Legislator Case Law & Legislation
1649/2016 AI generated

1649/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1649/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ'αριθμό 136- Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1649/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παράλληλα άρχισε να τον μεταφέρει με τη συνδρομή άλλου προσώπου προς ένα υπηρεσιακό όχημα της αστυνομίας, τύπου βαν, όπου και τον επιβίβασαν μαζί με τον επίσης προσαχθέντα Π. Β. (μάρτυρας). Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους προς την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών ο κατηγορούμενος επιτέθηκε αναίτια και πάλι σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος καταφέροντας αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα στο κεφάλι και στο θώρακα.

Keywords

AI generated
driving while unfit to drive violent offenses minor traffic violation traumatic brain injury dangerous interference with traffic serious narcotics offense
AI generated
1555/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
1103/2011
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.
1109/2022
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
2013/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
2167/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1649 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1649/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ'αριθμό 136- Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Π. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 3429/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Χ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 462/2016.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α)Κατά το άρθρο 308 παρ.1 εδ.α'του Π.Κ. "Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι όλως ελαφρά τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως 3.000 ευρώ. Το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται κατά το άρθρο 308 ΠΚ, ανάλογα με τη σπουδαιότητα αυτής, σε απλή και σε όλως ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες.

Η σωματική κάκωση μπορεί να είναι ταυτόχρονα και βλάβη της υγείας, χωρίς να είναι τούτο απαραίτητο. Αλλά και η βλάβη υγείας μπορεί να επέλθει χωρίς σωματική κάκωση. Μπορεί επίσης, είτε να εμφανιστούν χωριστά, είτε να είναι η μία συνέπεια της άλλης. Σωματική κάκωση είναι κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κλπ, ενώ βλάβη της υγείας είναι κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, η κάκωση δε μπορεί να είναι συγχρόνως και βλάβη της υγείας, αλλά η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς κάκωση, καθώς, επίσης μπορεί η καθεμία να επέλθει χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης και δε δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας του παθόντος ταυτόχρονα.

Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, προκειμένου να συναγάγει τι δέχθηκε τούτο, δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκείνο δέχθηκε, προκειμένου να αποφανθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε.

Όλως ελαφρές σωματικές βλάβες είναι οι εκχυμώσεις, θλάσεις, εκδορές, ερυθρότητα, ζάλη, κεφαλαλγία, εγκεφαλική διάσειση Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 187 ΚΠΔ. Ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του δόλου δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καταφάσκεται αποδεικτικά από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με το δόλο αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής όμοια, πλην, όμως, ο δόλος χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία και συγκεκριμένα η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης. (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, που δίκασε κατ'έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του με αριθμό 3429/2015, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ'είδος (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία κατηγορουμένου), προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Απογευματινές ώρες της 2.3.2009 βρισκόταν σε εξέλιξη αυθόρμητη συγκέντρωση πολιτών με αφορμή καθιστική διαμαρτυρία ομάδας οικονομικών μεταναστών, αφγανικής κυρίως υπηκοότητας, στην οδό … της Πάτρας λόγω του προηγηθέντος θανάσιμου τραυματισμού ενός ομοεθνή τους από διερχόμενο βαρύ όχημα στην ίδια οδό.

Προς το σκοπό τήρησης της τάξης έσπευσαν αστυνομικές δυνάμεις ένστολοι αλλά και με πολιτική περιβολή για την αποτροπή τυχόν επεισοδίων λόγω της δημιουργηθείσας εντάσεως εξαιτίας του προαναφερόμενου περιστατικού. Κατά τον παραπάνω χρόνο ο πολιτικώς ενάγων Α. Χ. βρισκόταν στο αριστερό πεζοδρόμιο της πιο πάνω οδού πλησίον του υπάρχοντος τότε προσφυγικού καταυλισμού, όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι οι άνω αλλοδαποί και αστυνομικοί υπάλληλοι, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος αστυνομικός φέροντας πολιτική ενδυμασία.

Καθ'όν χρόνο ο παθών βάδιζε επί του πεζοδρομίου με κατεύθυνση προς την Πάτρα και ενώ δεν υπήρχε σε εξέλιξη οποιοδήποτε επεισόδιο τον πλησίασε ο κατηγορούμενος εξερχόμενος μέσα από ομάδα αστυνομικών, ο οποίος εντελώς απρόκλητα επιτέθηκε εναντίον του και κατάφερε σε βάρος του αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα κυρίως στο κεφάλι του αλλά και σε άλλα σημεία του σώματος του όπως ο θώρακας και ο αυχένας, ενώ συγχρόνως τον εξύβριζε με ακατονόμαστες φράσεις.

Παράλληλα άρχισε να τον μεταφέρει με τη συνδρομή άλλου προσώπου προς ένα υπηρεσιακό όχημα της αστυνομίας, τύπου βαν, όπου και τον επιβίβασαν μαζί με τον επίσης προσαχθέντα Π. Β. (μάρτυρας). Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους προς την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Πατρών ο κατηγορούμενος επιτέθηκε αναίτια και πάλι σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος καταφέροντας αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα στο κεφάλι και στο θώρακα.

Μετά από ολιγόωρη παραμονή του στα γραφεία της παραπάνω υπηρεσίας, όπου μεταφέρθηκε χωρίς περαιτέρω να σχηματιστεί κάποια δικογραφία σε βάρος του, αναχώρησε με τη συνδρομή της μητέρας του Α. Γ., η οποία στο μεταξύ είχε ενημερωθεί από φίλους του παθόντα σχετικά το περιστατικό. Αμέσως μετέβησαν στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών στο Ρίο και υποβλήθηκε σε εξετάσεις από τους ιατρούς των τακτικών εξωτερικών ιατρείων, οι οποίες ανέδειξαν ότι λόγω των άνω κτυπημάτων είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση, μυϊκό σπασμό στην περιοχή της αυχενικής μοίρας (ΑΜΣΣ) και κάκωση του κάτω τριτημορίου του στέρνου με ευαισθησία κατά την ψηλάφηση.

Τα ανωτέρω ευρήματα περιέχονται μαζί με της αιτιάσεις του παθόντα ιδίως στα αναγνωστέα ιατρικά πιστοποιητικά με αρ. πρωτ. 2139, 2140 και 2150/4.3.2009. Ωστόσο, από τον τρόπο που τελέσθηκε από τον κατηγορούμενο η ανωτέρω πράξη σε βάρος του παθόντα, κρινόμενη ενιαία, δεν μπορούσε να προκληθεί επικίνδυνη σωματική βλάβη αυτού αφού δεν προέκυψε κατά τρόπο αναντίρρητο ότι η πράξη αυτή τελέσθηκε από την πλευρά του με βούληση και με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει σε αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, συμπέρασμα στο οποίο δεν οδηγούν ούτε τα ανωτέρω ιατρικά πιστοποιητικά όπως αυτά εκτιμώντας αυτοτελώς μεταξύ τους αλλά και σε συνδυασμό με α)το αρ.

πρωτ. 2985/26.3.2009 ιατρικό πιστοποιητικό, όπου αναφέρεται ότι σε μεταγενέστερη εξέταση του παθόντα στις 26.3.2009 βρέθηκε να πάσχει από καρηβαρία, ζάλη και αστάθεια στα πλαίσια μεταδιασεισικής συνδρομής, σπασμό επώδυνο των αυχενικών ή τραχηλικών μυών συνοδό ραιβόκρανο και β) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Α.

Τ., ιατροδικαστή, η οποία εκτιμώντας το περιεχόμενο των ως άνω ιατρικών πιστοποιητικών θεωρεί πως πρόκειται για απλή σωματική βλάβη. Αυτά δεν ανατρέπονται ούτε αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Α. Γ., η οποία είδε τον παθόντα αμέσως μετά το περιστατικό στα γραφεία της ΥΑ Πατρών και ούσα η ίδια ιατρός αντιλήφθηκε ότι είχε δεχθεί κτυπήματα στο σώμα του πήρε αμέσως το σφυγμό του διαπιστώνοντας αρρυθμία και συστολές καθώς επίσης ζάλη, ενώ κάνει λόγο για ένα ερυθρό μώλωπα στο κεφάλι του αριστερά (που δεν καταγράφεται στα συνταχθέντα ιατρικά πιστοποιητικά) και άλγος στο θώρακα χωρίς περαιτέρω η ίδια να αναφέρεται με βάση την εμπειρία της σε παθόντα, που βρισκόταν σε κίνδυνο η ζωή του ή ότι είχε υποστεί σημαντική βλάβη στην υγεία του, το δε επικαλούμενο εκ μέρους της καρδιογράφημα, που έλαβε χώρα στις 3.3.2009 στο ΠΓΝ Πατρών και χαρακτηρίζεται ως abnormal (αντικανονικό) δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι ο παθών περιήλθε σε κατάσταση κινδύνου για τη ζωή του και τη σωματική του ακεραιότητα με την έννοια της σημαντικού βαθμού σωματικής βλάβης.

Η κρίση αυτή ενισχύεται ακόμα και από το γεγονός ότι δεν κρίθηκε από τους θεράποντες ιατρούς του αναγκαία η παραμονή του για νοσηλεία στο παραπάνω νοσοκομείο αλλά εξήλθε από αυτό αυθημερόν με οδηγίες για κατ'οίκον παρακολούθηση. Η αναφερόμενη εκ μέρους του ελλιπής δυνατότητα ακοής από το αριστερό αυτί, όπως αυτή καταγράφεται στο από 19.3.2009 διάγραμμα ομιλητικής ακοομετρίας με το συμπέρασμα "μικρού βαθμού Ν/Α βαρηκοΐα VF αριστερά" ουδαμού αποδεικνύεται ότι συνδέεται αιτιωδώς με το επίμαχο περιστατικό ούτε ότι από τότε που έλαβε αυτό χώρα έως σήμερα ο εν λόγω παθών εξακολουθεί να πάσχει από ζαλάδες συνεπεία των σε βάρος του κακώσεων.

Εξάλλου, από τις περιγραφές των διαδίκων μερών, που είναι εκ διαμέτρου αντίθετες ως προς τα γεγονότων τα οποία έλαβαν χώρα, δεν συνάγεται διαφορετικό συμπέρασμα καθώς κατά τα αναφερόμενα εκ μέρους του παθόντα και των αυτόπτων μαρτύρων Π. Β. και Φ. Σ., η αξιοπιστία των οποίων δεν αμφισβητείται, ήταν προφανής η επιθετικότητα του κατηγορουμένου με πολλαπλά κτυπήματα κυρίως στην περιοχή του κεφαλιού και του θώρακα του παθόντα, ενώ οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου κατά την απολογία του δεν ενισχύονται από κάποιο αποδεικτικό μέσον και ειδικότερα ότι α) τήρησε αμυντική στάση στη λεκτική επιθετικότητα του πολιτικώς ενάγοντα όταν καθ' υπόδειξη ανωτέρου του του ζήτησε να τον ακολουθήσει προς εξακρίβωση στοιχείων επιδεικνύοντας μάλιστα την υπηρεσιακή του ταυτότητα καθώς και στα λακτίσματα που αυτός (ο παθών) κατάφερε εναντίον του όταν τον μετέφερε στο υπηρεσιακό όχημα και β) δεν επενέργησε βιαίως κατ' αυτού.

Δηλαδή, το επίμαχο επεισόδιο πράγματι έλαβε χώρα, όμως τα περιγραφόμενα τραύματα του παθόντα δεν μπορούν να αποδοθούν σε οποιαδήποτε αμυντικού τύπου συμπεριφορά του κατηγορουμένου αλλά σε αναίτια ενεργό εμπλοκή του. Η σφοδρότητα, όμως, καθώς και ο αριθμός των κτυπημάτων κατά αμφότερα τα στάδια εκδηλώσεως της παραπάνω συμπεριφοράς με τις ηθελημένες μυϊκές ενέργειες του κατηγορουμένου εκτιμάται ότι δεν ήταν τέτοιας εντάσεως και εκτάσεως ώστε να προκαλέσουν κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη στον παθόντα αν ληφθεί υπόψη η εντελώς διαφορετική σωματοδομή των δύο εμπλακέντων και η προφανής σωματική υπεροχή του κατηγορουμένου, που μαρτυρούν την πιθανότητα υπάρξεως σημαντικά βαρύτερων κακώσεων σε βάρος του παθόντα.

Σημειωτέον ότι όλες οι σωματικές βλάβες καίτοι προκλήθηκαν από τον κατηγορούμενο με πλείονες ενέργειες του αποτελούν μια ενιαία πράξη διότι δεν μεσολάβησε ειρήνευση του εννόμου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας ως εντασσόμενες στο ίδιο βιοτικό συμβάν, ήτοι της προσαγωγής και μεταφοράς του πολιτικώς ενάγοντος στην οικεία αστυνομική υπηρεσία.

Ενόψει όλων όσων προεκτέθηκαν δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση τα συγκροτούντα την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης στοιχεία, πράξη για την οποία είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών αλλά για αλλοιώσεις της μορφικής ακεραιότητας του σώματος του παθόντα, που χαρακτηρίζονται, λόγω της μέσης βαρύτητας τους, ως απλή σωματική βλάβη, τα στοιχεία της οποίας γνώριζε και θέλησε να πραγματώσει ο δράστης, όπως ορθότερα πρέπει να αποδοθεί σε βάρος του κατ' επιτρεπτή μεταβολή η αποδιδόμενη κατηγορία, για την οποία (απλή σωματική βλάβη) και μόνον πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος όπως τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία αυτής προσδιορίζονται σαφέστερα κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό." Στη συνέχεια κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "στον παρακάτω τόπο και χρόνο ενεργώντας με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση.

Συγκεκριμένα στις 2 Μαρτίου 2009, ενώ βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία ως αστυνομικός του γραφείου Κρατικής Ασφάλειας της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Πατρών φέροντας πολιτική περιβολή (α) στο αριστερό πεζοδρόμιο της οδού … με κατεύθυνση προς την Πάτρα πλησίον του καταυλισμού των προσφύγων καθ'ον χρόνον ελάμβανε χώρα καθιστική συγκέντρωση των προσφύγων και ευρίσκονταν συγκεντρωμένες στην περιοχή προς την πλευρά της θάλασσας, αστυνομικές δυνάμεις και δη διμοιρίες των ΜΑΤ, περί ώρα 19:30 μμ περίπου της ανωτέρω ημέρας, επιτέθηκε αναίτια ξεπεταγόμενος μέσα από τις διμοιρίες των ΜΑΤ και κτύπησε με σφοδρότητα τον Α.

Χ. του Κ., γρονθοκοπώντας τον επανειλημμένα στο κεφάλι, στον αυχένα και στο θώρακα και (β) εντός αστυνομικού οχήματος που τον μετέφερε στο οικείο αστυνομικό τμήμα επιτέθηκε εναντίον του ίδιου ως άνω παθόντα (Α. Χ. του Κ.) και κτύπησε αυτόν βιαίως με γροθιές στο κεφάλι και στο στήθος με αποτέλεσμα να του προξενήσει με όλα τα ανωτέρω κτυπήματα κρανιοεγκεφαλική κάκωση, μυϊκό σπασμό στην περιοχή της Α.Μ.Σ.Σ.

επί της οποίας ετέθη μαλακό κολάρο και κάκωση στο κάτω τριτημόριο του στέρνου με ευαισθησία κατά τη ψηλάφηση στη θέση αυτή". Με αυτές τις παραδοχές της απόφασης, σε συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, το Δικαστήριο που δίκασε εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 12, 14, 15, 16,17, 18, 26 παρ.1α, 27, 51, 53, 57, 61, 79 και 308 παρ.1α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Οι λοιπές αιτιάσεις που βάλλουν: α)κατά των παραδοχών της απόφασης ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε απρόκλιτα και αναίτια β)ότι δεν κατάφερε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα γρονθοκοπήματα και γ)ότι υπήρχε διαφορετική σωματική διάπλαση, είναι αιτιάσεις που με την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως που ερείδεται στο αρθρ.510 παρ.1 Δ'ΚΠΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Β)Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαιώματα του ως προς το περιεχόμενο του.

Αν η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια και τούτο ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 141 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την ανάγνωση του υπ'αριθμ.15 εγγράφου (6ο φύλλο της απόφασης), όπου αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε "φάκελος με 28 δημοσιεύματα τύπου" ώστε δεν προκύπτει με σαφήνεια ποία ακριβώς έλαβε υπόψιν του το Δικαστήριο.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντα κρίση του και στο με αρίθμηση 15 στη σελίδα 11 της απόφασης, φάκελο με 28 δημοσιεύματα τύπου. Τα έγγραφα όμως αυτά είναι τα μοναδικά έγγραφα με τα στοιχεία αυτά και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την ανάγνωσή τους στην επ'ακροατηρίου διαδικασία, για την οποία ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ή τους συνηγόρους του δεν επήλθε παράβαση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντα αφού υπάρχει πλήρης ταυτότητα των 28 εγγράφων.

Άλλωστε όπως προκύπτει αναγνώσθηκε η πρωτόδικη απόφαση όπου και πάλι είχαν αναγνωσθεί τα ανωτέρω έγγραφα, ώστε το περιεχόμενο τους είχε ήδη καταστεί γνωστό και είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με αυτά, τόσο ο κατηγορούμενος όσο και οι δικηγόροι του, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ που πλήττει την απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τ'ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται με επάρκεια κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Γ)Από το άρθρο 357 παρ.3 του ΚΠΔ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος και οι άλλοι διάδικοι, όπως και οι συνήγοροι τους, έχουν δικαίωμα να απευθύνουν απευθείας στον μάρτυρα κ.λ.π. ερωτήσεις χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας, σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 333 παρ.2, 335 παρ.2 και 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν ο διευθύνων τη συζήτηση πολυμελούς δικαστηρίου δεν δώσει τον λόγο στον συνήγορο του κατηγορουμένου, για να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες κ.λ.π., ή αν απαγορεύσει σ' αυτόν περαιτέρω ερωτήσεις, ως άσκοπες, άσχετες και γενικώς μη χρήσιμες για την ανακάλυψη της αλήθειας, δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακρόασης, παρά μόνον αν έγινε αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο για την άσκηση του ως άνω δικαιώματος και τούτο παρέλειψε να αποφανθεί επί της προσφυγής, ή παρά τον νόμο την απέρριψε.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 141 παρ. 1 ΚΠΔ, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, ....τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων ..., τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.

Όποιος διευθύνει τη συζήτηση φροντίζει να καταχωρίζονται στα πρακτικά κατά λέξη εκείνα τα μέρη των μαρτυριών ή των δηλώσεων που κρίνει ουσιώδη για τους σκοπούς της απόδειξης... Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώριση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στον νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους, που αναπτύχθηκαν προφορικά.

Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, η οποία εκδίδεται μετά από προσφυγή κατά της άρνησης του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται κατά της οριστικής απόφασης και μόνο μαζί με αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση περί απόλυτης ακυρότητας διότι κατά την εξέταση της μάρτυρος Α. Γ. και κατά το στάδιο υποβολής ερωτήσεων από τον συνήγορο του κατηγορουμένου, ο διευθύνων τη συζήτηση πρόεδρος του δικαστηρίου, αφαίρεσε το λόγο από αυτόν, λέγοντας ότι η έδρα καλύφθηκε από την απάντηση χωρίς να υποβληθεί η ερώτηση, με συνέπεια να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β'ΚΠΔ, λόγω αναιρέσεως για έλλειψη ακρόασης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης στη σελίδα 8 αυτής προκύπτει ότι κατά την εξέταση της μάρτυρος Α. Γ. ο συνήγορος του κατηγορουμένου Παύλος Σαράτης ζήτησε να καταγραφεί στα πρακτικά ότι "του αφαιρέθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο της έδρας, ο οποίος είπε ότι η έδρα καλύφθηκε από την απάντηση χωρίς να υποβληθεί ερώτηση". Όμως από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω συνήγορος υπέβαλε συγκεκριμένο αίτημα υποβολής ερώτησης στην μάρτυρα, το οποίο απορρίφθηκε από τον διευθύνοντα. Τη συζήτηση ούτε ότι ασκήθηκε αμέσως προσφυγή στο δικαστήριο, όπως έπρεπε να υποβάλει αίτημα ο συνήγορος υπεράσπισης. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι υποβλήθηκε αντιθέτως στο φύλλο 12 αναγράφεται ότι ο πρόεδρος έδινε το λόγο στους συνηγόρους των διαδίκων για να υποβάλουν ερωτήσεις προς τους μάρτυρες, οι ανωτέρω δε ρωτούσαν και αυτοί (μάρτυρες) απαντούσαν σχετικά με τις ερωτήσεις, όπως αναφέρεται ειδικότερα στις καταθέσεις τους. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εκ της συμπεριφοράς του προέδρου του δικαστηρίου επήλθε παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, λόγω έλλειψης ακρόασης και εντεύθεν πρόκλησης απόλυτης ακυρότητας είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Δ)Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠοινΔ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι'αυτό κατά νόμο ....περίπτωση υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο επί εγκλήματος που διώκεται κατ'έγκληση προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, παρά την έλλειψη, νόμιμα υποβληθείσης έγκλησης.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου προκαλείται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Η ακυρότητα, όμως αυτή, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α ΚΠΔ, επέρχεται μόνον όταν συντρέχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής, και όχι όταν συντρέχουν άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 64 παρ. 2 ΚΠΔ, με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 89 παρ. 1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, όποιος νομιμοποιείται, κατά το άρθρο 63 ΚΠΔ, σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα από αξιόποινη πράξη δημοσίου υπαλλήλου, που τελέστηκε κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, έχει δικαίωμα να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την προδικασία και στο ακροατήριο μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου υπαλλήλου, αφού ο τελευταίος δεν έχει κατά τον νόμο προσωπική αστική ευθύνη για τη ζημία, που προκάλεσε η πράξη του στον παθόντα.

Ως ζημία νοείται κατά άρθρα 299, 914, 928, 932 ΑΚ τόσο η περιουσιακή ζημία όσο και η ηθική βλάβη και δεν είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται αν η παράσταση γίνεται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας, αφού ο παθών - πολιτικώς ενάγων δεν έχει τέτοιες αξιώσεις έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου (Ολ.ΑΠ 3/2009).

Ωστόσο, αν το δικαστήριο επιδικάσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στον πολιτικώς ενάγοντα, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του και η απόφαση του είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ. Η παραδοχή, όμως, του λόγου αυτού δεν συνεπάγεται ολική αναίρεση της απόφασης, αλλά μόνο απάλειψη της σχετικής επιδικαστικής διάταξης, αφού ο πολιτικώς ενάγων μετείχε νόμιμα στην δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου για την υποστήριξη της κατηγορίας.

Απαιτείται, πάντως, να είχε προβληθεί από τον κατηγορούμενο αντίρρηση κατά της παράστασης πολιτικής αγωγής ή να είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η μη νομιμότητα της παράστασης, επειδή διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει και να λάβει υπόψη στοιχεία που δεν προκύπτουν από τη διαδικασία (Ολ.ΑΠ 1282/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτά για την έρευνα της βασιμότητας του τρίτου λόγου αναιρέσεως επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τ'ακόλουθα: Ασκήθηκε αρχικά ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντα για το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, το δικαστήριο δε κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης, έγκλημα το οποίο διώκεται απολύτως κατ'έγκληση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 315 παρ.1α ΠΚ.

Όπως, όμως, προκύπτει από την από 5-3-2009 μήνυση του παθόντα Α. Χ. αυτός με σαφήνεια δηλώνει ότι "ζητά την ποινική δίωξη" αρχικά των αγνώστων δραστών, οι οποίοι στις 2-3-2009 του επιτέθηκαν και του προκάλεσαν τις εκεί περιγραφόμενες σωματικές βλάβες. Επίσης κατέθεσε και το με ΣΕΙΡΑ 37.31097 σχετικό παράβολο, ενώ στη συνέχεια όταν έγιναν γνωστά τα στοιχεία του κατηγορουμένου, στην από 8-10-2010 συμπληρωματική κατάθεσή του, προσδιόρισε τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητάς του.

Εν συνεχεία και κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την συνεδρίαση της 20-9-2013, όπως προκύπτει από την 7634/2013 απόφαση του Μον.Πλημ/κείου Πατρών δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, επαναλαμβάνοντας την δήλωση που είχε υποβληθεί κατά τη δικάσιμο της 11-2-2013 και ζήτησε το ποσό των 15 ερώ, με επιφύλαξη.

Τη δήλωση αυτή επανέλαβε κατά την εκδίκαση της προσβαλλόμενης απόφασης ζητώντας να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να του καταβάλει το ποσό των δεκαπέντε (15) ευρώ με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος όμως ήτο εν ενεργεία αστυνομικός και ενήργησε μέσα στα όρια της άσκησης της ανατεθειμένης σ'αυτόν δημόσιας εξουσίας γεγονός που είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου δηλ.

η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως δημοσίου υπαλλήλου (αστυνομικού). Επομένως αυτός δεν ευθύνετο για την αποκατάσταση της ζημίας ή για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία οφειλή το Δημόσιο, δυναμένου μόνο του πολιτικώς ενάγοντος να παρασταθεί προς υποστήριξη της κατηγορίας. Με το να επιδικάσει δε το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ποσό 15 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου, υπέπεσε σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του και η απόφαση του είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 511 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ.

Η παραδοχή όμως του λόγου αυτού δεν συνεπάγεται ολική αναίρεση, αλλά μόνο απάλειψη της σχετικής επιδικαστικής διάταξης, του θέματος αυτού ερευνωμένων αυτεπαγγέλτως κατ'αρθρον 511 ΚΠΔ, όπως στο διατακτικό. Οι δύο άλλοι επιμέρους λόγοι του 3ου αναιρετικού λόγου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ε) Η απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντ και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, τις οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αυτές που η έκδοση τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής.

Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησης τους της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξη τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης τους, άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση απάντησης και μάλιστα αιτιολογημένης.

Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου (άρ. 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ), πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου.

Περαιτέρω, στην περίπτωση της εκ μέρους του υπαιτίου καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ), πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν μετά την πράξη και δεν αρκεί η αρνητική (παθητική μη κατάσταση) αναφορά ότι ο κατηγορούμενος δεν τέλεσε άλλες αξιόποινες πράξεις ούτε ότι εργάζεται, αναγκαίως άλλωστε προς βιοπορισμό, αλλά κυρίως η θετική αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η καλή συμπεριφορά, δηλωτικών αρμονικής συμβιώσεως του δράστη μετά την πράξη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 5ο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως αιτιάται ο αναιρεσείων για την απόρριψη του αιτήματος αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατ'αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της συνεδρίασης προκύπτει ότι οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου αφού έλαβαν το λόγο από τον πρόεδρο ζήτησαν να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του κατηγορουμένου "η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου καθώς και η ελαφρυντική περίσταση της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρα 84 παρ.2 περ.α και ε ΠΚ) αναπτύσσοντας τον κάτωθι ισχυρισμό:

Ο εκκαλών κατηγορούμενος πέραν του λευκού ποινικού μητρώου, επί δύο (2) δεκαετίες υπηρετεί τον νόμο και την τάξη, έχει τιμηθεί πολλάκις, είναι σε καθεστώς ελευθερίας, δεν έχει πειθαρχικό αδίκημα από το 2009 έως σήμερα και είναι πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών". Το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού δεν υποβλήθηκε εγγράφως και με προφορική ανάπτυξη κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης του και κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση σχετικής απαιτήσεως.

Παρά ταύτα όμως το Δικαστήριο περιέλαβε την κάτωθι αιτιολογία: "Δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που διέπραξε την ως άνω αξιόποινη πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ασκώντας τα καθήκοντα του ως αστυνομικός καθώς το γεγονός ότι αυτός κατέχει λευκό ποινικό μητρώο και ότι ασκεί επί μακρόν τα καθήκοντα του ως αστυνομικός υπηρετώντας το νόμο και την τάξη δεν είναι αρκετά για να θεμελιώσουν την προηγούμενη της πράξης του έντιμη διαβίωση του δοθέντος ότι δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός έχει τιμηθεί πολλές φορές για την καλή παρουσία του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Δεν συντρέχει επομένως περίπτωση καταφάσεως στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ. Για τους ίδιους λόγους δεν ασκεί επιρροή το ότι δεν έχει υποπέσει σε πειθαρχικό αδίκημα από το 2009 έως σήμερα και ότι τυγχάνει πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών αφού τούτα δεν μπορούν να προσδώσουν σε αυτόν άνευ άλλου ότι η κοινωνική του παρουσία δεν έχει αρνητική εικόνα καθώς δεν εισφέρθηκε κάποιο αποδεικτικό μέσον, από το οποίο να εξάγεται τέτοιο θετικό για αυτόν συμπέρασμα περί της παραδοχής ότι επέδειξε καλή συμπεριφορά σε τέτοιο βαθμό ιδίως απέναντι στον άνω.

παθόντα ώστε να συντρέξει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε ΠΚ. Εξάλλου, δεν εκτίθενται ούτε προκύπτουν περιστατικά θετικής συμπεριφοράς στην κοινωνία, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν η μη πειθαρχική παραβατικότητά του μετά την τέλεση της πράξης και η ύπαρξη καλής οικογενείας με τρία παιδιά, εκ των οποίων η τελευταία εντάσσεται στις συνήθεις δραστηριότητες του μέσου κοινωνικού ατόμου.

Κατόπιν αυτών ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μειώσεως της επιβληθείσας σε βάρος του ποινής λόγω συνδρομής των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων κατ'αμφότερα τα σκέλη του για τους λόγους που προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος." Με αυτές τις παραδοχές του το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα, περιέλαβε δε σε κάθε περίπτωση την προσήκουσα κατά τούτο ειδική αιτιολογία καθόσον με σαφήνεια εκτίθεται ότι από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας δεν προέκυψε η συνδρομή περιστατικών δηλωτικών του ότι ο αναιρεσείων έζησε μέχρι την τέλεση της πράξης για την οποία καταδικάστηκε έντιμη, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ούτε ανέφερε δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του μετά την πράξη του, δηλαδή ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση αυτής, ούτε αποτελεί στοιχείο το ότι αυτός "έχει τιμηθεί πολλάκις και δεν έχει πειθαρχικό αδίκημα από το 2009 και είναι πατέρας τριών ανηλίκων παιδιών" που μπορεί να αξιολογηθεί θετικά για την κατάφαση της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, όσα δε περί του αντιθέτου διατείνεται ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα και πρέπει ν'απορριφθούν.

Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και απαλειφθεί η διάταξη που επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των δεκαπέντε (15) ευρώ (με επιφύλαξη) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, χωρίς να συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης για νέα εκδίκαση (αριθ.519 ΚΠΔ), να απορριφθεί δε η αίτηση αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε μέρος των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, αφού η απόρριψη της αίτησης αναίρεσης είναι μερική και όχι ολική (αρθ.583 παρ.1 ΚΠΔ) χωρίς επιδίκαση εξόδων του πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος δεν παρέστη κατά την παρούσα διαδικασία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την από 9-3-2016 αίτηση - δήλωση του κατηγορουμένου Ι. Π. του Β. για αναίρεσή της 3429/5-11-2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών μόνο ως προς τη διάταξη, που επιδικάζει το ποσό των δεκαπέντε (15) ευρώ υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος ως χρηματική ικανοποίηση για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.

Διατάσσει την απάλειψη της αμέσως παραπάνω καταψηφιστικής διάταξης από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς το υπόλοιπο μέρος της. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων τα οποία ορίζει στο ποσό των εκατό πενήντα (150) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2016.

Ο ANTΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ