Legislator Case Law & Legislation
1649/2011 AI generated

1649/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1649/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1649/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1649 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1649/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Τσαντίνη, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 17.10.20011 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. του Κ. και 2. Φ. συζ. Α. Κ., το γένος Π. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13.1.1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/1997 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 680/1999 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Οκτωβρίου 2002 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς 1282 και 1284/29-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Δ. Κ., αντίγραφο της από 3-9-2010 αιτήσεως (κλήσεως) της αναιρεσείουσας, με τις υπ' αυτή έκθεση εγχειρίσεως δικογράφου και πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, ιδρύει λόγο αναιρέσεως, για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ) αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος Περαιτέρω, κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων των άρθρων 939 επ.

του ΑΚ, αυτός που ασκεί την από το άρθρο 939 ΑΚ αγωγή για διάρρηξη απαλλοτριωτικής πράξης του οφειλέτη του πρέπει να έχει αποκτήσει την ιδιότητα του δανειστή πριν από το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική πράξη. Εξάλλου, επί συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους θεωρείται δανειστής του άλλου ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού από της συνάψεως της συμβάσεως, το οποίο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δεδομένου ότι η δικαιοπαραγωγική αιτία της απαίτησης για το κατάλοιπο είναι η σύμβαση του αλληλοχρέου λογαριασμού, ενώ το κλείσιμο αυτού αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό του καταλοίπου, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, η οποία ορίζει, ότι καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει, ότι ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως, πράγμα που σημαίνει ότι το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης επί του καταλοίπου, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) αυτής.

Από αυτά παρέπεται αναγκαίως, ότι ο με σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού συμβαλλόμενος, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, προστατεύεται με την παυλιανή αγωγή για την απαίτησή του επί του τυχόν καταλοίπου, αρκεί μόνο μέχρι του χρόνου της απαλλοτρίωσης να έχει συναφθεί η δικαιοπαραγωγική της απαιτήσεως σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση, της παυλιανής αγωγής (βλ.

σχ.ΟλΑΠ 709/74). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του Ν.Δ. "περί ειδικών διατάξεων επί, ανωνύμων εταιριών" της 17.7/4-8.1923 "και της με αυτές έμμεσης αναφοράς στον αλληλόχρεο λογαριασμό ως νομικής σχέσης, που διέπεται από τις γνωστές στο νομοθέτη εμπορικές συνήθειες και έθιμα, σαφώς συνάγεται, ότι η ενοχή για το κατάλοιπο που προέκυψε από την λειτουργία της σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού, εφόσον δεν στηρίζεται στην αναγνώριση αυτού (άρθρ.874 παρ.2 ΑΚ),γεννάται από την σύμβαση του αλληλοχρέου λογαριασμού σε συνάρτηση προς τα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, γι' αυτό ο ασκών παρόμοια αξίωση για το κατάλοιπο του λογαριασμού, που δεν έχει αναγνωρισθεί, οφείλει για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, να παραθέσει σε αυτό τα κατ' ιδίαν κονδύλια, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος του αιτουμένου καταλοίπου και η άμυνα του εναγομένου.

Εξάλλου, προϋπόθεση, εκτός των άλλων, της κατ' άρθρο 939 ΑΚ παυλιανής αγωγής είναι η ύπαρξη απαίτησης του ενάγοντος, προς καταδολίευση της οποίας γίνεται η απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου οφειλέτη. Από αυτά παρέπεται, ότι ο ενάγων με βάση τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ, πρέπει να αναφέρει στην αγωγή την απαίτησή του καθ' όλους αυτής τους γενεσιουργούς λόγους, όταν δε πρόκειται για απαίτηση για το κατάλοιπο αλληλοχρέου λογαριασμού που έκλεισε οριστικά και δεν στηρίζεται στην αναγνώριση, πρέπει η απαίτηση να εξειδικεύεται με την παράθεση στην αγωγή όλων των επί μέρους κονδυλίων του λογαριασμού.

Διαφορετικά, η αγωγή είναι αόριστη και γι' αυτό άκυρη ως δικόγραφο.- Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενάγουσα Τράπεζα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει στην αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα εξής: Δυνάμει της υπ' αριθμό ... συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των εν συνεχεία αυξητικών αυτής συμβάσεων χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία "Μ.

Τ. ΑΒΒΟΤΑΕ-ΒΙΟΠΑΛ ΑΕ" (με την εγγύηση και του πρώτου εναγομένου),πιστώσεις συνολικού ύψους 1.124.000.000 δραχμών και ο λογαριασμός αυτός έκλεισε οριστικώς την 25-10-1996, με χρεωστικό υπόλοιπο 272.028.151 δραχμών και κοινοποιήθηκε νόμιμα τόσο στην πρωτοφειλέτρια εταιρία, όσο και στον εναγόμενο εγγυητή. Κατόπιν της από 1-11-1996 αιτήσεως της, εξεδόθη η υπ' αριθμό 206/Ι996 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, αντίγραφο εξ απογράφου της οποίας, μετ' επιταγής προς πληρωμή συνολικού ποσού 280.926.587, εκοινοποίησε επίσης στους προαναφερθέντες.

Επίσης, με την υπ' αριθμό 7738/16-11-94 σύμβαση πιστώσεως ανοιχτού -αλληλοχρέου λογαριασμού και των αυξητικών αυτής συμβάσεων, χορήγησε στην Εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝ Π. ΑΒΕΟΤΑΕ ΠΑΛΚΟΤ ΑΕ" (με την εγγύηση και του πρώτου εναγομένου), πιστώσεις συνολικού ύφους 2.000.000.000 δραχμών, ο εν λόγω δε λογαριασμός έκλεισε οριστικώς την 24-10-1996 και το κλείσιμό του γνωστοποιήθηκε νομίμως στην πρωτοφειλέτρια εταιρία και τον εναγόμενο εγγυητή.

Ακολούθησε, κατόπιν της από. Ι-

ΙΙ-Ι996 αιτήσεως της, η έκδοση της υπ' αριθμό 207/1996 διαταγής πληρωμής του αυτού ως άνω, Δικαστηρίου, αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού, της οποίας, μετ' επιταγής προς πληρωμή, ποσού 349.761.95 δραχμών, κοινοποίησε στην πρωτοφειλέτρια και τον εναγόμενο εγγυητή της συμβάσεως. Τέλος, με τις μνημονευόμενες δώδεκα συμβάσεις εγγυητικών επιστολών, που εχορήγησε από Ι3-9-Ι995 έως και 6-2-1996 στην προαναφερθείσα εταιρία "ΚΟΤΤΟΝ Π.

ΑΒΕΟΤΑΕ ΠΑΛΚΟΤ ΑΕ", με την εγγύηση και του πρώτου εναγομένου, εγγυήθηκε την καλή εκτέλεση των όρων "Πιστοποιητικού Προκαθορισμού" ενίσχυσης για το σύσπορο βαμβάκι εσοδείας 1995-1996, βάσει των οποίων εδικαιούτο προμηθείας επί του ποσού των συμβάσεων. Προς τούτο ανοίχθηκε ο οικείος υπ' αριθμό ... λογαριασμός, ο οποίος έκλεισε οριστικώς την 25-10-1996 με χρεωστικό υπόλοιπο 16.759.427 δραχμές.

Για την απαίτηση της αυτή η ενάγουσα πέτυχε, κατόπιν της από 5-11-1996 αιτήσεώς της, την έκδοση της υπ' αριθμό 209/1996 διαταγής πληρωμής του αυτού, ως άνω, Δικαστηρίου, ποσού 17.503.018 δραχμών και αντίγραφο της κοινοποίησε νομίμως, Την 7-4-1995 ο εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμό ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Αθηνάς Μιστρά, που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή προς την συνεναγομένη σύζυγο του ένα οικόπεδο, το οποίο επαρκώς προσδιορίζεται στην αγωγή, πλην, όμως, η απαλλοτρίωση αυτή έγινε προς βλάβη της (ενάγουσας), και συγκεκριμένα για να ματαιώσει την ικανοποίηση των κατ' αυτού ως εγγυητού απαιτήσεων της βάσει των ανωτέρω τριών διαταγών πληρωμής, αφού ο εναγόμενος δεν έχει άλλο περιουσιακό στοιχείο, συμμέτοχη δε του δόλου και της σκοπούμενης βλάβης του πρώτου ήταν και η δεύτερη εναγομένη, η οποία εγνώριζε τις οφειλές του προς την ενάγουσα Τράπεζα.

Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να διαταχθεί η διάρρηξη της μεταξύ των εναγομένων συναφθείσης δικαιοπραξίας, δηλαδή της δωρεάς εν ζωή του παραπάνω ακινήτου, ως καταδολιευτικής. Με βάση το εν λόγω περιεχόμενο, η αγωγή αυτή, όσον αφορά το μέρος που στηρίζεται στην απαίτηση της ενάγουσας επί των καταλοίπων των αλληλοχρέων λογαριασμών, εκρίθη αόριστη με την εκκαλούμενη απόφαση και συνακόλουθα απερρίφθη διότι "δεν περιγράφεται με πληρότητα η απαίτηση, αφού δεν παρατίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα κατ' ιδίαν κονδύλια των λογαριασμών, ούτε η ενάγουσα επικαλείται αναγνώριση των καταλοίπων".

Όσον αφορά δε το μέρος της αγωγής που στηρίζεται στην απαίτηση της ενάγουσας επί του χρεωστικού υπολοίπου των δώδεκα εγγυητικών επιστολών, εκρίθη, επίσης, αόριστη, αφού η ενάγουσα Τράπεζα, δεν επικαλείτο, για την θεμελίωση της αγωγής της, ούτε την κατ' άρθρο 874 παρ.2 ΑΚ αναγνώριση του καταλοίπου (ΑΠ 384/ 1974).

Η επίκληση εκ μέρους της των υπ' αριθμ. 206 και 207/1996 διαταγών πληρωμής για το μετά το κλείσιμο κατάλοιπο των υπόψη λογαριασμών (οι οποίες -σημειωτέον-δεν ισχύουν πλέον, αλλά έχουν ακυρωθεί κατά τις προσκομιζόμενες από την άλλη πλευρά σχετικές δικαστικές αποφάσεις), δεν θεραπεύει την αοριστία τους. Πρώτον διότι συνιστά ανεπίτρεπτη παραπομπή σε εκτός του αγωγικού δικογράφου έγγραφα.

Δεύτερον, και ουσιαστικώτερο διότι από τις διαταγές πληρωμής, (ακόμη και από αυτές που, λόγω τελεσιδικίας τους, βεβαιώνουν με δύναμη δεδικασμένου μία απαίτηση), δεν προκύπτει - προκειμένης αγωγής διαρρήξεως δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής με βάση απαίτηση εκ καταλοίπων αλληλοχρέου λογαριασμού- πότε συντελέσθησαν τα παραγωγικά της απαιτήσεως γεγονότα.

Στοιχείο, δηλαδή, που είναι ουσιωδώς κρίσιμο, προκειμένου να εξετασθεί η άμυνα του εναγομένου και να υπάρχει η δυνατότητα να κριθεί από το δικαστήριο η νομική βασιμότητα της απαιτήσεως καθ' όλους τους γενεσιουργούς αυτής λόγους κατά το χρόνο της καταδολιευτικής μεταβιβάσεως. Τούτο δε, διότι το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαιτήσεως επί του καταλοίπου, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό, ήτοι το ληξιπρόθεσμο αυτής (ΑΠ 862/1998).Κατ' ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο έκρινε, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' ουδέν έσφαλε, αλλά με ορθές και νόμιμες σκέψεις οδηγήθηκε στην απόρριψη της αγωγής το μεν ως αορίστου το δε ως μη νομίμου, διότι πράγματι οι δικαιοπαραγωγικές της απαιτήσεως της ενάγουσας Τράπεζας στις βάσεις εγγυητικών επιστολών καταρτίσθηκαν, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, αρκετούς μήνες μετά τη μεταβίβαση του επίμαχου ακινήτου.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, βάσει των προεκτεθέντων, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις και συνεπώς ο εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ (κατά την αίτηση), αληθώς όμως εκ του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια των αναφερομένων εγγράφων, είναι αβάσιμος, αφού, από το αιτιολογικό αυτής σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη όλα αυτά.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-10-2002 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 680/1999 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2011.-

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2011.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ