Legislator Case Law & Legislation
1649/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite specific substantive law violations.

Case Number 1649/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding inheritance distribution. The appellants argued the lower court ignored specific prior judgments and misinterpreted evidence, but the court found their grounds for appeal insufficient. The court ruled that the appeal petition failed to clearly identify the specific substantive law violated and did not properly reference the required facts, rendering the grounds inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal petition must clearly and concisely state the legal error alleged; vague grounds or failure to cite the specific substantive law provision violated result in automatic dismissal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure grounds for appeal legal error specification substantive law violation inadmissible appeal clear statement requirement inheritance distribution

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1990/84

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1649 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1649/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των Α. Καλούντων: 1. ..., 2. ... 3. ..., ως μοναδικοί κληρονόμοι της αποβιώσασας ... και

Β. Aναιρεσείουσας -καλούσας: ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δέλιο.

Του αναιρεσιβλήτου- καθού η κλήση: ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Αγγελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2001 αγωγή της ..., αρχικής διαδίκου και της ήδη 4ης αναιρεσείουσας-καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3047/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28-1-2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 973/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 12-6-2008 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 15-11-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει ν' αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από όσους περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει αυτός να διαλαμβάνει τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε την ουσία της υπόθεσης, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης ή για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά πρέπει να καθορίζεται ειδικά το αποδιδόμενο στην απόφαση σφάλμα.

Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται, δηλαδή ποιο επί πλέον στοιχείο ήταν αναγκαίο για την πληρότητά τους, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται στο λόγο αναίρεσης σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και ν' αναφέρονται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Στην προκείμενη περίπτωση με την αναιρεσιβαλ-λόμενη απόφαση έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 2/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου 'Εδεσσας, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή των αναιρεσειουσών περί αποβολής από τη νομή ακινήτου/ Προσβάλλοντας την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου οι αναιρεσείουσες με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης προσάπτουν την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις αναφερόμενες διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Όμως με όσα στο λόγο αυτό αναφέρονται, οι αναιρεσείοντες ασχολούνται με την ερμηνεία των διατάξεων του Αστικού Κώδικα, της αγροτικής νομοθεσίας και ορισμένων ειδικών νόμων, προβάλλοντας τα δικά τους νομικά επιχειρήματα και ορισμένα επιχειρήματα από το πραγματικό μέρος της υπόθεσης χωρίς να παραθέτουν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, τη διάταξη που παραβιάστηκε με βάση τις παραδοχές αυτές και ποιά επίδραση της παραβίασης στο διατακτικό της απόφασης.

Περαιτέρω με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου και το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης, όπως αυτός εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) χωρίς όμως, και πάλι, να παρατίθενται οι παραδοχές του Εφετείου, αλλά μόνο επιχειρήματα και πορίσματα των αναιρεσειουσών από τις αποδείξεις.

Με βάση αυτά οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν κρίσιμα ή όχι πραγματικά γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Αν ο λόγος αναίρεσης δεν περιέχει τα αναφερόμενα πιο πάνω στοιχεία είναι αόριστος. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο, μέρος πρώτο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα και συγκεκριμένα την 166/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, τη 1986/1986 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το ...

προσύμφωνο διανομής του Συμβολαιογράφου Σκύδρας Βασιλάκη και τη... δημόσια διαθήκη της μητέρας των διαδίκων ως προς το περιεχόμενό τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές κρίσιμο περιεχόμενο των άνω εγγράφων καθώς και αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης για να γίνει σύγκριση από τον Άρειο Πάγο και να διακριβωθεί εάν υπάρχει ή όχι διαγνωστικό λάθος, καθώς επίσης και διότι δεν αναφέρεται ποιος ουσιώδης ισχυρισμός θα αποδεικνυόταν αν το Εφετείο δεν παραμόρφωνε το περιεχόμενό τους, ενόψει ότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, η προσβολή της νομής τους από τον αναιρεσίβλητο, έλαβε χώρα το 2001, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από την ημεροχρονολογία που εκδόθηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 8β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα με το λόγο αυτό, αφού παρατίθενται τμήματα από τις αιτιολογίες της απόφασης και επιχειρήματα των αναιρεσειουσών με τα οποία αποκρούονται οι αιτιολογίες αυτές, υποστηρίζεται ότι με την παραδοχή των περιστατικών αυτών το δικαστήριο "δέχθηκε ορισμένα και επιλεκτικά και μάλιστα κατά παραμόρφωσε και παρερμηνεία αυτών με συνέπεια να υποπέσει σε πλείστα δικονομικά και ουσιαστικά σφάλματα παραβλέποντας μάλιστα και θέσεις της νομολογίας ....

ή την θέση τη δική μας περί ακύρωσης του προσυμφώνου διανομής με τις 277/1975 και 527/1976 τα οποία συνιστούν πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και προβλήθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ποιά είναι τα "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς, προς θεμελίωση της αγωγής, ισχυρισμοί κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 εδάφιο 8β', που δε λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και ποιά επίδραση θ' ασκούσαν σε αντίθετη περίπτωση, στη δίκη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδικστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις 277/1975 και 527/1976 δικαστικές αποφάσεις που επικαλέστηκε και προσκόμισε και με τις οποίες ακυρώθηκε το ... προσύμφωνο διανομής καθώς επίσης και τις 210/1973 και 122/1975 αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκε αγωγή του αναιρεσίβλητου, η οποία βάση είχε τα διαλαμβανόμενα στο άνω προσύμφωνο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, η απόφαση τα έλαβε υπόψη, αφού αναφέρεται σ' αυτή ότι οι συμφωνίες που διαλαμβανόταν στο εν λόγω προσύμφωνο δεν τηρήθηκαν διότι κρίθηκε με δικαστικές αποφάσεις ότι προσέκρουαν σε απαγορευτικές διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα.

Με τα πρώτα επτά μέρη του τελευταίου λόγου της αίτησης οι αναιρεσείουσες προβάλλουν επιχειρήματα από τις αποδείξεις σχετικά με την άσκηση νομής επί του επίδικου ακινήτου και εκφράζουν παράπονα όσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Ο λόγος αυτός πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας και γιαυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την παρ/φο 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, εκτός από τις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις, για τις οποίες δεν πρόκειται εδώ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης ερειδόμενος σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, το δεδικασμένο που απορρέει από τελεσίδικη απόφαση καίτοι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 323 ΚΠολΔ, δεν αφορά όμως στη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί τούτου ισχυρισμός, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται περί τούτου ρητή μνεία στο αναιρετήριο (ΑΠ 1990/84).

Επομένως, ο τελευταίος λόγος αναίρεσης, κατά το όγδοο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι παρά το νόμο δεν έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση η ύπαρξη δεδικασμένου από όλες τις παραπάνω αποφάσεις, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ότι το δεδικασμένο τούτο προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, μη αρκούσης της απλής επικλήσεως των πιο πάνω αποφάσεων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-1-2005 αίτηση των 1) ... και 2) ..., για αναίρεση της 3047/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ