1649/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1649/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1, 309 εδ. α, 321, 495 παρ.1 και 554 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε αναίρεση υπόκειται η τελεσίδικη απόφαση, εκείνη δηλαδή, που απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Full text
Απόφαση 1649 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1649/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Χαράλαμπος Ζώης, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΑΜΠ ΟΤΕΛ ΛΟΥΤΡΑΚΙ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία REDEV ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, τις οποίες εκπροσώπησαν ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Άγγελος Καμινάρης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την νυν επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" πρώην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ATHENS RESORT CASINO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα της οιονεί καθολικής διαδόχου της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΗΥΑΤΤ REGENCY-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ" που είχε έδρα στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Ανώνυμης εταιρείας με την νυν επωνυμία "Hyatt Regency-Ξενοδοχειακή και Τουριστική (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε" πρώην "Hyatt Regency- Ξενοδοχειακή και Τουριστική (Θεσσαλονίκη) Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα μετά από τροποποίηση αυτής στην επωνυμία "REGENCY ENTERTAINMENT Ψυχαγωγική και Τουριστική ΑΕ" και 4.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τεχνοδομική Τεχνική Επενδυτική, Βιομηχανική Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν η 1η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μαντζουράνη, οι 2η, 3η, και 4η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Σπυρόπουλο, ο οποίος δήλωσε και στο ακροατήριο την παραπάνω τροποποίηση επωνυμίας της 3ης αναιρεσίβλητης.
Του Προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Φώτιο Τάση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Υπερ των ήδη αναιρεσιβλήτων και κοινοποιουμένη προς τους ήδη αναιρεσείοντες.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3350/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-5-2006 αίτησή τους. Το προσθέτως παρεμβαίνων με την από 6-10-2006 αίτηση-παρέμβαση του προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σ'αυτή. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1, 309 εδ. α, 321, 495 παρ.1 και 554 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε αναίρεση υπόκειται η τελεσίδικη απόφαση, εκείνη δηλαδή, που απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Η τελεσιδικία, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά το άρθρο 577 ιδίου κώδικα, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που ασκείται η αναίρεση. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 513, 552, 553 παρ.1 και 554 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στην περίπτωση επίδοσης της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, τρέχουν διαδοχικώς οι προθεσμίες της έφεσης και της αναίρεσης και επομένως η παρέλευση της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης, συνεπάγεται την τελεσιδικία της επιδοθείσας απόφασης, η οποία υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες, υπ' αριθμ. ...... , ......., ....... και ....... εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ......, προκύπτει ότι αντίγραφο της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ.3.350/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειουσών στις αναιρεσίβλητες, την 27.03.2006, όπως δε προκύπτει από υπ' αριθμ.......
πιστοποιητικό της γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ......., μέχρι και την 27η Απριλίου 2006, δεν είχε ασκηθεί κατά της απόφασης αυτής κανένα ένδικο μέσο. Κατ' ακολουθίαν η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, την 26η Απριλίου 2006 και επομένως η κρινόμενη από 11.5.2006 (αριθμ. κατ. 64/16.5.2006) αναίρεση κατ' αυτής, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1,2 και 564 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή.
Στη διαδικασία της κατ' αναίρεση δίκης μπορεί να ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση με βάση τη γενική διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι "αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κριτήριο για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του παρεμβαίνοντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια στο δικόγραφο της παρέμβασης κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα για να μπορεί να εξακριβωθεί χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις, διότι η διάταξη αποδείξεων είναι ασυμβίβαστη με τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου ως ακυρωτικού δικαστηρίου, είναι οι δυσμενείς εις βάρος του παρεμβαίνοντος συνέπειες της απόφασης, δηλαδή του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας.
Δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει να θίγει από της απόψεως του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του (Oλ.ΑΠ 5/2003). Στην προκείμενη περίπτωση το πρώτον ενώπιον του δικαστηρίου τούτου παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων το Ελληνικό Δημόσιο, με την από 6.10.2006 (αριθμ.
κατ. 18/07.11.2006) πρόσθετη παρέμβαση, με την οποία ζητεί την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης των αναιρεσειουσών εταιριών, επικαλούμενο, για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του τα εξής: α)ότι η από 15.11.2002 καταρτισθείσα μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε.Τ.Α. ΑΕ και των λοιπών σύμβαση, την ακύρωση της οποίας ζητούν με την αγωγή τους οι αναιρεσείουσες εταιρίες, καταρτίστηκε μετά δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, που διενεργήθηκε στα πλαίσια του νόμου 2000/01 περί αποκρατικοποιήσεων και μετά από απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, το δε αποτέλεσμα του διαγωνισμού εγκρίθηκε (κατακυρώθηκε) στις αναιρεσίβλητες που είχαν αναδειχθεί πλειοδότες με απόφαση της ιδίας Διυπουργικής Επιτροπής β)ότι μοναδικός μέτοχος της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε.Τ.Α.
ΑΕ είναι το παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, τυχόν δε παραδοχή της αγωγής των ήδη αναιρεσειουσών με την αναγνώριση ως άκυρης της παραπάνω σύμβασης και την καταβολή αποζημίωσης στις αναιρεσείουσες θίγει τα έννομα συμφέροντα του, ως μοναδικού μετόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης και επηρεάζει το κύρος της υπ' αριθμ. 398/2002 εγκριτικής των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, κατά της οποίας εκκρεμεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας αίτηση ακύρωσης των αναιρεσειουσών.
Τα εκτιθέμενα ανωτέρω από το προσθέτως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος, όπως αυτή έχει διατυπωθεί και η πρόσθετη αυτή παρέμβαση είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικασθεί με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 94 παρ.1 του Συντάγματος 1975, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διάταξης εκδόθηκε ο νόμος 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ.2 εδ.1 του οποίου υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ως διοικητικές διαφορές ουσίας και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων, δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική όταν α) ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ που ασκεί δημόσια εξουσία), β) το αντικείμενο της σύμβασης έχει σχέση με την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και γ) η κατάρτιση και εκτέλεση της συμβάσεως διέπονται, εν μέρει τουλάχιστον, από κανόνες διοικητικού δικαίου ή έχουν περιληφθεί σ' αυτή όροι που καθιστούν υπερέχουσα τη θέση του Δημοσίου (ή του ΝΠΔΔ) απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, μη προσιδιάζουσα στο δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό και που δημιουργούν υπέρ αυτού εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, εξοπλισμένο μάλιστα με τη δυνατότητα μονομερούς επέμβασης στη σύμβαση και επιβολής κυρώσεων.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα παραπάνω στοιχεία είναι ιδιωτικές και οι από αυτές διατάξεις υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ.3 του Συντάγματος και 1 περ. α΄ ΚΠολΔ (ΑΕΔ 10 και 15/1992 ΑΕΔ 21/1997, ΑΠ 380/2001). Κατ' επέκταση και οι προηγούμενες της συνάψεως των εν λόγων συμβάσεων, ακόμη και αν πρόκειται για πράξεις διοικητικών οργάνων, δεν είναι αποσπαστές από την τελική σύμβαση, οι δε διαφορές που ανακύπτουν από την τελευταία είναι ιδιωτικές, υπαγόμενες, σύμφωνα με τα παραπάνω, στα πολιτικά δικαστήρια (ΣτΕ 754/2002 της Επιτροπής Αναστολών).
Εξ άλλου, με το άρθρο 12 παρ.1 του ν.2636/1998(ΦΕΚΑ-198) συστήθηκε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ Ε.Ο.Τ." η οποία μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με την παράγραφο 4 εδαφ. α΄ του άρθρου 9 του ν. 2837/2000 (ΦΕΚ Α΄178). Σύμφωνα δε με τις επόμενες παραγράφους του ιδίου άρθρου 12, "2.
Η εταιρία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως αυτός κάθε φορά ισχύει, πλην αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο. 3 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 2837/2000). Η διάρκεια της εταιρίας είναι ενενήντα εννέα (99) έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Έδρα της εταιρίας ορίζεται με το καταστατικό δήμος του νομού Αττικής". Στο άρθρο 13 του νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 2837/2000, ορίζονται, εν σχέσει προς το σκοπό της εταιρείας, τα εξής: "1α) Σκοπός της εταιρίας είναι η διοίκηση, η διασφάλιση και η αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ.
β) Η εταιρία έχει αυτοδικαίως, από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., όπως προσδιορίζονται στο παρόν άρθρο, δικαιούμενη να ενεργεί κάθε πράξη διαχειρίσεως και διαθέσεως για δικό της λογαριασμό και στο όνομα της.
γ) Ο κινητός εξοπλισμός όλων των επιχειρηματικών μονάδων, των οποίων η εταιρία έχει κατά τα ανωτέρω τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση περιέρχεται σε αυτήν κατά κυριότητα χωρίς αντάλλαγμα και λογιστική αξία. 2. Ως περιουσία του Ε.Ο.Τ. κατά την έννοια του παρόντος νοούνται τα εξής περιουσιακά στοιχεία αυτού:
α. Τα κάθε είδους κινητά και ακίνητα πράγματα, συμπεριλαμβανομένου και του εξοπλισμού, τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στον Ε.Ο.Τ. ή τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση αυτού ή έχουν μισθωθεί από αυτόν ή βρίσκονται στην εκμετάλλευση του με οποιαδήποτε άλλη νομική μορφή. β. Οι κάθε είδους πόροι και κινητές αξίες, όπως χρήματα, καταθέσεις, ομόλογα, μετοχές και εν γένει χρεόγραφα σε δραχμές και σε ξένο νόμισμα, γ.
Τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, όπως σήματα, επωνυμίες και διακριτικοί τίτλοι, τα δικαιώματα σε νέες τεχνογνωσίες και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, δ. Τα περιουσιακά στοιχεία, όπως κινητά, ακίνητα, πόροι, κινητές αξίες και δικαιώματα που ανήκουν ή περιέρχονται σε άλλα νομικά πρόσωπα (Ν.Π.Δ.Δ., εταιρίες κ.λπ.), εφόσον και κατά το μέρος που σε αυτό συμμετέχει και ο Ε.Ο.Τ., εμμέσως ή αμέσως. 3.
Ως επιχειρηματικές μονάδες του Ε.Ο.Τ. νοούνται οι τουριστικές μονάδες αυτού και ιδίως οι ξενοδοχειακές μονάδες και οι μονάδες των ιαματικών πηγών, των επιχειρήσεων Καζίνο Πάρνηθας και Κέρκυρας, των τουριστικών περιπτέρων, των ακτών, των τουριστικών λιμένων, καταφυγίων και αγκυροβολίων τουριστικών σκαφών, των χιονοδρομικών κέντρων, των σταθμών θαλαμηγών, των σπηλαίων, των τουριστικών καταστημάτων και εγκαταστάσεων εν γένει και μέσων τουριστικής εξυπηρέτησης κάθε φύσης, οι οποίες ανήκουν κατά κυριότητα στον Ε.Ο.Τ.
ή τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση αυτού ή έχουν μισθωθεί από αυτόν ή βρίσκονται στην εκμετάλλευση του με οποιαδήποτε άλλη νομική μορφή. 4. Τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται για άμεση χρήση από τις υπηρεσίες του Ε.Ο.Τ. και οι πόροι του εδαφίου β' της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, δεν υπάγονται στη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της εταιρίας. 5.
Για την επίτευξη του σκοπού της, η εταιρία μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε πράξη ή δραστηριότητα και ιδίως: α. Να απογράφει, να προβαίνει στη χαρτογράφηση και κτηματογράφηση και να συγκεντρώνει τους τίτλους ιδιοκτησίας της ως άνω κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ε.Ο.Τ. με σκοπό τη δημιουργία ενημερωμένου αρχείου αυτής της περιουσίας του Ε.Ο.Τ.
β. Να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία και τις επιχειρηματικές μονάδες με πώληση ή ανταλλαγή αυτών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της κατωτέρω παραγράφου 17, και να αποκτά κινητά και ακίνητα, καθώς και επιχειρήσεις με αγορά, ανταλλαγή ή απαλλοτρίωση, στο όνομα της. γ. Να εκμισθώνει τα περιουσιακά στοιχεία ή τις επιχειρηματικές μονάδες ή να παραχωρεί τη χρήση αυτών σε Ο.Τ.Α.
ή άλλους φορείς του δημόσιου τομέα ή να μεταβιβάζει άλλο ενοχικό ή εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών. δ. Να μισθώνει ή να αποδέχεται την παραχώρηση χρήσης κινητών ή ακινήτων στο όνομα της. ε. Να προβαίνει στην αξιοποίηση των επιχειρηματικών μονάδων με την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από την ίδια.
στ. Να αποδέχεται ή να αποποιείται δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες, χορηγίες και άλλες χαριστικές παροχές από οποιαδήποτε πηγή, στο όνομα της. ζ. Να εκπονεί μελέτες για την ανοικοδόμηση, επισκευή, συντήρηση ή ανακαίνιση των ακινήτων και να ανοικοδομεί, επισκευάζει και ανακαινίζει αυτά ή να αναθέτει τις παραπάνω εργασίες σε τρίτους, η.
Να προβαίνει στην προμήθεια του κάθε φύσης εξοπλισμού που είναι απαραίτητος για την αξιοποίηση και την εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων, θ. Να εκμεταλλεύεται τα δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, της τεχνογνωσίας και τα λοιπά δικαιώματα ή προϊόντα του Ε.Ο.Τ.
ι. Να συνάπτει δάνεια από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και ελληνικά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα για την εκπλήρωση του σκοπού της. ια. Να ιδρύει ή να συμμετέχει σε ανώνυμες εταιρίες που θα έχουν ίδιο ή παρόμοιο σκοπό με το σκοπό της εταιρίας, ιβ. Να ενάγει και να ενάγεται και γενικά να διεξάγει στο όνομα της κάθε δίκη και να επιχειρεί κάθε μέτρο εκτέλεσης που αφορά τα περιουσιακά στοιχεία ή τις επιχειρηματικές μονάδες των οποίων της έχει ανατεθεί η διοίκηση και η διαχείριση. 6.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Ο.Τ. έχουν την υποχρέωση, να αποστείλουν, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, στην εταιρία Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε., αναλυτική κατάσταση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ε.Ο.Τ., καθώς και των υφιστάμενων επιχειρηματικών του μονάδων. "Στην δε παράγραφο 17 του ιδίου άρθρου 9 του ν. 2837/2000 ορίζεται συναφώς ότι "Αν για την εξυπηρέτηση των σκοπών της εταιρίας "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." ή των θυγατρικών της απαιτηθεί η απόκτηση κατά κυριότητα από αυτήν ενός ή περισσότερων περιουσιακών στοιχείων του Ε.Ο.Τ., η κυριότητα αποκτάται με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με αιτιολογημένη εισήγηση του Υπουργού Ανάπτυξης.
Η απόφαση αυτή αποτελεί το μεταγραπτέο τίτλο, όταν απαιτείται μεταγραφή για τη μεταβίβαση". Εξάλλου, στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2636/1998 ορίσθηκε αρχικώς ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων εκατομμυρίων δραχμών, το οποίο αναλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού.
Ακολούθως, με την παράγραφο 4 του άρθρου 9 του ν. 2837/2000 ορίσθηκε ότι το σύνολο των μετοχών της εταιρίας περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο ατελώς και χωρίς αντάλλαγμα και ότι η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στην εταιρεία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερη από το 51% του μετοχικού κεφαλαίου, εν συνεχεία όμως με το άρθρο 39 παρ. 4 του ν. 3105/2003 (ΦΕΚ 29/Α/10.2.2003) ορίσθηκε ότι το ποσοστό συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στην εταιρεία δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 34% του μετοχικού της κεφαλαίου σε περίπτωση εισαγωγής των μετοχών της προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή σε οποιοδήποτε διεθνές αναγνωρισμένο Χρηματιστήριο Αξιών, για την οποία εισαγωγή απαιτείται κατά το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2636/1998 (9 παρ. 18 ν. 2837/2000) σχετική απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας.
Περαιτέρω, ο νόμος προβλέπει ότι όργανα διοίκησης της εταιρείας είναι το επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο που εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων και ο Διευθύνων Σύμβουλος που προσλαμβάνεται με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως για διάστημα τριών ετών μετά από δημόσια προκήρυξη της θέσεως με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης (άρθρα 15 ν. 2636/1998, 9 παρ. 7 ν. 2837/2000) και ότι το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται στη γενική συνέλευση της εταιρείας από τους Υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης ή από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτούς (άρθρα 14 παρ. 3 ν. 2636/1998, 9 παρ. 7 ν. 2838/2000).
Προβλέπονται, επίσης, τα της καταρτίσεως, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, και τροποποιήσεως και κωδικοποιήσεως του καταστατικού της εταιρείας, με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως εγκρινομένη από τον εποπτεύοντα την εταιρεία Υπουργό Ανάπτυξης (άρθρα 17 ν. 2636/1998, 9 παρ. 11 ν. 2837/2000). Μεταξύ των πόρων της εταιρείας είναι και "τα έσοδα από τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων που εκμεταλλεύεται" (άρθρα 16 παρ. 1 περ.
α' ν. 2636/1998, 9 παρ. 10 ν. 2837/2000). Η εταιρεία απολαμβάνει των προνομίων του Ε.Ο.Τ. και οι απαιτήσεις της κατά τρίτων βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (άρθρο 19 ν. 2636/1998). Το απασχολούμενο σε αυτήν προσωπικό συνδέεται με την εταιρεία με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προβλέπεται δε η κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας καθώς επίσης και κανονισμών σχετικών με τους όρους και τις διαδικασίες αναθέσεως μελετών και εκτελέσεως έργων και εργασιών, προμηθειών, αγορών, ανταλλαγών και πωλήσεων κινητών και ακινήτων πραγμάτων καθώς και μισθώσεων, εκμισθώσεων και γενικά παραχωρήσεως της χρήσεως και κάθε άλλου εμπραγμάτου ή ενοχικού δικαιώματος σε περιουσιακά στοιχεία του Ε.Ο.Τ.
ή της εταιρείας (άρθρα 18 και 20 ν. 2636/1998). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, η ανώνυμη εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ" συστήθηκε με σκοπό τη διαχείριση της περιουσίας του ΕΟΤ, και επομένως οι συμβάσεις, που αυτή καταρτίζει με τρίτους, για τη διαχείριση των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, σύμφωνα με το ν. 2000/91 όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε, αποτελούν κατ' αρχήν δραστηριότητες ιδιωτικού δικαίου, οι δε πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της ή των προστηθέντων από αυτή, δεν συνιστούν άσκηση δημοσίας εξουσίας, εφόσον ανάγονται στη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του ΕΟΤ και δεν αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος, αλλά συνιστούν άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας,.
που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο (ΑΕΔ. 10/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής των ήδη αναιρεσειουσών εταιριών αυτές, εκθέτουν τα εξής: Ότι η Διυπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων, με την υπ' αριθμ. 786/10.10.2001 πράξη της αποφάσισε την υπαγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", θυγατρικής της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" στις διατάξεις του ν.2000/91 και την ιδιωτικοποίηση της με την πώληση ποσοστού 49% των μετοχών αυτής και την παραχώρηση της διοίκησης και διαχείρισης αυτής, σε στρατηγικό επενδυτή.
Ότι για την υλοποίηση της απόφασης αυτής της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων η ήδη πρώτη εναγομένη μητρική εταιρία Ε.Τ.Α. ΑΕ με αρχική από Οκτωβρίου 2001 και συμπληρωματική από Απριλίου 2002 διακήρυξη προκήρυξε δημόσιο διεθνή διαγωνισμό κατά τη διεξαγωγή του οποίου προσήλθαν και προεπιλέγησαν δύο κοινοπραξίες, ήτοι η κοινοπραξία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΚΑΖΙΝΟ ΑΤΤΙΚΗΣ" στην οποία συμμετείχαν και οι ενάγουσες και η κοινοπραξία "ΗΥΑΤΤ REGENCY -ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ) ΑΕ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ" στην οποία συμμετείχαν οι εναγόμενες, (πλην της πρώτης), εταιρίες.
Ότι μετ' αξιολόγηση των προσφορών ανακηρύχτηκε πλειοδότης με την από 16/10/2002 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της ΕΤΑ ΑΕ, η δεύτερη των παραπάνω κοινοπραξιών και με την υπ' αριθμ.398/5.8.2002 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, σύμφωνα με σχετικό όρο της διακήρυξης, εγκρίθηκε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού και στη συνέχεια υπογράφτηκε μεταξύ της πωλήτριας Ε.Τ.Α.
ΑΕ και της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΗΕΝS RΕSΟRΤ CΑSΙΝΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", η οποία προήλθε από μετατροπή των εταιριών που συμμετείχαν στην πλειοδότρια κοινοπραξία ως αγοράστριας η από ...... σύμβαση, με την οποία μεταβιβάστηκε ποσοστό 49% των μετοχών της αποκρατικοποιούμενης εταιρίας και παραχωρήθηκε η διοίκηση και διαχείριση αυτής στην προαναφερόμενη πλειοδότρια. 'Οτι κατά το στάδιο της αξιολόγησης των προσφορών των κοινοπραξιών που προεπιλέγησαν, και κατά το στάδιο υποβολής και εκδίκασης ενστάσεων, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρίας που προκήρυξε το διεθνή διαγωνισμό ενεργώντες από κοινού, με τους προστηθέντες από αυτή μέλη των Επιτροπών Αξιολόγησης Προσφορών και Εκδίκασης των υποβαλλομένων ενστάσεων, καθώς και των εκπροσώπων των εταιριών που συμμετείχαν στην ανακηρυχθείσα ως πλειοδότρια κοινοπραξία, με σκοπό να αποκλείσουν την κατακύρωση στην κοινοπραξία που συμμετείχαν οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εταιρίες, επέτυχαν με παράνομες κι υπαίτιες πράξεις και με τρόπο αντίθετο με τα χρηστά ήθη, τον αποκλεισμό της κοινοπραξίας στην οποία συμμετείχαν οι ενάγουσες και κατακύρωσαν το διαγωνισμό στην κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχαν οι εναγόμενες, και τώρα αναιρεσίβλητες (πλην της πρώτης) εταιρίες.
Για τους λόγους αυτούς ζητούν, κυρίως μεν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15/11/2002 σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της αναδόχου, λόγω αντιθέσεώς της στις απαγορευτικές διατάξεις των αρθρ. 174, 178, 914, 919 ΑΚ, επικουρικώς δε την πληρωμή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Με την αγωγή, που έχει το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, εισάγεται, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, διαφορά ιδιωτικού δικαίου, ανήκουσα στην δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε για έλλειψη δικαιοδοσίας, δεχόμενο ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητων Ανώνυμης Εταιρείας και της ανακηρυχθείσης ως πλειοδότριας κοινοπραξίας είναι διοικητική και όχι ιδιωτικού δικαίου, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 293/1981). Γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως βάσιμος παρελκούσης της ερεύνης του δευτέρου λόγου και αφού αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3.350/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ