν τω προηγουμένω εδαφίω (α)προαναφερθέντος εμβαδού 56. 807 μ2 και εφ'όσον δεν υπάρχη αντικειμενική αδυναμία χώρου προς τούτο, αυξάνη τους παραχωρουμένους εις αυτήν δωρεάν ασκεπείς ή εστεγασμένους χώρους εν τω Κεντρικώ Αερολιμένι Αθηνών κατά 30. 000 μ2 της θέσεως προσδιορισθησομένης το βραδύτερον υπό της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας μέχρις Ιουλίου 1969".
Σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 25Α της Συμβάσεως "επί καταγγελίας, πάντοτε υπό της Αναδόχου, το Δημόσιον δικαιούται οποτεδήποτε με αυτήν(την καταγγελία) προβαίνον εις άμεσον παραλαβήν του υλικού και προσωπικού της Εταιρείας, επί καταβολή των κατά το παρόν άρθρο 25Α οφειλομένων, να επιφέρη την άμεσον λύσιν της συμβάσεως".
Η ισχύς της Συμβάσεως αυτής παρατάθηκε αρχικά μέχρι 06-10-1986 με το άρθρο 1 νδ 4262/1962 και επί είκοσι ακόμα έτη από της λήξεώς της με το άρθρο 2 παρ. 1 βδ 862/1966, τα οποία κύρωσαν την τροποποίηση της αρχικής Συμβάσεως κατά το σημείο αυτό, δηλαδή μέχρι 06. 10. 2006. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1 και 4 του Κανονισμού 2408/92 του Συμβουλίου κατά τις οποίες "ως υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας νοούνται όλες οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε αερομεταφορέα, προκειμένου να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την παροχή υπηρεσίας πληρούσας καθορισμένα κριτήρια συνέχειας, τακτικότητας, μεταφορικής ικανότητας τιμών, τα οποία ο αερομεταφορέας δεν επρόκειτο να πληροί εάν ελάμβανε αποκλειστικά υπόψη το εμπορικόν συμφέρον του", σαφώς συνάγεται ότι η Ανάδοχος εταιρία στο πλαίσιο της ανωτέρω Συμβάσεως είχε την υποχρέωση εκτελέσεως των αναγκαίων δρομολογίων από τις εγκαταστάσεις του Κεντρικού Αερολιμένα Αθηνών, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί προκειμένου να ανταποκρίνεται στις πτητικές ανάγκες της εταιρίας αυτής και ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε επίσης την υποχρέωση να επιτρέπει τη χρήση των εγκαταστάσεων αυτών του ίδιου αερολιμένα για την εκτέλεση των ίδιων δρομολογίων και την κάλυψη των πτητικών αναγκών της αναδόχου εταιρίας.
Επίσης, ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε τη διακριτική ευχέρεια μετά την καταγγελία, να επιφέρει την άμεση λύση της Συμβάσεως, αυτό όμως δεν συνέβη, αλλ' αντιθέτως με την Σύμβαση μεταβιβάσεως μετοχών, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 96/1975, διατηρήθηκαν σε ισχύ όλες οι διατάξεις της Συμβάσεως του 1956. Ειδικότερα, με το Ν. 96/1975 ορίσθηκε ότι το Δημόσιο, για την άσκηση των δικαιωμάτων του ως μετόχου της Ο.Α.
εκπροσωπείται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών(άρθρο τέταρτο παρ. 1) και ότι οι διατάξεις της από 30-7-1956 Συμβάσεως, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, και οι υπόλοιπες συναφείς διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν τροποποιούνται με το νόμο αυτό.
Προνόμια και πάσης φύσεως δικαιώματα που έχουν παραχωρηθεί αμέσως ή εμμέσως με την πιο πάνω Σύμβαση, ανήκουν στην Ο. Α. Η εταιρεία αυτή εξακολουθεί να απολαύει όλων των φορολογικών, δασμολογικών, νομισματικών, συναλλαγματικών και λοιπών γενικώς απαλλαγών, ατελειών, διευκολύνσεων και προνομίων που απήλαυε μέχρι τότε(άρθρο πέμπτο παρ. 1 και 3).
Με το άρθρο 6 του Ν. 96/1975 ορίσθηκε ότι "άμα τη πραγματοποιήσει της ως άνω συμφωνουμένης μεταβιβάσεως υπό του πωλητού προς το Δημόσιον της κυριότητος, νομής και κατοχής του συνόλου των μετοχών της Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ θεωρείται αυτοδικαίως ως μη γενομένη και ουδέν επαγομένη έννομον αποτέλεσμα η υπό ταύτης γενομένη την 10-12-1974 καταγγελία της από 30-07-1956 Συμβάσεως ουδεμίαν δε υποχρέωσιν έχει το Δημόσιον έναντι του πωλητού ή της Εταιρείας εκ της ως άνω καταγγελίας, ιδία δε ρητώς συμφωνείται ότι ουδέν εκ της καταγγελίας ταύτης οφείλει το Δημόσιον προς τον πωλητήν εκ των άρθρων 25 και 25Α της ως άνω Συμβάσεως, εκτός των διά της παρούσης αναλαμβανομένων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς αυτό".
Με το άρθρο έκτο παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι "επιτρέπεται εις την Ολυμπιακή Αεροπορίαν ΑΕ ήτις αποτελεί από της ιδρύσεώς της επιχείρησιν κοινής ωφελείας, όπως προέρχεται εις σύναψιν δανείων, εις τε το εσωτερικόν και εξωτερικόν, του Δημοσίου δυναμένου να παρέχη πάσαν απαιτουμένην εγγύησιν διά την σύναψιν, ανάληψιν, διακανονισμόν ή εξόφλησιν των δανείων τούτων ως και των πάσης φύσεως εν γένει πιστώσεων υπό της Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ".
Συνεπώς ο Ν. 96/1975, ρυθμίζοντας τα μεταβιβαστικά αποτελέσματα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Σύμβαση του 1956 στο νέο μέτοχο της εταιρείας, το Ελληνικό Δημόσιο, ενεργώντας ως μέτοχος, κατέστησε ρητώς την καταγγελία ανενεργή και άνευ αποτελέσματος, διατηρώντας έτσι κατά ρητή νομοθετική βούληση αδιάρρηκτη τη συνέχεια της Συμβάσεως(ΑΕΔ 42/1991).
Κατά συνέπεια ο Ν. 96/1975 ουδόλως αλλοίωσε τη νομική αυτοτέλεια της Ο. Α. ΑΕ με συνακόλουθα αποσβεστικά αποτελέσματα, η δε Σύμβαση της 30-7-1956 θεωρείται κατά ρητή νομοθετική επιταγή ότι ουδέποτε καταγγέλθηκε, παραμένοντας σε ισχύ μέχρι το συμβατικό χρόνο λήξεώς της στις 6-10-2006, με αποτέλεσμα να παραμένει η ιδιότητα του αναδόχου/παραχωρησιούχου στο πρόσωπο της ως άνω εταιρείας(ΑΠ 1185/2017).
Με το Ν. 2338/1995, προβλέφθηκε το κλείσιμο του Αεροδρομίου του Ελληνικού και η απαγόρευση λειτουργίας άλλων αεροδρομίων πλην του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (Δ.Α.Α.), ενώ παράλληλα χορηγήθηκε στην Εταιρεία Αεροδρομίου το αποκλειστικό δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του Δ. Α. Α. για 30 έτη, διάστημα το οποίο παρατάθηκε στα 50 έτη, δυνάμει της παρ. 3 του παραρτήματος της αποφ. 92 του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής, χωρίς όμως να προβλεφθεί με το νόμο αυτό κατάργηση της Συμβάσεως του 1956, η οποία εξακολούθησε να ισχύει.
Με το π. δ. 359/1996 (ΦΕΚ A 231) περί "Τροποποίησης διατάξεων της μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 3560/1956 όπως η Σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα", καταργήθηκε το υπέρ της Ο.Α. προνομιακό δικαίωμα του άρθρου 1 της Συμβάσεως του 1956 περί αποκλειστικής εκμετάλλευσης αεροπορικών μεταφορών (επιβατών, φορτίου και ταχυδρομείου) μεταξύ της Ελλάδος και των τρίτων χωρών, δηλαδή εκτός της Κοινότητας και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Επίσης με το π. δ. 138/1997 (ΦΕΚ Α' 122) περί "Τροποποίησης διατάξεων της μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Ολυμπιακής Αεροπορίας Α. Ε. Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 3560/1956 όπως η Σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα", καταργήθηκε το προβλεπόμενο στο άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α1 -γ' της Συμβάσεως 1956 προνόμιο της Ο.Α.
για απαλλαγή από την καταβολή τελών για τις πτήσεις εσωτερικού, καθώς και για δωρεάν χρήση εγκαταστάσεων των διατεθέντων σε αυτή χωρών των άλλων Κρατικών Αερολιμένων, ενώ ταυτόχρονα διατηρήθηκε αναλλοίωτο το προβλεπόμενο στο εδ. δ' του ως άνω άρθρου 14 παρ. 1 δικαίωμά της για χρήση του Δυτικού Αερολιμένα Ελληνικού.
Η κατάργηση των ανωτέρω επιμέρους προνομίων της Ο. Α. , δεν έθιξε ούτε την ισχύ της Συμβάσεως του 1956, ούτε τα λοιπά προβλεπόμενα σε αυτή, προνόμια. Δυνάμει του άρθρου 27 Ν. 3185/2003(ΦΕΚ Α'229), το οποίο τιτλοφορείται "Μετασχηματισμός Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας" αποσχίσθηκε ο πτητικός κλάδος της Ο.Α. και μεταβιβάστηκε στην εταιρεία "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε. ".
Οι λοιποί, πλην του πτητικού, κλάδοι παρέμειναν στην Ο.Α., η οποία μετονομάστηκε σε "Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες". Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 3185/2003, "με απόφαση της Δ.Ε.Α. (Διυπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων) και των καταστατικών Οργάνων τους, οι εταιρείες του Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας μετασχηματίζονται με απόσχιση των κλάδων ή τμημάτων ή λειτουργιών του πτητικού έργου με συγχώνευση ή απορρόφησή τους από υφιστάμενη εταιρεία του Ομίλου...Ο μετασχηματισμός που προβλέπεται στο παρόν γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1-5 του Ν. 2166/1993 και 66-89 του Κ.
Ν. 2190/1920, εφαρμοζομένων των διατάξεων του παρόντος". Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "ως κλάδος, τμήμα ή λειτουργία για την εφαρμογή του παρόντος νοείται το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού, ως και οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στην έκθεση που τον συνοδεύει.
Στην συνοδευτική έκθεση περιλαμβάνεται και κάθε άλλο στοιχείο, που μεταφέρεται κατά την παρούσα διαδικασία και δεν αναγράφεται στον ισολογισμό, ως και τα εμπορικά δικαιώματα που συνδέονται με την άσκηση του πτητικού έργου...".
Περαιτέρω, στην παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου ορίζεται ότι "η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και των στοιχείων και δικαιωμάτων, που αναφέρονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, συντελείται αυτοδικαίως και ατελώς...". Επίσης, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου, "οι απορροφούσες εταιρείες αποκτούν το σύνολο των μεταβιβαζομένων στοιχείων ενεργητικού και δικαιωμάτων, ελεύθερα παντός φόρου, τέλους, βάρους, χρέους ή δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
και κάθε βάρους, χρέους, αξίωσης τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, πέραν των υποχρεώσεων, οι οποίες ρητώς αναγράφονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, εξαιρουμένων των εταιρειών αυτών από την εφαρμογή των άρθρων 479, 939 ΑΚ, 537 επ. Ε. Ν. και του Ν. 2190/1994...". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι κατά την περίπτωση της αποσχίσεως κλάδου προερχόμενου από την υφιστάμενη εταιρία ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ, τα στοιχεία του αποσχισθέντος κλάδου μεταβαίνουν στη διάδοχο εταιρία δυνάμει ειδικής διαδοχής.
Πρόκειται για ειδική διαδοχή αφενός στα στοιχεία του ενεργητικού του αποσχισθέντος κλάδου (ενσώματα και άλλα περιουσιακά στοιχεία, πάσης φύσεως απαιτήσεις), που προσδιορίζονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και αφετέρου στα στοιχεία παθητικού, στα οποία ανήκουν οι στον ισολογισμό μετασχηματισμού αναφερόμενες υποχρέωσεις.
Eίναι χαρακτηριστικό ότι η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 4 ν. 3185/2003 αναφέρεται ρητά σε κτήση από τις απορροφούσες εταιρίες των στοιχείων του ενεργητικού των αποσχισθέντων κλάδων, ελευθέρων παντός βάρους και χρέους απέναντι στο Δημόσιο ή σε ιδιώτες. Επίσης η ίδια διάταξη ορίζει ότι κατά την απόσχιση των προαναφερθέντων κλάδων και την κτήση των περιουσιακών τους στοιχείων από τις απορροφούσες εταιρίες αποκλείεται η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 479 ΑΚ, η οποία ιδρύει την ευθύνη του αποκτώντος περιουσία με ειδική διαδοχή μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων περιουσιακών στοιχείων.
Η διάταξη εφαρμόζεται επί ειδικής διαδοχής, ώστε ο νομοθετικός αποκλεισμός της να έχει νόημα μόνον επί αποκτήσεως περιουσιακών στοιχείων δυνάμει ειδικής διαδοχής. Επί καθολικής διαδοχής δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 479 ΑΚ και βεβαίως δεν έχει λόγο ο νομοθετικός αποκλεισμός της.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 27 της από 30 Ιουλίου 1956 συμβάσεως "Εξαιρουμένων των περιπτώσεων, δι' ας προβλέπεται εν τη παρούση έτερος τρόπος ρυθμίσεως, πάσα διαφορά, διένεξις ή διαφωνία, αναφυομένη μεταξύ του Δημοσίου και αναδόχου εκ της εφαρμογής της παρούσης Συμβάσεως, και όπου ακόμη, ειδικώς δεν προβλέπεται περί αυτής εν τη παρούση, αφορώσα την εκτέλεσιν ή ερμηνείαν των όρων αυτής, την έκτασιν των εκ ταύτης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και γενικώς οιονδήποτε ζήτημα προκύπτον εκ της παρούσης συμβάσεως, λύεται αποκλειστικώς δια διαιτησίας... ".
Η ισχύς της ανωτέρω Συμβάσεως παρετάθη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, με δύο νεώτερες συμβάσεις, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 4262/1962 και το ΒΔ 862/1966 μέχρι της 6-10-1986 και "επί είκοσι ακόμη έτη από της λήξεώς της", αντιστοίχως. Με βάση το κείμενο της παραπάνω συμφωνίας και του κυρωτικού αυτής νόμου, κυρίως δε, με βάση τον επιδιωχθέντα δι' αυτής σκοπό και τα μέσα που προβλέφθηκε ότι θα χρησιμοποιούντο για την επίτευξή του, είναι σαφές ότι, ανεξαρτήτως της επιλεγείσας μεθοδολογίας και φρασεολογίας, προέχον στοιχείο της όλης ρυθμίσεως, είναι ο νομοθετικός χαρακτήρας αυτής και όχι εκείνος της συμβατικής σχέσεως ιδιωτικού δικαίου.
Τούτο δε, διότι το κύριο έννομο αποτέλεσμα των ως άνω νομικών πράξεων (αρχικής συμφωνίας και κυρώσεως αυτής με νόμο και των παρατάσεών της), ήταν η εκ μέρους ιδιωτών απόκτηση δικαιώματος μονοπωλιακής εκμεταλλεύσεως μέρους ενός οικονομικού τομέα (των υπό ελληνική σημαία αερομεταφορών), πράγμα που δεν θα ήταν νομικώς επιτρεπτό να γίνει χωρίς τυπικό νόμο(ΑΠ 1235/2017).
Εξάλλου, παρόλη την αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας έναντι της κυρίας συμβάσεως, που δεσμεύει τους συμβαλλομένους (ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 102/2012, ΑΠ 506/2010, ΑΠ 877/2000), ο ειδικός διάδοχος στην ουσιαστική έννομη σχέση δεσμεύεται από την διαιτητική συμφωνία που είχε καταρτίσει ο δικαιοπάροχός του αναφορικά με μελλοντικές διαφορές από αυτή την ουσιαστική έννομη σχέση, όπως και ο καθολικός διάδοχος από την διαιτητική συμφωνία που είχε καταρτίσει ο δικαιοπάροχος, τα τρίτα δε αυτά πρόσωπα καταλαμβάνονται από την ισχύ της διαιτητικής συμφωνίας εφόσον υπεισέρχονται στην έννομο θέση του μέρους που δεσμευόταν από την συμφωνία διαιτησίας που αυτό είχε καταρτίσει, εκτός αν είχε συμφωνηθεί ειδικώς το αντίθετο από το ότι τα αρχικώς συμβληθέντα μέρη απέβλεψαν σε μία διαπροσωπική μεταξύ αυτών ισχύουσα συμφωνία η αν ο τρίτος αγνοούσε τη συμφωνία και δεν ήταν δυνατό να την αποδεχθεί (ΟλΑΠ 176/1976, ΑΠ 1400/2008). Επιπλέον, κατά το άρθρο 46 ΕισΝΚΠολΔ "οι διατάξεις συμβάσεων για διαιτησία διαφορών ιδιωτικού δικαίου που είναι κυρωμένες με νόμο, εξακολουθούν να ισχύουν, όπως και οι διατάξεις των νόμων που τις τροποποιούν ή τις συμπληρώνουν. Στις διαιτησίες που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού εφαρμόζονται τα άρθρα 868 επ. ΚΠολΔ, εφόσον δεν είναι αντίθετα προς τις διατάξεις της συμβάσεως ή των νόμων που την τροποποιούν ή την συμπληρώνουν".
Συνεπώς, η χωρίς αυξημένη τυπική ισχύ (ΑΠ 1684/1986) διάταξη του άρθρου 900 ΚΠολΔ, κατά την οποία είναι άκυρη η παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεως αγωγής για την ακύρωση διαιτητικής αποφάσεως πριν από την έκδοσή της και η οποία, σύμφωνα με την αμέσως πιο πάνω διάταξη, αφενός μεν εφαρμόζεται στις διαιτησίες που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφετέρου δε μπορεί να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί με διάταξη συμβάσεως που κυρώθηκε με νεώτερο νόμο και να αποκλεισθεί έτσι το δικαίωμα ασκήσεως από τα συμβληθέντα μέρη της ακυρωτικής αγωγής του άρθρου 897 ΚΠολΔ κατά διαιτητικής αποφάσεως, αρκεί τούτο να προκύπτει ρητώς ή έστω σιωπηρώς πλην όμως σαφώς, κατά τα προδιαληφθέντα. Ο εκ των προτέρων δε αυτός συμβατικός αποκλεισμός, που καλύπτεται νομοθετικά, δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού αφενός μεν οι ενδιαφερόμενοι δεν στερούνται του φυσικού δικαστή χωρίς την θέλησή τους (ενόψει μάλιστα του ότι επιτρέπεται από το ισχύον Σύνταγμα η διαιτητική επίλυση των διαφορών ακόμη και για το Ελληνικό Δημόσιο), αφετέρου δε το δημόσιο δικαίωμα κάθε προσώπου για ακρόαση και έννομη προστασία από τα δικαστήρια παρέχεται με την επιφύλαξη "όπως ο νόμος ορίζει". Άλλωστε η διαιτησία συνιστά η ίδια απονομή δικαιοσύνης καλυπτόμενη από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 356/1991, ΑΠ 1684/1986).
Πάντως, όταν συμβαλλόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η εκ των προτέρων παραίτηση αυτού από την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου, δυνάμει σχετικού συμβατικού όρου που κυρώθηκε νομοθετικά, για να είναι έγκυρη και να επιφέρει έννομα αποτελέσματα, επιβάλλεται από το νόμο να διατυπώνεται ρητά και ουδέποτε μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς (ΑΠ 1532/2009).
Περαιτέρω, η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργανώσεως, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της επιλογής τους. Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών πράξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ` άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ. β ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής αποφάσεως, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως, κατ` άρθρο 897 επ. ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 738/2019).
Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης διαιτητικής αποφάσεως υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο, το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ` αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία ή κείται πέραν αυτής, όχι δε και εκείνη κατά την οποία την απόφασή τους για την παραδοχή ή την απόρριψη αιτήματος που τους έχει υποβληθεί στηρίζουν όχι στα πραγματικά περιστατικά τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν, αλλά σε άλλα, που μολονότι δεν προτάθηκαν, ωστόσο προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που τους υποβλήθηκε, χωρίς πάντως να καταφύγουν στις ιδιωτικές τους γνώσεις, ήτοι όταν υποπίπτουν στη δικονομική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995).
Για την κρίση, δηλαδή, αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι, αποφασιστικά είναι τα όρια που θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης-προσφυγής στη διαιτησία. Δεν αποτελεί, όμως, υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής αποφάσεως ή η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο κατά την παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των διαδίκων, που συνομολόγησαν τη συμφωνία της διαιτησίας και από την κατ` ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση (ΑΠ 1361/2018, ΑΠ 98/2016, ΑΠ 662/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στοιχ. α` ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί, με αγωγή ή ένσταση, η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής αποφάσεως μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας, β) αν η απόφαση εκδόθηκε επάνω σε αντικείμενο που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία, γ) αν η απόφαση εκδόθηκε σε διαιτητική δίκη που έγινε κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου. Με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 897 αριθ. 4 και 901 παρ. 1α ΚΠολΔ, θεσπίζεται αφενός μεν η ακυρωσία και αφ` ετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής αποφάσεως, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους. Το πότε η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη και πότε ανύπαρκτη, εξαρτάται από τη συνομολόγηση συμφωνίας για διαιτησία. Έτσι, αν οι διαιτητές στηρίζουν την εξουσία τους σε ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία, τότε η απόφαση τους είναι και αυτή ανύπαρκτη. Αν, αντίθετα, οι διαιτητές αντλούν μεν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία, αλλά την επέκτειναν και στην επίλυση διαφορών, οι οποίες με το συνυποσχετικό δεν έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, ή βάσει του νόμου πλέον αποκλείονται από τη δικαιοδοσία τους, τότε η απόφασή τους είναι όχι ανύπαρκτη, αλλ` ακυρώσιμη (ΑΠ 533/2024, ΑΠ 1281/2019, ΑΠ 811/2019, ΑΠ 354/2018, ΑΠ 272/2016).
Εξάλλου, οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η ανυπαρξία και η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ή 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 533/2024, ΑΠ 811/2019, ΑΠ 354/2018, ΑΠ 272/2016). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). 3.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι η ρήτρα διαιτησίας που περιέχονταν στην από 30-7-1956 σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.
Ε. " επεκτείνονταν και στην αναιρεσίβλητη ως ειδική διάδοχο της τελευταίας, ενώ θα έπρεπε να δεχτεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπεισήλθε στην διαιτητική συμφωνία και να αναγνωρίσει την ανυπαρξία της 1/2018 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, διότι α)η έννοια του αναδόχου έπαψε να υφίσταται αφού ο αρχικός συμβατικός δεσμός είχε λυθεί διά καταγγελίας, β)με την εξαγορά του συνόλου των μετοχών της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε. " από το Ελληνικό Δημόσιο με το Ν. 96/1975 έπαυσε να υφίσταται το νομικό πρόσωπο που συνομολόγησε τη διαιτητική συμφωνία και έπαυσαν να υφίστανται δύο συμβαλλόμενα μέρη, αφού αυτά συγχωνεύτηκαν στο πρόσωπο του Δημοσίου, γ)τα συμβαλλόμενα μέρη που συνήψαν την Σύμβαση του 1956 απέβλεψαν στον διαπροσωπικό χαρακτήρα της ρήτρας διαιτησίας, με αποτέλεσμα να μην υπεισέλθει σε αυτή η αναιρεσίβλητη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Ειδικότερα,..... Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν 3185/2003, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Συμβάσεως του 1956, συνάγεται ότι η εταιρεία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ" (αναιρεσίβλητη), η οποία συνεστήθη με βάση αυτόν και με σκοπό την ανάληψη του πτητικού έργου, που αποσχίσθηκε από το πτητικό έργο της Ολυμπιακής Αεροπορίας, ανέλαβε το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της τελευταίας, καθόσον αφορά το έργο αυτό, διεπόμενη ως προς τη συγκεκριμένη παροχή υπηρεσιών από τους όρους της Συμβάσεως του 1956, η ισχύς της οποίας είχε παραταθεί μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2006.
Συνεπώς η εταιρεία ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ αποτελεί ειδική διάδοχο ως προς το πτητικό έργο της Ο. Α. σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πτητικού κλάδου, που αποσχίσθηκε, στα οποία περιλαμβάνονται και τα σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις της Συμβάσεως του 1956. Αυτό συνάγεται και από την πρόβλεψη εξαίρεσης εκ της διατάξεως του άρθρου 479 ΑΚ, η οποία διάταξη ισχύει σε κάθε περίπτωση που το ενεργητικό της περιουσίας ή της επιχείρησης ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, περιέρχεται σε άλλον με ειδική διαδοχή, καθώς αν δεν υφίστατο ειδική διαδοχή δεν θα είχε νόημα ο αποκλεισμός εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ που εφαρμόζεται στην περίπτωση ειδικής διαδοχής...
Άλλωστε, το ότι η εναγομένη εταιρεία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ" αποτελεί ειδική διάδοχο της Ολυμπιακής Αεροπορίας δεσμευόμενη από τη Σύμβαση του 1956 και συνεπώς και από του άρθρο 27 αυτής που προέβλεπε τη διαιτητική επίλυση κάθε διαφωνίας κατά την εφαρμογή της σύμβασης, κρίθηκε με την υπ'αριθ. απόφαση 1185/2017 του Αρείου Πάγου που επικύρωσε την υπ'αριθ. 1289/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι παρόλη την αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας έναντι της κυρίας σύμβασης, που δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εν προκειμένω η εναγομένη, ως ειδικός διάδοχος στην ουσιαστική έννομη σχέση, δεσμεύεται από τη διαιτητική συμφωνία που είχε καταρτίσει ο δικαιοπάροχός της αναφορικά με μελλοντικές διαφορές από αυτή την ουσιαστική έννομη σχέση όπως και ο καθολικός διάδοχος από τη διαιτητική συμφωνία που είχε καταρτίσει ο δικαιοπάροχος, και καταλαμβάνεται από την ισχύ της διαιτητικής συμφωνίας εφόσον υπεισέρχεται στην έννομη θέση του μέρους που δεσμευόταν από τη συμφωνία διαιτησίας που αυτό είχε καταρτίσει, χωρίς να έχει εν προκειμένω συμφωνηθεί ειδικώς το αντίθετο και χωρίς τα αρχικώς συμβληθέντα μέρη, να απέβλεψαν σε μια διαπροσωπική μεταξύ αυτών ισχύουσα συμφωνία, ούτε βεβαίως τίθεται ζήτημα άγνοιας ή τυχόν μη αποδοχής της διαιτητικής ρήτρας εκ μέρους της εναγομένης, η οποία άλλωστε επικαλείται την εφαρμογή της (...)Το ότι δεν γίνεται ρητή αναφορά της Συμβάσεως του 1956 στον ισολογισμό μετασχηματισμού της Ολυμπιακής Αεροπορίας, δεν σημαίνει ότι δεν μεταβιβάζονται τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις στην εταιρία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ" διότι, στον ισολογισμό μετασχηματισμού περιλαμβάνεται, το σύνολο του πτητικού έργου της Ο.Α., το οποίο διεπόταν από τη Σύμβαση του 1956.
Κατά συνέπεια, η εταιρία ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ. υπεισήλθε ως ειδική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Ο. Α. στη Σύμβαση του 1956, και, ως εκ τούτου η διαιτητική ρήτρα του άρθρου 27 της Σύμβασης του 1956 δεσμεύει τους διαδίκους.
Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος της κύριας βάσης της αγωγής πρέπει να απορριφθεί. Με τον τρίτο λόγο της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής, το ενάγον ισχυρίζεται ότι η "Ολυμπιακή Αεροπορία Α. Ε. " κατά τον χρόνο του μετασχηματισμού της, είχε απολέσει τα δικαιώματα και τα προνόμια από τη Σύμβαση του 1956 σταδιακά με νεότερες διατάξεις νόμου και ότι η εταιρία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ " δεν ταυτίζεται με την αρχική ανάδοχο, δεν ταυτίζεται ως προς την έννομη θέση με τον συμβληθέντα στην αρχική συμφωνία ανάδοχο, ενώ δε συνιστά θυγατρική εταιρεία ή καθολική διάδοχο αυτής.
Τέλος ισχυρίζεται ότι και αν ακόμη θεωρηθεί εκ του νόμου ειδική διάδοχος του αρχικού αναδόχου και πάλι δεν εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας, καθώς τα αρχικώς συμβληθέντα μέρη απέβλεψαν σε μία διαπροσωπική συμφωνία. Ο επικαλούμενος λόγος ανυπαρξίας της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης ο οποίος είναι μεν παραδεκτός και νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 901 παρ1 εδ α, ΚΠολΔ, πλην όμως τυγχάνει αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος Όπως προαναφέρθηκε ο Ν, 96/1975, με τον οποίο ρυθμίζεται η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση του 1956 στο Ελληνικό Δημόσιο(αναιρεσείον) ως νέο μέτοχο της εταιρίας, με τη ρητή μάλιστα πρόβλεψη ότι η από 10-12-1974 καταγγελία του αρχικού Αναδόχου κατέστη άνευ αποτελέσματος, διατήρησε την ισχύ της συμβάσεως.
του 1956, χωρίς να θιγεί από μεταγενέστερα νομοθετήματα ή συμβάσεις Με το Ν. 2338/1995, προβλέφθηκε το κλείσιμο του Αεροδρομίου του Ελληνικού και η απαγόρευση λειτουργίας άλλων αεροδρομίων πλην του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (Δ.Α.Α.), ενώ παράλληλα χορηγήθηκε στην Εταιρεία Αεροδρομίου το αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης του Δ.
Α.Α. για 30 έτη, διάστημα το οποίο παρατάθηκε στα 50 έτη, δυνάμει της παρ. 3 του παραρτήματος της αποφ. 92 του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής, χωρίς όμως να προβλεφθεί με το νόμο αυτό κατάργηση της Συμβάσεως του 1956, η οποία εξακολούθησε να ισχύει.
Εξάλλου, το ότι η σύμβαση αυτή του 1956 εξακολούθησε να ισχύει, επιρρωνύεται από το γεγονός ότι με μεταγενέστερες νομοθετικές διατάξεις, αυτή τροποποιήθηκε και καταργήθηκαν επιμέρους προνόμια της Ο.Α., που προβλέπονταν σε αυτή, καθώς, αν είχε πάψει να ισχύει, δεν θα ετίθετο ζήτημα τροποποίησης ή κατάργησης της. Συγκεκριμένα, .... Η κατάργηση των ανωτέρω επιμέρους προνομίων της Ο.Α., δεν έθιξε ούτε την ισχύ της Συμβάσεως του 1956, ούτε τα λοιπά προβλεπόμενο σε αυτή, προνόμια. Εξάλλου, όλως αορίστως το ενάγον επικαλείται στην αγωγή του, ότι με το άρθρο 5 του ν. 2271/1994 καταργήθηκαν όσες διατάξεις της σύμβασης ήταν αντίθετες στις διατάξεις της τρίτης δέσμης μέτρων για τις αερομεταφορές και ότι πρόκειται για μέτρα που επέβαλαν οι υπ' αρ. 2408/1992, 2408/1992, 2409/1992 Κανονισμοί της ΕΟΚ, χωρίς περαιτέρω επίκληση και αν το περιεχόμενο των μέτρων αυτών αφορά ή όχι την επίμαχη διαιτητική συμφωνία της Σύμβασης του 1956. Ενόψει δε του ότι η σύμβαση αυτή δεν καταγγέλθηκε κατ' άρθρο 25Α της Συμβάσεως, ούτε κηρύχτηκε έκπτωτος ο Ανάδοχος κατ' άρθρο 23 της Συμβάσεως, η σύμβαση αυτή παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το συμβατικό χρόνο λήξεως της στις 6.10.2006. η δε εναγομένη συνιστά ειδική διάδοχο της Ο.Α., καταλαμβανόμενη από τη διαιτητική συμφωνία κατά τα προεκτεθέντα χωρίς τα αρχικά συμβληθέντα μέρη να αποβλέψουν σε μία διαπροσωπική συμφωνία.
Συνεπώς και ο τρίτος λόγος της κύριας βάσης της αγωγής πρέπει να απορριφθεί.... ". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη υπεισήλθε στη Σύμβαση του 1956 και στη διαιτητική ρήτρα, ως ειδική διάδοχος της Ο.Α. ως προς τον πτητικό της κλάδο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η Σύμβαση του 1956 παρέμεινε σε ισχύ έως τη λήξη της την 6.10. 2006 και ως εκ τούτου, διατηρήθηκε η ισχύς και της περιεχόμενης στο άρθρο 27 της Σύμβασης διαιτητικής ρήτρας, η δε Ο. Α. και συνεπώς η αναιρεσίβλητη ως ειδική διάδοχος αυτής, ουδέποτε απώλεσε την ιδιότητα του αναδόχου-παραχωρησιούχου, καθόσον κατά ρητή νομοθετική επιταγή του Ν. 96/1975 παρέμεινε σε ισχύ η από 30-7-1956 Σύμβαση μέχρι τον συμβατικό χρόνο λήξεώς της στις 6-10-2006, ενώ αυτοτέλεια της Ο.Α., ως δημόσιας επιχείρησης, σε σχέση με το Ελληνικό Δημόσιο ως κυρίου των μετοχών, δεν επιφέρει σύγχυση, δηλ. την ένωση στο ίδιο πρόσωπο της ιδιότητας του δανειστή και της ιδιότητας του οφειλέτη, ώστε να επέλθουν τα αποσβεστικά αποτελέσματα στη Σύμβαση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 4. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι η ρήτρα διαιτησίας που περιέχονταν στην από 30-7-1956 σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." ίσχυε και επεκτείνονταν και στην αναιρεσίβλητη ως ειδική διάδοχο της τελευταίας, ενώ θα έπρεπε να δεχτεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπεισήλθε στην διαιτητική συμφωνία διότι η Σύμβαση του 1956 δεν περιλαμβάνεται στις συμβάσεις του Ισολογισμού Μετασχηματισμού και τη Συνοδευτική Έκθεση της 29. 11. 2003 που συντάχθηκαν κατ'επιταγή του άρθρου 27 Ν. 3185/2003 για την απόσχιση του πτητικού κλάδου της Ο.Α.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι η αναιρεσίβλητη, κατόπιν του μετασχηματισμού του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, αποτελεί ειδικό διάδοχο της Ο.Α. σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πτητικού κλάδου, που αποσχίσθηκε, στα οποία περιλαμβάνονται και τα σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις της Συμβάσεως του 1956, και ως εκ τούτου δεσμεύεται από την συνομολογηθείσα στο άρθρο 27 της Συμβάσεως διαιτητική ρήτρα.
Εξάλλου η μη ρητή αναφορά της Συμβάσεως του 1956 στον ισολογισμό μετασχηματισμού της Ο.Α. , ουδόλως συνεπάγεται την μη μεταβίβαση των εξ αυτής απορρεόντων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στην Ο.Α. ΑΕ, διότι στον ισολογισμό μετασχηματισμού περιλαμβάνεται, το σύνολο του πτητικού έργου της Ο. Α. , το οποίο διεπόταν από την Σύμβαση του 1956. 5.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι η ρήτρα διαιτησίας που περιέχονταν στην από 30-7-1956 σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." ίσχυε και επεκτείνονταν και στην αναιρεσίβλητη ως ειδική διάδοχο της τελευταίας, ενώ θα έπρεπε να δεχτεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπεισήλθε στην διαιτητική συμφωνία διότι τα προνόμια και δικαιώματα της Ο.Α.
από τη Σύμβαση του 1956 είχαν εν τοις πράγμασι καταργηθεί από σειρά νομοθετικών διατάξεων, όπως ν. 96/1975, άρθρο 5 ν. 2271/1994, π. δ. 359/1996, άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 2338/1995. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι η κατάργηση των επιμέρους προνομίων της Ο. Α. ουδόλως έθιξε την ισχύ της Συμβάσεως του 1956, ούτε τα λοιπά προνόμια που προβλέπονται σε αυτή, επομένως το Ελληνικό Δημόσιο εξακολουθούσε να δεσμεύεται έως τις 6. 10. 2006 από τη Σύμβαση του 1956, εφόσον δεν την κατήγγειλε(κατ'άρθρο 25Α της Συμβάσεως), ούτε κήρυξε έκπτωτο τον Ανάδοχο(κατ'άρθρο 23 της Συμβάσεως), ούτε προέβη στην καθ'οιονδήποτε τρόπο λύση της. 6.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι η ρήτρα διαιτησίας που περιέχονταν στην από 30-7-1956 σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." ίσχυε και επεκτείνονταν και στην αναιρεσίβλητη ως ειδική διάδοχο της τελευταίας, ενώ θα έπρεπε να δεχτεί ότι το διαιτητικό δικαστήριο κατά την άσκηση της από 29-12-2015 αγωγής, δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς, διότι η συμφωνία διαιτησίας δεν προεκτείνεται σε χρονικό ορίζοντα μετά τη λήξη της σύμβασης, στην οποία είναι ενταγμένη και δεν καταλαμβάνει διαφορές που δημιουργήθηκαν μετά τη λήξη της και να ακυρώσει την 1/2018 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Τέλος, το ενάγον με τον επικουρικό λόγο της ένδικης αγωγής, ζητεί την ακύρωση της εκδοθείσας υπ' αριθ. 1/2018 διαιτητικής απόφασης, επικαλούμενο τη διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4 ΚΠολΔ και ισχυριζόμενο ότι κατά το χρόνο άσκησης της από 19. 12. 2015 διαιτητικής αγωγής, αφενός είχε παρέλθει ο χρόνος ισχύος της Σύμβασης του 1956 και συνεπώς το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να κρίνει την επίδικη διαφορά, αφετέρου λόγω ανυπαρξίας του λειτουργούντος ενοχικού δεσμού κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της.
Η επικουρική αυτή βάση της αγωγής, είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα καθώς στο άρθρο 27 παρ. 7 της από 30.7. 1956 Σύμβασης που δεσμεύει κατά τα προεκτεθέντα και την εναγόμενη ως ειδική διάδοχο της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ" ρητά προβλέφθηκε ότι "Η απόφασις των διαιτητών είναι οριστική, τελεσίδικος και αμετάκλητος, μη υποκείμενη εις τακτικόν ή έκτακτον ένδικον μέσον.
Κατ' αυτής δεν χωρεί ακυρωτική της διαιτησίας αγωγή, ουδ' ανακοπή κατά του εντάλματος εκτελέσεως", όπως βασίμως επικαλείται με σχετική ένσταση της η εναγομένη. Ειδικότερα, με βάση το κείμενο της παραπάνω από 30.7.1956 συμφωνίας και του κυρωτικού αυτής νόμου όπως αυτά ανωτέρω αναφέρθηκαν κυρίως δε, με βάση τον επιδιωχθέντα δι' αυτής σκοπό και τα μέσα που προβλέφθηκε ότι θα χρησιμοποιούντο για την επίτευξή του, είναι σαφές ότι, ανεξάρτητα από την επιλεγείσα μεθοδολογία και φρασεολογία, προέχον στοιχείο της όλης ρυθμίσεως, είναι ο νομοθετικός χαρακτήρας αυτής και όχι εκείνος της συμβατικής σχέσεως ιδιωτικού δικαίου.
Τούτο δε, διότι το κύριο έννομο αποτέλεσμα των ως άνω νομικών πράξεων (αρχικής συμφωνίας και κύρωσης αυτής με νόμο και των παρατάσεών της), ήταν η εκ μέρους ιδιωτών απόκτηση δικαιώματος μονοπωλιακής εκμετάλλευσης μέρους ενός οικονομικού τομέα (των υπό ελληνική σημαία αερομεταφορών), πράγμα που δεν θα ήταν νομικώς επιτρεπτό να γίνει χωρίς τυπικό νόμο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 ΕισΝΚΠολΔ "οι διατάξεις συμβάσεων για διαιτησία διαφορών ιδιωτικού δικαίου που είναι κυρωμένες με νόμο, εξακολουθούν να ισχύουν, όπως και οι διατάξεις των νόμων που τις τροποποιούν ή τις συμπληρώνουν. Στις διαιτησίες που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού εφαρμόζονται τα άρθρα 868 επ. ΚΠολΔ, εφόσον δεν είναι αντίθετα προς τις διατάξεις της συμβάσεως ή των νόμων που την τροποποιούν ή την συμπληρώνουν".
Συνεπώς, η χωρίς αυξημένη τυπική ισχύ ... διάταξη του άρθρου 900 ΚΠολΔ, κατά την οποία είναι άκυρη η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης αγωγής για την ακύρωση διαιτητικής απόφασης πριν από την έκδοσή της και η οποία, σύμφωνα με την αμέσως πιο πάνω διάταξη, αφενός μεν εφαρμόζεται στις διαιτησίες που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφετέρου δε μπορεί να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί με διάταξη σύμβασης που κυρώθηκε με νεώτερο νόμο και να αποκλεισθεί έτσι το δικαίωμα άσκησης από τα συμβληθέντα μέρη της ακυρωτικής αγωγής του άρθρου 897 ΚΠολΔ κατά διαιτητικής απόφασης, αρκεί τούτο να προκύπτει ρητώς ή έστω σιωπηρώς πλην όμως σαφώς, κατά τα προδιαληφθέντα.
Ο εκ των προτέρων δε αυτός συμβατικός αποκλεισμός, που καλύπτεται νομοθετικά, δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού αφενός μεν οι ενδιαφερόμενοι δεν στερούνται του φυσικού δικαστή χωρίς την θέλησή τους (ενόψει μάλιστα του ότι επιτρέπεται από το ισχύον Σύνταγμα η διαιτητική επίλυση των διαφορών ακόμη και για το Ελληνικό Δημόσιο), αφετέρου δε το δημόσιο δικαίωμα κάθε προσώπου για ακρόαση και έννομη προστασία από τα δικαστήρια παρέχεται με την επιφύλαξη "όπως ο νόμος ορίζει".
Άλλωστε η διαιτησία συνιστά η ίδια απονομή δικαιοσύνης καλυπτόμενη από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος.... Πάντως, όταν συμβαλλόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η εκ των προτέρων παραίτηση αυτού από την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου, δυνάμει σχετικού συμβατικού όρου που κυρώθηκε νομοθετικά, για να είναι έγκυρη και να επιφέρει έννομα αποτελέσματα, επιβάλλεται από το νόμο να διατυπώνεται ρητά και ουδέποτε μπορεί να συναχθεί σιωπηρώς....
Συνακόλουθα τούτων, η ρύθμιση του άρθρου 27 παρ. 7 της από 30-7-1956 συμβάσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ" η οποία κυρώθηκε με νόμο και με την οποία ρητά τα συμβαλλόμενα μέρη παραιτήθηκαν από το δικαίωμα εγέρσεως ακυρωτικής αγωγής κατά της εκδοθησομένης διαιτητικής αποφάσεως, υπερισχύει ως ειδική της αντίθετης, αλλά γενικής ρυθμίσεως του άρθρου 900 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπάρχει σαφής παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή είναι "εν λευκώ", δηλαδή ότι τα μέρη ήθελαν να παραιτηθούν από το δικαίωμα της ακυρωτικής αγωγής ακόμη και στην περίπτωση που η διαιτητική απόφαση δεν εκδόθηκε ούτε καν σύμφωνα με τους όρους, με την επιφύλαξη των οποίων καταρτίσθηκε η συμφωνία που κυρώθηκε με νόμο.
Τούτο δε, καθόσον η σχετική συμβατική ρύθμιση γίνεται με την αυτονόητη αίρεση εφαρμογής και στην έκταση που θα επακολουθήσει πραγματικά η εφαρμογή από τους διαιτητές των όρων αυτής.
Συνεπώς αυτή θα ήταν ισχυρή, μόνον σε περίπτωση παράβασης ουσιαστικών ή δικονομικών διατάξεων και όχι στην περίπτωση παράβασης όρων και περιορισμών του ίδιου του κυρωτικού της νόμου. Ούτε μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο ειδικός νόμος που κύρωσε την ένδικη συμφωνία και περιέλαβε διατάξεις και όρους για χάρη της ταχύτητας της διαιτητικής διαδικασίας, θυσιάζει ακόμη και την ανάγκη συμμόρφωσης της διαδικασίας αυτής με τους όρους και τους περιορισμούς που καθορίζει και περιέχει ο κυρωτικός νόμος, όπως π.χ.
για την σύνθεση του διαιτητικού δικαστηρίου ή όταν η διαιτητική απόφαση παραβιάζει κανόνες αναγκαστικού δικαίου που εμπίπτουν στη ρύθμιση -όχι του άρθρου 3 ΑΚ- αλλά του άρθρου 33 ΑΚ..., ήτοι κανόνες που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξεως.
Εφόσον επομένως υπάρχει νόμιμη και έγκυρη συμβατική ρήτρα, που έχει κυρωθεί με τυπικό νόμο, με την οποία καθίστανται απρόσβλητες οι μεταξύ των διαδίκων εκδιδόμενες διαιτητικές αποφάσεις επί διαφορών που προέρχονται, όπως η ένδικη υπόθεση, από την ερμηνεία και εκτέλεση της από 30-7-1956 συμβάσεως παραχωρήσεως, η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη;
αφού, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ρητή βούληση του ενάγοντος που, πλην των τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων αποκλείει και την ακυρωτική αγωγή της διαιτητικής αποφάσεως. Ο δε εκ των προτέρων συμβατικός αποκλεισμός του δικαιώματος προσβολής ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων των διαιτητικών αποφάσεων δεν προσκρούει ούτε στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1, ούτε σ' αυτή του άρθρου 20 παρ. 1....
Σε κάθε δε περίπτωση, αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντος, ότι κατά τον χρόνο άσκησης της από 29. 12. 2015 αίτησης- αγωγής ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, είχε παρέλθει ο χρόνος ισχύος της σύμβασης του, πρέπει να σημειωθεί ότι η διαιτητική συμφωνία, αποτελεί ιδιαίτερη συμφωνία, που διακρίνεται από την ουσιαστική κύρια σύμβαση και είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής, χωρίς να επηρεάζεται από αυτή.
Η αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας έναντι της ουσιαστικής συμβάσεως, στην οποία αφορά, την καθιστά ισχυρή ακόμη και μετά την κατάργηση ή λήξη της ισχύος της ουσιαστικής συμβάσεως και δεν παραμένει ισχυρή μόνο κατά το χρόνο, που διαρκεί η ισχύς της τελευταίας, αλλά, αντίθετα, συνήθως μετά τη λήξη της ισχύος της ουσιαστικής κύριας συμβάσεως, η διαιτητική συμφωνία παράγει τα αποτελέσματά της...., ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 46 ΕισΝΚΠολΔ οι διατάξεις συμβάσεων για διαιτησία που είναι κυρωμένες με νόμο εξακολουθούν να ισχύουν.
Εν προκειμένω η διαιτητική ρήτρα καταλαμβάνει "πάσα διαφορά" και "γενικώς οποιοδήποτε ζήτημα προκύπτον εκ της παρούσης Σύμβασης" και επομένως καλύπτει και διαφορές από την αθέτηση των όρων της σύμβασης χωρίς να υφίσταται συμφωνία των μερών που να εξαιρούν από τη διαιτησία τα ανακύπτοντα ζητήματα για το χρόνο μετά τη λήξη της σύμβασης. Εξάλλου η γενεσιουργός αιτία της αξίωσης της εναγομένης τοποθετείται χρονικά κατά τα έτη 2004-2006. Σημειωτέον δε ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος που περιέχονται στην υπό κρίση αγωγή ως λόγοι αναγνώρισης της ανυπαρξίας ή επικουρικώς ακύρωσης της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης έχουν κριθεί και απορριφθεί με τις υπ' αρ. 19/2019, 54/2015, 26/2014, 19/2012, 17/2009, 21/2009, 28/2010, 29/2010, 48/2008 αποφάσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί καθ'ολοκληρίαν η ένδικη αγωγή και να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, τα δικαστικά έξοδα της εναγομένης κατόπιν νομίμου αιτήματος της τελευταίας".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η ρήτρα διαιτησίας που περιέχονταν στην από 30-7-1956 σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α. Ε." ίσχυε και επεκτείνονταν και στην αναιρεσίβλητη ως ειδική διάδοχο της τελευταίας, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η απαγόρευση προσβολής των διαιτητικών αποφάσεων, που ορίζεται στο άρθρο 27 παρ. 7 της Συμβάσεως του 1956 είναι έγκυρη και νόμιμη, και υπερισχύει ως ειδική της αντίθετης αλλά και της γενικής ρυθμίσεως του άρθρου 897 ΚΠολΔ, περί λόγων ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως, αλλά και του άρθρου 900 ΚΠολΔ, κατά το οποίο είναι άκυρη η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής για ακύρωση διαιτητικής αποφάσεως πριν από την έκδοσή της, η δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου κρίνεται κατά τον χρόνο άσκησης της διαιτητικής αγωγής και η διαιτητική ρήτρα του άρθρου 27 της Συμβάσεως του 1956 όπως αντιστοίχως και η δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου, διατηρεί την ισχύ της και μετά τη λήξη της Συμβάσεως στις 6-10-2006, καθόσον το κύρος της συμφωνίας διαιτησίας δεν θίγεται από την εν γένει τύχη της κυρίας συμβάσεως και δη την κατάργηση ή τη λήξη της ισχύος της, το δε εύρος της διαιτητικής ρήτρας που επέλεξαν τα μέρη καλύπτει όχι μόνον διαφορές κατά τη λειτουργία και την εκπλήρωση κατά τη διάρκεια της ισχύος της Συμβάσεως, αλλά προεχόντως διαφορές που γεννώνται από την ανώμαλη εξέλιξη της συμβατικής σχέσεως, όπως καταγγελία, πρόωρη λήξη κλπ.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 7. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 16α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από αποφάσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι η μνεία του Εφετείου στις διαιτητικές αποφάσεις, ουδόλως στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά εκφέρεται πλεοναστικώς. Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος διότι υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ρητή βούληση του αναιρεσείοντος, που πλην των τακτικών και εκτάκτων ενδίκων μέσων αποκλείει και την ακυρωτική αγωγή της διαιτητικής αποφάσεως, το κύρος δε της συμφωνίας διαιτησίας δεν θίγεται από την ακυρότητα ή εν γένει την τύχη της κύριας σύμβασης και παραμένει ισχυρή και μετά την κατάργηση ή λήξη της (ΑΠ 102/2012, ΑΠ 877/2000). 8.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 12-4-2024 αίτηση για αναίρεση της 2727/2023 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών
- Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης