1649/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1649/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εν λόγω μεταβίβαση είναι εικονική αφού έγινε μόνο κατ' επίφαση και δεν υπήρχε πρόθεση μεταβιβάσεως του ακινήτου, η ιδία δε και μετά την συντέλεσή της εξακολούθησε να κατέχει και να νέμεται το φερόμενο ως μεταβιβασθέν ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι και το χρόνο ασκήσεως της αγωγής.
Full text
Απόφαση 1649 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1649/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Σ. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Σαμαρτζή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Α. του Γ. και 2. Χ. συζ. Ι. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Παπουτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-5-2007 και 24-5-2006 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 712/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5307/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 15-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε , μεταξύ άλλων, στην ένδικη αγωγή της και τα εξής : Κατά το έτος 1991 αγόρασε από κοινού μετά του πρώτου των εναγομένων, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, μετά του οποίου, όπως και μετά της συνεναγομένης συζύγου του, ήδη δευτέρας αναιρεσιβλήτου, συνεδέετο μετά στενής φιλίας και πνευματικής συγγενείας (τους είχε στεφανώσει και είχε βαπτίσει ένα τέκνου των) , κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου έκαστος το περιγραφόμενο στην αγωγή αγροτεμάχιο, πρώην αμπελώνα, κείμενο στην θέση "Πικέρμι Πηγάδι" εκτός σχεδίου πόλεως και εντός ζώνης της πόλεως Πικερμίου Αττικής.
Την άνοιξη του έτους 1997, οι εναγόμενοι της ζήτησαν να προβεί σε εικονική προς αυτούς μεταβίβαση του ανήκοντος σ' αυτήν ποσοστού κυριότητος επί του εν λόγω ακινήτου, προκειμένου να εξασφαλίσουν μεγαλύτερο ποσό στεγαστικού δανείου και ως αντάλλαγμα οι ίδιοι να συμμετάσχουν οικονομικώς στην ανέγερση της επί του αυτού ακινήτου οικίας της.
Η σαφής περί εικονικότητος της μεταβιβάσεως δήλωσή των, οι ανωτέρω διαβεβαιώσεις και οι υποσχέσεις των περί επιλύσεως των όποιων οικονομικών διαφορών θα ανέκυπταν στο μέλλον, όταν η ιδία το επιθυμούσε, σε συνδυασμό και με την απόλυτη εμπιστοσύνη που τους περιέβαλλε, την ώθησαν στην επίμαχη μεταβίβαση του ποσοστού της (50%) επί του ως άνω ακινήτου, αμέσως μετά την πραγματοποίηση της οποίας, οι εναγόμενοι έλαβαν δάνειο ύψους 18.000.000 δραχμών από το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και άρχισαν την ανέγερση της δικής των οικίας, την οποία ολοκλήρωσαν ταχύτατα, ενώ στο δικό της κτίσμα ολοκληρώθηκε μόνο ο "φέρων οργανισμός".
Έτσι για την ολοκλήρωση της οικίας της και την διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, αναγκάσθηκε η ιδία να προβεί στις αναφερόμενες στην αγωγή δαπάνες ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 23.548,43 ευρώ. Κατά τα τελευταία έτη οι εναγόμενοι της υπόσχονταν ότι θα την άφηναν να κατοικήσει εφ' όρου ζωής της στην οικία της , με αντάλλαγμα να μην επιδιώξει την ακύρωση της ως είρηται εικονικής μεταβιβάσεως του ποσοστού της επί του κοινού οικοπέδου και μετά την προβληθείσα εκ μέρους της άρνηση άρχισαν παντοειδείς πιέσεις και απειλές να μην διεκδικήσει το ακίνητό της, το οποίο με δόλο και χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε τιμήματος την οδήγησαν να τους το μεταβιβάσει εικονικώς.
Η εν λόγω μεταβίβαση είναι εικονική αφού έγινε μόνο κατ' επίφαση και δεν υπήρχε πρόθεση μεταβιβάσεως του ακινήτου, η ιδία δε και μετά την συντέλεσή της εξακολούθησε να κατέχει και να νέμεται το φερόμενο ως μεταβιβασθέν ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι και το χρόνο ασκήσεως της αγωγής.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα εζήτησε να αναγνωριστεί άκυρη, ως εικονική, η πώληση και η μεταβίβαση της κυριότητος του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, άλλως δε και επικουρικώς, και κατά μετατροπήν του καταψηφιστικού αρχικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλλουν το συνολικό ποσό των 126.263,03 ευρώ (εκ των οποίων 102.714,60 € η αξία του εικονικώς μεταβιβασθέντος ακινήτου, 15.975,75 € οι δαπάνες της για τις εργασίες ανοικοδομήσεως και 7.572,68 € οι δαπάνες της για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου) , λόγω της αδικοπραξία που ετέλεσαν σε βάρος της με την καταδολίευση των συμφερόντων της με την μη επιστροφή του ακινήτου της, το οποίο με απάτη της αφαίρεσαν, άλλως δε και επικουρικότερον να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή των εναγομένων να της καταβάλουν το ίδιο ως άνω χρηματικό ποσό σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού με την προεκτεθείσα δολία και απατηλή συμπεριφορά των κατέστησαν υπαιτίως και παρανόμως κύριοι του επιδίκου, και κατέστησαν κατά την αξία του και τα λοιπά ως άνω δαπανηθέντα ποσά πλουσιώτεροι εις βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία.
Εξάλλου, οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, αντίθετη, αγωγή των κατά της ήδη αναιρεσειούσης, αφού ανεφέρθησαν επίσης στην κατά το έτος 1991 αγορά του επιδίκου οικοπέδου από τον πρώτο εξ αυτών και την εναγομένη κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος και στην κατά τα έτος 1993 έκδοση οικοδομικής αδείας για ανέγερση επ' αυτού οικιών παρ' αμφοτέρων των συνιδιοκτητών, οι οποίοι δι' ατύπου κληρώσεως καθόρισαν το τμήμα του κοινού οικοπέδου, επί του οποίου έκαστος εξ αυτών θα ανήγειρε την οικία του, ακολούθως εξέθεσαν και τα εξής:
Την άνοιξη του έτους 1997, ενώ ο πρώτος (των εναγόντων) είχε ήδη ολοκληρώσει την κατασκευή της δικής του οικοδομής και διαπραγματευόταν την αγορά ομόρου ακινήτου, η εναγόμενη, ευρισκόμενη σε οικονομική αδυναμία να ανεγείρει την οικοδομή της, τους πρότεινε να τους μεταβιβάσει το μερίδιό της επί του κοινού αυτών οικοπέδου, αντί τιμήματος 5.000.000 δραχμών, διότι δεν διέθετε χρήματα για την ανέγερση της οικοδομής της και επέκειτο η λήξη της ισχύος της εκδοθείσης οικοδομικής αδείας.
Οι ίδιοι εδέχθησαν την πρότασή των και έτσι πραγματοποιήθηκε η επίδικη αγοραπωλησία, η οποία είναι έγκυρη και όχι εικονική, αφού ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση των συμβαλλομένων, ενώ το καταβληθέν μικρότερο σε σχέση με την εκτίμηση της Εφορίας τίμημα οφείλεται στο υφιστάμενο επ' αυτού κτίσμα, το οποίο είχε ανεγερθεί με δαπάνες του πρώτου εξ αυτών.
Μετά την συντελεσθείσα μεταβίβαση οι ίδιοι εδανειοδοτήθησαν με το ποσό των 18.000.000 δραχμών από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για την ολοκλήρωση της ημιτελούς ως άνω οικοδομής. Κατά το θέρος του έτους 1999, και ενώ η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο της αποπερατώσεως, η εναγομένη εζήτησε απ' αυτούς να της εκμισθώσουν την οικία , η κατασκευή της οποίας όμως δεν είχε ολοκληρωθεί και για το λόγο αυτό της πρότειναν να της παραχωρήσουν τη χρήση της εν λόγω οικίας για τέσσαρα έτη, δηλαδή για το διάστημα που θα διαρκούσαν, κατά τους υπολογισμούς των, οι οικοδομικές εργασίες.
Η εναγομένη δέχθηκε την πρότασή των αυτή και αντιπρότεινε αντί για μίσθωμα να αναλάβει η ιδία ως αντάλλαγμα για την προς αυτήν παραχώρηση της χρήσεως της οικίας την αγορά με δικά της χρήματα των ειδών υγιεινής και των πλακιδίων των και εσωτερικών θυρών, το βάψιμο των εσωτερικών τοίχων την αγορά τμήματος ντουλαπιών κουζίνας και τις εργασίες μονώσεως και στεγανοποιήσεως της ταράτσας.
Τελικώς η εναγομένη εκάλυψε μέρος μόνο των γενομένων δαπανών που δεν υπερέβαινε το ποσό των 6.000 ευρώ, ενώ οι ίδιοι κατέβαλαν το υπόλοιπο ποσό που δαπανήθηκε για τις εργασίες αυτές, οι οποίες ολοκληρώθηκαν κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004, οπότε, ληξάσης και της, κατά τα ανωτέρω, παραχωρήσεως της χρήσεως της οικίας προς αυτήν, της πρότειναν να της εκμισθώσουν την εν λόγω οικία και να προβούν στην κατάρτιση σχετικού μισθωτηρίου εγγράφου.
Η εναγομένη αρχικώς μεν εδήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να προβεί στη μίσθωση της οικίας εν συνεχεία όμως αρνήθηκε την απόδοσή της, προβάλλοντας ίδια επ' αυτής δικαιώματα και επικαλουμένη για πρώτη φορά εξαπάτησή της και εικονική μεταβίβαση του ποσοστού κυριότητός της, κατά τα ειδικότερα στην προηγηθείσα ως άνω αγωγή της εκτιθέμενα.
Εζήτησαν δ' ακολούθως οι ενάγοντες, με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής των, να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά το ήμισυ έκαστος του 50% του επιδίκου αγροτεμαχίου μετά των εντός αυτού οικιών, να υποχρεωθεί η εναγομένη, η οποία κατέχει παρανόμως την επίδικη οικία λόγω λήξεως της συμβάσεως μισθώσεως, άλλως δε της τοιαύτης χρησιδανείου να αποδώσει σ' αυτούς την εν λόγω οικία κατά τα ανήκοντα εις έκαστον ποσοστά εξ αδιαιρέτου, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σ' αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αδικοπραξία που ετέλεσε εις βάρος των, με τους ψευδείς συκοφαντικούς ισχυρισμούς της στην αγωγή και σε προηγηθείσα επιστολή της στην Κοινότητα Πικερμίου, το χρηματικό ποσό των 45.000 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών και των 9.000 ευρώ στην δευτέρα νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως, να υποχρεωθεί να τους καταβάλει εκ των ως άνω ποσών 5.000 και 1.000 ευρώ αντιστοίχως και να υποχρεωθεί επί πλέον η εναγομένη να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 22.327,5 (στον πρώτο) και των 7.442,5 ευρώ (στη δευτέρα), νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως, ως αποζημίωση λόγω καθυστερημένης αποδόσεως της χρήσεως της οικίας μετά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως, άλλως δε της τοιαύτης χρησιδανείου και λόγω φθορών που προεκάλεσε στην επίδικο οικία.
Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθησαν, εξεδόθη η πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκρινε αυτές νόμιμες και ακολούθως απέρριψε την πρώτη εξ αυτών κατά την περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος της γενομένης μεταβιβάσεως του επιδίκου ακινήτου, λόγω εικονικότητος κυρία βάση και κατά την περί αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας πρώτη επικουρική της βάση, δέχθηκε δε εν μέρει αυτήν κατά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού δευτέρα επικουρική της βάση, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 69.721,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως, ενώ την δευτέρα αγωγή την δέχθηκε εν μέρει κατά το περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητος των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου κύριο αίτημά της και την απέρριψε κατά τα λοιπά αιτήματά της.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως, ασκήθηκαν εφέσεις παρ' αμφοτέρων των διαδίκων μερών, και επ' αυτών εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε εξολοκλήρου την έφεση της ήδη αναιρεσειούσης, απέρριψε επίσης την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που αφορούσε την απόρριψη της αγωγής των και την δέχθηκε κατά το μέρος που αφορούσε την παραδοχήν της εναντίον των αγωγής της αντιδίκου των, την οποίαν, μετ' εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε ως μη νόμιμη κατά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική της βάση.
Η απόφαση αυτή πλήττεται ήδη από την αναιρεσείουσα με την κρινομένη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π.1756/2011). Εξάλλου , από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται (κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο) η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να καθορίζεται ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005, Α.Π. 469/2013, 1095/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., για την θεμελίωση της οποίας εκτίθενται κατ' ακριβή εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφορά των τα εξής: " Το δικάσαν δικαστήριο προφανώς εφάρμοσε λανθασμένα τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904), κατά τις οποίες βεβαίως η έγερση σχετικής απαιτήσεως είναι επικουρική διότι:
α. Λαμβάνεται ως δεδομένο (ενώ ήταν θέμα ερεύνης), ότι η μεταξύ εμού και των αντιδίκων είναι έγκυρη, οπότε θα ήταν εσφαλμένη η θεμελίωση αποζημιώσεως βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού. β. Δεν ισχυρίστηκα ότι η ένδικη σύμβαση ήταν εικονική επειδή δεν μου καταβλήθηκε το αντίστοιχο τίμημα, αλλά η αναφορά στη μη καταβολή αυτού, οδηγεί ακριβώς στη θεμελίωση της απαιτήσεως μου αυτής ως αποζημιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού (ανυπαρξία αιτίας πλουτισμού).
Ο ισχυρισμός μου αυτός αποδείχθηκε ικανά τόσο με στοιχεία έγγραφα όσο και με μαρτυρικές βεβαιώσεις και καταθέσεις. Η εικονικότητα δε αυτή εν τοις πράγμασι ομολογείται από τους αντιδίκους, όταν αυτοί ισχυρίζονται ότι για το συγκεκριμένο ακίνητο κατέβαλαν το ποσό των (τότε) 5 εκατομμυρίων δραχμών καθώς και η συνέχιση εκτέλεσης εκ μέρους μου οικοδομικών εργασιών στην υπό έγερση οικοδομή".
Υπό το ως άνω περιεχόμενό του ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως , καθόσον δεν προσδιορίζεται η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση και δεν μνημονεύονται παντάπασι οι παραδοχές της εν λόγω αποφάσεως, υπό τις οποίες, συνετελέσθη, κατά την αναιρεσείουσα, η αποδιδομένη σ' αυτήν παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (άρθρο 904 Α.Κ.).
Επομένως ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, τυγχάνει αόριστος και, εντεύθεν, απαράδεκτος.
Εξάλλου στον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αναφέρονται κατά λέξιν τα εξής: "Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται αβασάνιστα (ενώ κάτι τέτοιο δεν έχουν ισχυρισθεί ούτε οι αντίδικοι ούτε βέβαια εγώ), ότι δήθεν υφίστατο μεταξύ μας σύμβαση χρησιδανείου αορίστου διαρκείας και άνευ ανταλλάγματος και ότι δήθεν εγώ προέβην σε όλες τις ουσιώδεις και πολυδάπανες εργασίες κατασκευής και ολοκληρώσεως της επίδικης οικίας εις ένδειξη προφανώς ευγνωμοσύνης.
Τούτο όμως δεν ισχύει, διότι αφ' ενός εγώ ισχυριζόμουν πάντοτε ότι ως αληθής ιδιοκτήτρια της οικίας προέβην σε αυτές, ενώ οι αντίδικοι ότι η εκτέλεση των εργασιών αυτών αποτελούσε πληρωμή εκ μέρους μου δίκην μισθώματος, το οποίο ας σημειωθεί, ποτέ δεν αναφέρεται το ύψος του, όπως επίσης ούτε αναφέρεται και η διάρκεια της δήθεν μεταξύ μας συμβάσεως.
Η παραδοχή αυτή αποτελεί σημαντικότατο σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να δικαιολογηθεί το λίαν παράλογο συμπέρασμα ότι εγώ, γνωρίζοντας ότι είχα μεταβιβάσει άπαξ και δια παντός το σπίτι μου δυνάμει του άνω αναφερθέντος συμβολαίου, συνέχιζα να εκτελώ εργασίες που βεβαίως μόνο σε ιδιοκτήτη προσιδιάζουν (πλακάκια, είδη υγιεινής κλπ)".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προβάλλεται αβασίμως, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ότι δηλαδή το Εφετείο εδέχθη μη προταθέντα ισχυρισμό περί συμβάσεως χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων ως προς την επίδικη οικία, ενώ από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν επικουρικώς επικαλεσθεί με την αγωγή τους τον εν λόγω ισχυρισμό.
Η παραδοχή δε από το Εφετείο του συγκεκριμένου ισχυρισμού είχε επωφελές για την αναιρεσείουσα έννομο αποτέλεσμα, αφού ήγαγε σε απόρριψη του εναντίον της αγωγικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων περί καταβολής μισθωμάτων και αποζημιώσεως λόγω απωλείας τοιούτων. 'Αλλωστε και η προβολή του, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο αυτού, αποσκοπεί κατ' ουσίαν στην επίρρωση της περί εικονικότητος της επιδίκου μεταβιβάσεως κυρίας βάσεως της αγωγής της αναιρεσειούσης και συνακολούθως στην αμφισβήτηση του αντιθέτου αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται εκ της αιτίας ταύτης απαράδεκτος, περιέχων αιτιάσεις αναγομένας στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, μόνον αν το δικαστήριο προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος και όχι όταν κρίνει περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 87/2013, 1271/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται την προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, συνισταμένη κατ' ακριβή εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφορά της στο ότι "Η προσβαλλόμενη απόφαση δίχως ουσιαστικά καμία αιτιολογία απορρίπτει τελείως την μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα μου Χ.
Μέγα, χαρακτηρίζοντας την "ως αντιφατική και μη πειστική", ενώ έδει να την εξετάσει εμπεριστατωμένα, αφού αποτελούσε σημαντικότατο μέσο αποδείξεως των δικών μου ισχυρισμών". Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, διότι, όπως σαφώς προκύπτει εκ του περιεχομένου του, η αναιρετική αιτίαση που προσάπτεται δι' αυτού στην προσβαλλομένη απόφαση αφορά στον τρόπο εκτιμήσεως της εν λόγω καταθέσεως από το Εφετείο και στην αποδεικτική βαρύτητα που της προσέδωσε , πράγμα που δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2013 αίτηση της Χ. Σ. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ.5307/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ