Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague and indeterminate grounds of appeal under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court erred in law by failing to recognize their ownership rights, but the court found the appeal grounds insufficiently specific. The court ruled that the appeal failed to clearly identify the specific legal provision violated or the precise factual error, rendering it inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1)(a)-(b), 559, 118(3), 566(1), 577(3) of the Civil Procedure Code; An appeal must state the legal error with precision, identifying the specific violated provision and the exact nature of the judicial mistake, otherwise it is inadmissible for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1648 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1648/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σταθόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 976/2003 μη οριστική, 2055/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 468/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 27-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παράγραφος 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της -αγωγής-, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Στην περίπτωση που η διεκδικητική (ή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου) αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, -μη απαιτουμένης και της μνείας του τόμου και των λοιπών στοιχείων του βιβλίου μεταγραφής, των οποίων η απόδειξη μπορεί να γίνει κατά την πρώτη, στον πρώτο βαθμό, συζήτηση της αγωγής με την προσκομιδή των οικείων εγγράφων και πιστοποιητικών, καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση -χρησικτησία-.
Η έλλειψη των αμέσως πιο πάνω στοιχείων στη διεκδικητική (ή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου) αγωγή καθιστά το δικόγραφο της αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, η αοριστία δε αυτή δεν είναι νομική, ως συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της - αγωγής -, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί, όμως, λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει η αοριστία αυτή να προτείνεται στο Εφετείο και να αναφέρεται η πρόταση αυτή στο σχετικό αναιρετικό λόγο. αφού δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε αφορά τη δημόσια τάξη.
Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, εάν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγής ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε, προς θεμελίωση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο στον παράγωγο τρόπο, το ...
συμβόλαιο, το οποίο αφορά άλλο ακίνητο (σε άλλη θέση) από εκείνο στο οποίο αναφέρονται οι υπόλοιποι, επικαλούμενοι από τον ίδιο, τίτλοι ιδιοκτησίας, παράλληλα δε, μολονότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει σε άλλον ιδιοκτήτη οικειοποιήθηκε τον πιο πάνω αλλότριο τίτλο ως δικό του και, έτσι, επέφερε εσκεμμένη σύγχυση στα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά και συνάμα λογική αντίφαση μεταξύ του ιστορικού και του αιτητικού της αγωγής.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των από 22-1-2003 πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσείοντα, καθώς και της από 18-6-2005 έφεσής του κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης, αντίστοιχα, δεν προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων πρότεινε παραδεκτά τόσο στο Πρωτοδικείο, όσο και στο Εφετείο, με λόγο της έφεσής του, τον ήδη επικαλούμενο από τον ίδιο ισχυρισμό του περί αοριστίας της ένδικης αγωγής από τον παραπάνω λόγο (ή οποιονδήποτε άλλο συναφή με αυτόν).
Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, που δεν προτάθηκε παραδεκτός από τον ίδιο στο Εφετείο.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό η ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο και κατά το πρώτο μέρος του, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ.
β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα περί του ότι το εν λόγω Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας, του αναιρεσιβλήτου, ταύτισε δύο διαφορετικά ακίνητα, ανήκοντα σε διαφορετικούς κυρίους, δηλαδή στο Γ1 και στην ..., θυγατέρα του Γ1, αφενός και στο ..., γιο του, αφετέρου και, παράλληλα, κείμενα σε διαφορετική θέση και περί του ότι το ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο δέχθηκε, ότι με το ...
πωλητήριο συμβόλαιο ο απώτερος δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντα Κ1 απέκτησε την κυριότητα μόνο "εξ ελαιοδένδρων εις την θέση ... (εξαιρουμένου του αγρού)", μη λαμβάνοντας, έτσι, υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι με το προμνημονευόμενο συμβόλαιο δεν μεταβιβάστηκε μόνο δικαίωμα χωριστής κυριότητας σε έξι (6) ελαιόδενδρα, αλλά και κυριότητα στο σ' αυτό περιγραφόμενο αγρό.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, αφού ο προβαλλόμενος με αυτόν ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά συνιστά άρνηση της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα. (Ολ. ΑΠ 14/2005). Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ήδη επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, δηλαδή: α) το ... διανεμητήριο συμβόλαιο, β) τη ...πράξη αποδοχής κληρονομίας και γ) το ...
πωλητήριο συμβόλαιο, αντίστοιχα, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του, που εκτενώς αναπτύχθηκαν στον αμέσως πιο πάνω αναιρετικό λόγο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε τα εν λόγω έγγραφα στο Εφετείο, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε sυμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγω της αναίρεσης ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι το ακίνητο που αναφέρεται στο ... πωλητήριο συμβόλαιο είναι το ίδιο που διαλαμβάνεται και στα ...και ..., αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια, καθώς και στην από ...-1942 διαθήκη (τίτλους κτήσης της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου και των δικαιπαρόχων του στο επίδικο ακίνητο) και, περαιτέρω, με το να δεχθεί ότι με το ...
πωλητήριο συμβόλαιο (τίτλο κτήσης του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντα) απέκτησε ο απώτερος δικαιοπάροχός του Κ1 το δικαίωμα της χωριστής κυριότητας μόνο στα σ' αυτό αναφερόμενα έξι ελαιόδενδρα και όχι και στην κυριότητα του στο ίδιο περιγραφόμενου τεμαχίου γης, κειμένου στην περιοχή του επίδικου ακινήτου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προμνημονευόμενων εγγράφων.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους.
Οι περιλαμβανόμενες στο ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις από τους αριθμούς 10 και 12, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες προεχόντως ως αόριστες, εφόσον δεν εξειδικεύεται σ' αυτόν σε τι συνίστανται οι επί μέρους πλημμέλειες. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.3, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο, αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να μη δεχθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα οι προϋποθέσεις της κτήσης ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με τακτική, αλλιώς έκτακτη χρησικτησία, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύεται σ' αυτόν η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που αφορά την έκτακτη χρησικτησία, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, δεν εκτίθενται, επίσης, στον ίδιο, ούτε καν αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις και, τέλος, δεν αναφέρεται σ' αυτόν το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν οι αμέσως πιο πάνω παραβιάσεις οφείλονται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της 468/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ