1648/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1648/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη του εκείνα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι δεν είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα, η παράβαση δε της υποχρεώσεως του αυτής ιδρύει τον από τον άρθρο 559 αρ. 11 περ.
Full text
Απόφαση 1648 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1648/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Ι. του Β., 2. Δ. Κ. και 3. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΡΦΗ Α.Ε", με έδρα την …, νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπουρτζάλα.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελένη Τζούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1686/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4640/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8 Ιουλίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 10 Φεβρουαρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη του εκείνα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι δεν είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα, η παράβαση δε της υποχρεώσεως του αυτής ιδρύει τον από τον άρθρο 559 αρ. 11 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Για την πληρότητα όμως του λόγου αυτού της αναιρέσεως πρέπει, κατά τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., το αποδεικτικό μέσο να προσδιορίζεται σαφώς και συγκεκριμένα κατά το είδος και την ταυτότητα του, ώστε να αναγνωρίζεται χωρίς αμφιβολία. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 περ.
β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, των οποίων όμως δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν τα αποδεικτικά αυτά μέσα σαφώς και συγκεκριμένα κατά το είδος και την ταυτότητα τους.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π 2/1989).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 11/1996, 12/1991). Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αριθ. 8 περ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, τον οποίο οι τελευταίοι είχαν προτείνει με τον πρώτο λόγο της εφέσεως τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε με ρητή αναφορά στις αιτιολογίες της προγενέστερης και με αριθ. 4640/2007 εν μέρει μη οριστικής απόφασής του, με την οποία είχε κριθεί, μετά απόρριψη του πρώτου λόγου της εφέσεως των αναιρεσειόντων, η υπό κρίση αγωγή νόμιμη και ορισμένη.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα ως προς μεν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, και μάλιστα ενάριθμα, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τί συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.
Ως προς δε τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, ΑΠ 32/1996 Ολ).
Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως, κατ' αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια οι τρίτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται αντίστοιχα στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, αφ' ενός μεν λόγω της αοριστίας τους διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά και με επιλεκτικές αναφορές, τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων, δέχτηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφήρμοσε, δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του Εφετείου, αλλά ούτε και αναφέρεται ποίες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως, αφετέρου δε διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του πλήττεται η ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.
Για το ορισμένο του ως άνω λόγου πρέπει να εκτίθεται ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβίασε το Εφετείο. Κατά συνέπεια ο τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η, από τον αριθ. 1 εδ.β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, για τον λόγο ότι "το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, όπως αυτά προέκυπταν από το σύνολο του φακέλου της υπόθεσης", είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποία συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 πλημμέλεια, διότι εκτίμησε εσφαλμένα την 259/7.8.2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, χωρίς επαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της γνωμοδοτήσεως των πραγματογνωμόνων δεν ελέγχεται, κατά τα προεκτεθέντα, αναιρετικώς, υπό την επίκληση δε των αποδιδόμενων από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα πλημμελειών ο λόγος αυτός πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.7.2009 αίτηση του Σ. Β. Ι. κ.λ.π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 2.641/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ