Supreme Court dismisses appeal for abuse of right in engineering fee dispute, upholding lower court's finding of bad faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by an engineering company against a second-instance judgment regarding professional fees. The lower court found the plaintiff's claim for supplementary fees exceeded the bounds of good faith due to the plaintiff's prior cooperation with another firm on the same project. The court upheld this decision, ruling that the plaintiff's arguments regarding the defendant's knowledge of fee calculations were inadmissible and that the lower court's assessment of facts was binding.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8, 559 no. 19, 562 no. 1, 580 no. 4 of the Code of Civil Procedure; The exercise of a right constitutes abuse when it exceeds the bounds of good faith and contradicts legal and ethical conceptions, particularly when the claimant has previously collaborated with another entity on the same matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1648 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1648/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΡΓΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σταύρο Μανούσο και Γεώργιο Παπαδημητρίου, που κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, που κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποιούμενης της αίτησης στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2006 μη οριστική, 268/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6383/2008 μη οριστική και 1193/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1905/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε 1911/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 21.7.2016 αίτηση για αναίρεση της 1911/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για αμοιβές από την παροχή εργασίας, ασκήθηκε από την εν μέρει ηττηθείσα ενάγουσα και στρέφεται κατ’ αποφάσεως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου , της οποίας δεν προκύπτει , ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση ( άρθρα 552,553 παρ. 1 ,556παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Επομένως , πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) .
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ. β` του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο , παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του διαδίκου, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Πράγμα, υπό την έννοια αυτή αποτελούν, εκτός των άλλων , και τα περιστατικά που θεμελιώνουν κατάχρηση δικαιώματος ή περιστατικά που αποκλείουν την κατάχρηση. Περαιτέρω , κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες .Εξάλλου , κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη τη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ` απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ’ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
ΑΠ 8/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων ( άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και τώρα αναιρείουσα τεχνική εταιρεία με την από 3-5-2006 αγωγή της , την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι στις 11-3-2002 η εναγομένη ανέθεσε σ’ αυτήν εγγράφως να συντάξει , με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, μελέτη για την έκδοση της οικοδομικής άδειας που θα αφορά την αλλαγή της χρήσης υφιστάμενου βιομηχανικού κτηρίου, ιδιοκτησίας της εναγομένης, και στη συνέχεια να αναπτύξει και εκπονήσει μελέτη του κτηριολογικού προγράμματος του ακινήτου, σύμφωνα με τη σκοπούμενη χρήση του, ενώ τον Ιούνιο του ίδιου έτους η εναγομένη της ανέθεσε επιπλέον την εντολή εκπόνησης, σε στάδιο προμελέτης, της αρχιτεκτονικής μελέτης του κτηρίου για την εφαρμογή του κτηριολογικού προγράμματος και των τροποποιήσεων αυτής καθώς και την εντολή εκπόνησης, επίσης σε στάδιο προμελέτης, της μελέτης παθητικής πυροπροστασίας - του κτηρίου και των τροποποιήσεων αυτής.
Ότι η αμοιβή της για την εκτέλεση της παραπάνω πρώτης εντολής ορίστηκε συμβατικά στο ποσό των 279.000 ευρώ. Ότι αυτή εκπόνησε όλες τις μελέτες που της ανατέθηκαν και η εναγομένη της κατέβαλε τη συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή των 279.000 ευρώ, που υπολειπόταν όμως της νόμιμης ελάχιστης τοιαύτης ,η οποία προβλέπεται από το ΠΔ 696/1974,σύμφωνα με τον παρατιθέμενο αναλυτικά στην αγωγή σχετικό προϋπολογισμό του έργου ,και ανέρχεται για όλες τις πιο πάνω μελέτες στο συνολικό ποσό των 4.920.869,47 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη τραπεζική εταιρεία οφείλει να καταβάλει για λογαριασμό της στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, του οποίου αυτή είναι μέλος, την προαναφερθείσα αμοιβή των 4.920.869,47 ευρώ, και επιπλέον να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει και τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) που αναλογεί στο σύνολο της παραπάνω αμοιβής, όπως αναλύεται αυτή κατά κεφάλαια.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν οι 254/2006 και 268/2007, παρεμπίπτουσα και οριστική αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την δεύτερη από τις οποίες η αγωγή έγινε δεκτή. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, η εναγομένη άσκησε την από 14-2-2008 έφεσή της και με αυτοτελές δικόγραφο τον από 24-4-2008 πρόσθετο λόγο εφέσεως, ζητώντας την εξαφάνισή της και περαιτέρω την απόρριψη της αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης που είχε ασκήσει υπέρ της ενάγουσας το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος.
Επί της ως άνω εφέσεως και του προσθέτου λόγου εκδόθηκαν οι 6383/2008 και 1193/2012 ,παρεμπίπτουσα και οριστική αντίστοιχα ,αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Με την δεύτερη από τις αποφάσεις αυτές, εξαφανίστηκε η ως άνω οριστική απόφαση και , αφού συνεκδικάστηκαν η αγωγή με την πρόσθετη παρέμβαση του ΤΕΕ, έγιναν αυτές εν μέρει δεκτές και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στο ΤΕΕ για λογαριασμό της ενάγουσας για όλες τις επίδικες μελέτες το ποσό των 4.006.778,7 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από 3-6-2004 καθώς και τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας επί του ως άνω κεφαλαίου της αμοιβής κατά την έκδοση του σχετικού φορολογικού παραστατικού.
Ειδικότερα , με την ανωτέρω 193/2012 οριστική απόφαση αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στο ΤΕΕ για λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των 1.242.949,35 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η υπόλοιπη, μετά την καταβολή του ποσού των 279.000 ευρώ, οφειλόμενη από την εναγομένη κατώτατη νόμιμη αμοιβή της ενάγουσας για την εκπόνηση της μελέτης έκδοσης της οικοδομικής άδειας, καθώς και το ποσό των 2.763.829,40 ευρώ ως οφειλόμενη κατώτατη νόμιμη αμοιβή της ενάγουσας για την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών προμελετών και των προμελετών παθητικής πυροπροστασίας και τις τροποποιήσεις τους.
Κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η μεν εναγομένη την από 9-7-2012 αίτηση αναίρεσης και το από 27-8-2012 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, η δε ενάγουσα την από 4-9-2012 αίτηση αναίρεσης, εκδόθηκαν δε επί αυτών οι 1904/2014 και 1905/2014 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου. Με την πρώτη από τις αποφάσεις αυτές απορρίφθηκε η ως άνω από 4-9-2012 αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας τεχνικής εταιρείας, ενώ με την δεύτερη αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση κατά παραδοχή σχετικού λόγου της αιτήσεως της εναγομένης.
Πιο συγκεκριμένα , με την ως άνω 1905/2014 απόφαση ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως της εναγομένης ( αντίστοιχοι κατά βάση με τους λόγους της εφέσεώς της ) και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, πλην του έκτου λόγου του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος και κατά παραδοχή του οποίου αναιρέθηκε η εν λόγω 1193/2012 απόφαση ως προς την αναιρεσίβλητη στη δίκη εκείνη ( εναγομένη ) μόνο κατά το μέρος, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένσταση της εναγομένης από το άρθρο 281 ΑΚ .
Σημειώνεται ότι , όπως από την ανωτέρω 1905/2014 απόφαση συνάγεται και από υπόλοιπα κρίσιμα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης σαφώς προκύπτει { βλ. ιδίως σελ 1-2 των από 19.9.2006 των προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σελ.50 της από 14.2.2008 εφέσεώς της ( 6ος λόγος αυτής ) και σελ. 59 των από 15.9.2008 προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών } η ως άνω περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ένσταση δεν αφορά όλες τις αξιώσεις της ενάγουσας από την εκτέλεση των προαναφερόμενων επί μέρους εντολών που της ανέθεσε η εναγομένη αλλά μόνο την αξίωσή της για καταβολή του οφειλόμενου υπολοίπου της αμοιβής της ως μηχανικού για την εκτέλεση της πρώτης ( έγγραφης ) εντολής , δηλαδή της εντολής για την εκπόνηση της μελέτης , που αφορά την έκδοση της οικοδομικής άδειας .
Μετά απ’ αυτά , με την ανωτέρω 1905/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος που αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το τελευταίο, με την προσβαλλόμενη εδώ 1911/2016 απόφασή του ερεύνησε την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος και , αφού έκρινε ότι είναι βάσιμη η προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση κατάχρησης δικαιώματος , εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο ( εκείνο δηλαδή που αφορά την αμοιβή της ενάγουσας για την εκπόνηση της μελέτης για έκδοση της οικοδομικής αδείας ) και απέρριψε κατά το κεφάλαιο αυτό την αγωγή.
Ειδικότερα , ως προς την παραπάνω ένσταση δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η συμφωνηθείσα αμοιβή της ενάγουσας ως μηχανικού για την εκπόνηση της μελέτης για την έκδοση της οικοδομικής άδειας του επίδικου κτιρίου, ιδιοκτησίας της εναγομένης, όπως αυτή προκαθορίσθηκε ανελαστικά να ανέρχεται στο ποσό των 279.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., και αναγράφηκε ρητά το εν λόγω ύψος αυτής στο άρθρο 6 του από 11-3-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, το οποίο αφορά στην αμοιβή των μελετητών, είναι κατώτερη, όπως προαναφέρθηκε, από τη νόμιμη αμοιβή του μηχανικού, που εδικαιούτο αυτή για την έκδοση της εν λόγω οικοδομικής άδειας, βάσει του αναλυτικού προϋπολογισμού του επίδικου έργου, κατά τις διατάξεις του ΠΔ 646/1974.
Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή η συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή υπολειπόταν της κατώτατης νόμιμης, η ενάγουσα ως ανώνυμη τεχνική εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται από πολλών ετών στην αγορά, διαθέτοντας μεγάλη πείρα όσον αφορά την εκπόνηση μελετών και την υλοποίηση τεχνικών έργων και ως εκ τούτου έχοντας άριστη γνώση σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των αμοιβών των μηχανικών και των δικαιωμάτων της επί των αμοιβών αυτών γνώριζε τόσον κατά τον χρόνο σύνταξης και υποβολής των μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, όσον και κατά την υπογραφή του παραπάνω από 11-3-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά και πριν την υπογραφή του τελευταίου, δεδομένου ότι η ίδια προσδιόρισε σε έγγραφο της προς την εναγομένη, πριν την υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού, με το οποίο μεταξύ άλλων εκφράζει τις ευχαριστίες της προς την εναγομένη, που την επέλεξε για την εκπόνηση της μελέτης για την έκδοση της επίδικης οικοδομικής άδειας, το ύψος της αμοιβής της σε 279.000 Ευρώ.
Επίσης ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα γνώριζε, τουλάχιστον κατά τον χρόνο υπογραφής του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, ότι η προκαθορισθείσα μ’ αυτό αμοιβή της ήταν κατώτερη της νόμιμης, που αυτή εδικαιούτο, είναι και το γεγονός ότι στο άρθρο 6 του εν λόγω συμφωνητικού, που αφορά, όπως προαναφέρθηκε την αμοιβή των μελετητών, ρητά προβλέφθηκε ο όρος ότι στην περίπτωση , κατά την οποία οι κατά σχέδιο πόλεως αμοιβές υπερβαίνουν το ποσό των 352.000 ευρώ, από το οποίο, όπως επίσης προαναφέρθηκε, το ποσό των 279.000 ευρώ αφορούσε την αμοιβή της ενάγουσας, το υπερβάλλον ποσό θεωρείται ως αμοιβή των υπηρεσιών της Τράπεζας για τη συμμετοχή της στην εκπόνηση των μελετών.
Δηλαδή από τον παραπάνω όρο του από 11-3-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει όχι μόνο η γνώση, αλλά και η βούληση της ενάγουσας να περιορίσει την αμοιβή της στο προαναφερθέν ποσό των 279.000 ευρώ, ακόμη και στην περίπτωση που η δικαιούμενη από αυτήν κατώτατη νόμιμη αμοιβή βάσει των διατάξεων του Π.Δ. 696/1974 υπερέβαινε το ποσό των 279.000 ευρώ.
Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε διατυπώσει κάποια διαμαρτυρία στην εναγομένη για το ύψος της παραπάνω αμοιβής της των 279.000 ευρώ τόσο κατά τον χρόνο της συντάξεως της σχετικής συμφωνίας, όσο και κατά τον χρόνο υποβολής στην πολεοδομία της αιτήσεως για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ούτε όμως και μεταγενέστερα εναντιώθηκε αυτή στην καταβολή της ως άνω συμφωνηθείσας αμοιβής της στις 19-11-2002 για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, αποσιωπώντας τη σχετική αξίωση της, αποβλέποντας προφανώς στη μελλοντική συνεργασία της με την εναγομένη, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, παράλληλα και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, κατόπιν σχετικής προσφοράς της ενάγουσας προς την εναγομένη, η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη την εκπόνηση - ανάπτυξη του κτιριολογικού προγράμματος για την στέγαση των υπηρεσιών της στο επίδικο κτίριο.
Ακόμη η ενάγουσα ουδέποτε όχλησε την εναγομένη για το ύψος της ως άνω αμοιβής της καθόλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας της μ’ αυτήν και συγκεκριμένα ούτε κατά το χρονικό διάστημα που αυτή ασχολείτο με την εκπόνηση της μελέτης για την έκδοση οικοδομικής άδειας, αλλά ούτε και μεταγενέστερα κατά τα χρονικά διαστήματα που αυτή ασχολείτο με την εκπόνηση των λοιπών μελετών, δηλαδή της μελέτης του κτιριολογικού προγράμματος, της αρχιτεκτονικής μελέτης, σε στάδιο προμελέτης ολόκληρου του κτιρίου και της μελέτης, σε στάδιο επίσης προμελέτης, της παθητικής πυροπροστασίας καθώς και των τροποποιήσεων τους, για πρώτη φορά δε όχλησε εγγράφως την εναγομένη για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής της για την έκδοση της οικοδομικής άδειας στις 3-12-2003, δηλαδή σε χρόνο που είχαν πλέον ολοκληρωθεί και παραδοθεί από αυτήν στην εναγομένη όλες οι προαναφερθείσες μελέτες, γεγονός που έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε, στις 30-8-2003.
Τέλος η ενάγουσα ουδέποτε έκανε χρήση της δυνατότητας, που της παρείχε το άρθρο 11 του παραπάνω συμφωνητικού, που προέβλεπε την άσκηση εγγράφως ενστάσεως ή διαφωνίας στις ενέργειες του εργοδότη - εναγομένης μέσα σε δεσμευτική προθεσμία 10 ημερών από τη διαπίστωση της διαφοράς, αλλά συνέχισε αδιατάρακτα τη συνεργασία της με την εναγομένη.
Κατόπιν των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών η πιο πάνω συμπεριφορά της ενάγουσας δημιούργησε στην εναγομένη την εδραία πεποίθηση ότι η πρώτη ουδέποτε θα αξίωνε αμοιβή πέραν της συμφωνηθείσας για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και ως εκ τούτου ότι αυτή δεν επρόκειτο να ασκήσει το σχετικό δικαίωμα της ως προς την καταβλητέα αμοιβή για την εν λόγω αιτία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 696/1974, ενόψει και της μη ασκήσεως αυτού για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Εξάλλου, η επιχειρούμενη από την ενάγουσα ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως με την άσκηση της ένδικης αγωγής, ζητώντας ως διαφορά μεταξύ της νόμιμης αμοιβής και της καταβληθείσας ήδη από την εναγομένη το ποσό των 2.065.277,05 ευρώ, θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην εναγομένη, που λειτουργεί ως επιχείρηση με τους κανόνες του εμπορίου, με σκοπό τη δημιουργία κέρδους, σε περίπτωση που η κρινόμενη αγωγή, κατά το εν λόγω αίτημα της γίνει δεκτή και αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα την επιπλέον προαναφερθείσα αμοιβή , καθόσον θα επιφέρει στην πρώτη σημαντική οικονομική ζημία, χωρίς αυτά να αναιρούνται από την οικονομική της επιφάνεια, καθότι θα περιοριζόταν ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, αν εξαντλείτο η εφαρμογή του στη σύγκριση των οικονομικών δυνάμεων των μερών (ΑΠ 259/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη δεν αιφνιδιάσθηκε από τη δικαστική επιδίωξη της νόμιμης αμοιβής της, αλλά αντίθετα την είχε προβλέψει, επικαλούμενη προς βεβαίωση της γνώσης της εναγομένης το γεγονός ότι η τελευταία στο από 11-3-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε θέσει ως όρο, όπως, προαναφέρθηκε, ότι στην περίπτωση που η νόμιμη αμοιβή υπερέβαινε τη συμβατική τοιαύτη των 279.000 ευρώ, τότε το υπερβάλλον ποσό θεωρείται ως αμοιβή των υπηρεσιών της τράπεζας για τη συμμετοχή της στην εκπόνηση των μελετών αναιρείται από το λογικό επιχείρημα ότι εάν η εναγομένη είχε αντιληφθεί τις προθέσεις της ενάγουσας, θα είχε διακόψει άμεσα τη συνεργασία μαζί της, όπως και το έπραξε, όταν η ενάγουσα αξίωσε στις 3-12-2003 την καταβολή της νόμιμης αμοιβής της από αυτήν και έκτοτε προχώρησε σε συνεργασία μ1 άλλη μελετητική εταιρεία για τις δύο αναθεωρήσεις της αρχικής οικοδομικής αδείας.
Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η ένδικη αξίωση της ενάγουσας για καταβολή της ως άνω συμπληρωματικής αμοιβής υπερβαίνει, κατ’ αντικειμενική κρίση, καταφανώς τα όρια της καλής πίστεως και προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις και συνεπώς ασκείται καταχρηστικά".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω ένστασης κατάχρησης δικαιώματος και συνεπώς ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος της ένδικης αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
Η περαιτέρω δε αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε το γεγονός ότι, όπως αυτή είχε ισχυριστεί , η αναιρεσίβλητη- εναγομένη, διαθέτοντας πλήρως οργανωμένες διευθύνσεις τεχνικών και νομικών υπηρεσιών, γνώριζε τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής των μηχανικών, είναι πρωτίστως απαράδεκτή, διότι υπό την επίφαση και το πρόσχημα συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του από το άρθρο 559 αριθμ. 8 λόγου αναιρέσεως πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο , και σε κάθε περίπτωση αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη , έλαβε αυτή υπόψη ( όπως συνάγεται ιδίως από την αναφορά σ’ αυτήν του περιεχομένου του από 11.3.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, που κι οι πλευρές επικαλέστηκαν ) αλλά εκ του αποτελέσματος απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό .Τέλος, ο ίδιος λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 κατά το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με το οποίο η προσβαλλομένη έλαβε υπόψη πράγμα που δεν είχε νόμιμα και με πληρότητα προταθεί, ότι δηλαδή η εναγομένη θα υποστεί επαχθείς επιπτώσεις από την άσκηση του δικαιώματός της προς λήψη της κατώτατης νόμιμης αμοιβής, πράγμα που αυτή ( η εναγομένη ) δεν είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωση της ενστάσεως κατάχρησης δικαιώματος, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως ήδη σημειώθηκε, με την αναιρετική 1905/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε ότι, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της προαναφερόμενης αξιώσεως της αναιρεσείουσας - ενάγουσας, την οποία προέβαλε η εναγομένη και εδώ αναιρεσίβλητη πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως, είναι νόμιμη, η απόφαση δε αυτή ήταν δεσμευτική για το Δικαστήριο της παραπομπής και γι’ αυτό και συμμορφώθηκε προς αυτήν ( άρθρα 562 παρ. 1 και 580 παρ. 4 ΚΠολΔ ).
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 21.7.2016 αίτηση της εταιρείας ... για αναίρεση της 1911/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ