Legislator Case Law & Legislation
1648/2014 AI generated

Supreme Court dismisses partner's claim for damages against partnership, ruling only the legal entity can sue.

Case Number 1648/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the lower court's decision to reject the respondent's damages claim. The respondent sued the appellant, a partner in a general partnership, alleging wrongful acts that caused harm to the partnership entity. The court held that the partnership, as a distinct legal person with its own assets, is the sole proper plaintiff for such claims, while partners suffer only indirect damage.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22, 28 of the Commercial Code; The legal entity of a general partnership constitutes a distinct person from its partners and is the sole proper plaintiff in actions for damages against the partnership, as partners suffer only indirect harm.

Keywords

AI generated
general partnership legal personality active standing plaintiff partnership entity assets indirect partner damage commercial code standing

Cited Legislation

AI generated
Articles 22, 28 of the Commercial Code
Articles 72, 759, 777, 780, 781, 782, 784 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1/1994
Supreme Court 1947/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1648 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1648/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γεωργίου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. πρώην συζ. Π. Σ. το γένος Ι. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λάγγα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2010 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-2-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 15-11-2012 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 22, 28 ΕμπΝ, 72, 759, 777 εδ. α, 780 εδ. α, 781, 782 και 784 ΑΚ προκύπτει ότι οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ομόρρυθμες εταιρείες, που τήρησαν τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 ΕμπΝ και έχουν νομική προσωπικότητα, την οποία διατηρούν μέχρι πέρατος της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής, έχουν δική τους περιουσία.

Κύριος των εισφορών των εταίρων, αλλά και των αποκτημάτων από τη διαχείριση και γενικότερα φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που περιλαμβάνουν την εταιρική περιουσία, είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Επομένως, επί αδικοπραξίας που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία αποτελεί πρόσωπο διάφορο από εκείνα των μελών των ομορρύθμων εταίρων, μόνον η εταιρεία νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, γιατί αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, αφού οι τελευταίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία από την ανωτέρω πράξη, ανεξάρτητα αν η αξίωση τούτων στρέφεται κατά τρίτων ή άλλων ομορρύθμων μελών, που ζημίωσαν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 22 ΕμπΝ, γιατί το ρυθμιζόμενο από αυτή ζήτημα, της εις ολόκληρον ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων, ανάγεται μόνο στην παθητική και όχι στην ενεργητική νομιμοποίηση αυτών (Ολ. ΑΠ 1/1994, ΑΠ 1947/2006). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 482 παρ. 1 και 483 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 741,767,777 έως 783, 784 και 797 έως 803 ΑΚ, συνάγεται ότι η λύση προσωπικής εταιρείας αορίστου^ αλλά και ορισμένου χρόνου, επέρχεται με καταγγελία, που αποτελεί μονομερή δήλωση απευθυνόμενη στους λοιπούς εταίρους και έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού διαμορφώνει νέα κατάσταση.

Περαιτέρω, από τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις των άρθρων 22, 28 του ΕμπΝ, 72, 759, 777 εδ. α 780 εδ. α, 781, 782 και 784 ΑΚ με σαφήνεια προκύπτει ότι η ομόρρυθμη εταιρεία μετά τη λύση της περιέρχεται αυτοδικαίως και υποχρεωτικά σε εκκαθάριση. Η εκκαθάριση αποσκοπεί στην περάτωση των νομικών σχέσεων που προήλθαν από τη σύσταση και τη λειτουργία της εταιρείας και ήταν εκκρεμείς κατά το χρόνο της λύσης της.

Κατά το στάδιο αυτό, φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 1012011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 22-6-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αντιδίκου της εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, η ενάγουσα εκθέτει: Ότι με το από 23-8-1974 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, συνεστήθη ομόρρυθμη εταιρεία με έδρα τον συνοικισμό "Μ." Κ., αντικείμενο την εκμετάλλευση ελαιοτριβείου και μέλη τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και τους αδερφούς του Γ.

Σ. και Σ. Σ.. Ότι κατόπιν διαδοχικών μεταβιβάσεων των εταιρικών μεριδίων, μεταβολών στα πρόσωπα των εταίρων, αυξήσεων του κεφαλαίου και τροποποιήσεων του καταστατικού, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στα ως άνω βιβλία, η εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Σ. και Σία Ο.Ε", είχε μέλη την ίδια και τον εναγόμενο, οι οποίοι συμμετείχαν στο κεφάλαιο της των 2.370.000 δραχμών και στις κερδοζημίες κατά ποσοστό 2/3 και 1/3, αντίστοιχα.

Ότι με το από 4-8-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα η εταιρεία λύθηκε, η εκκαθάρισή της περατώθηκε και η περιουσία της διανεμήθηκε στους εταίρους. Ότι το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, φέρεται ότι συντάχθηκε από αυτήν (ενάγουσα) και τον εναγόμενο και ότι περιλαμβάνει τη συμφωνία τους να λύσουν την εταιρεία και τις δηλώσεις τους πως έχουν κάνει την εκκαθάριση της, πως έχουν ρυθμίσει τις μεταξύ τους σχέσεις, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εταιρική σχέση, πως δεν έχουν καμιά αξίωση ο καθένας κατά του άλλου που να απορρέει από την εταιρική σύμβαση και, σε κάθε περίπτωση, πως παραιτούνται ρητά και ανεπιφύλακτα από κάθε τέτοια αξίωση και πως ο καθένας έχει λάβει ό,τι εδικαιούντο ως μερίδιο από το κεφάλαιο της εταιρείας που προέκυψε από την εκκαθάριση.

Ότι το συμφωνητικό αυτό είναι πλαστό κατά το περιεχόμενο και την υπογραφή αυτής (ενάγουσας), η οποία τέθηκε κατ1 απομίμηση της και εν αγνοία της, η οποία και ποτέ δε συμφώνησε, ούτε ενέκρινε τη λύση της εταιρείας, την εκκαθάριση και τη διανομή της περιουσίας της, ούτε έλαβε το μερίδιο που της αναλογεί από την τελευταία.

Ότι ο εναγόμενος κατάρτισε το πλαστό έγγραφο και το υπέβαλε για δημοσίευση, προκειμένου να ιδιοποιηθεί όλη την περιουσία της εταιρείας, την οποία από τότε χρησιμοποιεί για την άσκηση όμοιας ατομικής επιχείρησης του. Ότι η περιουσία της εταιρείας αποτελείται από τα αναφερόμενα στην αγωγή κινητά πράγματα (μηχανήματα, οχήματα) και άυλα αγαθά (άδεια, φήμη και πελατεία) και έχει συνολική αξία 600.000 ευρώ.

Και ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου (η ενάγουσα) υπέστη ζημία, η οποία συνίσταται στην απώλεια του εξ αδιαιρέτου μεριδίου της (2/3) στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, (τα οποία λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή), η αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 400.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστήκατε αναγνωριστικό με τις προτάσεις (αρθ. 223 ΚΠολΔ) , να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να της καταβάλει ως αποζημίωση, νομιμοτόκως, το ποσό των 100.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει για την ίδια αιτία επιπλέον και το ποσό των 300.000 ευρώ.

Το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με τη λύση και εκκαθάριση της πιο πάνω ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Σ. και Σία ΟΕ", της οποίας ομόρρυθμα μέλη ήταν ο αναιρεσείων και η αναιρεσίβλητη με συμμετοχή στο κεφάλαιο και στις κερδοζημίες κατά ποσοστό 1/3 και 2/3, αντίστοιχα :

Από το τέλος του έτους 1997 οι σχέσεις των διαδίκων-συζύγων κλονίσθηκαν, με αποτέλεσμα την ακολουθήσασα διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους και τις συνεχείς δικαστικές διενέξεις μεταξύ τους. Στις 4-8-2004 ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, με σκοπό να ιδιοποιηθεί την εταιρική μερίδα της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, συνέταξε, χωρίς τη γνώση ή συναίνεση της τελευταίας, ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αναγραφόταν ότι οι διάδικοι συμφώνησαν να λύσουν την μέχρι τότε υπάρχουσα μεταξύ τους εταιρία, ότι αυτή έχει ήδη εκκαθαριστεί από τους ίδιους, ότι ο καθένας έχει λάβει ό,τι δικαιούται ως μερίδιο από το κεφάλαιο της εταιρείας που προέκυψε από την εκκαθάριση και τον παρατιθέμενο ισολογισμό, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της εφεσίβλητης και δημοσίευσε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης και οριστικής εκκαθάρισης της εταιρείας ..., στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας στις 5-8-2004.

Επομένως, εφόσον περατώθηκε η εκκαθάριση της εταιρείας, έπαυσε η νομική προσωπικότητα αυτής. Ο εκκαλών μετά την οριστική εκκαθάριση της εταιρείας, συνέχισε να λειτουργεί την επιχείρηση του ελαιοτριβείου ατομικά, ιδιοποιούμενος την εταιρική μερίδα της εφεσίβλητης. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται, ότι η αξία των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας κατά τον χρόνο λύσης της, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 73.380 ευρώ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, και ότι ο εναγόμενος με την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, που στοιχειοθετεί και τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση και της υπεξαίρεσης, προκάλεσε στην ενάγουσα ζημία ίση με την αξία του ιδανικού της μεριδίου (2/3), η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 48.920 (73.380 Χ2/3=48.920) ευρώ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, στη συνέχεια τη δέχθηκε και κατ' ουσίαν εν μέρει, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με εσφαλμένη εφαρμογή, δεδομένου ότι, σύμφωνα τις διατάξεις αυτές, όπως η έννοια τους αναλύθηκε πιο πάνω, τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή και τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πραγματικά περιστατικά και ιδίως ότι η ενάγουσα δεν συναίνεσε ούτε ποτέ ενέκρινε τη λύση της εταιρίας, δεν επήλθε λύση της ομόρρυθμης εταιρείας, αφού δεν έλαβε χώρα/νομότυπη καταγγελία της εκ μέρους του ομορρύθμου μέλους του (αναιρεσείοντος) απευθυνόμενη στο άλλο ομόρρυθμο μέλος (αναιρεσίβλητη), ενώ δεν επακολούθησε (στην πραγματικότητα) στάδιο εκκαθάρισης και πολύ περισσότερο περάτωση αυτής.

Επομένως, το νομικό πρόσωπο της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας εξακολουθεί υφιστάμενο και συνακόλουθα μόνο αυτή (εταιρεία) νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, ως αμέσως ζημιωθείσα από τις προεκτεθείσες υπαίτιες και παράνομες ενέργειες του εναγομένου-αναιρεσείοντος και όχι η ομόρρυθμος εταίρος-αναιρεσίβλητη, αφού η τελευταία θεωρείται ότι υπέστη έμμεση ζημία, ανεξάρτητα αν η αξίωση της στρέφεται κατά του άλλου ομόρρυθμου εταίρου-αναιρεσείοντος, που ζημίωσε το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι συναφείς λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερος, όπως το περιεχόμενο αυτού εκτιμάται ως προς το ως άνω αποδιδόμενο σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την (ενεργητική) νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης (για την έγερση της ένδικης αγωγής).

Κατόπιν των ανωτέρω και παρελκούσης της έρευνας του πρώτου κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, ώστε να απαιτείται η παραπομπή της υποθέσεως στο ίδιο ή άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/212), πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και εκδικασθεί από το παρόν δικαστήριο, στη συνέχεια δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας καθώς και της παρούσης (αναιρετικής) διαδικασίας πρέπει να συμψηφιστούν, επειδή κρίνεται ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων ήταν (για την ηττώμενη διάδικο) ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 105/2010 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως. Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 17/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας.

Δικάζει επί της από 22-6-2005 αγωγής της Ε. Σ..

Απορρίπτει αυτήν.

Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ