Legislator Case Law & Legislation
1649/2010 AI generated

1649/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1649/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Νοεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/2006 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και 357/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 4 Ιουνίου 2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1649/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, εάν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1196/2008, ΑΠ 625/2008).

Keywords

AI generated
false unsworn testimony deception regarding identity false statements regarding commercial business fraudulent insurance claim new factual plea misleading the judicial authorities
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1649 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1649/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε.Β., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ν.Μ., και 2. Σ.Τ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Νοεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/2006 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και 357/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 4 Ιουνίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 14 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς 7236/ 17-03-2010 και 7400/19-03-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Η.Δ., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις υπ' αυτήν έκθεση καταθέσεως και πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή, με κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους αναιρεσιβλήτους.

Αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242§2 και 573§1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576§2 ΚΠολΔ).

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν ο κανόνας αυτός του ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, εάν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1196/2008, ΑΠ 625/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο, με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που υπέστη προσβολή της τιμής, της υγείας ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σύμφωνα με το άρθρο 362 ΠΚ, τιμωρείται με την προβλεπόμενη από αυτό ποινή όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 363 ΠΚ, τιμωρείται με την προβλεπόμενη από αυτό ποινή αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.

ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2000, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής: Στις 06-09-2001 κατατέθηκε από τον εναγόμενο, στο Αστυνομικό Τμήμα Ιεράπετρας, η από 05-12-2000 μήνυσή του κατά των εναγόντων, με την οποία ισχυριζόταν ως προς τον δεύτερο εξ αυτών Σ.Τ., ότι εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή γεγονότα εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας την 01-04-1999 και στις 29-04-1999 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ηρακλείου που ορίσθηκε εντεταλμένη δικαστής με την υπ' αριθμό 68/1997 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που εκδόθηκε επί της με αριθμό πρωτοκόλλου 352/1993 αγωγής του και των Δ.

και Α. Β. κατά του πρώτου ενάγοντος και συγκεκριμένα ότι "εμείς στρώσαμε όλη την πυλωτή όπου είχε τσιμέντο. Κάναμε και μια εξωτερική επένδυση τοίχου με πέτρα Καρύστου και αυτή σε βυζαντινό στυλ. Διευκρινίζω ότι την πυλωτή την στρώσαμε με μαρμάρινες, ενώ το αληθές είναι ότι η πυλωτή έχει στρωθεί με πλακάκια, τα οποία έστρωσε ο τεχνίτης Ν.".

Επίσης ισχυριζόταν ότι ο ανωτέρω εξεταζόμενος ως μάρτυρας απόδειξης, την 09-06-2000, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιεράπετρας κατά την εκδίκαση της από 18-06-1996 (αριθ. πρωτ. 197/1996) αγωγής του πρώτου ενάγοντος Ν.Μ. κατ' αυτού και των υιών του Δ. και Α. Β., για διαφορά από σύμβαση έργου, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα ότι "στο ισόγειο απ' ό,τι θυμάμαι είχαμε ρίξει τη θέση του τζακιού και είχαμε βάλει και το κολωνάκι, το είχαμε στείσει..", ενώ το αληθές είναι ότι το κολωνάκι ούτε στήθηκε ούτε μέχρι και σήμερα έχει τοποθετηθεί και παραμένει ημιτελές.

Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω μήνυση, ισχυριζόταν ότι ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε τα προαναφερόμενα ψέματα μετά από συμβουλή και προτροπή του πρώτου ενάγοντος. Με βάση τη μήνυση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του δευτέρου ενάγοντος για ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και κατά του πρώτου ενάγοντος για ηθική αυτουργία σε αυτήν.

Τη μήνυση αυτή ο εναγόμενος επικαλέσθηκε με τις από 08-04-2002 έγγραφες προτάσεις του και προσκόμισε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου κατά την εκδίκαση των με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47/2002 και 11/2002 εφέσεων αυτού και των ανωτέρω υιών του, καθώς και του πρώτου ενάγοντος αντίστοιχα, την 10-04-2002, κατά της υπ' αριθ. 54/2000 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιεράπετρας, που εκδόθηκε επί της με αριθμό πρωτ. 197/1996 αγωγής του τελευταίου κατ' αυτών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, ισχυριζόμενος και πάλι ότι ο δεύτερος ενάγων της αγωγής αυτής κατέθεσε ψέματα.

Αυτήν δε επικαλέσθηκε και με τις από 18-10-2003 προτάσεις του, που κατέθεσε κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση των ανωτέρω εφέσεων, καθόσον, με την υπ' αριθ. 234/2002 απόφασή του το ανωτέρω Δικαστήριο, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις και συγκεκριμένα τη διενέργεια αυτοψίας.

Τα ανωτέρω γεγονότα σε βάρος των εναγόντων ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος και κατά την προανάκριση που διατάχθηκε επί της μήνυσής του, αλλά και στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Λασιθίου, την 18-12-2003, όπου παραπέμφθηκαν να δικασθούν οι ανωτέρω και κηρύχθηκαν αθώοι με την υπ' αριθ. 2138/2003 απόφαση αυτού. Ο εναγόμενος, με την ανωτέρω μήνυσή του, εν γνώσει του ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι ο δεύτερος ενάγων κατέθεσε δύο φορές ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ηρακλείου, ως μάρτυρας, καθόσον από την υπ' αριθ. 4/1999 Εισηγητική Έκθεση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου που προσκομίζεται, προκύπτει ότι η κατάθεση που δόθηκε την 29-04-1999 από τον τελευταίο αποτελεί συνέχεια της από 01-04-1999 κατάθεσής του.

Επίσης, ο ισχυρισμός, στη μήνυσή του, ότι την 09-06-2000 ο δεύτερος ενάγων κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης, στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Ιεράπετρας, κατά τη συζήτηση της με αριθ. πρωτ. 197/1996 αγωγής του πρώτου ενάγοντος τα αναφερόμενα παραπάνω, είναι ψευδής και αυτός γνώριζε το αναληθές, καθόσον, από τα υπ' αριθ. 54/2000 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, προκύπτει ότι όταν εξετάσθηκε αυτός ως μάρτυρας δεν κατέθεσε τα αναφερόμενα στη μήνυση.

Λόγω όμως του ανωτέρω ψευδούς ισχυρισμού του εναγομένου, ο δεύτερος ενάγων κατηγορήθηκε ότι τέλεσε την πράξη της ψευδορκίας κατ' εξακολούθηση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο δεύτερος ενάγων κατέθεσε ψέματα όταν έλεγε ότι "έκαναν και μια εξωτερική επένδυση τοίχου με πέτρα Καρύστου και αυτή σε βυζαντινό στυλ", είναι ψευδής, γεγονός που προκύπτει από την υπ' αριθ. 32/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Οι εν λόγω ισχυρισμοί του εναγομένου αποτελούν δυσφημηστικά γεγονότα για τους ενάγοντες. Ως ψευδή δε γεγονότα ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων, το ψευδές δε αυτών, γνώριζε ο εναγόμενος, ενόψει και του ότι ήταν συνιδιοκτήτης του ακινήτου και γνώριζε την πραγματική κατάσταση αυτού, όπου έλαβαν χώραν οι ως άνω οικοδομικές εργασίες και όμως τα περιέλαβε στη μήνυσή του.

Επίσης, γνώριζε ότι θα λάβουν γνώση αυτών ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Λασιθίου, οι Πταισματοδίκες Ηρακλείου και Λασιθίου κατά τη διενέργεια προανάκρισης, αλλά και οι Δικαστές του Τριμελούς Πλημ/κείου. Όπως γνώριζε ότι θα λάβουν γνώση και οι δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, όταν με τις προτάσεις του επικαλέσθηκε και προσκόμισε σε αυτό τη μήνυση.

Στους με αυτόν τον τρόπο προβαλλόμενους ισχυρισμούς του προέβη ο εναγόμενος με σκοπό αποκλειστικά να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, ο σκοπός δε αυτός συνάγεται από το γεγονός ότι επικαλέστηκε τη μήνυσή του στο προαναφερόμενο Δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται για τη θεμελίωση των λόγων της έφεσής του, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από αυτόν ότι δεν είχε άλλο τρόπο απόδειξης της αναλήθειας του δεύτερου ενάγοντος, με αποτέλεσμα να πραγματώσει το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος των τελευταίων και να προσβάλει την προσωπικότητά τους.

Ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 3.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προκάλεσε σε αυτούς από την ως άνω αδικοπραξία, την οποία τέλεσε εις βάρος τους.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 299, 932 ΑΚ και 363 ΠΚ, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και έχει επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολομ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα,

καθώς και την υπ' αριθμό 4/1999 έκθεση της Ειρηνοδίκη Ηρακλείου και τα υπ' αριθμό 54/2000 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Ιεράπετρας, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο εναγόμενος και δεν στήριξε σε αυτά αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του. Επομένως, ο οικείος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-6-2009 αίτηση του Ε.Β., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 357/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ