Legislator Case Law & Legislation
1648/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's liability ruling, finding no illegal act in transferring insurance funds without prior ministerial permission.

Case Number 1648/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing the insurance company's claim against Marfin Bank. The lower court had rejected the claim because the bank allegedly failed to obtain prior permission from the Ministry of Commerce before transferring insurance funds. The Court ruled that such prior permission is not a legal requirement for the validity of the transfer, as the law only mandates post-factum notification to the Ministry. Consequently, the Court found no illegal act by the bank and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7 and 8 of Law 400/1970; The transfer of insurance funds without prior ministerial permission does not constitute an illegal act, as the law only requires subsequent notification to the competent authority.

Keywords

AI generated
insurance company liability bank transfer of funds ministerial permission requirement illegal act definition subsequent notification duty insurance fund management court of appeal decision

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, and 330 of the Civil Code
Articles 7 and 8 of Law 400/1970
Article 1 of Law 400/1970
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1648 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1648/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΞΠΡΕΣ ΑΕΓΑ", που τελεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, έχει έδρα το …και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Επόπτη και Εκκαθαριστή της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πασσά, ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω τραπεζική εταιρία συγχωνεύτηκε με την MARFIN POPULAR BANK PUBLIC PLC CO, μετονομάστηκε σε "CYPRUS POPULAR BANK PLC CO" με διακριτικό τίτλο "LAIKI BANK" και εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5005/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 1480/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 661/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/8/2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από την από 22/3/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από τη Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι: "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι:1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την συμπεριφορά. Εξάλλου, το Ν.Δ. 400/1970 "Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως" ορίζει στην παράγραφο 3 του άρθρου 1, προστεθείσα με το άρθρο 2 του Π.Δ. 118/1985 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 76/580/ΕΟΚ κ.λπ.", ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου (συγχωνευθέντος ήδη στο Υπουργείο Ανάπτυξης, βλ.

Π.Δ. 27/1996), η οποία "έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση". Προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, ο νομοθέτης επιβάλλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σειρά ειδικών υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων και διάθεσης περιουσιακών στοιχείων προς κάλυψή τους.

Ειδικότερα ορίζονται: Στο άρθρο 7 παρ. 1 " Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να σχηματίζουν επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών... ", παρ. 4. "Τα τεχνικά αποθέματα αντικρίζονται από ισοδύναμα ή εκφρασμένα στο ίδιο νόμισμα περιουσιακά στοιχεία... " και παρ. 6. "Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι τεχνικές βάσεις, η μέθοδος και ο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων κατά ζημιών και ασφαλίσεων ζωής".

Στο άρθρο 8 παρ. 1 " Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Eλλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε. Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση.

Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων.

Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα του άρθρου 7 του παρόντος, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελαχίστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε του εδαφ. Α της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του παρόντος", παρ. 3 "Την ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν μόνο τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία:

Α) Κατάθεση στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης σε τράπεζα της επιλογής της, μεταξύ αυτών που λειτουργούν στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε. Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων ως εξής: α) Μετρητά σε δραχμές ή συνάλλαγμα", παρ. 4 εδ. α). "Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Εμπορίου τα περιουσιακά στοιχεία, που διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση έναντι των οποίων δεν ισχύει το απόρρητο των καταθέσεων.

Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Ανάπτυξης κάθε μεταβολή των στοιχείων της ασφαλιστικής τοποθέτησης μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες. Για τα ακίνητα και ενυπόθηκα δάνεια η γνωστοποίηση πρέπει να γίνεται τρεις ημέρες πριν από τη μεταβολή.", παρ. 5. "Για τον υπολογισμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, ισχύουν τα ακόλουθα:", παρ. 9 "Ειδικότερα για τα χρεόγραφα, τις προθεσμιακές καταθέσεις και τα μετρητά που φυλάσσονται ή είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες ισχύουν τα κάτωθι:

α) Η ασφαλιστική επιχείρηση δηλώνει στο Υπουργείο Εμπορίου όλα τα στοιχεία των τραπεζών (χώρα εγκατάστασης, πλήρη νόμιμη ονομασία, διεύθυνση) οι οποίες θα αναλάβουν την διαχείριση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεών της. Το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται να απαιτήσει και οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο της νόμιμης λειτουργίας των ή να διεξάγει έρευνες για την νόμιμη λειτουργία τους.

β) Οι ανωτέρω τράπεζες υποχρεούνται να ενημερώνουν το Υπουργείο Εμπορίου για κάθε διάθεση (κατάθεση) και για κάθε μεταβολή η τροποποίηση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων και να συνεργάζονται νια την εφαρμογή των διατάξεων περί εντοπισμού, δέσμευσης, κατάσχεσης και άρσης του απορρήτου των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων", παρ. 10. "Η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση προς το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων που υποχρεούται να σχηματίσει η ασφαλιστική επιχείρηση.

Η ασφαλιστική επιχείρηση συμπληρώνει μέσα σε 45 ημέρες την ασφαλιστική τοποθέτηση κατά το ποσό που μειώνεται είτε εξαιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης είτε εξαιτίας υποτίμησης περισσότερο από 25% της τρέχουσας τιμής των περιουσιακών στοιχείων των περιπτώσεων Α στοιχεία γ,δ,ε,στ,ζ,η, και θ και Γ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου σε σύγκριση με τη τιμή διάθεσής τους σε ασφαλιστική τοποθέτηση ή εφόσον η ως άνω μείωση υπερβαίνει το 15% του συνόλου της ασφαλιστικής τοποθέτησης.

Ως τιμή διάθεσης των ως άνω περιουσιακών στοιχείων θεωρείται για όσα αποκτήθηκαν μέσα στη χρήση η αξία κτήσης τους και για όσα αποκτήθηκαν σε προγενέστερες χρήσεις ο μέσος όρος της τιμής τους κατά τις τελευταίες 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων ή της τιμής που προκύπτει από την εφαρμογή της περιπτ.

στ της παρ. 5 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης ή σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει εντός επτά ημερών ", παρ.11α "... Σε περίπτωση μείωσης της ασφαλιστικής τοποθέτησης εξαιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης, απαλλοτρίωσης ή σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει με ομοειδή εντός δέκα ημερών", στην παρ.12 εδ.

δ) "Η ασφαλιστική τοποθέτηση που διαμορφώνεται οριστικά μέχρι την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους μετά τον έλεγχο της εποπτεύουσας αρχής, διατηρείται υποχρεωτικά μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου της ασφαλιστικής τοποθέτησης του επόμενου χρόνου, εκτός και αν σύμφωνα με τις καταστάσεις σχηματισμού των τεχνικών αποθεμάτων και της ασφαλιστικής τοποθέτησης του επόμενου έτους η ασφαλιστική τοποθέτηση διαμορφώνεται σε μεγαλύτερο ύψος οπότε και η αύξησή της πρέπει να συντελείται κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφια β' και της παραγράφου αυτής".

Στο άρθρο 10 παρ. 2 "Κατάσχεση ασφαλιστικής τοποθέτησης στα χέρια της ασφαλιστικής επιχείρησης ή τρίτου επιτρέπεται μόνο υπέρ των δικαιούχων της προηγούμενης παρ. 1 με βάση τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Αντίγραφο του κατασχετηρίου επιδίδεται με ποινή ακυρότητας της κατάσχεσης στο Υπουργείο Εμπορίου".

Επίσης, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 400/1970, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παράγραφος 1 του Π.Δ.252/1996 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις των Κοινοτικών ασφαλιστικών οδηγιών κ.λπ." (Α' 186/19.8.1996), επί παράβασης, εκ μέρους ασφαλιστικής επιχείρησης, των κατά τα άρθρα 7 και 8 του Ν.Δ. 400/1970 υποχρεώσεών της για σχηματισμό τεχνικών αποθεμάτων και διάθεση περιουσιακών στοιχείων σε ασφαλιστική τοποθέτηση "ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος ".

Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο νομοθέτης στα πλαίσια της κρατικής χρηματοοικονομικής εποπτείας που ασκείται επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων έχει θεσπίσει, για τον προαναφερθέντα σκοπό της προστασίας και εξασφάλισης των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση, μία σειρά ειδικών υποχρεώσεων για τις ασφα¬λιστικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων και διάθεσης ορισμένων περιουσιακών στοιχείων που θα καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα υπό τη μορφή ασφαλιστικής τοποθέτησης.

Η ανταποδοτικότητα της ασφάλισης επιβάλλει αυξημένη προστασία των ασφαλισμένων και των δικαιούχων ασφαλιστικής αποζημίωσης αλλά και του ανταποδοτικού χαρακτήρα της ασφάλισης. Για το λόγο αυτόν επιβάλλεται από το νόμο να υπάρχουν ανά πάσα στιγμή περιουσιακά στοιχεία, διατεθειμένα σε ασφαλιστική τοποθέτηση (βλ.

και άρθρο 18 παρ. 1, Α νϊ, Οδηγίας 92/96/ ΕΟΚ, άρθρο 56 Οδηγίας 91/674). Η ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελεί περιουσία σκοπού, (στο βαθμό που αποβλέπει στη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιαδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβα¬ση) και επιβάλλεται η διατήρησή της κατά πάντα χρόνο, από Οκτώβριο έως τον επόμενο Οκτώβριο κάθε έτους, οπότε επαναλαμβάνεται η αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων εκ των υποχρεωτικών κατηγοριών που προβλέπουν οι ως άνω διατάξεις, ώστε να εκπληρώνεται ο ασφαλιστικός σκοπός της διαρκούς και επαρκούς κάλυψης συμφερόντων των ασφαλισμένων.

Εφόσον δε αυτά (περιουσιακά στοιχεία) είναι χρήματα ή δεκτικά κατάθεσης σε τράπεζα κινητά ορίζεται ως τράπεζα, η οποία "διαχειρίζεται" αυτά. Ως ελάχιστο περιεχόμενο δε της διαχείρισης αυτής κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του ΝΔ 400/1970 είναι και η τήρηση εκ μέρους της τράπεζας των διατάξεων του νόμου περί της υποχρεωτικής διατήρησης ασφαλιστικών τοποθετήσεων.

Συνεπώς, επί τραπεζικής κατάθεσης, που αποτελεί και ασφαλιστική τοποθέτηση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρο 830 ΑΚ) με ελάχιστο περιεχόμενο όχι οριζόμενο από τα μέρη αλλά κατ' ελάχιστο καθοριζόμενο από τις διατάξεις του ΝΔ 400/1970 περί διατήρησης ελαχίστων τεχνικών αποθεμάτων, δηλαδή περί της κατά πάντα χρόνο ύπαρξης ασφαλιστικής τοποθέτησης, προκειμένου δε περί χρημάτων, περί της κατά πάντα χρόνο κατάθεσης ενός συγκεκριμένου ποσού σε "διαχειρίστρια" τράπεζα, ώστε να καλύπτονται τα τεχνικά αποθέματα.

Κατά την έννοια των ανωτέρω (με αναγκαστικό χαρακτήρα) διατάξεων ισχύει ο κανόνας της υποχρεωτικής ελάχιστης παρακαταθήκης χρηματικού ποσού σε τράπεζα και, ακολούθως, απαγορεύεται η εξάλειψη, καταστροφή, αλλοίωση της χρηματικής αυτής εξασφάλισης κάτω του ελαχίστου ορίου. Η συμπεριφορά αυτή από οποιονδήποτε εμπλεκόμενο (ασφαλιστική εταιρεία ή τράπεζα) συνιστά παράβαση του νόμου, διότι καταργεί την ίδια την εξασφάλιση, όταν η κατάργηση αυτή δεν συνοδεύεται από ταυτόχρονη αντικατάσταση της χρηματικής κατάθεσης με άλλη ισάξια παροχή ασφαλείας με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος.

Στα ανωτέρω συμπεράσματα, οδηγεί τόσον η γραμματική διατύπωση, όσο και η λογική των ανωτέρω διατάξεων και ενδεικτικά: α) Ο λεπτομερής στο νόμο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων, β) η νομοθετική επιταγή ότι αυτά καλύπτονται με ίσης αξίας περιουσιακά στοιχεία "διατιθέμενα" σε ασφαλιστική τοποθέτηση, γ) η απαρίθμηση πλειόνων και περιοριστικώς αναφερομένων κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων τα οποία και μόνο μπορεί να διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, δ) ο λεπτομερής τρόπος υπολογισμού της αξίας των περιουσιακών αυτών στοιχείων, ώστε να "ισούνται" με το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων (του μαθηματικού δηλαδή εξαγομένου ελαχίστου ορίου αξίας ασφαλείας με βάση τις εργασίες της ασφαλιστικής επιχείρησης), ε) η θέση συγκεκριμένης καταληκτικής προθεσμίας (Οκτώβριος) περί σχηματισμού (διάθεσης) των ασφαλιστικών τοποθετήσεων και η επιταγή της απαρέγκλιτης τήρησής τους ως τέτοιων μέχρι τον επόμενο Οκτώβριο, στ) η πρόβλεψη ρητών προθεσμιών συμπλήρωσης των περιουσιακών στοιχείων εάν αυτά απομειωθούν ή χάσουν την αξία τους για κάποιο λόγο (μη οφειλόμενο στη βούληση της ασφαλιστικής επιχείρησης) και ζ) το ακατάσχετο αυτών των ασφαλιστικών τοποθετήσεων παρά μόνο υπέρ των δικαιούχων ασφαλίσματος (όχι οιουδήποτε άλλου δανειστή) και μόνο εάν αυτοί διαθέτουν τελεσίδικη απόφαση.

Το βασικό συμπέρασμα και εκ της τελευταίας αυτής επιταγής περί ακατασχέτου υπέρ των ασφαλισμένων είναι ότι κύρια επιδίωξη του νομοθέτη υπήρξε η προληπτική προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων έναντι των κινδύνων από την αφερεγγυότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης, αφε¬ρεγγυότητα η οποία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία κάλυψης των ζημιών τους.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 14-5-2002 ένδικη αγωγή, εκτίθεται ότι με τις αναφερόμενες σ' αυτήν αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης αφενός μεν ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και λειτουργίας της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας) ασφαλιστικής εταιρείας (ΕΞΠΡΕΣ ΑΕΓΑ) και αφετέρου διατάχθηκε η σφράγιση των γραφείων της και η δέσμευση ως ασφαλιστικής τοποθέτησης όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, ότι με την υπ' αριθμ. 7/12-1-98 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) ανεστάλη η εκτέλεση των παραπάνω υπουργικών αποφάσεων μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ασκηθείσης απ' αυτήν (ενάγουσα) αίτησης ακύρωσης, η οποία και έλαβε χώρα στις 30-12-98 εκδοθείσης της 4952/1998 απόφασης του ΣτΕ που απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση αυτή, ότι κατά την διάρκεια της άνω αναστολής η πρώτη εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" προέβη σε αποδέσμευση και απόδοση προς τους λοιπούς 2ο 3η, και 4ο εναγομένους, πρόεδρο, διευθύνουσα σύμβουλο και μέλος, αντίστοιχα του Δ.Σ αυτής (ενάγουσας), οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, του ποσού των 118.185,89 ευρώ, το οποίο είχε διατεθεί στην εν λόγω Τράπεζα από την ίδια την ενάγουσα, ως ασφαλιστική τοποθέτηση προς κάλυψη των τεχνικών αποθεμάτων της, χωρίς ισόποση αντικατάσταση..

Επικαλούμενη, περαιτέρω, η ενάγουσα, (τελούσα υπό εκκαθάριση και εκπροσωπούμενη από τους νομίμως διορισθέντες επόπτη εκκαθάρισης και εκκαθαριστή), ότι η κατά τα ως άνω αποδέσμευση και ανάληψη του εν λόγω χρηματικού ποσού, χωρίς την προηγούμενη (ενημέρωση) και παροχή αδείας εκ μέρους του εποπτεύοντος Υπουργού Ανάπτυξης, έγινε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 7 παρ.1 και 8 παρ.1 του ΝΔ 400/1970 περί υποχρεωτικής τήρησης και διαχείρισης των τεχνικών αποθεμάτων, τα οποία με την ενέργειά της αυτή μειώθηκαν, ενόψει της μη αναπλήρωσης του ισόποσου ως κάτω του προβλεπόμενου ελαχίστου ορίου, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη τράπεζα είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει (εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους) το ποσό των 118.185,89 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά (και) αυτής.

Η με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα αγωγή, όσον αφορά την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 ΑΚ, 7 και 8 ΝΔ 400/1970, καθώς παρακάτω ειδικότερα εκτίθεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την αναιρεσίβλητη, δέχθηκε στη μείζονα πρότασή της τ' ακόλουθα: "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 3, 6 παρ. 1, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 3, 4, 9, 10, 9 παρ. 1, 2 και 44 του Ν.Δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν με τα Π.Δ. 118/85 και 252/1996 προκύπτει ότι α) οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Ανάπτυξης, που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 400/70 και έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση, έχουν υποχρέωση, ευθύς από την έναρξη της λειτουργίας τους, να προβούν αφενός στο σχηματισμό επαρκών τεχνικών αποθεμάτων για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη -μέλη μέσω των υποκαταστημάτων τους και αφετέρου σε ασφαλιστική τοποθέτηση, συνισταμένη στη διάθεση στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε.

περιουσιακών στοιχείων, η αξία των οποίων πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με το ύψος των κατά τα άνω τεχνικών αποθεμάτων προς διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση, β) το είδος των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης, που μπορούν να τεθούν σε ασφαλιστική τοποθέτηση, ορίζεται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.Δ. 400/70 και είναι, κατά κύριο λόγο, τραπεζικές καταθέσεις (προθεσμιακές και μη), μετρητά, ακίνητα, ομόλογα και μετοχές σε προβλεπόμενες κατ' ανώτατο όριο, αναλογίες, γ) τα τιθέμενα σε ασφαλιστική τοποθέτηση ως άνω περιουσιακά στοιχεία έχει υποχρέωση η ασφαλιστική επιχείρηση να τα ανακοινώσει στο Υπουργείο Ανάπτυξης, στο οποίο επίσης υποχρεούται να γνωστοποιεί κάθε μεταβολή των στοιχείων αυτών της ασφαλιστικής τοποθέτησης, εντός 3 εργασίμων ημερών από τη μεταβολή, εκτός αν αυτή (μεταβολή) αφορά σε ακίνητα ή ενυπόθηκα δάνεια, οπότε η γνωστοποίηση πρέπει να γίνεται τρεις ημέρες πριν από τη μεταβολή.

Δηλαδή, κατ' αντίθεση με το προϊσχύσαν δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο η μεταβολή των στοιχείων της ασφαλιστικής τοποθέτησης ήταν δυνατή μόνον ύστερα από άδεια του (τότε) Υπουργού Εμπορίου, υπό το ισχύον σήμερα νομοθετικό καθεστώς για τη μεταβολή αυτή δεν απαιτείται άδεια του αρμοδίου υπουργού, αλλά απλή γνωστοποίηση της ασφαλιστικής εταιρείας περί της επελθούσας ή της επικείμενης (προκειμένου για ακίνητα και ενυπόθηκα δάνεια) μεταβολής εντός της οριζόμενης παραπάνω προθεσμίας.

Βεβαίως και υπό το νέο καθεστώς η ασφαλιστική τοποθέτηση εξακολουθεί να είναι περιουσία σκοπού, ο σχηματισμός της οποίας είναι υποχρεωτικός καθόσον προορίζεται αποκλειστικά για τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση. δ) Στην περίπτωση που η ασφαλιστική τοποθέτηση συνίσταται σε χρεόγραφα, προθεσμιακές καταθέσεις και μετρητά, που φυλάσσονται ή είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες, η μεν ασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρέωση να δηλώσει στο Υπουργείο Ανάπτυξης όλα τα στοιχεία των Τραπεζών, οι οποίες θα αναλάβουν τη διαχείριση της παραπάνω ασφαλιστικής τοποθέτησης, οι δε Τράπεζες "έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν το Υπουργείο Ανάπτυξης για κάθε διάθεση (κατάθεση) και για κάθε μεταβολή ή τροποποίηση της ως άνω ασφαλιστικής τοποθέτησης" (άρθρο 8 παρ. 9 εδ..

β' Ν.Δ. 400/70). Όπως σαφώς προκύπτει από την τελευταία αυτή διάταξη, η υποχρέωση των τραπεζών "να ενημερώνουν" το Υπουργείο Ανάπτυξης για κάθε διάθεση, μεταβολή ή τροποποίηση της ασφαλιστικής τοποθέτησης δεν ταυτίζεται και με αντίστοιχη υποχρέωση αυτών (τραπεζών) να εξασφαλίζουν, πριν από την οποιαδήποτε μεταβολή της ασφαλιστικής τοποθέτησης, την άδεια-συναίνεση του εποπτεύοντος Υπουργείου, και επομένως δεν είναι απαραίτητο να προηγείται η σχετική ενημέρωση προς το τελευταίο πριν από την πραγματοποίηση της μεταβολής, αφού η εν λόγω υποχρέωση εκπληρώνεται και με την παροχή της σχετικής ενημέρωσης αμέσως μετά την επέλευση της οποιασδήποτε μεταβολής, για την οποία από καμία διάταξη δεν προκύπτει ότι απαιτείται να προηγείται σχετική άδεια του εποπτεύοντος υπουργείου.

Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι, εφόσον κατά τα προαναφερθέντα, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να μεταβάλλει ελεύθερα τα στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης με μόνη την υποχρέωση γνωστοποίησης της εν λόγω μεταβολής στο αρμόδιο υπουργείο εντός τριών εργασίμων ημερών από της πραγματοποίησης της, εφόσον δεν πρόκειται για ακίνητα και ενυπόθηκα δάνεια, οπότε η γνωστοποίηση πρέπει να γίνει πριν από τρεις ημέρες, η αντίστοιχη υποχρέωση των τραπεζών, οι οποίες διαχειρίζονται τα σε χρεόγραφα, μετρητά και καταθέσεις συνιστάμενα στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, δεν μπορεί να είναι ευρύτερη αυτής των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ώστε να απαιτείται απ' αυτές να ενημερώνουν πριν από την οποιαδήποτε μεταβολή το αρμόδιο Υπουργείο προκειμένου να εξασφαλίζουν την άδεια αυτού για την πραγματοποίηση της μεταβολής.

Αν η βούληση του νομοθέτη ήταν να προηγείται της μεταβολής της ασφαλιστικής τοποθέτησης η άδεια του εποπτεύοντος υπουργείου θα χρησιμοποιούσε για τη διατύπωση της διάταξης αυτής ανάλογη φρασεολογία δηλωτική της σχετικής βούλησης του και δεν θα περιοριζόταν στη χρήση του ρήματος "ενημερώνουν", αφού το τελευταίο δεν υποδηλώνει αναγκαίως παροχή της ενημέρωσης πριν από την οποιαδήποτε ενέργεια (εδώ μεταβολή), ούτε συναρτάται υποχρεωτικά με την παροχή αδείας για την πραγματοποίηση της πράξης στην οποία αφορά η ενημέρωση.

Τυχόν αποδοχή της αντίθετης άποψης, ότι, δηλαδή, οι τράπεζες υποχρεούνται πριν από την οποιαδήποτε μεταβολή των στοιχείων της ασφαλιστικής τοποθέτησης να ζητούν τη συναίνεση-άδεια του υπουργείου θα οδηγούσε στην επαναφορά της κρατούσας υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ρύθμισης, σύμφωνα με την οποία για την οποιαδήποτε μεταβολή της ασφαλιστικής τοποθέτησης ήταν απαραίτητη η προηγουμένη άδεια του Υπουργείου Εμπορίου, η οποία όμως, κατά τα προαναφερθέντα, δεν κρατεί υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς.

Συνακολούθως, οι τράπεζες μπορούν να προβαίνουν νομίμως στην απόδοση των ποσών της ασφαλιστικής τοποθέτησης χωρίς την προηγούμενη άδεια του εποπτεύοντος Υπουργείου. Το ζήτημα, δε, του πότε (δηλαδή άμεσα ή μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα) και με ποια περιουσιακά στοιχεία θα αναπληρωθούν αντικατασταθούν τα αναληφθέντα ποσά, επαφίεται στην εύλογη κρίση της διοίκησης της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Αν η ασφαλιστική επιχείρηση αποσύρει τα ποσά της ασφαλιστικής τοποθέτησης και δεν τα αντικαταστήσει με άλλα ισάξια μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 8 παρ. 1 και 12 στοιχ. δ ν.δ. 400/1970 και, πέραν των ποινικών κυρώσεων σε βάρος των προσώπων που τέλεσαν την πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 44 στοιχ.

δ ν.δ. 400/1970, μπορεί να επέλθουν ως προς την ασφαλιστική επιχείρηση οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 1 ν.δ. 400/1970, μπορεί δηλαδή το Υπουργείο Ανάπτυξης να χαρακτηρίσει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή του συνόλου της περιουσίας της ή και να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της.

Σε μια τέτοια περίπτωση ο νόμος προβλέπει την τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας, μεταξύ των οποίων και τη σημείωση στα βιβλία της τράπεζας όπου υπάρχει η σχετική κατάθεση (άρθρο 9 παρ. 2 ν.δ. 400/1970). Επομένως, στο ισχύον δίκαιο η επέμβαση της εποπτεύουσας αρχής σχετικά με τη διαφύλαξη των ποσών της ασφαλιστικής τοποθέτησης δεν είναι πλέον προληπτική αλλά κατασταλτική".

Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, αφού παρέθεσε το πιο πάνω ιστορικό της ένδικης αγωγής, την απέρριψε ως μη νόμιμη ως προς την εναγομένη τράπεζα, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει η απαιτούμενη για τη θεμελίωση της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης της τελευταίας προϋπόθεση της παράνομης συμπεριφοράς αυτής, αφού "υπό το ισχύον, κατά τον κρίσιμο χρόνο της γενομένης αποδέσμευσης (1998), νομοθετικό καθεστώς, οι τράπεζες, που διαχειρίζονται την εκ μέρους των ασφαλιστικών εταιρειών διατεθείσα για την κάλυψη των τεχνικών αποθεμάτων τους, ασφαλιστική τοποθέτηση χρεογράφων, μετρητών και καταθέσεων όχι μόνο δεν υποχρεούνται να ζητούν και να εξασφαλίζουν πριν από την οποιαδήποτε μεταβολή των στοιχείων αυτής (ασφαλιστικής τοποθέτησης) την άδεια του εποπτεύοντος υπουργείου αλλά και δεν δικαιούνται να αρνηθούν την απόδοση της εν λόγω ασφαλιστικής τοποθέτησης στα νομιμοποιούμενα για το σκοπό αυτό πρόσωπα.

Η μόνη υποχρέωση την οποία έχουν οι διαχειρίστριες τράπεζες είναι η εκ μέρους αυτών ενημέρωση του εποπτεύοντος υπουργείου σχετικά με την πραγματοποιηθείσα μεταβολή της ασφαλιστικής τοποθέτησης". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του ΝΔ 400/1970, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο (της επικαλούμενης αδικοπραξίας), αφού, όπως προεκτέθηκε, η ανάληψη και η απόδοση του χρηματικού ποσού κατάθεσης, που αποτελεί ασφαλιστική τοποθέτηση, άνευ άλλου τινός, δηλαδή χωρίς ισάξια αντικατάσταση, συνιστά κατάργηση της ασφαλιστικής τοποθέτησης και παραβιάζει ευθέως τις εν λόγω διατάξεις, ανεξαρτήτως προηγούμενης ή μεταγενέστερης σχετικής ενημέρωσης του Υπουργού Εμπορίου (και ήδη Ανάπτυξης), η οποία (ενημέρωση) δεν έχει καμία νομική σημασία εν προκειμένω ως αυτοτελής προϋπόθεση για την αξιολόγηση της παραβατικότητας (του παρανόμου) της συμπεριφοράς (και) της διαχειρίστριας τράπεζας.

Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος, ο οποίος αληθώς αποδίδει αιτίαση μόνο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και εκ του αρθ. 19 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή κατά παραδοχή του ανωτέρου λόγου της, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσίβλητη) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ.

Η αναιρεσίβλητη θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ),

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 661/2008 απόφαση του Eφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ