Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling arguments attack uncontrollable evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting the appeal. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding how the original plaintiff acquired ownership through adverse possession, claiming the mother of the appellee never held the property for the plaintiff. The court rejected these claims as inadmissible because they did not challenge the legal basis of the appeal but rather attacked the appellate court's uncontrollable evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds do not concern the legal basis of the appealed decision but instead attack the appellate court's uncontrollable evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1649 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1649/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Δ., κατοίκου οικισμού "..." …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Δεσεγγρίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Φ. συζ. Δ. Χ., το γένος Φ. Π. και Μ. Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάπο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-1993 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Φ. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/1995 μη οριστική, 691/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-10-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 26/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 691/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία είχε απορριφθεί διεκδικητική της κυριότητας ακινήτων αγωγή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, Φ. Π., μετά το θάνατο του οποίου, στις 28-12-1996, ο τελευταίος (αναιρεσείων) συνέχισε την δίκη στο όνομά του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος του πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο, την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι την διεκδικητική αγωγή ασκεί ο κύριος και μη κάτοχος κατά του μη κυρίου νομέα ή κατόχου. Περαιτέρω, από την ίδια, πιο πάνω, διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 810-819 του ίδιου Κώδικα για το χρησιδάνειο, συνάγεται ότι μετά τη λήξη της σύμβασης του χρησιδανείου, ο χρήστης μπορεί να διεκδικήσει το πράγμα που χρησιδάνεισε, ασκώντας είτε την ενοχική αγωγή από τη σύμβαση του χρησιδανείου, είτε την διεκδικητική αγωγή του εμπραγμάτου δικαίου, εφόσον, όμως, στην περίπτωση της τελευταίας αυτής αγωγής, είναι και κύριος του πράγματος (ΑΠ 177/2020, ΑΠ 1231/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1111/2021).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1099/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ321/2019, ΑΠ 842/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Ο αρχικώς, ενάγων, Φ. Π. του Κ., γεννημένος το 1906, μεγαλοκτηματίας και κάτοικος ..., από τις σχέσεις του με την Μ. Γ., απέκτησε ένα εξώγαμο τέκνο, την εναγομένη, η οποία γεννήθηκε στις 24.4.1941, αναγνωρίστηκε δε στη συνέχεια, δικαστικώς, ως φυσικό τέκνο του ανωτέρω.
Στις 4.1.1943, απεβίωσε ο Κ. Π., πατέρας του αρχικώς ενάγοντος, δυνάμει δε, της από 22.5.1942 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ'αριθ. 113/17.6.1943 πρακτικό του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατέστησε αυτόν κληρονόμο του, μεταξύ άλλων, στα κάτωθι αναφερόμενα ακίνητα αποκλειστικής κυριότητάς του κατά το χρόνο του θανάτου του, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη.
Συγκεκριμένα, μεταξύ των ακινήτων που κατέλειπε ο ως άνω κληρονομούμενος στον υιό του, Φ. Π., συμπεριλαμβάνεται και ένα αγρόκτημα δέκα στρεμμάτων περίπου, μετά των εντός αυτού ελαιοδένδρων στη θέση "Α. Σ." στον ..., στην ειδικότερη θέση "...", ένα περιβόλι οπωροφόρων δένδρων, έκτασης ενάμισι στρέμματος, στην παραλία ...
και μια μονώροφη με ισόγειο και αποθήκη οικία, κείμενη στο ίδιο χωριό, πλησίον του λιμένος αυτού, όπως τα ακίνητα αυτά περιγράφονται ειδικότερα στην ένδικη αγωγή. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο Φ. Π. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, στην οποία περιλαμβάνονταν και τα ανωτέρω ακίνητα, με την ενεργό ανάμειξή του στη διοίκηση και διαχείριση αυτών και με πρόθεση να είναι κληρονόμος, χωρίς να προβεί στη σύνταξη και μεταγραφή συμβολαιογραφικού εγγράφου περί αποδοχής, καθότι, τούτο δεν ήταν αναγκαίο, επειδή o θάνατος του κληρονομουμένου επισυνέβη προ της εισαγωγής του ΑΚ (άρθρο 92 ΕισΝΑΚ...) καθιστάμενος ως εκ τούτου αποκλειστικός κύριος αυτών.
Με την υπό κρίση αγωγή του, ο αρχικώς ενάγων υποστηρίζει ότι το έτος 1953, παραχώρησε λόγω χρησιδανείου στη μητέρα της εναγομένης, τη χρήση των δύο πρώτων επιδίκων, ήτοι του ελαιοκτήματος στην τοποθεσία … και του περιβολιού στο λιμάνι ..., καθώς και δύο δωμάτια με κουζίνα και βεράντα, συνολικής έκτασης 27,50τ.μ., στον πρώτο όροφο της κατοικίας στο χωριό ..., δηλαδή το τρίτο επίδικο.
Πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε η σύναψη συμβάσεως χρησιδανείου, όπως θα αναφερθεί και κατωτέρω, αποδείχθηκε ειδικότερα, ότι κατά το χρόνο που φέρεται (κατά την αγωγή), ότι καταρτίστηκε η επικαλούμενη σύμβαση χρησιδανείου, δηλαδή το έτος 1953, ο αρχικώς ενάγων ήδη είχε αποξενωθεί από την κυριότητα του στα επίδικα.
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς ενάγων, Φ. Π., ως αποκλειστικός κύριος των ως άνω κληρονομιαίων ακινήτων, μεταβίβασε, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου ισόβιας προσόδου, του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Γεωργίου Πηγή, στους τότε ανήλικους ανεψιούς του (τέκνα των αδελφών του), τα περιγραφόμενα στο συμβόλαιο αυτό ακίνητα που περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητά του δυνάμει της πιο πάνω νομίμως δημοσιευθείσας ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα του Κ.
Π., ήτοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον Γ.-Α. Π., εκπροσωπούμενο λόγω της ανηλικότητάς του από τον πατέρα του Α. Π. και κατά ποσοστό 1/2 κατ' ισομοιρίαν, στους Ο. Β. του Σ. και Γ.-Μ.-Σ. Β. του Σ. (ήτοι 1/4 εξ' αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών), εκπροσωπούμενους λόγω της ανηλικότητάς τους από τον πατέρα τους Σ. Β., με αιτία μεταβιβάσεως, τη συμφωνηθείσα με το ίδιο συμβόλαιο, ισόβια πρόσοδο.
Σύμφωνα δε με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη, ο αρχικώς ενάγων και δικαιοπάροχος τους, Φ. Π., ο οποίος ήταν κύριος των ανωτέρω ακινήτων κατά το χρόνο σύνταξης αυτής, μεταβίβασε στους ανήλικους ανεψιούς του τα ως άνω ακίνητα, κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία αυτών εφ' όρου ζωής, πλην της μονώροφης με ισόγειο και αποθήκη οικίας, την οποία μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα.
Επιπλέον, σύμφωνα με το ως άνω μεταβιβαστικό συμβόλαιο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκίμμης, στις 29.9.1945, στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ..., καθίσταται σαφές ότι ο αρχικώς ενάγων, Φ. Π., μεταβίβασε την κυριότητα ολόκληρης της μονώροφης με ισόγειο και αποθήκη οικίας, κείμενης στο χωριό ..., συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου τμήματος της οικίας αυτής, που κατά την αγωγή χρησιδάνεισε στη μητέρα της εναγομένης, και δη του ορόφου της οικίας, επιφάνειας 27,50 τ.μ., που αποτελείται από δύο δωμάτια, κουζίνα και βεράντα, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο μεταβιβάζων διατήρησε την κυριότητα μέρους του ορόφου της ως άνω οικίας.
Στην ίδια κρίση κατέληξε και το Εφετείο Κέρκυρας, με την υπ' αριθ. 208/2005 απόφαση του, που κατέστη αμετάκλητη δυνάμει της υπ' αριθ. 1741/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, και η οποία μεταξύ άλλων, έκρινε στο σκεπτικό της, ότι ο αρχικώς ενάγων, Φ. Π., προέβη πράγματι και στη μεταβίβαση της κυριότητας ολόκληρης της πιο πάνω οικίας του στους ανεψιούς του, μη παρακρατώντας μέρος αυτής για τον εαυτό του.
Αλλωστε, δυνάμει της υπ' αριθ. ... πράξης του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Νικήτα Λυμπερόπουλου, ο αρχικώς ενάγων αναγνώρισε την απόλυτη και πλήρη εγκυρότητα του ανωτέρω υπ' αριθ. ... συμβολαίου σύστασης ισόβιας προσόδου και συγκεκριμένα, αναγνώρισε ως έγκυρες τις αναφερόμενες σε αυτό μεταβιβάσεις τωv επίδικων ακινήτων προς τους ανεψιούς του.
Επιπροσθέτως, δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ανδρέα Παϊπέτη "παραίτηση επικαρπίας ακινήτων λόγω δωρεάς εν ζωή", που μεταγράφηκε νόμιμα στις 23.4.1991 στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, ο αρχικώς ενάγων μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στους εν λόγω ανεψιούς του, που είχαν ήδη ενηλικιωθεί και συμβλήθηκαν οι ίδιοι στην κατάρτιση αυτού, και την επικαρπία των ακινήτων την οποία είχε παρακρατήσει με το αρχικό συμβόλαιο υπ' αριθ. ...
και ως εκ τούτου οι τελευταίοι κατέστησαν πλήρεις κύριοι επί των ως άνω ακινήτων, συνενωθείσης της επικαρπίας με το δικαίωμα της ψιλής κυριότητάς τους. Εφόσον λοιπόν ο αρχικώς ενάγων, ήδη από το έτος 1945 είχε αποξενωθεί από την κυριότητά του στα επίδικα ακίνητα, δεν είναι δυνατόν να παρεχώρησε αυτά μεταγενεστέρως και δη το 1953, δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου, στη μητέρα της εναγομένης, "για να διευκολυνθεί στην ανατροφή του εξωγάμου τέκνου τους", δηλαδή της εναγομένης, όπως υποστηρίζει με την αγωγή του.
Πέραν τούτου, η επικαλούμενη με την αγωγή παραχώρηση λόγω χρησιδανείου, δεν αποδείχθηκε ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Συγκεκριμένα, ο πρώτος μάρτυρας της εναγομένης, Ι. Λ., ο οποίος κρίνεται αξιόπιστος, καθόσον είναι γεννημένος το 1928 και κάτοικος του ιδίου χωριού, ως εκ τούτου έχει άμεση προσωπική γνώση, ενώ δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση με κάποιον από τους διαδίκους, κατέθεσε με σαφήνεια και βεβαιότητα, ότι η μητέρα της εναγομένης, κατείχε τα επίδικα από το 1942-1943 συνεχώς, μάλιστα στο κείμενο στη θέση ..., ανήγειρε οικοδομή επιφάνειας περίπου 400 τ.μ.
και συνολικής δαπάνης άνω των 30.000.000 δρχ. τουλάχιστον. Ο μάρτυρας του ενάγοντος, Λ. Ί., δεν ήταν σε θέση να καταθέσει πότε το πρώτον η μητέρα της εναγομένης εγκαταστάθηκε στα επίδικα, ούτε τη σχέση με βάση την οποία έγινε αυτό, καθόσον ο ίδιος έχει γεννηθεί το 1950, πέραν δε τούτου, δεν κρίνεται αξιόπιστος, διότι βρίσκεται σε μακροχρόνια δικαστική διένεξη με την εναγομένη, αναφορικά με τμήμα του τρίτου επιδίκου.
Η κρίση εξάλλου, ότι δεν έλαβε χώρα κατάρτιση συμβάσεως χρησιδανείου το έτος 1953, μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος και της μητέρας της εναγομένης, αλλά η τελευταία είχε εγκατασταθεί στα τρία επίδικα ήδη από το 1942-1943, για αιτία που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, ενισχύεται και από το γεγονός, ότι οι σχέσεις των ανωτέρω ήταν ιδιαίτερα κακές, λόγω του εξωγάμου τέκνου τους, το οποίο αρνείτο να αναγνωρίσει ο πρώτος και αναγνωρίστηκε δικαστικώς ως φυσικό τέκνο του, ενώ, μεταξύ των, διεξήχθησαν και πολλές δίκες για τη διατροφή του τέκνου τους, καθώς και δίκες για τα επίδικα και άλλα ακίνητα του Φ.
Π. που κατείχε η Μ. Γ., μητέρα της εναγομένης. Μάλιστα και ο μάρτυρας του ενάγοντος, κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι "δεν αντάλλασαν ούτε καλημέρα", ώστε δεν κρίνεται λογικό να είχαν καταρτίσει σύμβαση χρησιδανείου του έτος 1953. Η παραπάνω κρίση, περί του ότι ουδέποτε συνήφθη η επικαλούμενη με την αγωγή σύμβαση χρησιδανείου, αλλά τα επίδικα κατείχε η μητέρα της εναγομένης ήδη από προγενέστερο χρόνο, ενισχύεται και από τα ακόλουθα έγγραφα:
α) τα υπ' αριθ. 4/15.12.1945 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Λευκίμμης, με διαδίκους τον Φ. Π. και την Μ. Γ., στα οποία έχουν καταχωρηθεί καταθέσεις μαρτύρων, που επιβεβαιώνουν ότι τα επίδικα ακίνητα, είχε παραχωρήσει ο πρώτος στη δεύτερη ήδη από το 1943. β) το υπ' αριθ. 4819/20.5.1946 αποδεικτικό επιδόσεως το τότε δικαστικού κλητήρος Κων.
Κοττινά, σύμφωνα με το οποίο, κατόπιν παραγγελίας της Μ. Γ., επιδόθηκε στον Φ. Π., απόγραφο της υπ' αριθ. 87/1946 αποφάσεως του Δικαστηρίου των εν Κέρκυρα Πρωτοδικών, που αφορά το ήδη πρώτο επίδικο, ήτοι το ελαιόκτημα στη θέση .... Η αντιδικία, εξάλλου, του αρχικώς ενάγοντος Φ. Π. με τη μητέρα της εναγομένης Μ. Γ., αφορούσε και άλλα ακίνητα, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση εκείνη του αγροτικού ακινήτου στη θέση "..." ..., εκτάσεως περίπου δύο στρεμμάτων, ως προς το οποίο, ο πρώτος άσκησε εναντίον της δεύτερης την από 14.3.1947 αγωγή εξώσεως, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθ. 3/1947 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λευκίμμης, με το σκεπτικό ότι δεν είχε συναφθεί σύμβαση μισθώσεως, η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 113/1949 απόφαση του Δικαστηρίου των εν Κερκύρα Πρωτοδικών, καθώς και αίτηση περί προσωρινών μέτρων, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθ. 1/1962 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λευκίμμης, με την οποία μάλιστα έγινε δεκτή ανταίτηση της δεύτερης και αναγνωρίστηκε αυτή αποκλειστική προσωρινή νομέας του εν λόγω ακινήτου.
Το ακίνητο αυτό, τέλος, η μητέρα της εναγομένης, πώλησε προς τον ... και τα τέκνα του, με το υπ' αριθ. ..., συμβόλαιο του συμβ/φου Κέρκυρας Νικήτα Λυμπεροπούλου, στο οποίο (συμβόλαιο), συνεβλήθη εκ τρίτου και ο Φ. Π. και αναγνώρισε ρητά την αποκλειστική κυριότητα εκ χρησικτησίας, της Μ. Γ. και ότι ο ίδιος είχε μόνο ιδιόρρυθμο δικαίωμα καρπώσεως έξι ελαιοδένδρων.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται η ιστορούμενη στην αγωγή σύμβαση χρησιδανείου και συνεπώς, η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η εκκαλουμένη απόφαση επομένως, η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και κρίνονται αβάσιμοι όλοι οι λόγοι της εφέσεως με τους οποίους ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα".
Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως, αναιρεσείοντος, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο αρχικώς ενάγων, Φ. Π., κατέστη κύριος των επιδίκων ακινήτων με παράγωγο τρόπο, ήτοι με βάση την από 22-5-2042 ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του, Κ.
Π., που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε με την ενεργό ανάμειξή του στη διοίκηση και διαχείριση των κληρονομιαίων και με πρόθεση να είναι κληρονόμος, ότι με βάση το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο ισόβιας προσόδου του συμβολαιογράφου Κέρκυρας, Γ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα, τα ως άνω ακίνητα που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, στους τότε ανήλικους ανηψιούς του, Γ.-Α.
Π., Ο. Β. και Γ.-Μ.-Σ. Β., παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία αυτών, πλην της μονώροφης με ισόγειο και αποθήκης οικίας, που βρίσκεται στο χωριό ..., την οποία μεταβίβασε σ' αυτούς κατά πλήρη κυριότητα, την δε επικαρπία των λοιπών ακινήτων μεταβίβασε ο ίδιος (αρχικώς ενάγων), στους ως άνω ανηψιούς του, με το νομίμως μεταγεγραμμένο, υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ανδρέα Παϊπέτη, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς ενάγων, το έτος 1953, συνήψε σύμβαση χρησιδανείου με την μητέρα της εφεσίβλητης - αναιρεσίβλητης, δυνάμει της οποίας της παραχώρησε την χρήση των επιδίκων ακινήτων, και τέλος ότι από το έτος 1945, αυτός (αρχικώς ενάγων) είχε αποξενωθεί από την κυριότητά του στα επίδικα ακίνητα.
Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 974, 980, 982, 1045,1048 και 1094 ΑΚ, απέρριψε την αγωγή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, η οποία στηριζόταν και στην έκτακτη χρησικτησία, δεχόμενη ότι ο αρχικώς ενάγων δεν απέκτησε με τον τρόπο αυτό την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων.
Ειδικότερα δε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζοντας τις ως άνω διατάξεις, δεν δέχθηκε ότι η μητέρα της αναιρεσίβλητης και φερόμενη ως δικαιοπάροχος αυτής, κατέστη ποτέ νομέας των επιδίκων ακινήτων, αφού δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά ότι αυτή εγκαταστάθηκε ποτέ στα ως άνω ακίνητα με διάνοια κυρίου, αλλά δέχθηκε ότι η εγκατάστασή της έγινε "για αιτία που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω" και επομένως επρόκειτο μόνο για απλή κατοχή αυτής επί των παραπάνω ακινήτων, με συνέπεια, αυτή (μητέρα της αναιρεσίβλητης), να διακατέχει τα επίδικα επ' ονόματι και για λογαριασμό του αρχικώς ενάγοντος, ως αντιπρόσωπος αυτού, λόγω των στενών προσωπικών τους σχέσεων κατά τον κρίσιμο χρόνο της εγκατάστασής της σ' αυτά και ο ίδιος (αρχικώς ενάγων) να τα νέμεται δι' αυτής και ως εκ τούτου, με την άσκηση νομής με τον παραπάνω τρόπο, για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών συνεχώς, πριν από την ένδικη προσβολή της νομής του επί των ενδίκων ακινήτων, κατέστη κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Επιπλέον δε ισχυρίζεται ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις, δεχόμενη ότι απαιτείται οπωσδήποτε η συνδρομή συγκεκριμένης επώνυμης έννομης σχέσης μεταξύ του νομέα και του τρίτου, προκειμένου ο τελευταίος να διοριστεί ως αντιπρόσωπός του στην άσκηση της νομής, ενώ αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο αντιπρόσωπος ασκούσε τη νομή επ' ονόματι και για λογαριασμό όχι του ιδίου, αλλά του νομέα.
Ειδικότερα δε, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι προϋπόθεση για την άσκηση νομής μέσω άλλου προσώπου, ήτοι του αντιπροσώπου, όπως, εν προκειμένω, ο αρχικώς ενάγων, ο οποίος νεμόταν τα επίδικα ακίνητα μέσω της μητέρας της αναιρεσίβλητης μέχρι και κατά το έτος 1990 θάνατο αυτής και στη συνέχεια μέσω της τελευταίας ως κληρονόμου της, μέχρι να γνωστοποιήσει η ίδια την αντιποίηση της άσκησης της νομής σ' αυτόν, είναι η συνδρομή συγκεκριμένης-επώνυμης έννομης σχέσης, από την οποία απορρέει η εξουσία του αντιπροσώπου να νέμεται το πράγμα για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου-νομέα, ενώ αρκούσε το πραγματικό γεγονός ότι η μητέρα της αναιρεσίβλητης διακατείχε τα επίδικα ακίνητα για λογαριασμό του αρχικώς ενάγοντος, με παρακλητική σχέση, στηριζόμενη στις στενές τους σχέσεις, χωρίς να ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο αυτή διορίστηκε ως αντιπρόσωπος, ενώ η νομή που ασκούσε η ίδια δεν μπορούσε να απωλεσθεί για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποίησης.
Τέλος, δε ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση, έσφαλε, αρκούμενη σε λιγότερα στοιχεία απ' αυτά που προβλέπονται για την εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, σχετικά με την απώλεια της νομής επί των επιδίκων ακινήτων και την διακοπή της χρησικτησίας, δεχόμενη ότι έγιναν κύριοι των επιδίκων ακινήτων οι προαναφερθέντες τρίτοι, στους οποίους ο αρχικώς ενάγων φέρεται να μεταβίβασε την κυριότητα αυτών με τις προαναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις, αρκούμενη στη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων σε αυτούς με τις παραπάνω συμβολαιογραφικές πράξεις, χωρίς να αξιώσει και την μεταβίβαση της νομής επ' αυτών με τις ίδιες πράξεις ή το ότι αυτή (η νομή) χάθηκε, διότι η μητέρα της αναιρεσίβλητης, που ήταν απλή κάτοχος των ακινήτων, εξωτερίκευσε την θέλησή της να νέμεται για δικό της λογαριασμό τα επίδικα και ο αρχικώς ενάγων έλαβε γνώση της αντιποίησης αυτής, ώστε να επέλθει απώλεια της νομής, με συνέπεια την διακοπή της χρησικτησίας αυτών.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι οι διατάξεις που επικαλείται ο αναιρεσείων δεν παραβιάστηκαν από το Εφετείο με τη μη εφαρμογή τους, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών, στηρίζονται δε στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι υφίστανται παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης που αφορούν την απόρριψη της βάσης της αγωγής περί κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από τον αρχικώς ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει, όπως τούτο προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, σύμφωνα με το οποίο, μόνη βάση της αγωγής, κατ' αυτήν, ήταν ο παράγωγος τρόπος κτήσεως κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από τον αρχικώς ενάγοντα (κληρονομία) και όχι ο πρωτότυπος τρόπος (έκτακτη χρησικτησία) και ειδικότερα μέσω αντιπροσώπου, για τον οποίο καμιά αναφορά δεν γίνεται σ' αυτήν.
Με τους ίδιους (πρώτο και δεύτερο), από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος τους, λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από τον δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος με έκτακτη χρησικτησία και ειδικότερα ότι αυτή (απόφαση) δεν δέχθηκε ότι η μητέρα της αναιρεσίβλητης και δικαιοπάροχος αυτής επιλήφθηκε ποτέ της νομής των επιδίκων, αλλά ότι εγκαταστάθηκε σ' αυτά για αιτία που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω και συνεπώς είχε μόνο απλή κατοχή επ' αυτών και επομένως οι αιτιολογίες της ότι δεν κατείχε τα επίδικα για λογαριασμό του αρχικώς ενάγοντος, δεν είναι επαρκείς, αφού δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά ότι εξωτερίκευσε ποτέ την θέλησή της να τα εξουσιάζει ως αποκλειστική κυρία αυτών και ο αρχικώς ενάγων έλαβε γνώση της αντιποίησης αυτής.
Επίσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ενώ δέχθηκε ότι ο αρχικώς ενάγων κατέστη κύριος των επιδίκων ακινήτων κατά το έτος 1943 και ότι η μητέρα της αναιρεσίβλητης εγκαταστάθηκε σ' αυτά περί τα έτη 1942-1943, έχοντας μόνο απλή κατοχή, δεν διευκρινίζεται γιατί αυτή δεν κατείχε τα επίδικα για λογαριασμό του αρχικώς ενάγοντος, ως αντιπρόσωπός του και γιατί αυτός δεν τα διακατείχε δι' αυτής, κατ' άρθρο 980 ΑΚ, ώστε με την άσκηση συνεχούς νομής με τον προαναφερόμενο τρόπο, να αποκτήσει την κυριότητά τους με έκτακτη χρησικτησία.
Τέλος δε, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραθέτει καθόλου αιτιολογίες, αφ' ενός για τον τρόπο με τον οποίο ο αρχικώς ενάγων απώλεσε τη νομή στα επίδικα ακίνητα, καθόσον με τις αναφερόμενες σ' αυτήν συμβολαιογραφικές πράξεις φέρεται να μεταβιβάστηκε μόνο η κυριότητα επ' αυτών, αφ' ετέρου δε για το πώς χάθηκε η νομή του επ' αυτών, δεδομένου ότι η ως άνω κάτοχος αυτών δεν εξωτερίκευσε την θέλησή της να τα νέμεται για δικό της λογαριασμό, και εκείνος (αρχικώς ενάγων) να έλαβε γνώση της αντιποίησης αυτής.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι οι περιεχόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις δεν αφορούν την νόμιμη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, βάση της αγωγής περί παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από τον αρχικώς ενάγοντα και πλήττουν την κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί οι αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-10-2020 αίτηση του Σ. Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ