Legislator Case Law & Legislation
1649/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment regarding enforcement proceedings and costs allocation.

Case Number 1649/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Chios and the Court of Appeal of Northern Aegean. The appellant argued that the appellate court improperly relied on business registry documents without proper notice, violating procedural rules. The court found that the appellant had submitted and cited these documents during the proceedings, making the lower court's reliance on them legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant and the intervening party were ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 559, 561, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court's reliance on evidence not properly cited by parties is inadmissible if such evidence was actually submitted and argued by the parties in the lower instance.

Keywords

AI generated
cassation appeal enforcement proceedings business registry documents procedural evidence legal costs allocation Code of Civil Procedure appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 335 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 155/2007
Supreme Court Case 409/2015
Supreme Court Case 42/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1649 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1649/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "……..» που εδρεύει στην …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ε…...), στο όνομα του οποίου συνεχίζεται η δίκη ως οιονεί καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "……… που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ……. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρήγα, το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Καραβέλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και το τρίτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "….." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-10-2014, 24-10-2014 και 2-11-2014 ανακοπές των ήδη δεύτερου, πρώτου και τρίτου αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ….2017 του ίδιου Δικαστηρίου και …/2019 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-2-2020 αίτησή της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όσα αναφέρει στην από 1-11-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των πρώτου και τρίτου αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11.2.2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμόν ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Δυνάμει της υπ' αριθμόν ... εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Χίου Φ.

Κ. και σε εκτέλεση του Α' απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθ. ... διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου σε συνδυασμό με την κάτωθι αυτής επιταγή προς πληρωμή, επιβλήθηκε υπέρ της αναιρεσείουσας αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο ιδιοκτησίας του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη της και πρώτου των αναιρεσιβλήτων Μ.

Σ. του Ι.. Στη συνέχεια, το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε στην εταιρεία "Γ. Τ. Α..Ε.. αντί του ποσού των 250.001 ευρώ. Η αναιρεσείουσα ανήγγειλε τις απαιτήσεις της κατά του καθ' ου η εκτέλεση (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) συνολικού ποσού δύο εκατομμυρίων εκατόν τριάντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων πενήντα έξι ευρώ και τριάντα λεπτών (2.134.656,30 ευρώ), πλέον τόκων, τόκων εξ ανατοκισμού, εισφοράς του ν. 128/75 και λοιπών εξόδων.

Παράλληλα, με την άνω αναγγελία της η αναιρεσείουσα ανήγγειλε και τα προνόμια και συγκεκριμένα τις εκεί αναφερόμενες προσημειώσεις υποθήκης σε ακίνητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Επίσης, έλαβαν χώρα και οι εξής αναγγελίες στον ως άνω πλειστηριασμό: α) …….. ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, για το ποσό των 694.706,76 ευρώ.

Ακολούθως η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον υπ' αριθ. ... πίνακα κατατάξεως. Σύμφωνα με τον πίνακα αυτόν, στο επιτευχθέν πλειστηρίασμα ποσού 250.001 ευρώ, αφού προαφαιρέθηκαν τα κατά νόμο έξοδα εκτέλεσης συνολικού ύψους 15.330,36 ευρώ, στο εναπομείναν ποσόν του πλειστηριάσματος, ήτοι στο ποσό των 234.670,64 ευρώ (250.001-15.330,36) κατετάγησαν:

1) n ΔΟΥ Χίου προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 37.181,77 ευρώ και 2) η αναιρεσείουσα προνομιακά και τυχαία, υπό τον όρο της τελεσιδίκου επιδικάσεως της απαιτήσεώς της για το ποσό των 197.488,87 ευρώ. Επίσης, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης προέβη στην πρόβλεψη επικουρικής κατάταξης κατ' άρθρο 978 εδ. 2 ΚΠολΔ, ορίζοντας ότι κάθε ποσό που θα απελευθερώνεται από την κατάταξη της άνω τυχαίως καταταχθείσας απαιτήσεως της αναιρεσείουσας, θα προστίθεται για την ικανοποίηση:

α) της αναγγελθείσας απαιτήσεως της αναιρεσείουσας ποσού 250.000 ευρώ πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από 18.6.2011, που απορρέει από το από 31.3.2009 ομολογιακό δάνειο ποσού 750.000 ευρώ και δη προνομιακά αλλά τυχαία υπό τον όρο προσκομίσεως πιστοποιητικού τελεσιδικίας της υπ' αριθμόν ….διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και β) της αναγγελθείσας απαιτήσεως της αναιρεσείουσας ποσού 617.510,16 ευρώ πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από 18.6.2011, που απορρέει από το από 31.3.2009 ομολογιακό δάνειο ποσού 650.000 ευρώ και δη προνομιακά αλλά τυχαία υπό τον όρο προσκομίσεως πιστοποιητικού τελεσιδικίας της άνω απαιτήσεως.

Κατά του ως άνω πίνακα ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου οι εξής ανακοπές: Α) Η από 24.10.2014 ανακοπή του Μ. Σ. του Ι. (πρώτου αναιρεσιβλήτου) κατά της αναιρεσείουσας, Β) Η από 16.10.2014 ανακοπή του …(δεύτερου αναιρεσιβλήτου) κατά της αναιρεσείουσας και του Ελληνικού Δημοσίου (τρίτου αναιρεσιβλήτου) και Γ) Η από 2.11.2014 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου (τρίτου αναιρεσιβλήτου) κατά της αναιρεσείουσας και του Φ.

Κ. του Ε., δικαστικού επιμελητή. Οι ανακοπές αυτές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμόν ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία έκανε δεκτές τις ως άνω ανακοπές, διατάσσοντας τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατατάξεως δανειστών από τον οποίο απέβαλε την αναιρεσείουσα για το σύνολο του ποσού των αναγγελθεισών και καταταχθεισών απαιτήσεων της ύψους εκατόν ενενήντα χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών του ευρώ (197.488,87) και, αφού αφαίρεσε το συνολικό ποσό των δικαστικών εξόδων, ύψους δεκαπέντε χιλιάδων τριακοσίων τριάντα ευρώ και τριάντα έξι λεπτών του ευρώ 15.330,36 ευρώ), στη συνέχεια στο εναπομείναν ποσό του διανεμητέου πλειστηριάσματος, ύψους διακοσίων τριάντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών του ευρώ (234.670,64), κατέταξε καταρχήν το Ελληνικό Δημόσιο (τρίτο αναιρεσίβλητο), προνομιακά και οριστικά για το ποσό των εκατόν τεσσάρων χιλιάδων ενενήντα πέντε ευρώ και τριάντα λεπτών του ευρώ (104.095,30), ως έχον γενικό προνόμιο στην υπ' αριθ. 2 σειρά του άρθρου 975 ΚΠολΔ και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 εδ.

β' του Ν.Δ. 356/1973 - ΚΕΔΕ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 33 του Ν.4141/2013 και έπειτα, κατέταξε το … (δεύτερο αναιρεσίβλητο) από το σύνολο των αναγγελθεισών ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του, ήτοι για το ποσό των εξήντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών του ευρώ (69.878,44 ευρώ) και το ποσό των εκατόν εξήντα οκτώ χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών του ευρώ (168.374,72 ευρώ) αντίστοιχα, και συνολικά για το ποσό των διακοσίων τριάντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων πενήντα τριών ευρώ και δεκαέξι λεπτών του ευρώ (238.253,16) προνομιακά και οριστικά στο σύνολο του εναπομείναντος διανεμητέου πλειστηριάσματος ποσού εκατόν τριάντα χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών του ευρώ (130.575,34 ευρώ).

Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 15.3.2018 έφεση, στρεφόμενη κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, και το Ελληνικό Δημόσιο (τρίτο αναιρεσίβλητο) την από 15.3.2018 έφεση, στρεφόμενη κατά της αναιρεσείουσας, του …(δεύτερου αναιρεσιβλήτου), του Μ. Σ. (πρώτου αναιρεσιβλήτου) και κατά του δικαστικού επιμελητή Φ.

Κ.. Το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου με την προσβαλλομένη υπ' αριθμόν ... απόφαση του, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας και κατά του Φ. Κ., απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού δημοσίου κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά του Ι.-Ε. (δεύτερου αναιρεσιβλήτου) και κατά του Μ.

Σ. (πρώτου αναιρεσιβλήτου) και, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, δικάζοντας τις ανακοπές των αναιρεσιβλήτων κατά του πίνακα κατατάξεως, μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης δανειστών ως εξής: Απέβαλε από αυτόν την αναιρεσείουσα ως προς το ποσό των εκατόν ενενήντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (197.488,87), για το οποίο είχε καταταγεί και κατέταξε σ' αυτόν, μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτελεστικής διαδικασίας συνολικού ύψους 15.330,36 ευρώ:

α) το Ελληνικό Δημόσιο (τρίτο αναιρεσίβλητο) προνομιακά και οριστικά, για το ποσό των εκατόν πενήντα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα ενός λεπτών (159.884,31 ευρώ), προς ικανοποίηση μέρους των αναγγελθεισών απαιτήσεων του και β) το Ι.... (δεύτερο αναιρεσίβλητο) προνομιακά και οριστικά, για το ποσό των εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (74.786,33 ευρώ) προς ικανοποίηση μέρους των αναγγελθεισών απαιτήσεων του.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.

Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 267/2021).

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.

Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης... έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης από Δάνεια και Πιστώσεις" και το διακριτικό τίτλο "..." με το από 1.11.2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15.11.2022, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "C.

N. F. D. A. C.", που εδρεύει στο ..., ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 30.1.2023, με προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Αντίγραφο της παρέμβασης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς όλους τους λοιπούς διαδίκους, όπως προκύπτει α) από την υπ' αριθ. 7241Α/22.11.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Ι. (για τον πρώτο αναιρεσίβλητο), β) από την υπ' αριθμόν ….έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ.

Ι. και την υπ' αριθμόν ….έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου … (για το δεύτερο αναιρεσίβλητο), γ) την υπ' αριθμόν …..έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Ι. και την υπ' αριθμόν ….. έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης …..(για το τρίτο αναιρεσίβλητο) και δ) την υπ' αριθμόν …….

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ……(για την καθολική διάδοχο της αναιρεσείουσας). Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 151, 585, 590, 933 επ., 972, 979 και 980 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα: Με την ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή της ανακοπής του άρθρου 583 επ. και για την οποία έχουν εφαρμογή τα άρθρα 933 επ. ΚΠολΔ στον βαθμό που εναρμονίζονται και προσιδιάζουν στην ανακοπή αυτή, δεν προσβάλλεται η εκτελεστική διαδικασία μέχρι τον πλειστηριασμό, αλλά μόνο η διαδικασία κατατάξεως ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, που αρχίζει από την αναγγελία των απαιτήσεων των δανειστών του καθ' ου η εκτέλεση και λήγει με τη σύνταξη του πίνακα κατατάξεως.

Οι λόγοι της ανακοπής μπορεί να αναφέρονται είτε στην ύπαρξη ή στο μέγεθος της απαιτήσεως του δανειστή που κατατάχτηκε ή του προνομίου της ή σε προβολή ενστάσεων κατ' αυτής είτε στην απλή αμφισβήτηση ή άρνηση της εν λόγω απαιτήσεως ή του προνομιακού χαρακτήρα και της κατατάξεώς της. Ειδικότερα, με την ανακοπή που ασκεί ο καθού η εκτέλεση κατά του δανειστή που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και κατατάχτηκε στον πίνακα (όχι και κατά των λοιπών δανειστών που κατατάχτηκαν), επιτρέπεται να προβληθούν μόνο πλημμέλειες για την ύπαρξη και το μέγεθος της απαιτήσεως που ανάγονται σε χρόνο μετά τον πλειστηριασμό, αφού όσες ανάγονται σε προγενέστερο χρόνο και δεν προβλήθηκαν μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως δεν προβάλλονται παραδεκτά με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, ως μη συμβατές με το σύστημα της σταδιακής προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, που καθιερώνει το άρθρο 934 για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ με σκοπό την ταχύτερη δυνατή περάτωση της αναγκαστικής εκτελέσεως και την ασφάλεια των συναλλαγών.

Αντίθετα, η μη άσκηση ανακοπής κατά τα άρθρα 933 και 934 ΚΠολΔ δεν αποκλείει το δικαίωμα στους αναγγελθέντες δανειστές να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης και να αμφισβητήσουν την απαίτηση του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστή, αφού η προαναφερόμενη σταδιακή προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης δεν προσιδιάζει και δεν έχει εφαρμογή στην από μέρους τους ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης (ΑΠ 169/2012, ΑΠ 116/2001).

Εξάλλου, από τις ίδιες προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως νομιμοποιούνται μόνο ο επισπεύδων, οι αναγγελθέντες δανειστές και ο καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, το οποίο ως θεσμός επιβάλλει και περιορίζει τη δικαιοδοτική παρέμβαση μόνο στις περιπτώσεις που η δικαστική απόφαση είναι αναγκαία και ικανή να προστατεύσει το προβαλλόμενο δικαίωμα ή προστατευτέο έννομο συμφέρον.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και των άρθρων 68 και 262 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπάρχει έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής από τον επισπεύδοντα και τους αναγγελθέντες δανειστές, όταν η παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής περιλαμβάνει όχι μόνο την ακύρωση της κατατάξεως του καθ' ου η ανακοπή, αλλά και τη δυνατότητα κατάταξης του ανακόπτοντος, με συνέπεια, αν, παρά την ακύρωση της κατάταξης του καθ' ου η ανακοπή, κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν έχει δικαίωμα κατατάξεως, η ανακοπή να απορρίπτεται ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 120/2005, ΑΠ 450/2006, ΑΠ 1777/2001).

Επίσης υπάρχει έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής από τον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη όταν αυτός είτε προβάλλει ότι εσφαλμένα κατατάχτηκε ένας ή περισσότεροι από τους αναγγελθέντες δανειστές στον πίνακα κατάταξης, με συνέπεια να μην μπορεί αυτός να εισπράξει ορισμένο περίσσευμα από το πλειστηρίασμα είτε αμφισβητεί την ύπαρξη ή το μέγεθος ορισμένης απαιτήσεως που κατατάχτηκε και επιδιώκει τη μεταρρύθμιση του πίνακα υπέρ του επισπεύδοντος την εκτέλεση ή κάποιου από τους αναγγελθέντες δανειστές ως προς το ποσό που αυτοί δεν κατατάχτηκαν, εφόσον η σχετική κατάταξη επιφέρει την απαλλαγή του ανακόπτοντος από τις αντίστοιχες οφειλές του προς αυτούς (ΑΠ 1227/2014).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ανακοπή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτός δεν αμφισβήτησε τη βασιμότητα της απαιτήσεώς της που κατατάχθηκε στον επίδικο πίνακα κατατάξεως, αρκούμενος μόνον στην επίκληση βλάβης του λόγω του ότι θα υπόκειται σε ποινικές και διοικητικές κυρώσεις εξαιτίας της μη κατατάξεως των απαιτήσεων του δευτέρου και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της από 24.10.2014 ανακοπής του πρώτου αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι ο τελευταίος εξέθετε τα ακόλουθα: "Α1. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 979 ΚΠολΔ, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα κατάταξης δανειστών/πιστωτών, ο οποίος έπεται του πλειστηριασμού που διενεργείται στα πλαίσια αναγκαστικής εκτελέσεως και συντάσσεται στις προβλεπόμενες εκ του άρθρου 974 ΚΠολΔ έννομες περιπτώσεις.

Αυτό σημαίνει ότι προς άσκηση της ανακοπής νομιμοποιείται και ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης, εφόσον αποδεικνύει το έννομο συμφέρον του προς τούτο. Σύμφωνα με τη θεωρία και την πάγια νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων, έννομο συμφέρον του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη να ανακόψει τον πίνακα κατάταξης συντρέχει και στην περίπτωση που ο εν λόγω οφειλέτης αμφισβητεί ολικώς ή μερικώς την προνομιακή υπεροχή της κατάταξης της έναντι αυτού απαίτησης την οποία προσβάλλει, σε σχέση με άλλη αναγγελμένη που δεν έχει καταταγεί και δια της αμφισβητήσεως αυτής επιδιώκει την υπέρ του επισπεύδοντος ή άλλου αναγγελθέντος δανειστή μεταρρύθμιση του ανακοπτόμενου πίνακα κατάταξης, κατά το ποσό της απαίτησης του υπέρ ου η αιτούμενη μεταρρύθμιση, το οποίο δεν έχει καταταγεί, εφόσον η επιδιωκόμενη δια της μεταρρυθμίσεως κατάσταση απαλλάσσει τον ανακόπτοντα οφειλέτη από την υποχρέωσή του την αντιστοιχούσα στο μη καταταγέν ποσό απαίτησης...

Α.2. Στην αγόμενη ... περίπτωση, έχω προφανές έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσας ανακοπής, διότι οι αναγγελθείσες, πλην μη καταταγείσες, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της Δ.Ο.Υ. Μυτιλήνης έναντι εμού, οι οποίες δεν θα ικανοποιηθούν από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα, επάγονται κατά νόμο αφενός την προσωποκράτησή μου και αφετέρου βαρύτατες σε βάρος μου ποινικές και μάλιστα κακουργηματικού χαρακτήρα κυρώσεις, καθώς αφορούν οφειλές από μη καταβολή ΦΠΑ υπερβαίνουσες το ποσό των 75.000 ευρώ και διοικητικές κυρώσεις.

Συγκεκριμένα : Σύμφωνα με τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης, ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ ….ανήγγειλε, δια της με αριθ. πρωτ. …αναγγελίας του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της ανωτέρω ΔΟΥ συνολικού ποσού 694.706,76 ευρώ, οι οποίες μη νομίμως ... δεν κατετάγησαν εν τέλει στον ανακοπτόμενο πίνακα. Η παράλειψη όμως του οργάνου εκτέλεσης να συμπεριλάβει τις περί ων ο λόγος απαιτήσεις στον πίνακα δανειστών επάγεται βαρύτατες ποινικές και διοικητικές σε βάρος μου ποινές και κυρώσεις.

Και τούτο διότι οι εν λόγω απαιτήσεις αφορούν καταρχήν σε φόρο εισοδήματος και σε λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις η μη καταβολή των οποίων διώκεται ποινικά δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 όπως ισχύει σήμερα. Επίσης, εκ της ειρημένης αναγγελθείσας απαίτησης συνολικού ποσού εξακοσίων ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων έξι ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (694.706,76) το χρηματικό ποσό των εκατόν τεσσάρων χιλιάδων ενενήντα πέντε ευρώ και τριάντα λεπτών (104.095,30) αντιστοιχεί σε οφειλόμενο φόρο προστιθέμενης αξίας, δυνάμει δεν των διατάξεων του άρθρου 18 ν. 2523/1997 όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3943/2011, η μη καταβολή αυτού τιμωρείται με φυλάκιση, σε περίπτωση δε που το οφειλόμενο ποσό υπερβαίνει αυτό των 75.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη.

Ένεκα συνεπώς της εννόμου φύσεως των ανωτέρω αναγγελθεισών απαιτήσεων και της επιβολής σε βάρος μου στερητικών ποινών της ελευθερίας μου, απορρέουσα εκ της μη κατάταξης αυτών στον ανακοπτόμενο πίνακα και κατά συνεκδοχή της μη ικανοποιήσεώς τους από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα έχω προφανές έννομο συμφέρον να αμφισβητήσω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την προνομιακή υπεροχή της κατάταξης της απαίτησης της δανείστριας με την επωνυμία "Τ.

E. E. Α. Ε." σε σχέση με τις μη αναγγελμένες απαιτήσεις της ΔΥΟ…., ιδίως καθόσον αφορά αυτές που αντιστοιχούν σε οφειλόμενο ΦΠΑ, ήτοι σε απαίτηση που δυνάμει της της παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 4141/2013 κατατάσσεται προνομιακά και προηγείται ακόμη και έναντι της καθ' ης, επισπεύδουσας και προσημειούχου δανείστριας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975 και 976 του ΚΠολΔ.

Ομοίως προφανές είναι και το έννομο συμφέρον μου σε σχέση με την προβολή λόγων ανακοπής που ερείδονται επί της μη κατάταξης παρά το νόμο αναγγελθεισών απαιτήσεων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων στον ανακοπτόμενο πίνακα, διότι η μη ικανοποίηση αυτών συνιστά, δυνάμει των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 α.ν. 86/1967, όπως τροποποιήθηκαν επί το αυστηρότερο με τις διατάξεις του άρθρου 22 ν. 4038/2012, ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με αυστηρές ποινές φυλάκισης".

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά τον εξεταζόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο: "...Ο οφειλέτης-καθ' ου η εκτέλεση Μ. Σ.ς του Ι έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση ανακοπής ζητώντας τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου με αριθμό ….πίνακα κατάταξης των δανειστών του, που συνέταξε η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, συμβολαιογράφος…., ώστε, αφού ερευνηθεί δικαστικά η προσβαλλόμενη απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας και η προνομιακή (και τυχαία) κατάταξη αυτής και κριθεί αυτή αποβλητέα από τον πίνακα κατάταξης, να καταταγούν οι δανειστές του Ελληνικό Δημόσιο και…..

στο υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό της απαιτήσεως που θα αποβληθεί η καθ' ης η ανακοπή, διότι οι αναγγελθείσες, αλλά μη καταταγείσες, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου έναντι του άνω ανακόπτοντος, που δεν θα ικανοποιηθούν από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα, επάγονται κατά νόμο αυστηρές ποινικές και διοικητικές κυρώσεις σε βάρος του, καθόσον οι εν λόγω απαιτήσεις αφορούν καταρχήν φόρο εισοδήματος και λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις, η μη καταβολή των οποίων συνεπάγεται κατά νόμο επαχθείς για τον οφειλέτη-ανακόπτοντα συνέπειες, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις του ΚΕΔΕ περί λήψης μέτρων διοικητικής εκτελεσης και αναγκαστικής είσπραξης, αλλά και διώκεται ποινικά δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, ως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 20 του ν. 4321/2015, ενώ και από τις αναγγελθείσες απαιτήσεις του Δημοσίου, ποσό 104.095,30 αντιστοιχεί σε οφειλόμενο φόρο προστιθέμενης αξίας, η μη καταβολή του οποίου διώκεται ποινικά δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 2523/1997, όπως αυτό καταργήθηκε με την τταρ.1 του νέου άρθρου 71 του ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α' 170/26.07.2013) και όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 (ΦΕΚ Α' 129/17.10.2015) και σύμφωνα με το άρθρο 23 ισχύει από 17.10.2015 και μετά.

Εξαιτίας δε της μη κατάταξης στον ανακοπτόμενο πίνακα και της μη ικανοποίησης των απαιτήσεων αυτών από το επιτευχθέν πλειστηριασμό, ο καθ' ου η εκτέλεση έχει προφανές έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει την προνομιακή κατάταξη της απαίτησης της επισπεύδουσας δανείστριας τράπεζας σε σχέση με τις μη καταταγείσες αναγγελθείσες απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, ιδίως για την απαίτηση του που αφορά Φ.Π.Α.

και πάσης φύσεως προσαυξήσεις, η οποία, δυνάμει της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 4141/2013, κατατάσσεται προνομιακά και προηγείται έναντι της απαίτησης της επισπεύδουσας και προσημειούχου δανείστριας, καθ' ης η ανακοπή, τράπεζας, σύμφωνα με διατάξεις των άρθρων 975 και 976 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, η προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για ληξιπρόθεσμες φορολογικές υποχρεώσεις των τελευταίων προβλέπεται ρητά από τις διατάξεις του άρθρου 50 του ν.4174/2013 (ΦΕΚ Α' 170/26.07.2013, Κώδικας φορολογικής Διαδικασίας), σύμφωνα με τις οποίες 1.

Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, πρόεδροι, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι, εντεταλμένοι στη διοίκηση και εκκαθαριστές των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωμή του φόρου, τόκων και προστίμων που οφείλονται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες καθώς και του φόρου παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους... 2.

Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους, το Φ.Π.Α. και τους επιρριπτόμενους φόρου και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν ως εξής: (α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά, (β) Αν δεν έχει γίνει παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα, που είχαν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 26 του ν.4223/2013 προκύπτει, ότι ναι μεν έχουν καταργηθεί οι διατάξεις του άρθρου 115 του προϊσχύσαντος Κώδικα φορολογίας Εισοδήματος (ν.2238/1994), όμως η αλληλέγγυα ευθύνη των φυσικών προσώπων, που φέρουν τις ειρημένες ιδιότητες, προβλέπεται ήδη από τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 50 εν ισχύ Κώδικα φορολογικής Διαδικασίας, του οποίου ως έναρξη ισχύος των διατάξεων του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 67 του ν.4174/2013, ορίζεται η 01.01.2014, οι διατάξεις δε του νέου Κώδικα φορολογίας Εισοδήματος (ν.4174/2013) και αντιστοίχως η κατάργηση των διατάξεων του προϋφιστάμενου Κώδικα φορολογίας Εισοδήματος (ν.2238/1994) αφορούν στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 01.01.2014 και εφεξής.

Όπως δε προκύπτει από τον ανωτέρω πίνακα χρεών, οι μη καταταγείσες φορολογικές οφειλές στηρίζονται στην προγενέστερη ιδιότητα του καθ' ου η εκτέλεση ως διαχειριστή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μ. Σ.… Ε.Π.Ε." και ως διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", βάσει των διατάξεων του άρθρου 115 του ν. 2238/1994, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο της βεβαίωσης τους από την οικεία φορολογική αρχή, ήτοι οι μεν πρώτες κατά τα οικονομικά έτη 2009/2010/2011/2012, οι δε δεύτερες κατά τα οικονομικά έτη 2008/2009/2010/ 2011/2012/2013, καθώς και βάσει των διατάξεων του άρθρου 50 του ν.4174/2013, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο της σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης και επομένως αυτός ευθύνεται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την καταβολή των οφειλομένων από τα νομικά αυτά πρόσωπα προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών, τα οποία είχαν γεννηθεί κατά τη διάρκεια του χρόνου λειτουργίας τους και ο καθ' ου η εκτέλεση είχε την ανωτέρω ιδιότητα σ' αυτά κατά το χρόνο γέννησης της σχετικής απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου.

Περαιτέρω, προφανές είναι το έννομο συμφέρον του ιδίου σε σχέση με την προβολή λόγων ανακοπής που ερείδονται και επί της μη κατάταξης των αναγγελθεισών, δυνάμει των πιο πάνω αναγγελιών, απαιτήσεων του …..στον ανακοπτόμενο πίνακα, διότι η μη ικανοποίηση αυτών επάγεται κατά νόμο αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις του ΚΕΔΕ περί λήψης μέτρων διοικητικής εκτέλεσης και αναγκαστικής είσπραξης και από τις διατάξεις του άρθρου 1 τταρ.1 και 2 του α.ν.86/1967 (ΦΕΚ Α' 136), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/02.02.2012).

Εξάλλου, από την έναρξη ισχύος του άρθρου 69 του ν.2676/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997 "Μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, διασφάλιση εσόδων Ι.Κ.Α. κλπ" (ΦΕΚ Α' 270), και το οποίο άρχισε να ισχύει από 05.01.1999, οι διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι και γενικά οι εντεταλμένοι στην διοίκηση των νομικών προσώπων του άρθρου 101 του Κώδικα φορολογίας Εισοδήματος, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την καταβολή των οφειλομένων από τα νομικά αυτά πρόσωπα προς το ….ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες έχουν γεννηθεί κατά τη διάρκεια του χρόνου λειτουργίας τους, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν μία από τις ανωτέρω ιδιότητες κατά το χρόνο γέννησης της σχετικής απαίτησης του Ι.Κ.Α.

και ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης των εισφορών αυτών...

Συνεπώς, συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση προστατευτέο έννομο συμφέρον του οφειλέτη-καθ' ου η εκτέλεση προς άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα αμφισβητώντας την ορθότητα και τη νομιμότητα της κατάταξης των απαιτήσεων της καθ' ης τράπεζας και επιδιώκοντας τη μεταρρύθμιση του πίνακα υπέρ των (άλλων) δανειστών του, συνιστάμενο στο γεγονός ότι λόγω της επικαλούμενης ως εσφαλμένης ως άνω μη κατάταξης των δανειστών του αυτών στον πίνακα, με την εσφαλμένη προνομιακή κατάταξη των αναγγελθεισών απαιτήσεων της τράπεζας, δεν ικανοποιήθηκαν οι αναγγελθείσες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου (Δ.Ο.Υ.

Μυτιλήνης) ποσού 657.752,99 ευρώ και του…, ποσών 69.878,44 ευρώ και 168.374,72 ευρώ, το οποίο συνεπάγεται βλάβη του οφειλέτη αυτών ως άνω ανακόπτοντος λόγω αποτροπής μερικής απαλλαγής του ιδίου από τις αντίστοιχες οφειλές του προς τους εν λόγω δανειστές του και του κινδύνου ποινικής δίωξης του και ενδεχομένως μελλοντικής στέρησης της ελευθερίας του, αλλά και λήψης σε βάρος του μέτρων διοικητικής εκτέλεσης και αναγκαστικής είσπραξης." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, δεχόμενο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της ανακοπής του κατά της κατατάξεως της αναιρεσείουσας στο ένδικο πίνακα, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις του δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων κατατάσσονταν προνομιακά έναντι των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας κατά τα ανωτέρω και με την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών ο πρώτος αναιρεσίβλητος απαλλασσόταν από τις διοικητικές και ποινικές κυρώσεις που συνεπαγόταν εις βάρος του η μη ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 940Α του ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 9 του ν. 2145/1993, που ισχύει από 28.5.1993: "Στο χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 31 Αυγούστου δεν επιτρέπεται η διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης και της επιταγής προς εκτέλεση.

Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη". Ο σκοπός που επιδιώχθηκε με τη θέσπιση της διατάξεως αυτής ήταν, προφανώς, η διευκόλυνση της αναπαύσεως, κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, των προσώπων, τα οποία, με οποιοδήποτε τρόπο, απασχολούνται με τις αναγκαστικές εκτελέσεις.

Ενόψει δε της λεκτικής διατυπώσεως της ως άνω διατάξεως, η οποία είναι γενική, με σαφή προσδιορισμό των εξαιρέσεων στο εδ. β' αυτής, η θεσπιζόμενη απαγόρευση καταλαμβάνει κάθε πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, πέρα από τη μνημονευόμενη επιταγή προς εκτέλεση, η οποία αποτελεί το αφετήριο σημείο ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Επομένως στις πράξεις εκτελέσεως που απαγορεύεται να γίνουν τον Αύγουστο, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 940Α ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται και η άσκηση αναγγελίας, καθώς και η κατάθεση στο συμβολαιογράφο του πλειστηριασμού των εγγράφων με τα οποία αποδεικνύεται η αναγγελλόμενη απαίτηση, κατά το άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί η αναγγελία αποτελεί πράξη της διαδικασίας εκτελέσεως, αφού συνιστά την πρώτη πράξη και την αφετηρία της κατατάξεως, η οποία εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Περαιτέρω, η παραβίαση της διατάξεως αυτής, με την ενέργεια πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, επιφέρει ακυρότητα της πράξεως, χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, της οποίας δεν απαιτείται επίκληση και απόδειξη. Τούτο δεν ορίζεται μεν ρητώς προκύπτει όμως από την έντονα απαγορευτική διατύπωση της διατάξεως ("...δεν επιτρέπεται..."), που ισοδυναμεί με ποινή ακυρότητας, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε βλάβη (ΑΠ 1868/1999).

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 940Α ΚΠολΔ, κατά την οποία απαγορεύονται πράξεις εκτελέσεως το μήνα Αύγουστο, που είναι ο κατ' εξοχήν μήνας των θερινών διακοπών, προφανώς υπαγορεύτηκε για λόγους προστασίας του οφειλέτη από ενδεχόμενο αιφνιδιασμό του και απώλεια προθεσμιών. Ο νομοθετικός δε λόγος της διάταξης αυτής, που δεν αντίκειται στις διατάξεις του μη περιέχοντος σχετική ρύθμιση ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974 "περί Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων"), έχει εφαρμογή και επί διοικητικής εκτελέσεως, κατά το άρθρο 89 του ΚΕΔΕ, σύμφωνα με το οποίο "αι διατάξεις του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται εφ' όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος Ν.

Διατάγματος, τηρούμενης πάντοτε της διατάξεως του άρθρου 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος δια πάσαν παράβασιν". Το τελευταίο άρθρο θέτει ως προϋπόθεση της ακυρώσεως πράξεως της διοικητικής εκτελέσεως για παραλείψεις ή ακυρότητες και το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη. Ειδικότερα στο άρθρο 75 παρ. 1 εδ. α' του ΚΕΔΕ ορίζεται ότι: "Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου, αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των πράξεων και αν, κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου, επήλθεν εις αυτόν βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθη άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητος....' '.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται, ανεξαρτήτως της διαδικασίας, κατά την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός, συνάγεται, αφενός μεν ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες των πράξεων εκτελέσεως οδηγούν σε ακύρωση των τελευταίων, αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου ότι προξένησαν στον προτείνοντα βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθεί άλλως, παρά με κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 884/2010).

Η βλάβη δε αυτή, ως πραγματικό γεγονός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα από τον επικαλούμενο την ακυρότητα και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 739/2006). Έτσι, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η παράβαση της προαναφερόμενης απαγόρευσης του άρθρου 940Α εδ. α' ΚΠολΔ έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ενεργηθεισών πράξεων εκτελέσεως και επί του Ι.-Ε., το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951, απολαύει όλων ανεξαιρέτως των προνομίων του Δημοσίου, εφόσον όμως συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης του επικαλούμενου την ακυρότητα, υπό την προεκτεθείσα έννοια (ΑΠ 1441/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν κήρυξε ακυρότητα λόγω του ότι το δεύτερο αναιρεσίβλητο ανήγγειλε τις απαιτήσεις του στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο τον μήνα Αύγουστο.

Ωστόσο, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι από την κατάθεση της αναγγελίας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο υπέστη συγκεκριμένη βλάβη την οποία θα έπρεπε να επικαλείται καθώς η θέσπιση της προϋποθέσεως αυτής δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία έχει κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, καθώς δεν θεσπίζει αδικαιολογήτως άνιση και προνομιακή δικονομική μεταχείριση του Δημοσίου (και συνακόλουθα και του…..) σε σχέση προς τους ιδιώτες διαδίκους, όσον αφορά το κύρος των πράξεων εκτελέσεως που γίνονται κατά το χρονικό διάστημα του Αυγούστου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για να είναι όμως λυσιτελής ο πιο πάνω λόγος πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στηρίχτηκε κύρια στα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο πόρισμά του (ΑΠ 155/2007, ΑΠ 409/2015). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέστηκαν παραδεκτά οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του όσον αφορά το ορισμένο των απαιτήσεων που ανήγγειλε στο πλαίσιο της ένδικης εκτελεστικής διαδικασίας το τρίτο αναιρεσίβλητο έλαβε υπόψη:

α) απόσπασμα από τον επίσημο ιστότοπο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης (Γ.Ε.ΜΗ.) σύμφωνα με το οποίο ο ….ανήκει στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μ. Σ. - Γ. Σ. Ε..Π..Ε.." και το υπ' αριθ. …1 ΦΕΚ Α.Ε. και Ε.Π.Ε., β) απόσπασμα από τον επίσημο ιστότοπο της της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης (Γ.Ε.ΜΗ.) σύμφωνα με το οποίο ο …ανήκει στην εταιρεία με την επωνυμία "M.

S. Σ. Α..Ε.." και το υπ' αριθμόν ….ΦΕΚ Α.Ε. και Ε.Π.Ε., των οποίων δεν έγινε επίκληση από κάποιον εκ των διαδίκων. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, και δη των προτάσεων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου όσο και ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα προσκόμισε και επικαλέστηκε αυτός και κατά συνέπεια νομίμως ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό της ελάσσονος προτάσεως του συλλογισμού του.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα και στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.2.2020 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α..Ε.." για αναίρεση της υπ' αριθμόν ... αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα και την προσθέτως παρεμβαίνουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ