Legislator Case Law & Legislation
1648/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on land title correction, upholding lower court's finding of private ownership via long-term possession.

Case Number 1648/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment correcting land registry entries. The lower court found the private plaintiffs established ownership through long-term possession and agricultural use, noting the land lacked public forest status in the Ionian Islands. Consequently, the court rejected the State's claim that the public ownership presumption applied and ordered the State to pay the plaintiffs' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62§1 of Law 998/1979; The statutory presumption of public ownership over forests does not apply in the Ionian Islands, and private ownership is established by long-term possession and use inconsistent with public domain status.

Keywords

AI generated
presumption of public ownership Ionian Islands exception long-term possession land registry correction agricultural use forest land status private title acquisition

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 62 paragraph 1 letter b of Law 998/1979
Article 37 paragraph 1 of Law 4280/2014
Article 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1648 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1648/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. συζύγου Α. Μ., το γένος Μ. και Ι. Τ., 2) Α. Κ., το γένος Μ. και Ι. Τ., κατοίκων ..., ο οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Λούβρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 25-10-2012 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 18-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με αριθμό 187/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 107/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή αίτηση των αναιρεσιβλήτων για διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Λευκάδας και είχε απορριφθεί η κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Κατά το άρθρο 62§1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" (ήδη άρθρ. 37§1 ν. 4280/2014) το κατά την §1 εδ. α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει εις τας περιφερείας του Πρωτοδικείου των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για την νομική θέση των δασών στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση των Επτανήσων και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 568/2021, ΑΠ 567/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 του ΑΚ, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νομή συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, εφόσον πρόκειται για χρησικτησία επί δάσους ή δασικής έκτασης, αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου και η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 998 της 28/29-12-1979, "ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές)" (παρ. 1), "δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά" (παρ. 2) και "ως δάση και δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών.

Οι εκτάσεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, έστω και αν περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις" (παρ.3). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, ακόμη και αν αυτό βρίσκεται στα Επτάνησα, όπου δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, απαιτείται η άσκηση, επί 20 τουλάχιστον έτη, πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους, όπως είναι η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση κ.α.

και όχι άλλες πράξεις που δεν φέρουν αυτό το χαρακτήρα (ΑΠ 984/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α' του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη α) επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνο δια της, κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις βάσει αδειών της δασικής αρχής υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων.

Εξάλλου, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ.

ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1551/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 125/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Επίδικο είναι εδαφική έκταση, 5.230,44 μ2, το οποίο βρίσκεται στην ειδικότερη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της ΤΚ ... του δήμου …, που φέρει Κ.Α.Ε.Κ ..., όπως τούτο αποτυπώνεται στο προσαρτημένο στην αγωγή από Απρίλιος 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Μηχανικού Γρ.

Μπουρσινού με τα στοιχεία ..., ... και συνορεύει γύρωθεν με αγροτικό δρόμο, με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ..., με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ..., με υπόλοιπο ιδιοκτησία που φέρει ΚΑΕΚ ... και με ΚΑΕΚ .... Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στις αιτούσες κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου μετά από άτυπη κατά το έτος 1983 παραχώρηση της μητέρας τους Ι.

Τ., το γένος Ν. Σ.. Στην δικαιοπάροχο των αιτουσών είχε περιέλθει κατά το έτος 1953 μετά από παραχώρηση του πατέρα τους Ν. Σ., έκτοτε δε τόσο η μητέρα τους μέχρι το 1983 όσο και oι ίδιες μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αίτησης ασκούσαν επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν.

Τα παλαιά χρόνια, ήτοι έως το 1960 περίπου, τμήματα του εν λόγω γεωτεμαχίου καλλιεργούνταν με αγριοκκόκι και σιτάρι, ενώ γινόταν και συλλογή του ελαιοκάρπου των ελαιοδένδρων που φύονται εντός αυτού και απαγόρευαν κάθε διαταρακτική της νομής τους ενέργεια τρίτων. Οι άνω πράξεις καλλιέργειας τμήματος τουλάχιστον του επιδίκου αποδεικνύονται και από τα εντός αυτού υπάρχοντα λίγα ελαιόδενδρα και την -ύπαρξη βαθμίδων, οι οποίες κατασκευάστηκαν με ξηρολιθιές για την αποφυγή κατολισθήσεων και την καλύτερη εκμετάλλευσή του.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα του κυρίως παρεμβαίνοντος, δασολόγου, προκύπτει ότι στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 μεγάλο τμήμα του επιδίκου ακινήτου είχε αγροτικό χαρακτήρα, το δε υπόλοιπο είχε χαρακτήρα δασικής εκτάσεως, καλυπτόμενη από αείφυλλα πλατύφυλλα, ενώ από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1985 και εντεύθεν αρχίζει να αποκτά στο σύνολο του δασικό χαρακτήρα, καλυπτόμενο από την ανωτέρω δασική βλάστηση.

Εντούτοις, αποδεικνύεται ότι εντός του ακινήτου αυτού η ανωτέρω Ι. Τ. ασκούσε πράξεις νομής εντός του επιδίκου, ήτοι συνέλεγε τον ελαιόκαρπο των ελαιοδένδρων που φύονται εντός αυτού, έκοβε ξύλα για προσωπική της χρήση, κ.α. Από το έτος 1983 και έπειτα, ήτοι μετά την άτυπη παραχώρηση εκ μέρους της μητέρας τους, οι αιτούσες συνέχισαν να ασκούν πράξεις νομής επί του εποίκου, οι οποίες συνίστατο κυρίως στην εποπτεία και προστασία αυτού από επεμβάσεις τρίτων.

Αντίθετα, πράξεις νομής εκ μέρους του κυρίως παρεμβαίνοντος δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα, καθώς oι αναφερόμενες από τον προαναφερθέντα μάρτυρα ενέργειες, ήτοι η απαγόρευση εργασιών, ήτοι καθαρισμού εντός του ακινήτου, αφορούν το χαρακτήρα της εκτάσεως ως δασικής, και όχι τη βούληση εξουσιάσεως διανοία κυρίου.

Το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, αφενός, αρνήθηκε την κυριότητα των εναγουσών επί του επιδίκου τμήματος, επικαλούμενο ειδικότερα ότι λόγω του δασικού χαρακτήρα του επίδικου τμήματος, ουδέποτε οι αιτούσες και η δικαιοπάροχος τους κατά το παρελθόν άσκησαν πράξεις καλλιέργειας, είτε, με σιτηρά είτε με καλλιέργεια έλαιο δένδρων, αφετέρου, ισχυρίσθηκε ότι έγινε κύριο αυτό με έκτακτη χρησικτησία του επίδικου τμήματος που αποτελεί δασική έκταση, καθώς από το έτος 1945 τουλάχιστον ασκούσε συνεχή διακατοχή του επιδίκου και κατέστη κύριο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του Ιόνιου Κώδικα μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα στα Ιόνια Νησιά και στη συνέχεια και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κατείχε αυτό διάνοια κυρίου, επιτηρώντας και προστατεύοντας αυτό από επέμβαση τρίτων με τα εκάστοτε αρμόδια όργανα του (δασαρχείο, πυροσβεστική κλπ).

Ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος που αυτό επιχειρεί να στηρίξει κυριότητά του επί της επίδικης έκτασης, ως δημόσιας κατά τεκμήριο, λόγω του δασικού χαρακτήρα αυτής, που περιήλθε στο ίδιο από την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα ως διάδοχο του Ιονίου Κράτους, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι μόνη η δασική μορφή της έκτασης δεν αποτελεί απόδειξη ή τεκμήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αφού στα δάση των Ιονίων Νήσων δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίσθηκε με το β.δ.

της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αλλά το Δημόσιο ισχυριζόμενο ότι η δασική έκταση είναι δημόσια οφείλει να το αποδείξει, επικαλούμενο τον ειδικό λόγο κτήσης της κυριότητας αυτής με ένα από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23-2-1946) τρόπους κτήσεως κυριότητας δηλαδή τον τίτλο αγοράς ή δωρεάς, διαθήκη, χρησικτησία, κατάληψη αδέσποτου η ενδεχομένως βάσει κάποιου ειδικού νόμου.

Επομένως εφόσον δεν έλαβε ως διάδοχο του Ιονίου Κράτους κανένα περιουσιακό στοιχείο της διανεμηθείσης επιχωρίου περιουσίας και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή το από 16-11-1836 βασιλικό διάταγμα, που αναγνωρίζει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου για τις αποτελούσες δάση εκτάσεις, οφείλει, να διαχειρίζεται, ως δημόσια, μόνο τα δάση ή τις δασικές ή χορτολειβαδικές εκτάσεις για τις οποίες έχει πράγματι αποκτήσει κυριότητα με νόμιμους τίτλους ή χρησικτησία και όχι όλα τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, των οποίων διοικητικώς ή δικαστικώς δεν έχει κριθεί η κυριότητα τους έναντι αυτού.

Τούτο ενισχύεται περισσότερο και από το με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Λευκάδος, σύμφωνα με το οποίο δεν προκύπτουν δικαιώματα του Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου. Απορριπτέος, επίσης, ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι περιήλθε στην κυριότητα του ως αδέσποτο, εγκαταλελλειμενο ή ως έρημος κλήρος, καθώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, επ' αυτού ασκούσαν διακατοχικές πράξεις oι αιτούσες και οι δικαιοπάροχοι τους, ενώ δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει μονομερή δήλωση των δικαιοπαρόχων των αιτουσών με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή που να περιέχει κατάργηση του δικαιώματος κυριότητας απ' αυτού, ώστε τούτο να καταστεί αδέσποτο.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής οι αιτούσες δεν δήλωσαν το δικαίωμα τους αυτό στο κτηματολογικό γραφείο της περιοχής, με αποτέλεσμα τούτο να καταχωριστεί εσφαλμένα ως τμήμα μείζονος ακινήτου, ιδιοκτησίας αγνώστου ιδιοκτήτη, με ΚΑΕΚ .... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να διοαταχθεί η διόρθωση της αρχικής ανακριβούς πρώτης εγγραφής.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη δέχθηκε τα ίδια και διέταξε την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.

Συνεπώς, τα αντίθετα με τους λόγους της έφεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους υποστηριζόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Στη συνέχεια δε το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως, κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α' περ. α' του α.ν 1539/1938, παρότι ήταν εφαρμοστέα και σύμφωνα με την οποία δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, τόσο από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, όσο και από τις ίδιες και συγκεκριμένα όσον αφορά τα τμήματά του με στοιχεία Β1, εκτάσεως 2.667,08 τ.μ και Δ1, εκτάσεως 659,22 τ.μ., ήτοι συνολικής έκτασης 3.326,30 τ.μ. (εκ του συνόλου των 5.230 τ.μ.), όπως αυτά εμφανίζονται στο από 12-9-2012 σχεδιάγραμμα του δασολόγου της Δ/νσης Δασών Λευκάδος, Γ.

Γ. και στα αποσπάσματα ορθοφωτοχάρτη των ετών 1945 και 1966, τα οποία είναι δασικές εκτάσεις αείφυλλων πλατύφυλλων και υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 και 3 του Ν. 998/1979. Ειδικότερα δε το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι οι προαναφερόμενοι θα έπρεπε να έχουν ασκήσει νομή επί των ως άνω επιδίκων τμημάτων σύμφωνη με το ως άνω άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

α' περ. α' του α.ν. 1539/1938, δηλαδή υλοτομία ή εκμετάλλευση αυτών βάσει αδειών της δασικής αρχής, την οποία (νομή) ούτε επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν οι αναιρεσίβλητες. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η ως άνω διάταξη που επικαλείται το αναιρεσείον, ορθά δεν εφαρμόστηκε, αφού αφορά δημόσια κτήματα (ΑΠ 72/2006), τα δε προαναφερόμενα επίδικα τμήματα (όπως και το μεγαλύτερο ακίνητο), σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ανήκουν στην κυριότητα αυτού, αφού αυτό (αναιρεσείον) δεν ενήργησε πράξεις νομής επ' αυτών, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στη σχετική νομική σκέψη, προκειμένου για δασικές εκτάσεις που βρίσκονται στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου των Ιονίων Νήσων, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών" και μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά πρέπει το δημόσιο να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους.

Περαιτέρω, το Εφετείο, του οποίου τα αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτήν, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των εφαρμοσθεισών διατάξεων.- Ειδικότερα, το Εφετείο αιτιολόγησε πλήρως την απόρριψη της παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν απέδειξε, κατά τις παραδοχές του, την ιδιότητα του επιδίκου, ως αδέσποτου ή εγκαταλελλειμένου, ούτε κάποιον από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Α.Κ.

ή από τον Α.Κ. είτε από κάποιον άλλον ειδικό νόμο τρόπους κτήσης της κυριότητας αυτού, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι αρκετή η επίκληση της δασικής μορφής αυτού για να αποκτήσει το Δημόσιο την κυριότητά του. Περαιτέρω, διέλαβε με σαφήνεια τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητες κατέστησαν κυρίες του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεχόμενο ότι μεγάλο τμήμα του επιδίκου ακινήτου το έτος 1945 είχε αγροτικό χαρακτήρα (ενώ το υπόλοιπο είχε χαρακτήρα δασικής εκτάσεως) και μέχρι το έτος 1960 καλλιεργείτο από τους δικαιοπαρόχους αυτών με αγροκκόκι και σιτάρι και γινόταν συλλογή του ελαιοκάρπου των ελαιοδένδρων που φύονταν εντός αυτού, οι οποίοι και απαγόρευαν κάθε διαταρακτική της νομής τους ενέργεια τρίτων επί του ακινήτου, ενώ και μετά το έτος 1960 η άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων, Ι.

Τ., ασκούσε πράξεις νομής επί του όλου ακινήτου, συλλέγοντας τον καρπό των ελαιοδένδρων, κόβοντας ξύλα για προσωπική της χρήση κ.λ.π και τέλος, μετά το έτος 1983, οπότε οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν το ακίνητο, το οποίο είχε αρχίσει να αποκτά στο σύνολό του, δασικό χαρακτήρα, αυτές συνέχισαν να ασκούν πράξεις νομής επ' αυτού, που συνίσταντο σε εποπτεία και προστασία από επεμβάσεις τρίτων.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρει την ύπαρξη άδειας της δασικής αρχής για οποιαδήποτε πράξη νομής που ενήργησαν οι αναιρεσίβλητες και η δικαιοπάροχός τους, στα δασικής μορφής τμήματα του ακινήτου, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α' περ. α' του α.ν 1539/1938, αφορά δημόσια κτήματα, χαρακτήρα που δεν έχει το επίδικο ακίνητο, ενώ, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς πράξεις νομής των αναιρεσίβλητων και των δικαιοπαρόχων τους επ' αυτών, που συνάδουν με το δασικό χαρακτήρα των τμημάτων του επίδικου ακινήτου, τα οποία ήταν μικρά, ήτοι κοπή ξύλων για προσωπική χρήση, εποπτεία και προστασία από επεμβάσεις τρίτων και δεν απαιτείτο η επιπλέον αναφορά άλλων πράξεων νομής επ' αυτών.

Τέλος, δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται ειδικότερα σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) ποία τμήματα του ακινήτου, συνολικού εμβαδού 5.230,44 τ.μ. καλλιεργούνταν τα παλαιά χρόνια, ήτοι έως το 1960 και ποία είχαν χαρακτήρα δασικής έκτασης, λόγω της μικρής έκτασης των τελευταίων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, στερείται αιτιολογίας, άλλως οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 187/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ