Legislator Case Law & Legislation
1649/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's unilateral contract modification in public works dispute.

Case Number 1649/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Aegaeon Court of First Instance's final judgment regarding a public works contract. The contractor argued that the lower court violated substantive law by unilaterally modifying contract terms and reclassifying work items after the fact. The Court found that the lower court failed to properly determine the timeline for the administrative approval of these modifications, constituting a violation of the relevant public works legislation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5(7) and 8 of Law 1418/1984; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A unilateral modification of contract terms and work classification by the supervising authority without proper procedural timing constitutes a violation of substantive law, requiring the case to be remitted for further examination.

Keywords

AI generated
public works contract unilateral modification contractual classification administrative approval substantive law violation remittal for retrial contractor payment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 5(7) and 8 of Law 1418/1984
Article 1 and 21(5) of Presidential Decree 171/1987
Article 1 of Law 2940/2001
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 38, 40 and 43(d) of Presidential Decree 609/1985

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1649 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1649/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας εργοληπτικών επιχειρήσεων με την επωνυμία "Κοινοπραξία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Τ.Ε.-ΘΕΜΕΛΗ Α.Ε." που εδρεύει στην Νέα Ιωνία Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φιλιώ Μεντή.

Της αναιρεσιβλήτου: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Μυτιλήνης (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.), Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με έδρα την Μυτιλήνη Νομού Λέσβου, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κόρακα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/2/2005 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου.

Εκδόθηκε η με αριθμό 84/2006 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11/11/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 9/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 11-11-2006 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμόν 84/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Περαιτέρω με το άρθρο 5 παρ.7 και 8 (όπως η παρ.8 αντικαταστάθηκε διαδοχικά με το άρθ. 18 του Ν.1947/1991 και 2 παρ.6 του Ν.2229/1994) του Ν.1418/1984 με τον τίτλο Δημόσια 'Εργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων" που εφαρμόζεται και στα έργα που εκτελούνται από Δημοτικές επιχειρήσεις (άρθ. 1 και 21 παρ.5 του Π.Δ.171/1987), και όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο πριν από την αναρρίθμησή των παραγρ. 7 έως 11 με το άρθ. 1 του Ν.2940/2001 ορίζονται τα εξής: "Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά, με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών, που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών.

Αν από τον ανάδοχο κατασκευασθούν εργασίες πέρα από τις προβλεπόμενες στο χρονοδιάγραμμα, ο κύριος του έργου έχει το δικαίωμα να αναβάλει την πληρωμή των επί πλέον εργασιών ώστε να συμπέσει με τα προβλεπόμενα στο χρονοδιάγραμμα. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται όταν στη σύμβαση προβλέπεται πρόσθετη καταβολή (πριμ) στον ανάδοχο για τη γρηγορότερη περάτωση του έργου.

Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες. Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους.

Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί. Αν η πληρωμή του καθυστερήσει πέρα από ένα μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή μελετητή, οφείλεται αυτοδικαίως τόκος υπερημερίας, ίσος με το 85% του τόκου του εξαμήνου έντοκων γραμματίων του Δημοσίου και ο ανάδοχος ή ο μελετητής μπορεί να διακόψει τις εργασίες αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση.

Σε περίπτωση που το Δημόσιο παύσει να εκδίδει έντοκα γραμμάτια, ο τόκος υπερημερίας του παρόντος νόμου καθορίζεται με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου". Με το άρθρο δε 8 παρ.1 και 2, του ίδιου Νόμου 1418/1984 όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του τέταρτου άρθρου του Νόμου 2372/1996 (Φ.Ε.Κ. Α' 29/28-2-1996), και η οποία κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου ισχύει για τα έργα που θα δημοπρατηθούν ή θα ανατεθούν μετά ένα μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, όπως και το ένδικο, ορίζονται τα εξής: "1.Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που το συνοδεύουν.

Αν προκύψει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών, που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν, κατά την εκτέλεση του έργου, αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων συνάπτεται σύμβαση κατόπιν διαπραγματεύσεων με τον ανάδοχο του έργου.

Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ.3 και 4 του άρθρου 43 του Π.Δ. 609/1985 (ΦΕΚ 223 Α'), όπως κάθε φορά ισχύουν. Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου.

Το συνολικό ποσό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης, Στο ως άνω ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή συντάξεως τυχόν μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου. Οι συμπληρωματικές εργασίες παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης. 2.... 'Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται ο όρος "συγκριτικός πίνακας" αντικαθίσταται με τον όρο "ανακεφαλαιωτικός πίνακας εργασιών".

Εξάλλου, με το άρθρο 38 του Π.Δ/τος 609/1985, που εκδόθηκε για την εκτέλεση του νόμου 1418/1984 ορίζονται τα εξής: 1.Κατά τη διάρκεία της κατασκευής του έργου παίρνονται όλα αναγκαία στοιχεία για την επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελοϋμένων εργασιών. Οι επιμετρήσεις συντάσσονται με μέριμνα και δαπάνη του αναδόχου και υπόκεινται στον έλεγχο της υπηρεσίας.

Τα επιμετρητικά στοιχεία λαμβάνονται από κοινού από τους επιβλέποντα και εκπρόσωπο του αναδόχου, καταχωρούνται σε επιμετρητικά φύλλα εις διπλούν που υπογράφονται από τα δύο μέρη και καθένα παίρνει από ένα αντίγραφο. 2.Στο τέλος κάθε μήνα ο ανάδοχος συντάσσει επιμετρήσεις κατά διακριτά μέρη του έργου για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα.

Η επιμέτρηση περιλαμβάνει για κάθε εργασία συνοπτική περιγραφή της με ένδειξη του αντίστοιχου άρθρου του τιμολογίου ή των πρωτοκόλλων κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών, τους αναλυτικούς υπολογισμούς για τον προσδιορισμό της ποσότητας των εργασιών που εκτελέσθηκαν και τα αναγκαία γι' αυτό επιμετρητικά σχέδια και διαγράμματα με βάση τα στοιχεία απευθείας καταμέτρησης των εργασιών ή των πρωτοκόλλων της επόμενης παραγράφου.

Οι επιμετρήσεις, συνοδευόμενες από τα αναγκαία επιμετρητικά σχέδια υποβάλλονται από τον ανάδοχο στη Διευθύνουσα υπηρεσία για έλεγχο αφού υπογραφούν απ' αυτόν με την ένδειξη "όπως συντάχθηκαν από τον ανάδοχο". Η Διευθύνουσα υπηρεσία μετά την παραβολή προς τα επιμετρητικά στοιχεία, τον έλεγχο και τυχόν διόρθωση των υπολογισμών, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο.

Η κοινοποίηση αυτή θεωρείται πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 12 του Νόμου 1418/84 και ο ανάδοχος αν δεν αποδέχεται τις διορθώσεις μπορεί να ασκήσει το προβλεπόμενο από το Νόμο δικαίωμα της ένστασης. 3.Οταν πρόκειται για εργασίες που η ποσοτική τους επαλήθευση δεν θα είναι δυνατή στην τελική μορφή του έργου, όπως εργασίες που πρόκειται να επικαλυφθούν από άλλες και να μην είναι τελικά εμφανείς ο χαρακτηρισμός της σκληρότητας εδαφών, ποσότητες που παραλαμβάνονται με ζύγιση ή άλλα παρόμοια, ο ανάδοχος υποχρεούται να καλέσει τον επιβλέποντα να προβούν από κοινού στην καταμέτρηση, χαρακτηρισμό ή ζύγιση και να συντάξουν πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, πρωτόκολλο χαρακτηρισμού εκσκαφών ή πρωτόκολλο ζυγίσεως αντίστοιχα, Η Διευθύνουσα υπηρεσία μπορεί σε σοβαρές περιπτώσεις να ορίσει επιτροπή για την παραλαβή των εργασιών και τη σύνταξη των πιο πάνω πρωτοκόλλων.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί επίσης και η προϊσταμένη αρχή να παραγγείλει τη συγκρότηση τέτοιων επιτροπών. 4. Δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλει στη Διευθύνουσα υπηρεσία τυχόν επιμέρους επιμετρήσεις που λείπουν και την "τελική επιμέτρηση", δηλαδή τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων και των πρωτοκόλλων της παρ. 3.

Αν αυτές έχουν ελεγχθεί από τη Διευθύνουσα υπηρεσία, οι ποσότητες τίθενται όπως διορθώθηκαν έστω και αν εκκρεμούν κατ' αυτών ενστάσεις του αναδόχου ή αιτήσεις θεραπείας. Η καταχώρηση αυτή στην τελική επιμέτρηση δεν αποτελεί παραίτηση του αναδόχου από τέτοιες αιτήσεις ή ενστάσεις που έχουν ασκηθεί νόμιμα, ούτε παρέχει το δικαίωμα σ' αυτόν να υποβάλλει νέες.

Για τις επιμέρους επιμετρήσεις που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί από την υπηρεσία ή γι'αυτές που τυχόν υποβάλλονται για πρώτη φορά μαζί με την τελική επιμέτρηση, καταχωρούνται οι ποσότητες των επιμετρήσεων όπως συντάχθηκαν απ' τον ανάδοχο πριν απ τον έλεγχο της υπηρεσίας. Η τελική επιμέτρηση υπογράφεται απ' τον ανάδοχο με την ένδειξη "όπως συντάχθηκε από τον ανάδοχο".

Η Διευθύνουσα υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 έχει εφαρμογή για την τελική επιμέτρηση. 5. Σε περίπτωση που δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση επιβάλλεται σε βάρος του, για κάθε συμπληρωμένο μήνα καθυστέρησης, ειδική ποινική ρήτρα ποσοστού δύο χιλιοστών (2 ο/οο) επί του συνολικού ποσού που έχει καταβληθεί στον ανάδοχο μέχρι τότε για την όλη σύμβαση.

Η ποινική ρήτρα επιβάλλεται με απόφαση της Διευθύνουσας υπηρεσίας και για έξι το πολύ μήνες καθυστέρησης. Ανεξάρτητα από την επιβολή της ποινικής ρήτρας και μετά την πάροδο του χρόνου επιβολής της η τελική επιμέτρηση συντάσσεται από την υπηρεσία που μπορεί να χρησιμοποιήσει γι' αυτό ιδιώτες τεχνικούς και συνεργεία καταλογίζοντας τη σχετική δαπάνη σε βάρος του αναδόχου.

Η τελική επιμέτρηση που συντάσσεται μ'αυτόν τον τρόπο κοινοποιείται στον ανάδοχο. 6. Μαζί με την τελική επιμέτρηση ο ανάδοχος μπορεί να υποβάλλει και κάθε άλλο αίτημα του που σχετίζεται με την εκτέλεση της σύμβασης, για το οποίο δεν έχει χάσει το σχετικό δικαίωμα από κάποια άλλη αιτία. Μετά την υποβολή της τελικής επιμέτρησης μόνο για οψιγενείς αιτίες μπορεί ο ανάδοχος να εγείρει σχετικές απαιτήσεις. 7.

Στις περιπτώσεις συμβάσεων που προβλέπουν πληρωμή με κατ' αποκοπή τίμημα, τελική επιμέτρηση είναι η επιβεβαίωση κατασκευής των επιμέρους εργασιών ποιοτικά και ποσοτικά όπως προβλέποται στη σύμβαση. Για την πραγματοποίηση των τμηματικών πληρωμών εφαρμόζονται επιμέρους ποσοστά εκτέλεσης εργασιών κατά τμήματα του έργου όπως ορίζεται στη σύμβαση".

Με το άρθρο δε 40 του ίδιου Π.Δ. 609/1985 ορίζονται:

1.Η πραγματοποίηση των τμηματικών πληρωμών που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/84, ή της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις που συντάσσονται σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους. 2.Μετά τη λήξη κάθε μήνα ή άλλης χρονικής περιόδου που τυχόν ορίζει η σύμβαση για τις τμηματικές πληρωμές, ο ανάδοχος συντάσσει λογαριασμό των οφειλόμενων σ' αυτόν ποσών από εργασίες που εκτελέσθηκαν.

Οι λογαριασμοί αυτοί στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών και στα πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών. Κατ' αρχήν απαγορεύεται να περιλαμβάνονται στο λογαριασμό εργασίες που δεν έχουν καταμετρηθεί. Για τμήματα του έργου που κατά την κρίση του επιβλέποντα μηχανικού δεν ήταν δυνατή η σύνταξη επιμετρήσεων κατά διακριτά και αυτοτελώς επιμετρήσιμα τμήματα του έργου, επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στο λογαριασμό εργασίες βάσει προσωρινών επιμετρήσεων, για τις οποίες όμως έχουν ληφθεί επιμετρικά στοιχεία.

Η τελευταία αυτή εξαίρεση γίνεται μόνο για τον πρώτο μήνα μετά την εκτέλεση της εργασίας. Στους λογαριασμούς περιλαμβάνονται εργασίες που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 5 του ν. 1418/84. 3.Αν δεν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση, ημιτελείς εργασίες μπορεί να περιληφθούν στο λογαριασμό με έγκριση της υπηρεσίας αν η φύση τους είναι τέτοια που τυχόν διακοπή του έργου δεν θα κατέστρεφε την ημιτελή εργασία.

Οι εργασίες αυτές καταχωρούνται σε χωριστό μέρος του λογαριασμού και περιλαμβάνονται με προσωρινή τιμή μειωμένη ώστε να είναι δυνατή η αυτοτελής αποπεράτωση της εργασίας με το υπόλοιπο της προβλεπόμενης τιμής. 4.Στο λογαριασμό μπορεί να περιληφθούν επίσης, τα υλικά που εισκομίσθηκαν με έγκριση της υπηρεσίας στα εργοτάξια ή σε αποθήκες που δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν.

Οι ποσότητες των υλικών αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνουν αυτές που απαιτούνται για την εκτέλεση των προσεχών εργασιών του εγκεκριμένου προγράμματος εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση. Οι ποσότητες των υλικών περιλαμβάνονται χωριστά στο συνοπτικό πίνακα εργασιών που συνοδεύει το λογαριασμό στον οποίο αναφέρονται επίσης και οι θέσεις αποθήκευσης των υλικών.

Για τα περιλαμβανόμενα στους λογαριασμούς υλικά ο ανάδοχος έχει ακέραιη την ευθύνη μέχρι την ενσωμάτωση τους και την παραλαβή του έργου. Τα υλικά περιλαμβάνονται σε χωριστό τμήμα των λογαριασμών με τιμές που δεν μπορεί να είναι ανώτερες των τιμών πρακτικού της επιτροπής διαπίστωσης τιμών δημοσίων έργων (ΕΔΤΔΕ) του χρόνου της δημοπρασίας και που βρίσκονται σε συνάρτηση προς την αντίστοιχη συμβατική τιμή ώστε το υπόλοιπο μέρος της τιμής να αρκεί για την ολοκλήρωση της εργασίας στην οποία θα ενσωματωθούν τα υλικά.

Ποσοστά γενικών εξόδων και οφέλους της επομένης παραγράφου δεν υπολογίζονται στα υλικά. 5. Στους λογαριασμούς περιλαμβάνονται επίσης η αναθεώρηση τιμών, αποζημιώσεις κάθε είδους που έχουν εγκριθεί, αντίτιμο απολογιστικών εργασιών που εκτελέσθηκαν μέσω της εργολαβίας και κάθε άλλη εγκεκριμένη δαπάνη που καταβάλλεται στον ανάδοχο.

Στο λογαριασμό περιλαμβάνεται ακόμη και το ποσοστό γενικών εξόδων και οφέλους του εργολάβου, (αρθρ. 5 παρ. 4) αν αυτό δεν περιλαμβάνεται στις συμβατικές τιμές και το σύνολο μειώνεται κατά το ποσοστό έκπτωσης της δημοπρασίας, αν συντρέχει περίπτωση. Από τους λογαριασμούς αφαιρούνται όλες οι εκκαθαρισμένες απαιτήσεις του εργοδότη και ιδίως ποινικές ρήτρες, περικοπές τιμών των άρθρων 46 και 53 συμπληρωματική κράτηση εγγύησης αν γι' αυτή δεν έχουν κατατεθεί εγγυητικές επιστολές, οπότε γίνεται σχετική μνεία, απόσβεση προκαταβολών, παρακράτηση αξίας τυχόν χορηγούμενων υλικών, πληρωμές που έγιναν σε βάρος και για λογαριασμό του αναδόχου και γενικά κάθε απαίτηση του εργοδότη που δεν έχει ικανοποιηθεί με άλλο τρόπο. 6.Οι λογαριασμοί συντάσσονται πάντοτε ανακεφαλαιωτικοί και για την πληρωμή συνοδεύονται μόνο από ανακεφαλαιωτικό συνοπτικό πίνακα των εργασιών που εκτελέσθηκαν απ την αρχή του έργου, τα παραστατικά στοιχεία των τυχόν απολογιστικών εργασιών, το συνοπτικό πίνακα του υπολογισμού της αναθεώρησης και από τις αποφάσεις που αναγνωρίζουν αποζημιώσεις ή επιβάλλουν ποινικές ρήτρες ή περικοπές ή άλλες απαιτήσεις του εργοδότη.

Από κάθε νεότερο λογαριασμό αφαιρούνται τα ποσά που πληρώθηκαν με τους προηγούμενους λογαριασμούς. 7.Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη Διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει αν είναι ανάγκη μέσα στην προθεσμία που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/84. Αν ο λογαριασμός που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωση του, η Διευθύνουσα υπηρεσία με διαταγή της προς τον ανάδοχο επισημαίνει τις ανακρίβειες ή ασάφειες που διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο και παραγγέλλει την ανασύνταξη και επανυποβολή του.

Στην περίπτωση αυτή η οριζόμενη μηνιαία προθεσμία για τον έλεγχο του λογαριασμού αρχίζει από την επανυποβολή ύστερα από την ανασύνταξη από τον ανάδοχο. Ο έλεγχος του λογαριασμού μπορεί να γίνει από συνεργείο της υπηρεσίας, στο οποίο συμμετέχει ο επιβλέπων το έργο. Ο επιβλέπων υπογράφει το λογαριασμό βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρικά στοιχεία, οι τιμές σύμφωνες με τη σύμβαση και τις σχετικές διατάξεις και γενικά ότι έχουν διενεργηθεί στο λογαριασμό όλες οι περικοπές ή εκπτώσεις ποσών που προκύπτουν από το νόμο και την εφαρμογή της σύμβασης.

Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από τη Διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. Η έγκριση του λογαριασμού από τη Διευθύνουσα υπηρεσία είναι δυνατή και χωρίς την υπογραφή του επιβλέποντα. 8.Ολες οι πληρωμές που γίνονται στον ανάδοχο κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου με βάση τις πιστοποιήσεις αποτελούν πάντοτε καταβολές έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος που εκκαθαρίζεται μετά την οριστική παραλαβή. 9.Μετά τη διενέργεια της παραλαβής ο ανάδοχος συντάσσει και υποβάλλει "προτελικό λογαριασμό", με βάση τις ποσότητες που περιλαμβάνονται στο σχετικό πρωτόκολλο.

Μετά τη διενέργεια της οριστικής παραλαβής και την έγκριση του πρωτοκόλλου ο ανάδοχος συντάσσει και υποβάλλει "τελικό λογαριασμό". Για τον προτελικό και τελικό λογαριασμό εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου αυτού. Με τον τελικό λογαριασμό γίνεται εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος και όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων που έχουν σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης." Εξάλλου, με το άρθρο 43 παρ.1 έως 5 του ίδιου Π.Δ/τος 609/1985, όπως η παρ.1 και 2 αντικαταστήθηκαν με το άρθρο μόνο του ΠΔ 402/1995 (ΦΕΚ Α 269/10-12-1996), το δε τελευταίο εδάφιο της παρ.2 προστέθηκε με το άρθρο 1 του ΠΔ 210/1997 (ΦΕΚ Α' 155/25-8-1997) και όπως η παρ.3 και 4 αντικαταστάθηκαν με τις παρ.1 και 2 του άρθρου μόνον του ΠΔ 285/1994 (ΦΕΚ Α' 148) ορίζονται τα εξής: "1.

Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α' 23), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τέταρτου του Ν. 2372/1996 (ΦΕΚ Α' 29).

Για την εκτέλεση των ανωτέρω συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται η σύναψη σύμβασης. 2. Κάθε σύμβαση επόμενη της αρχικής συνοδεύεται από "Ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών" που ιδίως περιλαμβάνει τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδος των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων, τις δαπάνες του προϋπολογισμού του αρχικά ανατεθέντος έργου, του προϋπολογισμού της αμέσως προηγούμενης σύμβασης και του προϋπολογισμού της προς κατάρτιση καινούργιας σύμβασης.

Περιλαμβάνει ακόμα και τις δαπάνες των απροβλέπτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984 όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τετάρτου του Ν. 2372/1996, καθώς και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση και το Φ.Π.Α. Για τη διάθεση των απροβλέπτων δαπανών (απρόβλεπτα) κάθε σύμβασης συντάσσεται ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών, που δεν μπορεί να συμπεριλάβει συμπληρωματικές εργασίες, οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες λόγω απροβλέπτων περιστάσεων.

Αν χρειαστεί να μειωθούν συμβατικές ποσότητες εργασιών, που η εκτέλεση τους, ολοκληρώθηκε και για τις οποίες έχει εγκριθεί η επιμέτρηση τους, τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση αυτή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη οποιασδήποτε άλλης δαπάνης εργασιών ή να προστεθούν στα απρόβλεπτα. Τα ποσά αυτά μπορεί να διατεθούν αποκλειστικά για τη συμπλήρωση δαπανών αναθεώρησης ή Φ.Π.Α.

Απαγορεύεται, σε κάθε περίπτωση, η μεταφορά ποσών από την αναθεώρηση ή το Φ.Π.Α. για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε άλλης δαπάνης". προτεινόμενου." "Κατ' εξαίρεση των ανωτέρω, στις περιπτώσεις των έργων όπου η προσμέτρηση των εργασιών είναι δύσκολη ή αδύνατη, όπως είναι ιδίως τα έργα συντηρήσεων, βελτιώσεων και ανακαινίσεων, καθώς και των έργων του άρθρου 1 του Π.Δ. 99/1992 είναι δυνατόν τα ποσά που προκύπτουν από τη μείωση συμβατικών ποσοτήτων εργασιών να καλύπτουν δαπάνες άλλων, όλως απαραιτήτων εργασιών, πάντοτε όμως εντός των ορίων του αρχικού συμβατικού αντικειμένου και ύστερα από γνώμη του οικείου Τεχνικού Συμβουλίου".

"3. Αν στο συγκριτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας, ο συγκριτικός πίνακας συνοδεύεται από πρωτόκολλο που κανονίζει τις τιμές για τις εργασίες αυτές. Ο κανονισμός τιμών μονάδας νέων εργασιών γίνεται με υποχρεωτική εφαρμογή κατά σειρά των κατωτέρω περιπτώσεων α, β και γ, ως εξής:

α) εργασίες για τις οποίες υπάρχουν συμβατικές τιμές για παρόμοιες η ανάλογες εργασίες, οι τιμές καθορίζονται ανάλογα προς αυτές, β) για εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν παρόμοιες ή ανάλογες συμβατικές τιμές αλλά περιλαμβάνονται σε εγκεκριμένα ή συμβατικά αναλυτικά τιμολόγια (αναλύσεις τιμών), οι τιμές καθορίζονται σύμφωνα με τα τιμολόγια αυτά, γ) για εργασίες που δεν περιλαμβάνονται στις προηγούμενες περιπτώσεις οι τιμές καθορίζονται με βάση τα πραγματικά στοιχεία κόστους.

Η εξακρίβωση του κόστους γίνεται από επιτροπή που συγκροτείται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία και αποτελείται από τρεις τεχνικούς υπαλλήλους, που έχουν την αντίστοιχη ικανότητα. Στα μέλη της επιτροπής περιλαμβάνεται και επιβλέπων το έργο τεχνικός υπάλληλος. Σε περίπτωση που δεν επαρκεί το τεχνικό προσωπικό η επιτροπή συγκροτείται από δύο τεχνικούς υπαλλήλους, μη αποκλειόμενης της συμμετοχής στην επιτροπή, του επιβλέποντα και του προϊσταμένου της Διευθύνουσας Υπηρεσίας.

Η Προϊσταμένη Αρχή μπορεί σε κάθε περίπτωση να διατάξει τη διενέργεια δοκιμαστικών εργασιών από τον ανάδοχο και να συγκροτήσει άλλη επιτροπή από τεχνικούς υπαλλήλους για την παρακολούθηση της απόδοσης των απαραιτήτων συντελεστών παραγωγής της νέας εργασίας. Στοιχεία που έχουν προκύψει για τον κανονισμό της τιμής της ίδιας εργασίας ή τμήματος αυτής του ίδιου φορέα κατασκευής του έργου ή άλλων φορέων του δημόσιου τομέα ή από δοκιμαστικές εργασίες εξακρίβωσης του κόστους άλλων εργολαβιών δεν αποτελούν τεκμήριο για τον κανονισμό τιμών.

Η περίπτωση γ' εφαρμόζεται μόνο για το μέρος της νέας τιμής που δεν μπορεί να κανονιστεί σύμφωνα με τις περιπτώσεις α ή β'. Στην "ανάλυση της τιμής" διαχωρίζονται τα τμήματα που κανονίζονται σύμφωνα με την περίπτωση γ' από τα τμήματα που κανονίζονται σύμφωνα με τις περιπτώσεις α ή β' . Για εργασίες που είναι παρεμφερείς προς συμβατικές ή ήδη καθορισμένες νέες, οι τιμές κατά τα παραπάνω συντάσσονται μόνο για τα επιπλέον ή επί έλαττον στοιχεία κόστους.

Ο κανονισμός νέων τιμών γίνεται με τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κ.λπ. του χρόνου δημοπράτησης του έργου ή του τυχόν άλλου ισχύοντος για την εργολαβία χρόνου εκκίνησης της αναθεώρησης. Οι προκύπτουσες από πρόσφατα στοιχεία κόστους τιμές ανάγονται στο χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης με αντίστροφη εφαρμογή του σχετικού τύπου της αναθεώρησης.

Οι τιμές που κανονίζονται σύμφωνα με την περίπτωση β' υπόκεινται στη σχετική έκπτωση της δημοπρασίας, ρητή ή τεκμαρτή. Η ρητή ή τεκμαρτή έκπτωση εφαρμόζεται και στην περίπτωση α' αν η έκπτωση δεν περιλαμβάνεται στην όμοια ή ανάλογη εργασία, καθώς και στο μέρος της τιμής της περίπτωσης γ' που κανονίζεται σύμφωνα με τις περιπτώσεις α' ή β'.

Οι τιμές των υλικών, των μηχανικών εξοπλισμών, των συσκευών κ.λ.π., που δεν περιλαμβάνονται στις βασικές τιμές, υπόκεινται στη σχετική έκπτωση της δημοπρασίας, αν αποδεδειγμένα τα είδη αυτά υπάρχουν ευρέως διαδεδομένα στο εμπόριο. Στα συστήματα προσφοράς των άρθρων 10, 12 και 13 του παρόντος διατάγματος ορίζεται υποχρεωτικά στη διακήρυξη τεκμαρτή έκπτωση και για τον προσδιορισμό της λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ των άλλων, η φύση του έργου, οι ιδιαιτερότητες και δυσκολίες των εργασιών και κάθε άλλο στοιχείο που προσιδιάζει στο συγκεκριμένο έργο". "4.Η τιμή μονάδας νέας εργασίας, που κανονίζεται σύμφωνα με την περίπτωση β' της προηγουμένης παραγράφου ή το μέρος της τιμής της περίπτωσης γ', που κανονίζεται σύμφωνα με την περίπτωση β' της προηγουμένης παραγράφου, ανάγεται στο επίπεδο των τιμών της προσφοράς, πολλαπλασιαζόμενη με σταθερό συντελεστή που αφορά στη συμβατική ομάδα ομοειδών εργασιών στην οποία εντάσσεται η υπόψη νέα εργασία.

Ο σταθερός συντελεστής "σ" προκύπτει από τον τύπο :

σ=Α/Β όπου: Α: Η δαπάνη της συμβατικής ομάδας ομοειδών εργασιών, που εντάσσεται η νέα εργασία, με τιμές του προϋπολογισμού υπηρεσίας του χρόνου δημοπράτησης του έργου, ή τυχόν αλλού ισχύοντος για την εργολαβία χρόνου εκκίνησης της αναθεώρησης και Β: Η δαπάνη της συμβατικής ομάδας ομοειδών εργασιών, στην οποία εντάσσεται η νέα εργασία, με τιμές των ισχυουσών εγκεκριμένων αναλύσεων τιμών του χρόνου δημοπράτησης του έργου ή τυχόν αλλού ισχύοντος για την εργολαβία χρόνου εκκίνησης της αναθεώρησης.

Η τιμή μονάδας νέας εργασίας, που από τη φύση της δεν εντάσσεται σε κάποια από τις συμβατικές ομάδες ομοειδών εργασιών, καθορίζεται πολλαπλασιαζόμενη με συντελεστή που υπολογίζεται με τον ίδιο παραπάνω τύπο σ=Α/Β, οπού οι δαπάνες Α και Β αφορούν στις εργασίες του προϋπολογισμού υπηρεσίας, που θεωρούνται ότι αποτελούν μία ομάδα εργασιών.

Για τον υπολογισμό των δαπανών, με βάση τις οποίες προσδιορίζονται τα ανωτέρω πηλίκα λαμβάνονται υπόψη μόνον οι εργασίες εκείνες του προϋπολογισμού υπηρεσίας, οι οποίες είτε υπάρχουν αυτούσιες στις εκάστοτε ισχύουσες εγκεκριμένες Αναλύσεις Τιμών δημοπράτησης έργων είτε υπάρχουν ως αυτούσια τμήματα εργασιών των Αναλύσεων αυτών.

Στις περιπτώσεις που ο προϋπολογισμός υπηρεσίας περιλαμβάνει "κατ' αποκοπήν τιμές" ή τιμές αναφερόμενες στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του παρόντος διατάγματος, με τα συμβατικά τεύχη εγκρίνεται υποχρεωτικά και ανάλυση της τιμής των εργασιών αυτών ή βασικών επί μέρους συνιστωσών εργασιών που επηρεάζουν άμεσα την "κατ' αποκοπήν τιμή" και που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω ισχύουσες εγκεκριμένες Αναλύσεις Τιμών.

Ο ανωτέρω τρόπος καθορισμού τιμών των νέων εργασιών δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις των συστημάτων προσφοράς των άρθρων 10, 12 και 13 του παρόντος διατάγματος. Με τη διακήρυξη ορίζεται για αυτά τα συστήματα προσφοράς, σταθερός συντελεστής, που καθορίζεται με βάση τις γενικές αρχές τιμολόγησης των εργασιών στους προϋπολογισμούς υπηρεσίας από τους φορείς κατασκευής των έργων και πάντως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του 0, 90.

Οι νέες τιμές μονάδας εργασιών, που καθορίζονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου προσαυξάνονται με το ποσοστό γενικών εξόδων και οφέλους του αναδόχου που ισχύει για τη σύμβαση, αν αυτό για την περίπτωση α' της προηγουμένης παραγράφου δεν περιέχεται στην παρόμοια ή ανάλογη τιμή." 5. Οι συγκριτικοί πίνακες και τα πρωτόκολλα κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών που τους συνοδεύουν συντάσσονται από τη Διευθύνουσα υπηρεσία και υπογράφονται από τον ανάδοχο ανεπιφύλακτα ή με επιφύλαξη.

Αν ο ανάδοχος αρνηθεί την υπογραφή, του κοινοποιείται ο συγκριτικός πίνακας και τα πρωτόκολλα σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1. Στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση που ο ανάδοχος υπέγραψε τα σχετικό έγγραφα με επιφύλαξη δικαιούται να υποβάλει ένσταση. Ο συγκριτικός πίνακας και τα πρωτόκολλα νέων τιμών "με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου" εγκρίνονται από την Προϊσταμένη Αρχή στην οποία διαβιβάζονται μαζί με την τυχόν ένσταση του αναδόχου, αιτιολογική έκθεση για την ανάγκη των τροποποιήσεων, τον τρόπο κανονισμού των τιμών και κάθε σχετική πληροφορία.

Αν έχει υποβληθεί ένσταση διατυπώνεται και η γνώμη της Διευθύνουσας υπηρεσίας στο περιεχόμενο της ένστασης αυτής. Μετά την έγκριση του συγκριτικού πίνακα ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος "α εκτελέσει τις σχετικές εργασίες χωρίς αυτό να θίγει τα δικαιώματα για επίλυση της τυχόν διαφοράς".

Τέλος με τις διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του ίδιου ΠΔ 609/1985 για την προσωρινή και οριστική παραλαβή αντίστοιχα των έργων σε εκτέλεση του άρθρου 11 του Νόμου 1418/1984 ορίζονται τα εξής: 'Αρθρο 54. "Για την διενέργεια της προσωρινής παραλαβής η Προϊσταμένη Αρχή ορίζει την επιτροπή παραλαβής, αφού προηγουμένως η Διευθύνουσα υπηρεσία της ανακοινώσει την περάτωση των εργασιών και τη σύνταξη της τελικής επμέτρησης. Η επιτροπή είναι τριμελής, όταν όμως πρόκειται για σημαντικά έργα μπορεί να ορισθούν μέχρι και τέσσερα (4) επιπλέον μέλη για να περιληφθούν σ' αυτή τεχνικοί διαφόρων ειδικοτήτων ανάλογα με τη φύση του έργου. Οταν ο φορέας που πρόκειται να χρησιμοποιήσει το έργο είναι άλλος από την υπηρεσία που το κατασκευάζει η Προϊσταμένη Αρχή μπορεί να περιλάβει στην επιτροπή μέλη που υποδεικνύονται από το φορέα που θα χρησιμοποιήσει το έργο. Οι επιτροπές παραλαβής συνέρχονται και διενεργούν την παραλαβή με πρωτοβουλία και ευθύνη του προέδρου τους. Για την παραλαβή συντάσσεται πρωτόκολλο που υπογράφεται από όλα τα μέλη της επιτροπής, από τον τελευταίο επιβλέψαντα που παρίσταται κατά τη διενέργεια της και από τον ανάδοχο που παραδίδει το έργο. Αν υπάρξει αδυναμία υπογραφής από τον Πρόεδρο ή μέλος της επιτροπής, ή τον επιβλέποντα το πρωτόκολλο υπογράφεται από τους υπόλοιπους με σχετική μνεία των λόγων της αδυναμίας υπογραφής.

2. Η επιτροπή παραλαβής παραλαμβάνει το έργο ποσοτικά και ποιοτικά, ελέγχει κατά το δυνατό την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται, αιτιολογεί τις τυχόν τροποποιήσεις στις ποσότητες και αναγράφει τις παρατηρήσεις της για εργασίες που τυχόν έχουν εκτελεσθεί με υπέρβαση των εγκεκριμένων ποσοτήτων ή κατά τροποποίηση των εγκεκριμένων σχεδίων.

Η επιτροπή επίσης ελέγχει κατά το δυνατό την ποιότητα των εργασιών και αναγράφει στο πρωτόκολλο τις παρατηρήσεις της ιδίως για τις εργασίες που κρίνονται απορριπτέες ή ελαττωματικές που πρέπει να αποκατασταθούν ή παραδεκτές μεν αλλά με μείωση της τιμής τους. 3.Στην παραλαβή καλείται να παραστεί ο ανάδοχος.

Η παραλαβή γίνεται νόμιμα και χωρίς την παρουσία του αναδόχου αν αυτός έχει κληθεί να παραστεί. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπως και στην περίπτωση που ο ανάδοχος αρνηθεί την υπογραφή του πρωτοκόλλου, του κοινοποιείται το πρωτόκολλο σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 29. Το πρωτόκολλο θεωρείται ως πράξη της Διευθύνουσας υπηρεσίας και η σχετική ένσταση ασκείται μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο νόμος υπολογιζόμενη από την υπογραφή του με επιφύλαξη ή από την κοινοποίηση στον ανάδοχο.

Η προσωρινή παραλαβή ολοκληρώνεται με την έγκριση του πρωτοκόλλου από την Προϊσταμένη Αρχή. Αυτή μπορεί να αναβάλλει την έγκριση του πρωτοκόλλου μέχρι να αποκατασταθούν από τον ανάδοχο τα ελαττώματα που διαπιστώθηκαν. Η έγκριση γίνεται μέσα σε ένα μήνα από την πλήρη αποκατάσταση.

4.Η προσωρινή παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε έξι μήνες από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου εφόσον υποβληθεί απ' τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε δύο μήνες από την περάτωση. Αν η τελική επιμέτρηση υποβληθεί από τον ανάδοχο μεταγενέστερα, η πιο πάνω προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την υποβολή της τελικής επιμέτρησης.

Αν δεν υποβληθεί τελική επιμέτρηση από τον ανάδοχο η προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την κοινοποίηση στον ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης που συντάχθηκε απ' την υπηρεσία. Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο δεν εγκριθεί μέσα στις πιο πάνω προθεσμίες η παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα μέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργεια της. 5.Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τις περιπτώσεις παραλαβής τμημάτων έργων που περατώθηκαν και μπορεί να έχουν αυτοτελή χρήση, όπου αυτό προβλέπεται από τη σύμβαση, καθώςεπίσης και σε όλες τις περιπτώσεις που μια εργολαβία δεν συνεχίζεται όπως στις περιπτώσεις διάλυσης, έκπτωσης κ.λπ." 'Αρθρο 55. "1.

Στην οριστική παραλαβή εφαρμόζονται οι διατάξεις για την προσωρινή παραλαβή των παρ. 1, 3 και 5 του άρθρου 53. 2.Η οριστική παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε δύο μήνες από τότε που λήγει ο χρόνος εγγύησης σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο. Αν η οριστική παραλαβή δεν διενεργηθεί μέσα σ'αυτή την προθεσμία θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα μέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά της.

Αν η προσωρινή παραλαβή δεν έχει διενεργηθεί μέχρι την οριστική παραλαβή, διενεργείται ταυτόχρονα προσωρινή και οριστική παραλαβή.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Με το αφορόν τις επιμετρήσεις άρθρο 38 του Π.Δ. 609/1985 δεν τάσσεται προθεσμία στη Διευθύνουσα Υπηρεσία για τον έλεγχο και την έγκριση των υποβαλλομένων τμηματικών επιμετρήσεων, όπως αντιθέτως τάσσεται για τον έλεγχο και την έγκριση της τελικής επιμετρήσεως. Εφόσον, όμως η πληρωμή του αναδόχου -η καθυστέρηση της οποίας πέραν του διμήνου επιφέρει υπέρ αυτού τις συνέπειες της παρ.8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 προϋποθέτει προηγούμενη καταμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών, καθώς και έλεγχο και έγκριση των υποβληθεισών επιμετρήσεων, ο χρόνος της εγκρίσεως των εν λόγω επιμετρήσεων έχει ιδιαίτερη σημασία. Για το λόγο αυτό, και προς τον σκοπό να επιλύονται οριστικώς και επικαίρως διαφορές μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου που ενδεχομένως ανακύπτουν στα διάφορα στάδια εκτελέσεως του έργου, ώστε να γνωρίζουν και οι δυο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να μη επικρατεί αβεβαιότης- πράγμα που εξυπηρετεί και την ανάγκη ταχείας περατώσεως των δημοσίων έργων- η έγκριση ή η άρνηση εγκρίσεως ή η διόρθωση των τμηματικών επιμετρήσεων δεν είναι απρόθεσμη, αλλά αντιθέτως πρέπει να ενεργείται εντός ευλόγου χρόνου, τέτοιος δε χρόνος, ελλείψει σχετικής προβλέψεως, θεωρείται το τρίμηνο από την υποβολή τους προς έγκριση.

Συνεπώς, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους, οι τμηματικές επιμετρήσεις θεωρούνται ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, αυτοδικαίως εγκεκριμένες και η Διευθύνουσα Υπηρεσία όπως και επί της εμπρόθεσμης έγκρισης δεν δύναται πλέον να τις διορθώσει, ούτε κατά το στάδιο ελέγχου της τελικής επιμετρήσεως, με την οποία απλώς ανακεφαλαιώνονται οι ποσότητες των τμηματικών επιμετρήσεων, όπως ρητώς ορίζει η παρ. 4 του άρθρου 38 του π.δ. 609/1985 στο εδάφιο α', ούτε με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής.

Η διάταξη δε της παρ. 2 του άρθρου 53 του π.δ. 609/1985, που ορίζει ότι η αρμόδια για τη διενέργεια της προσωρινής παραλαβής του έργου επιτροπή "ελέγχει κατά το δυνατό την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται", δεν έχει την έννοια ότι με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής μπορούν να αμφισβητηθούν εργασίες που περιελήφθησαν σε τμηματικές επιμετρήσεις οι οποίες είτε εγκρίθηκαν ρητώς είτε θεωρούνται ως σιωπηρώς εγκριθείσες λόγω παρόδου απράκτου τριμήνου από την υποβολή τους προς έγκριση στην Διευθύνουσα Υπηρεσία.

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 40 παρ.7 του Π.Δ. 609/1985 και 5 παρ.8 του Ν.1418/1984, προκύπτει ότι η ρητή εμπρόθεσμη (εντός της αποκλειστικής προθεσμίας τους ενός μηνός) έγκριση των τμηματικών λογαριασμών-πιστοποιήσεων του έργου και των επιμετρητικών στοιχείων που τις συνοδεύουν αλλά και η αυτοδίκαιη (σιωπηρή) έγκριση του λογαριασμού με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας του ενός μηνός, συνεπάγονται την οριστικοποίηση του ύψους της οφειλόμενης αμοιβής στον ανάδοχο, χωρίς να μπορεί η διευθύνουσα υπηρεσία με μεταγενέστερη πράξη της να προβεί σε περικοπές και μειώσεις κονδυλίων εκτελεσθεισών εργασιών των πιστοποιήσεων.

Τέλος όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων 5 παρ.7 και 8, 8 παρ.1 και 2 του Ν.1418/1984, 38 και 40 παρ.7, 43 παρ.5 του Π.Δ. 609/1985 καθένας από τους πίνακες που καταρτίζονται κατά τη διάρκεια του έργου έστω και με την έννοια του ανακεφαλαιωτικού είναι αυτοτελής, ως προς το είδος και ποσό των περιλαμβανόμενων σ'αυτό εργασιών και την αξία τους, με την έννοια ότι εφ'όσον δεν αμφισβητηθεί καθ'οιονδήποτε τρόπο προσηκόντως ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών αρχών και του δικαστηρίου, το περιεχόμενό του, οριστικοποιείται, οι δε απαιτήσεις που προέρχονται απ'αυτόν δεν μπορούν να προσβληθούν με αφορμή την κατάρτιση και τον έλεγχο μεταγενέστερου πίνακα, αφού τα δεδομένα αυτά διαμορφωθέντα με την ανεπιφύλακτη συναίνεση αμφοτέρων των μερών, ανάγονται πλέον στο συμβατικό μέρος της κατά τις διατάξεις του Ν. 1418/1985 και του ΠΔ 609/1185 καταρτιζόμενης εργολαβικής σχέσης, και αποτελούν εκ των πραγμάτων στοιχεία καθοριστικά της περαιτέρω συναλλακτικής σχέσης και συμπεριφοράς καθενός των συμβαλλομένων, κατά τη διαχρονική εξέλιξη της σχέσης και μέχρι την ολοκλήρωσή της.

Εν όψει δε αυτών, η μονομερής από τον κύριο του έργου ή την διευθύνουσα υπηρεσία, μεταβολή των δεδομένων κονδυλίων προγενέστερων συγκριτικών (ανακεφαλαιωτικών) πινάκων του έργου, που καταρτίσθηκαν εγκρίθηκαν, και οριστικοποιήθηκαν κατά τα προαναφερθέντα σε σχέση με προγενέστερες τμηματικές εκτελεσθείσεςπιστοποιήσεις, δεν είναι επιτρεπτή ούτε κατά τον πραγματοποιούμενο μεταγενέστερο τελικό έλεγχο, εάν η μεταβολή αυτή και η ανατροπή του οριστικοποιημένου συγκριτικού (ανακεφαλαιωτικού) πίνακα και της συναφούς πιστοποίησης εργασιών και εντολής πληρωμής, οφείλεται αποκλειστικά σε μεταβολή των απόψεων της υπηρεσίας αυτής ως προ τη νομιμότητα των κονδυλίων των οποίων επιχειρείται η μεταβολή μεταγενέστερα, αφού στην περίπτωση αυτή, λόγω της πιο πάνω ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, δεν έχουν εφαρμογή ούτε οι γενικές αρχές για την ανάκληση από τη διοίκηση παράνομων πράξεών της, ούτε οι διατάξεις για την ακύρωση δήλωσης λόγω ουσιώδης πλάνης του Αστικού Κώδικα.

Τα προαναφερθέντα δεν αναιρούνται από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν των άρθρων 38, 40 παρ.6 και 8, 43, 54 και 55 του ΠΔ 609/1985. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 84/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα επί της από 23-2-2005 προσφυγής της αναιρεσείουσας: Με την από 8-4-1998 εργολαβική σύμβαση που καταρτίστηκε στη Μυτιλήνη μεταξύ των διαδίκων, η καθ'ης η προσφυγή Δημοτική Επιχείρηση 'Υδρευσης και Αποχέτευσης Μυτιλήνης (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.) ανέθεσε στην προσφεύγουσα εταιρεία και η τελευταία ανέλαβε να εκτελέσει το δημοτικό έργο "Κατασκευή δικτύων ομβρίων-ακαθάρτων και ύδρευσης κεντρικού και βορείου τμήματος πόλης Μυτιλήνης-Περιοχή Γ'", προϋπολογισμού δαπάνης 2.070.295.417 δραχμών, στην οποία περιλαμβάνονται η αξία των εργασιών και απρόβλεπτα, όχι όμως η πρόβλεψη αναθεώρησης και ο ΦΠΑ που υπολογίστηκαν σε 120.400.000 και 284.790.404 δραχμές, αντίστοιχα.

Το έργο αυτό διέπεται από τις διατάξεις του ν.1418/1984 και των π.δ. 609/1985 και 171/1987 αφού πρόκειται για δημόσιο έργο το οποίο ως έργο υποδομής που προορίζεται να καλύψει βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, γεγονός, άλλωστε, το οποίο δεν αμφισβητείται. Αντικείμενο της εργολαβίας ήταν η κατασκευή των δικτύων ομβρίων-ακαθάρτων και ύδρευσης και ειδικότερα α) αγωγοί ομβρίων ορθογωνικοί, β) αγωγοί ομβρίων κυκλικοί, γ) αγωγοί ακαθάρτων, γ) αγωγοί ακαθάρτων καταθλιπτικοί και ε) αγωγοί PVC τροφοδοτικοί και διανομής ύδρευσης.

Το έργο αυτό, όπως συνομολογείται και από τις δύο πλευρές έχει περατωθεί από 31-12-2001. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ'αριθμόν 99/1999 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΜ εγκρίθηκε ο 1ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών (ΑΠΕ) του έργου με τα διαλαμβανόμενα σ'αυτόν οικονομικά στοιχεία, συνολικού ύψους 2.070.295,417:δραχμών, πλέον της αναθεώρησης και ΦΠΑ και εργασίες αρχαιολογιών ερευνών ύψους 500.000.000 δραχμών, πλέον αναθεώρησης και ΦΠΑ.

Στη συνέχεια, με την υπ'αριθμό 70/3-10-2000 απόφαση του Δ.Σ. της ΔΕΥΑΜ, εγκρίθηκε ο 2ος ΑΠΕ με τα διαλαμβανόμενα σ'αυτόν οικονομικά στοιχεία, συνολικού ύψους 2.070.295.417 δραχμών σε ισοζύγιο με τον 1° ΑΠΕ, πλέον της αναθεώρησης και ΦΠΑ και εργασίες αρχαιολογικών ερευνών ύψους 800.000.000 δραχμών, πλέον αναθεώρησης και ΦΠΑ.

Στη συνέχεια, με την υπ'αριθμό 34/10-4-2001 απόφαση του ΔΣ της ΔΕΥΑΜ, εγκρίθηκε ο 3ος ΑΠΕ με τα διαλαμβανόμενα σ'αυτόν οικονομικά στοιχεία, συνολικού ύψους 2.070.295.417 δραχμών σε ισοζύγιο με τον 2° ΑΠΕ πλέον της αναθεώρησης και ΦΠΑ και εργασίες αρχαιολογικών ερευνών ύψους 911.275.461 δραχμών πλέον αναθεώρησης και ΦΠΑ.

Στη συνέχεια με την υπ'αριθμό 85β/2002 απόφαση του ΔΣ της: ΔΕΥΑΜ εγκρίθηκε ο 4ος ΑΠΕ με τα διαλαμβανόμενα σ'αυτόν οικονομικά στοιχεία, ύψους 2.070.295.417 δραχμών σε ισοζύγιο με τον 3° ΑΠΕ πλέον της αναθεώρησης και ΦΠΑ και εργασίες αρχαιολογικών ερευνών ύψους 800.000.000 δραχμών πλέον αναθεώρησης και ΦΠΑ. Ο 5ος ΑΠΕ συντάχθηκε από την Τεχνική Υπηρεσία της ΔΕΥΑΜ στις 4-3-20θ4 και θεωρήθηκε από το διευθυντή τεχνικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών και εγκρίθηκε με την υπ'αριθμό 39/2004 απόφαση του ΔΣ της ΔΕΥΑΜ με τα διαλαμβανόμενα σ'αυτόν οικονομικά στοιχεία, ύψους 2.070.295.417 δραχμών πλέον της αναθεώρησης και ΦΠΑ και εργασίες αρχαιολογικών ερευνών:ύψους 732.569.322 δραχμών.

Δηλαδή η συνολική δαπάνη του έργου ανήλθε στο ποσό των 3.540.137.155 δραχμών. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του παραπάνω έργου εκδόθηκαν 35 πιστοποιήσεις και αντίστοιχες εντολές πληρωμής συνολικού ποσού 3.443.373.040 δραχμών. Η 32η και 33η πιστοποίηση εργασιών υπεβλήθη από την ανάδοχο εταιρεία στη διευθύνουσα υπηρεσία στις 20-6-2001 και 10-9-2001, αντίστοιχα, συνολικού ύψους 153.000.000 δραχμών και 146.690.000 δραχμών αντίστοιχα.

Η διευθύνουσα υπηρεσία περιέκοψε τα ποσά των 123.395.000 δραχμών από το 32° λογαριασμό και των 1.011.500 δραχμών από τον 33° λογαριασμό, θεωρώντας ότι το μέρος των αναφερομένων σ'αυτούς εργασιών (εκσκαφής σκαμμάτων αγωγών και επίχωσης κάθε είδους με αδρανές υλικό λατομείου σε κατοικημένες περιοχές) είναι νέες εργασίες η αποζημίωση των οποίων δεν έπρεπε να γίνει με τις συμβατικές τιμές μονάδας αλλά με τιμές μονάδας που αναφέρονται σε νέες εργασίες.

Έτσι η διευθύνουσα υπηρεσία συνέταξε τον 5ο ΑΠΕ και το αντίστοιχο 4ο ΠΚΤΜΝΕ που περιλαμβάνει τις μειώσεις των τιμών όλων των νέων εργασιών, εκάλεσε δε με το υπ'αριθμό 1395/23-4-2004 έγγραφό της την ανάδοχο εταιρεία να λάβει γνώση του περιεχομένου τους και να τους προσυπογράψει. Κατ'αυτών η ανάδοχος άσκησε; την από 10-5-2004 ένσταση.

Στη συνέχεια η διευθύνουσα υπηρεσία κοινοποίησε, με δικαστικό επιμελητή, στην ανάδοχο τον εν λόγω 5ο ΑΠΕ οπότε η ανάδοχος άσκησε και νεώτερη ήτοι την από 9-6-2004 ένσταση κατ'αυτού. Επί των ενστάσεων, αυτών εξεδόθησαν οι με αριθμούς 38 και 39/2004 αποφάσεις του ΔΣ της ΔΕΥΑΜ με τις οποίες απερρίφθησαν οι ενστάσεις.

Κατά των απορριπτικών αυτών αποφάσεων η ανάδοχος άσκησε την από 27-9-2004 αίτηση θεραπείας προς τον α) Γενικό Γραμματέα, της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και β) Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Η αίτηση αυτή κοινοποιήθηκε και προς το ΔΣ της ΔΕΥΑΜ, με την ιδιότητα του κυρίου του έργου. Επί της ανωτέρω αιτήσεως δεν υπήρξε απάντηση μέσα στην προβλεπόμενη από το νόμο τρίμηνη προθεσμία, οπότε τεκμαίρεται πλέον η απόρριψή της από 30-12-2004.

Η ανάδοχος άσκησε μετά ταύτα την από 23-2-2005 κρινόμενη προσφυγή της. Από αμφότερα τα διάδικα μέρη συνομολογείται η κατά την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου ανακύψασα ανάγκη εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών που οφείλεται κυρίως στην παρουσία αρχαιολογικών ευρημάτων επί των οδών Καβέτσου, Πεσμπατζόγλου, Ελ.

Βενιζέλου, Π. Βοστάνη και στις διασταυρώσεις των οδών Καβέτσου και Ερεσσού, Ε. Βενιζέλου και Γ. Μούρα, Καβέτσου και πλατείας Κυπρίων Πατριωτών και ειδικότερα αναφέρονται σε εκσκαφές σκαμμάτων, λόγω καθυστέρησης από αρχαιολογικές έρευνες στις παραπάνω οδούς και σε αποκατάσταση ασφαλτικών οδοστρωμάτων βαριάς κυκλοφορίας λόγω αποσύνθεσης του οδοστρώματος.

Η διαφορά που ανέκυψε μεταξύ των διαδίκων αναφέρεται στον τρόπο υπολογισμού κοστολόγησης των νέων αυτών πρόσθετων εργασιών. Σημειώνεται ότι οι νέες αυτές εργασίες στις εγκεκριμένες τους ποσότητες περιελήφθησαν στις από 1η - 36η πιστοποιήσεις εργασιών. Οι εργασίες αυτές <.... έπρεπε να αναχθούν στο χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης με αντίστροφη εφαρμογή του σχετικού τύπου της αναθεώρησης...". (παρ. 8 του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985).

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής υπάρχει το πρόβλημα ότι όταν γίνονται οι τιμές δεν έχουν κοινοποιηθεί οι συντελεστές του τριμήνου. Οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 1418/1984 <Αναθεώρηση Τιμών> καθορίζουν τα σχετικά με τον υπολογισμό της αναθεώρησης ρητή δε και βασική προϋπόθεση εφαρμογής τους για τις περιπτώσεις <νέων τιμών που συντάσσονται με βάση τα πραγματικά στοιχεία κόστους> είναι η αναγωγή τους στο χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης με αντίστροφη εφαρμογή του σχετικού τύπου (παρ.5 του προαναφερόμενου άρθρου).

Η σύνταξη μιας τιμής με πραγματικά στοιχεία; κόστους, έτσι όπως ρητά προσδιορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985 αφορά τα στοιχεία κόστους την περίοδο εκτέλεσης τους, αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης εκτίμησης, και τούτο διότι τα πραγματικά στοιχεία κόστους προκύπτουν από τα νόμιμα αποδεικτικά πληρωμής για την εκτέλεση των εργασιών και αυτά δεν μπορούν να είναι ανοιγμένα σε άλλη περίοδο από αυτή της περιόδου εκτέλεσης των εργασιών, η δε αναγωγή στο χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης των τιμών δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με:

τον τρόπο που καθορίζεται στις σχετικές διατάξεις ήτοι κανονισμό της τιμής του χρόνου εκτέλεσης της εργασίας και μετά αναγωγή με αντίστροφη εφαρμογή του σχετικού τύπου της αναθεώρησης. Η αρχική σύμβαση και οι ΑΠΕ που συντάσσονται κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου και αποτελούν νέες συμβατικές ρυθμίσεις δεν μπορούν, να καθορίζουν διαφορετικά τις προαναφερόμενες διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση οι νέες τιμές που κανονίστηκαν με τα 1ο, 2ο, 3ο, και 4ο ΠΚΤΜΝΕ και συμπεριλήφθησαν στους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο και 5°ΑΠΕ του έργου συντάχθηκε μεν με βάση το άρθορ 43 παρ.3 περίπτωση γ' του ΠΔ 609/1985 ήτοι με βάση τα πραγματικά στοιχεία κόστους, εκτός της αναγωγής στο χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης.

Επίσης στους μέχρι τότε εγκεκριμένους λογαριασμούς η ανάδοχος δεν εφήρμοσε την προσφερόμενη απ'αυτήν έκπτωση επί του ποσοστού 18% των γενικών εξόδων και του εργολαβικού οφέλους (Γ.Ε. και Ε.Ο.) τις εν λόγω εργασίες, όπως σχετικά ορίζεται στην εγκύκλιο 37/97 του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Έτσι η διευθύνουσα υπηρεσία προέβη στη σύνταξη του 5ου ΑΠΕ και 4ου ΠΚΤΜΝΕ προκειμένου να διορθώσει την προφανή παράλειψη ήτοι να αναγάγει τις τιμές που συντάχθηκαν με βάση τα πραγματικά στοιχεία κόστους στο χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης (Β' τρίμηνο 1997), αφού για τη σύνταξη των τιμών αυτών, καταρτίσθηκαν μεν τα πρωτόκολλα παρακολούθησης των συντελεστών παραγωγής και εξακρίβωσης κόστους αλλά λόγω του ότι την δεδομένη στιγμή που συντάχθηκαν οι προαναφερόμενοι ΑΠΕ (1ος, 2ος, 3ος) δεν υπήρχε πληρότητα των στοιχείων σχετικά με την κοινοποίηση των συντελεστών τριμήνου, οπότε καθίστατο δυσχερής αν όχι αδύνατη η οριζόμενη αναγωγή.

Ο 5ος ΑΠΕ συντάχθηκε με δεδομένη την πληρότητα των συντελεστών που επηρεάζουν τις τιμές αυτές ώστε να πληρούται το τυπικό σκέλος των διατάξεων του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985 που ορίζουν την αναγωγή στο χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης. Γι'αυτό, άλλωστε, οι συντασσόμενοι λογαριασμοί είναι πάντοτε ανακεφαλαιωτικοί και όλες οι πληρωμές που γίνονται στον ανάδοχο.

κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου με βάση τις πιστοποιήσεις, αποτελούν πάντοτε καταβολές έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο εκκαθαρίζεται μετά την οριστική παραλαβή (άρθρο 4ο παρ.8 ΠΔ 609/1985). Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας, στον οποίο θεμελιώνεται κατά το ένα σκέλος η προσφυγή, ότι δηλαδή ποσότητες εργασιών που αναφέρονται σε εκσκαφές σκαμμάτων αγωγών για κατοικημένες περιοχές (ΑΤ 1) και επιχώσεις κάθε είδους ορυγμάτων με αδρανές υλικό λατομείου σε κατοικημένες περιοχές (ΑΤ 4) που έπρεπε κανονικά να κοστολογηθούν και πληρωθούν βάσει των άρθρων ΑΤ 1 ΑΤ 4 και ΆΤ 19.5 του συμβατικού τιμολογίου θεωρήθηκαν από την διευθύνουσα υπηρεσία ως <νέες εργασίες> και μάλιστα ως εργασίες του άρθρου 1 του 3ου ΠΚΤΜΝΕ που προβλέπει μειωμένη τιμή μονάδας, έναντι αυτής των ΑΤ1 και ΑΤ 4, με αποτέλεσμα η τελευταία να προβεί αυθαιρέτως και παρανόμως σε ανάλογη περικοπή των σχετικών τιμών μονάδας και της αντίστοιχης αποζημίωσης και ότι η προαναφερόμενη περικοπή εργασιών και της αντίστοιχης αποζημίωσης είναι αντισυμβατική και μη νόμιμη, διότι:

α ) οι επίμαχες εργασίες είναι ακριβώς οι; εργασίες που περιγράφονται στα ΑΤ 1 και ΑΤ 4, β) αφού οι εργασίες αυτές είχαν εκτελεστεί και πιστοποιηθεί σε προηγούμενους λογαριασμούς-πιστοποιήσεις σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα, είχαν περιληφθεί στους προηγούμενους ΑΠΕ που είχαν συνταχθεί και εγκριθεί μέχρι τότε, είχαν αποζημιωθεί σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα και είχε συνεπώς η καθ'ής αποδεχθεί την ακολουθούμενη μέχρι τότε πρακτική συνομολογήθηκαν για το θέμα αυτό νέες μεταξύ τους συμβάσεις, που δεσμεύουν την καθ'ης, γ) η τιμολόγηση των εν λόγω εργασιών έγινε μετά την εκτέλεση τους κατά παράβαση του άρθρου 43 παρ. 3 π.δ/τος 609/11985 και δ ) δεν είχε δικαίωμα η καθ'ης επειδή μετέβαλε άποψη, να περικόψει τις υπόψη εργασίες, σε κάθε δε περίπτωση η αναθεώρηση της στάσεως της αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ.

Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι από ουσιαστική άποψη διότι όπως προβάλλεται από την καθ'ης και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, η προσφεύγουσα, ενώ κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου οφειλή να υποβάλει στη διευθύνουσα υπηρεσία στο τέλος κάθε μήνα αναλυτικές επιμετρήσεις για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα (άρθρο 38 παρ. 2 και 40 παρ. 2 π.δ/τος 609/1985), υπέβαλε συστηματικά προσωρινές μόνο επιμετρήσεις, τις οποίες συνέτασσε μονομερώς και δεν συνοδευόταν από τα αναγκαία επιμετρικά στοιχεία (μικροτομές και εργαστηριακές δοκιμές), όλα δε τα ΠΠΑΕ και τις αντίστοιχες αναλυτικές επιμετρήσεις τα υπέβαλε σε χρόνο που το έργο είχε σχεδόν ολοκληρωθεί και απλώς είχε χορηγηθεί από την καθ'ης η τελευταία παράταση για την εκτέλεση ορισμένων εργασιών.

Οι αναλυτικές επιμετρήσεις, εκτός του ότι υποβλήθηκαν με καθυστέρηση πολλών μηνών, ήταν αρχικά ελλιπείς (δεν συνοδευόταν; από τις αναγκαίες οριζοντιογραφίες, τα αποτελέσματα των εργαστηριακών δοκιμών κλπ ), πράγμα που επισήμανε η διευθύνουσα υπηρεσία στην προσφεύγουσα και έτσι η τελευταία τις συμπλήρωσε μετά την αποπεράτωση του έργου.

Για το λόγο αυτό καθυστέρησε αναγκαίως και ο τμηματικός από τη διευθύνουσα υπηρεσία έλεγχος των επιμέρους εργασιών και συνεπώς νομίμως έγινε από την τελευταία καθυστερημένα ο χαρακτηρισμός και η τιμολόγηση των εν λόγων εργασιών ως νέων εργασιών και η σύνταξη στη συνέχεια του 5ου ΑΠΕ και του 4ου ΠΚΤΜΝΕ.

Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί η συμπεριφορά της καθ'ης αντισυμβατική ή μη σύννομη ή ότι δεν είναι νόμιμος ο χαρακτηρισμός της επίμαχης εργασίας ως νέας και η τιμολόγησή της μετά την εκτέλεση της, αφού εξ αιτίας της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς της προσφεύγουσας ήταν αντικειμενικά ανέφικτος ο έλεγχος των εργασιών και ο χαρακτηρισμός της ή η τιμολόγηση της ως νέας σε προγενέστερο χρόνο.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τα ακόλουθα περιστατικά: 1) Όπως ήδη σημειώθηκε στη νομική σκέψη, οι διατάξεις των άρθρων 38 και 43 π.δ. 609/1985, αποτελούν κανόνες δημόσιας τάξης και δεν μπορεί να αποκλειστεί η εφαρμογή τους με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των συμβαλλομένών. 2) Όλες οι πληρωμές που γίνονται στον ανάδοχο κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου με βάση τις πιστοποιήσεις αποτελούν πάντοτε καταβολές έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο εκκαθαρίζεται μετά την οριστική παραλαβή (άρθρο 40 παρ. 8 π.δ. 609/1985) και δεν αποτελεί συνακόλουθα μεταβολή προηγούμενης άποψης ή πρακτικής τακτικής της καθ'ης, το γεγονός ότι προέβη στην περικοπή της επίμαχης εργασίας μολονότι αυτή είχε αποζημιωθεί ως εργασία του ΑΤ 1 ή ΑΤ 4 προσωρινά και πριν από τη διενέργεια των αναγκαίων ελέγχων.

Εξάλλου η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 38 παρ.4 π.δ 609/1985 αφορά την <τελική επιμέτρηση> που υποβάλει ο ανάδοχος μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου και ότι τις επιμέρους επιμετρήσεις, τις οποίες προβλέπει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου. Περαιτέρω η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι παραπάνω περικοπές από τη διευθύνουσα υπηρεσία έγιναν εκ των υστέρων για λόγους οικονομικούς-ταμειακούς του κυρίου του έργου, οι μη νόμιμες δε και αυθαίρετες αυτές διορθώσεις επιχειρείται να νομιμοποιηθούν με τα προσβαλλόμενα 5° ΑΠΕ και 4° ΠΚΤΜΝΕ, επί ζημία της αναδόχου εταιρείας, αφού δεν ελήφθησαν υπόψη οι βασικές δαπάνες για την μακρόχρονη υποστήριξη της λειτουργίας του εργοταξίου εν γένει και το σύστημα αντιστήριξης.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί διότι για τις περιπτώσεις αυτές η σχετική αποζημίωση περιέχεται στα γενικά έξοδα και εργολαβικό όφελος (Γ.Ε. και Ε.Ο.) ποσοστό 18% κατά το οποίο προσαυξάνεται η αξία των εκτελεσμένων εργασιών και της αναθεώρησης, ή δε δαπάνη για το σύστημα αντιστηρίξεων καταβάλλεται με την αξία των εκτελεσμένων εργασιών και της αναθεώρησης, η σχετική δε δαπάνη για το σύστημα αντιστηρίξεων καταβάλλεται με την αξία των εκτελεσμένων εργασιών που τακτοποιείται οριστικά .με την έγκριση των ΑΠΕ.

Συμπερασματικά σημειώνεται ότι προκειμένου να κανονισθούν οι νέες τιμές που διαλαμβάνονται στα 1°, 2ο και 3ο ΠΚΤΜΝΕ και συμπεριλαμβάνονται στους αντίστοιχους ΑΠΕ συστήθηκε από τη διευθύνουσα υπηρεσία Επιτροπή για την παρακολούθηση της απόδοσης των συντελεστών παραγωγής εργασιών. Η Επιτροπή για κάθε ΠΚΤΜΝΕ συνέταξε δύο πρωτόκολλα:

α) Το πρωτόκολλο παρακολούθησης το οποίο αναφέρεται στην απόδοση των απαραιτήτων συντελεστών παραγωγής της νέας εργασίας και β) πρωτόκολλο εξακρίβωσης κόστους το οποίο αναφέρεται στο ανά συντελεστή παραγωγής πραγματικού κόστους στη μετρούμενη μονάδα. Με τον 5ο Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα έγινε προσαρμογή με βάση τους συντελεστές αναθεώρησης που είχαν εκδοθεί στο μεταξύ.

Έτσι, οι τιμές που καθορίστηκαν αρχικά αφορούν τα πραγματικά στοιχεία κόστους και αντιστοιχούν στο τελικά καταβαλλόμενο αντάλλαγμα, ενώ οι τιμές του 5ου ΑΠΕ είναι οι αρχικές τιμές ανοιγμένες στο χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης. Οι διαφορές των αρχικών και ανοιγμένων τιμών καταβάλλονται στον ανάδοχο με τον υπολογισμό της αναθεώρησης τιμών.

Η επιχειρούμενη σύγκριση τιμών τιμαριθμικής-ωρομισθίων για εντοπισμό της χρονικής διακύμανσης αυτών, δεν απεικονίζει την πραγματικότητα του έργου διότι οι τιμές ωρομισθίων με τις οποίες συντάχθηκαν οι ΑΠΕ δεν αντιστοιχούν στο τρίμηνο εκκίνησης (Β' 97). Επομένως, δεν μπορεί να. θεωρηθεί η συμπεριφορά της καθής ως αντισυμβατική, αυθαίρετη ή μη νόμιμη.

Σχετικά με την εφαρμογή της έκπτωσης της εργολαβίας επί του ποσοστού των γενικών εξόδων και του εργολαβικού οφέλους (ΓΕ και ΕΟ) σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των .άρθρων 43παρ.3 περ. γ, 61 παρ. 1 του ΠΔ 609/1985, 18 παρ. 2 του Ν. 1418/1:984 και 31ο τταρ.6 του ΠΔ 475/1976 ( βλ. και την Υπουργ. Εγκύκλιο 37/97 ) στις νέες τιμές που συντάσσονται με πραγματικά στοιχεία κόστους, σύμφωνα με το πρακτικό της προαναφερόμενης Επιτροπής η εν λόγω έκπτωση δεν εφαρμόζεται.

Τέλος, δεδομένου ότι οι ένδικες διορθώσεις (περικοπές) αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 43 παρ 3γ του ΠΔ 609/1985, οι οποίες αναφέρονται στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 του Ν.1418/1984 και 41 του ΠΔ 609/1985 που ρυθμίζουν το θεσμό της αναθεώρησης των τιμών, κατά το μέτρο που καλύπτει τις πιθανές απώλειες του εργολάβου από την αύξηση του κόστους του έργου, δεν επιτρέπουν αυτές την παράλληλη εφαρμογή των διορθωτικών ρητών του Αστικού Κώδικα (άρθρα 288 και 388) και αυτό γιατί η παράγραφος 10 του άρθρου 10 του Ν.1418/1984 την απαγορεύει σε περίπτωση αυξομείωσης των τιμών.

Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, ούτε στους ορισμούς των άρθρων 200 και 281 ΑΚ μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται η συναλλακτική συμπεριφορά της καθ'ης. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη προσφυγή ως ουσία αβάσιμη".

Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η προσφυγή της αναιρεσείουσας με την οποία προέβαλε ότι όχι νόμιμα η Τεχνική Υπηρεσία και το Διοικητικό Συμβούλιο της καθ'ής η προσφυγή κατά τη σύνταξη του 5ου Α.π.Ε. και του αντίστοιχου 4ο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. περιέκοψε μέρος της αμοιβής της που είχε εγκριθεί οριστικά με τους υπ'αριθ. 1ο, 2ο, 3ο και 4ο Α.Π.Ε.

και τα συνοδευτικά αυτών υπ'αριθ. 1ο, 2ο και 3ο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. και κυρίως με τις υπ'αριθ. 9-31 τροποποιήσεις (λογαριασμούς) και είχε πληρωθεί με τις αντίστοιχες εντολές πληρωμής, με αποτέλεσμα να ανατραπούν μεμονωμένα ανεπίτρεπτα εκ των υστέρων τα συμβατικών δεδομένα των προηγουμένων ανακεφαλαιωτικών πινάκων και των αντίστοιχων πιστοποιήσεων, όπως και των μετρήσεων που τις συνόδευαν, λόγω της μεταβολής των απόψεων της καθ'ής ως προς το χαρακτήρα και το είδος των εκτελεσθεισών εργασιών, που έπρεπε να αμειφθούν κατ'άλλο τρόπο, και ως προς τον καθορισμό της αμοιβής της αναιρεσείουσας για τις νέες εργασίες και τον υπολογισμό της έκπτωσης στο ποσοστό 18% των γενικών εξόδων και του εργολαβικού οφέλους (Γ.Ε.

και Ε.Ο.) και 2) ότι όχι νόμιμα η καθ'ής τροποποίησε τα πιο πάνω ένδικα Π.Π.Α.Α. μετά την άκαρπη παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας από την υποβολή τους σ'αυτήν και την σιωπηρή έγκρισή τους. Στήριξε δε το Εφετείο την απορριπτική του κρίση στο γεγονός: 1) ότι η διευθύνουσα υπηρεσία του ένδικου έργου διόρθωσε επιτρεπτά τις πιο πάνω παραλείψεις που είχαν μεσολαβήσει κατά τη σύνταξη και έγκριση των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου Α.Π.Ε.

και των αντίστοιχων 9-31 πιστοποιήσεων (λογαριασμούς), στις οποίες οι εκ των υστέρων χαρακτηρισθείσες ως νέες εργασίες (εκσκαφής σκαμμάτων αγωγών) και οι εργασίες επίχωσης κάθε είδους με αδρανές υλικό λατομείου, σε κατοικημένες περιοχές λόγω καθυστερήσεων από αρχαιολογικές έρευνες, αποζημιώθηκαν με τις συμβατικές τιμές μονάδος ΑΤ1 και ΑΤ4, και κρίθηκε μετά τις διορθώσεις-περικοπές ότι οι μεν εργασίες επίχωσης δεν αμείβονται ιδιαιτέρως, οι δε εργασίες εκσκαφής αμείβονται με τις τιμές που αναφέρονται σε νέες εργασίες, με βάση τα στοιχεία κόστους, ύστερα από αναγωγή στο χρόνο εκκίνησης της αναθεώρησης (β' τρίμηνο του 1997), και 2) ότι η διευθύνουσα το έργο υπηρεσία είχε το δικαίωμα μονομερώς να τροποποιεί το χαρακτηρισμό εκ των υστέρων των πιο πάνω εργασιών και την αμοιβή τους που αναφέρονται ανακεφαλαιωτικά στις προαναφερόμενες προηγούμενες πιστοποιήσεις και στα ένδικα Π.Π.Α.Α και μέχρι την τελική πιστοποίηση, χωρίς να δεσμεύεται ούτε από το τρίμηνο της αυτοδίκαιης έγκριση των ενδίκων Π.Π.Α.Α.

από της υποβολής τους, που αφορά (κατά τις παραδοχές του Εφετείου) μόνο την τελική επιμέτρηση και όχι και τις προηγούμενες επί μέρους. Εν όψει δε της τελευταίας αυτής παραδοχής του το Εφετείο αρκέστηκε μόνο στον προσδιορισμό του χρόνου υποβολής των ένδικων επιμετρήσεων, χωρίς να προσδιορίσει περαιτέρω το χρόνο της τελικής διόρθωσης από τον οποίο εξαρτάται ο χρόνος της αυτοδίκαιης έγκρισης (σιωπηρής) των επιμετρήσεων.

Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, εφ' όσον δέχεται παράλληλα και ότι τα δεδομένα των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου Α.Π.Ε., των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. και των με αριθμό 9 έως 31 πιστοποιήσεων ανατράπηκαν παραδεκτά εκ των υστέρων μονομερώς με τις προσβαλλόμενες περικοπές και διορθώσεις ως προς την ποσότητα των εκτελεσθέντων εργασιών του υπολογισμού της αμοιβής τους ως νέων" και τον υπολογισμό της έκπτωσης γιατί είχαν καταρτισθεί, εγκριθεί και εκτελεσθεί με τη μη προβλεπόμενη όμως, επιφύλαξη της προσωπικότητας στο σύνολό τους, που δεν δέχεται παράλληλα και ότι είχε διατυπωθεί ρητά στα έγγραφα που εκ των υστέρων τροποποιήθηκαν και είχε γίνει αποδεκτή και από τα δύο διάδικα μέρη, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.7 και 8 του Ν.1418/1984 και 38, 40 και 43 παρ.δ του Π.Δ/τος 609/1985 και πρέπει να αναιρεθεί κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 84/2006 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Πενταμελούς Σύνθεσης).

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 17 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ