1649/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1649/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1§3 της ΚΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ' όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση που είναι για το δώρο Πάσχα από 1η Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου μέχρι 30 Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Full text
Απόφαση 1649 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1649/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραβίδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Βιομηχανία Ολοκληρωμένων Συστημάτων Αεροναυπηγικής ΑΕ" (ΒΟΣΑ ΑΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-10-2005, 5-12-2005 και 17-1-2006 αντίθετες αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-12-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, διάβασε την από 1-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασης του δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2005, ΑΠ 1509/2010). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 31/2011). Εξάλλου: (Α) Κατά το άρθρο 655 του Α.Κ. στην σύμβαση εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά.
Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως την λήξη. Μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή την σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.
Άρα, μισθό με την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχόλησης του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχομένης εργασίας του μισθωτού.
Επομένως, για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του Α.Κ. κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341§1 του Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ. α του Α.Κ. Ανεξάρτητα, όμως, από το άρθ. 655 του Α.Κ., για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας τάσσεται από το νόμο (αρθρ. 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, 4§1 του α.ν. 539/1945, του ν. 4504/1961 και 1§3 του ν.δ. 4547/1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο του οικείου έτους, αντίστοιχα), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες, σε περίπτωση δε λύσης της σχέσης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο, πριν ο μισθωτός λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται ο μισθωτός αυτός δικαιούται να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα άδειας κατά τον χρόνο λύσης της σχέσης εργασίας, που αποτελεί δήλη ημέρα πληρωμής, από την οποία και οφείλεται τόκος υπερημερίας (άρθρο 341, 345 ΑΚ - ΑΠ 796/2011).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1§3 της ΚΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ' όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση που είναι για το δώρο Πάσχα από 1η Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου μέχρι 30 Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Εάν, όμως, η εργασιακή σχέση διήρκεσε μικρότερο χρονικό διάστημα, μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν, τότε καταβάλλεται ως δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/5 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχέσεως και ως δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/5 του μισού μηνιαίου μισθού ή ένα (1) ημερομίσθιο, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 8ήμερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως.
Για κάθε χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ημέρου ή του 8ημέρου αντίστοιχα δικαιούνται ανάλογο κλάσμα. (Β) Από τα αρθρ. 669§2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη που καθιστά αναγκαία την μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία, αφού, εν όψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθ. 281 Α.Κ.
Αντίθετα, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφο του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης (Γ) Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας που αποτελεί ένα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια αγαθά είναι, εκτός των άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν. Από τις διατάξεις αυτές (των άρθρων 57 και 59 ΑΚ), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, προκύπτει, ότι επί προσβολής της προσωπικότητας η αξίωση ικανοποίησης για την ηθική βλάβη προϋποθέτει προσβολή των παραπάνω δικαιωμάτων, παράνομη και υπαίτια.
Περαιτέρω και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ' αυτό άϋλων αγαθών.
Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (που υπέστη από την προσβολή) που μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται, ότι, προς θεμελίωση αξίωσης προς προστασία της προσωπικότητας νομικού προσώπου, απαιτείται πράξη που επάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια των ανωτέρω εκφάνσεών της και που είναι παράνομη.
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν υπάρχει διάταξη η οποία απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη που προσβάλλει κάποια έκφανση της προσωπικότητας και είναι αδιάφορο αν η απαγόρευση βρίσκεται στο αστικό ή ποινικό δίκαιο ή σε άλλους κανόνες δημοσίου δικαίου ή και ειδικούς νόμους. Ακόμη, από τα άρθρα 298, 299 και 932 του ΑΚ προκύπτει, ότι τα νομικά πρόσωπα δικαιούνται να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αν υπέστησαν προσβολή που αναφέρεται στην πίστη, στην υπόληψη, στο μέλλον και γενικά στα αναγνωριζόμενα σε αυτά αγαθά από αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ.
Κατά την έννοια του άρθρου τούτου, προς θεμελίωση ευθύνης από αδικοπραξία απαιτείται, εκτός των άλλων, να προξενηθεί σε άλλον ζημία από υπαίτια ενέργεια ή παράλειψη του δράστη και η ζημία να είναι παράνομη. Παράνομη είναι η ζημία, όταν με την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη προσβάλλεται δικαίωμα εκείνου που υπέστη την βλάβη το οποίο προστατεύεται από το νόμο ή και συμφέρον αυτού.
Τέλος, κατά το άρθρο 364§1 ΠΚ, όποιος ισχυρίζεται με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για ανώνυμη εταιρεία ορισμένο γεγονός που είναι σχετικό με τις επιχειρήσεις, την οικονομική κατάσταση ή γενικά τις εργασίες της ή με τα πρόσωπα που την διοικούν ή την διευθύνουν και που μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία και γενικά στις επιχειρήσεις της, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.
Κατά την§3 του ίδιου άρθρου αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Λάρισας κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση έφεσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος, επί αγωγών αυτού κατά της αναιρεσίβλητης με αντικείμενο αξιώσεις από άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, άλλως για την καταβολή αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης, καθώς και για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη και επί αγωγής της αναιρεσίβλητης εταιρείας κατ' αυτού για χρηματική ικανοποίηση αυτής κ.λπ., με την προσβαλλομένη 197/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ) δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ), ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων την 1η Φεβρουαρίου 1998 η εναγομένη - ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "Βιομηχανία Ολοκληρωμένων Συστημάτων Αεροναυπηγικής ΑΕ" (ΒΟΣΑ ΑΕ), που εδρεύει στην ..., προσέλαβε τον ενάγοντα - εναγόμενο και τώρα αναιρεσείοντα προκειμένου να εργασθεί στην επιχείρησή της ως εφαρμοστής, με τις εκάστοτε προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ του κλάδου και της ειδικότητας του αποδοχές (ημερομίσθιο), οι οποίες κατά το έτος 2005 ανήλθαν στο ποσό των 44 € ημερησίως, ο ανωτέρω δε απασχολήθηκε στην εταιρεία με την προαναφερομένη ειδικότητα μέχρι την 20-10-2005, όταν η εναγομένη με καταγγελία της έλυσε την μεταξύ τους σύμβαση εγγράφως και συγκεκριμένα με την υπό την ίδια ημερομηνία εξώδικη επιστολή της προς αυτόν που του επιδόθηκε την ίδια ημέρα, ότι αμέσως μετά η εργοδότρια εταιρεία κάλεσε εγγράφως την 26-10-2005 και την 31-10-2005 τον εργαζόμενο να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, πλην όμως αυτός δεν προσήλθε στο λογιστήριο της επιχείρησης, μετά δε την άρνηση του εργαζομένου η εργοδότρια την 4-11-2005 κατέθεσε στο Τ.Π. & Δ.
το ποσό των 1652,2 €, καλώντας παράλληλα αυτόν να το παραλάβει, και ως εκ τούτου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν έγκυρη, εφόσον τηρήθηκε η προβλεπομένη κατά το νόμο διαδικασία γι' αυτήν, ότι στην καταγγελία αυτή προέβη η εργοδότρια επειδή ο εργαζόμενος κατά το τελευταίο έτος της σύμβασης του (2005) εκτελούσε τα καθήκοντα του αμελώς, με συνεχείς αδικαιολόγητες απουσίες - πέραν αυτών εξαιτίας του χρόνιου προβλήματος υγείας που τον απασχολεί - και άρνηση υπερωριακής απασχόλησης, ώστε να καλυφθούν επιτακτικές ανάγκες της εργοδότριας εταιρείας λόγω του χρόνου απουσίας του, ειδικότερα δε ο αναιρεσείων απουσίαζε πολλές ημέρες χωρίς άδεια της εργοδότριας και κατά την εκτέλεση της εργασίας του είχε χαμηλή απόδοση με πρόκληση σφαλμάτων, ενώ μετά από αυθαίρετη διακοπή της εργασίας του την 18-10-2005 και απουσία του την αμέσως επόμενη ημέρα, προσήλθε την 20-10-2005 στον χώρο της εργασίας του και κάθισε στην θέση του χωρίς να εργάζεται, αλλά πίνοντας καφέ, και δήλωσε ότι δεν παρέχει εργασία, ότι εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε με βεβαιότητα ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην απόλυση του αναιρεσείοντος εργαζομένου λόγω εμπάθειας και μίσους που έτρεφε κατ' αυτού, εξαιτίας διεκδίκησης απ' αυτόν των παρακρατηθεισών παρανόμως από τις αποδοχές του εισφορών υπέρ του Ταμείου Μετάλλου (ΤΑΜ) ποσοστού 4% αντί του νομίμου 1%, αφού η εργοδότρια ουδεμία απολύτως ωφέλεια είχε από την ως άνω επιπλέον παρακράτηση, δεδομένου ότι δεν εκαρπούτο η ίδια αυτήν, αλλ' απέδιδε στο πιο πάνω ταμείο, αμέσως δε μετά την διαπίστωση του λάθους ήλθε σε συνεννόηση με αυτό για την επιστροφή των χρημάτων στους εργαζομένους ή τον συμψηφισμό του σχετικού κονδυλίου με νέες παρακρατήσεις, ρύθμιση που κατανόησαν και αποδέχθηκαν οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι, ότι σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν είναι καταχρηστική, διότι οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν, με γνώμονα αποκλειστικά το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, την λήξη αυτής, οι οποίοι (λόγοι) συνίστανται στην προαναφερομένη πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου, στην ανεπαρκή απόδοση του, αλλά και στην εμφανή πλέον διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και της εταιρείας, λόγω και της πιο πάνω προκλητικής συμπεριφοράς του, ως εκ τούτου δε, εφόσον αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος είναι έγκυρη, καθόσον έγινε νομότυπα και δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να την καθιστούν καταχρηστική, επήλθε η λύση της μεταξύ τους εργασιακής τους σχέσης και η αναιρεσείουσα δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του, ούτε μείωσε με τον τρόπο αυτόν την προσωπικότητα του, ότι από την όλη συμπεριφορά αυτού και κυρίως από το σύνολο των αβάσιμων, κατά τ' ανωτέρω, ισχυρισμών του, σχετικών με τους περί εμπάθειας και μίσους της εργοδότριας, περί μη έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της, περί μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης σ' αυτόν, τους οποίους περιέλαβε στις κρινόμενες δύο αγωγές του και οι οποίοι έγιναν γνωστοί, μεταξύ άλλων, και στους εργαζομένους στο Σώμα Επιθεωρητών Ν.
Μαγνησίας, η εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία υπέστη ηθική βλάβη, διότι από τους δυσφημιστικούς αυτούς για την εμπορική φήμη και αξιοπιστία της ισχυρισμούς μειώθηκε το κύρος της ως εμπορικής εταιρείας, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος δε αυτής, λαμβανομένου υπόψη του είδους και της έκτασης της προσβολής και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών ανέρχεται στο ποσό των 300 €, όπως ορθά κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι σε σχέση με το αναλογούν δώρο Χριστουγέννων 2005 και ανεξάρτητ' από το άρθ. 655 ΑΚ, για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθ. 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, 4§1 α.ν. 539/1945, του ν. 4504/1961 και 1§3 ν.δ. 4547/19660) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η λήξη το αργότερο του οικείου έτους, αντίστοιχα), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να καθίστανται απαιτητά τα σχετικά κονδύλια και ότι συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί ο αντίθετος λόγος έφεσης, κατά τον οποίο θεωρείται καταβλητέο το σχετικό κονδύλιο κατά την λήξη της σύμβασης (20-10-2005), ότι λόγω της άρνησης του ενάγοντος εργαζομένου να παραλάβει από το χρόνο που αυτό κατέστη απαιτητό (31-12-2005) η εργοδότρια εναγομένη την 1-2-2006 παρακατέθεσε νόμιμα το ποσό αυτό στο Τ.Π. & Δ., ανερχόμενο σε 561,11 €, ορθά υπολογιζόμενο με ημερομίσθιο 44 € x 14,75 ημέρες εργασίας, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των πραγματικών ημερών εργασίας του ενάγοντος εργαζομένου καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1η Μαΐου ως και 20-10-2005, προστιθεμένων των προσαυξήσεων δώρων 27,04 € και αφαιρουμένων των κρατήσεων ύψους 114,93 € και ως εκ τούτου αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων ότι το αληθώς οφειλόμενο για την αιτία αυτή ανέρχεται σε 834,62 €, διότι ο ισχυρισμός αυτός σε κάθε περίπτωση έρχεται σε προφανή αντίφαση και με το ύψος του ποσού (793,16 €), το οποίο εισέπραξε αδιαμαρτύρητα για την ίδια αιτία το αμέσως προηγούμενο έτος (δώρο Χριστουγέννων 2004) εργαζόμενος καθόλο το αντίστοιχο έτος, υπολογιζόμενου και αυτού με ισόποσο ημερομίσθιο, με βάση δε τα γενόμενα δεκτά κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν οι αγωγές του αναιρεσείοντος και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την έφεση αυτού και του επέβαλε, ως ηττηθέντα διάδικο, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ.
Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα το Εφετείο: (1) Παραβίασεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων (α) 341, 345, 648, 649, 655 ΑΚ, 1 της 95 Διεθνούς σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, και 10 της ΥΑ 19040/1981, εφόσον δέχθηκε ότι τόκοι υπερημερίας επί του επιδόματος (δώρου) Χριστουγέννων 2005 οφείλονται από την λήξη του οικείου έτους (31-12-2005) και όχι, όπως έπρεπε, από την δήλη ημέρα της απόλυσης (20-10-2005) και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (β) 1§3 της ΥΑ 19040/1981, καθόσον στο χρονικό διάστημα από 1η Μαΐου έως και 20-1-2005 αντιστοιχούν 173 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης, με βάση τις οποίες, και όχι, όπως εσφαλμένα υπέλαβε το Εφετείο, με βάση τις ημέρες πραγματικής απασχόλησης, υπολογίζεται η αναλογία του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2005, και επομένως το επίδομα αυτό ανέρχεται σε 18,21 ημερομίσθια και όχι σε 14,75, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, δεχθείσα περαιτέρω ότι ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος έρχεται σε προφανή αντίφαση με το ύψος του ποσού που εισέπραξε αδιαμαρτύρητα για την ίδια αιτία το προηγούμενο έτος, καίτοι οποιαδήποτε παραίτηση από τις αξιώσεις αυτές είναι απόλυτα άκυρη (άρθ. 3, 174, 179, 679 ΑΚ, 5§1 α.ν. 539/1945, 8§4 ν.δ. 4020/1920), ως εκ τούτου δε κρίνονται βάσιμοι οι από την αυτή ως άνω διάταξη δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (2) Ουδόλως παραβίασεν ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 281, 914, 932 ΑΚ, 362, 364 ΠΚ, δεχθέν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ότι, με βάση τα γενόμενα ως άνω, κατά τρόπο αναιρετικά ανέλεγκτο, δεκτά πραγματικά περιστατικά καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν ήταν άκυρη ως καταχρηστική, και δη ως οφειλομένη σε μίσος και εμπάθεια της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπο του, αλλά οφείλονταν σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και ότι με τους σχετικούς ως άνω ισχυρισμούς του η αναιρεσίβλητη υπέστη ηθική βλάβη δικαιούμενη για τον λόγο αυτόν την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση, ενώ έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν τους σχετικούς λόγους της έφεσης του, και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ τέταρτος, πέμπτος (και από τον αριθ. 8 της ίδιας διάταξης), έκτος, έβδομος, όγδοος (και από τον αριθ. 8), ένατος (και από τους αριθ. 8 και 19), και δέκατος, κατά το σχετικό σκέλος του, οι αυτοί δε λόγοι, καθόσον με αυτούς προσάπτεται ότι το Εφετείο δέχθηκε τα παραπάνω, αν και αποδείχθηκαν τ' αντίθετα, και ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς πλήττεται ευθέως η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και η ουσία της υπόθεσης (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ).
Τέλος, εφόσον η έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε, ορθώς καταδικάσθηκε κατ' εφαρμογή των άρθ. 176, 178 ΚΠολΔ και 100 επ. ν.δ. 3026/1954 στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης της ενώπιον του Εφετείου διαδικασίας. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την έναρξη οφειλής τόκων υπερημερίας επί του ως άνω επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και του τρόπου υπολογισμού αυτού, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (κατ' ορθή έννοια του άρθ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παρ.
αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 12§4 ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 197/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια τετρακόσια (1.400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ