1648/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7/2/2003 και 19/5/2003 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 436/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1648/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητά ή σιωπηρά έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Full text
Απόφαση 1648 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1648/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)......, 2)......., 3)......., 4)......., 5)......, 6)......., 7)......, 8)......., 9)....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Κατσαμπάνη.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΗΠΕΙΡΟΥ Α.Ε.-ΔΩΔΩΝΗ" που εδρεύει στην Ελεούσα Ιωαννίνων, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7/2/2003 και 19/5/2003 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 436/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 1/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων", στην παρ. 2 ορίζεται ότι "η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες." Στη συνέχεια στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το Ν. 1892/1990, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και οι Τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες στις οποίες είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως και η Αγροτική Τράπεζα καθώς και οι θυγατρικές ανώνυμες εταιρείες των πιο πάνω νομικών προσώπων που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτά.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητά ή σιωπηρά έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Περαιτέρω το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β΄ του του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του ν. 547/1937 ορίζει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Η διάταξη όμως αυτή δε δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως ορίζεται παραπάνω στο ν. 2190/1994, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως, ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Με την αναθεώρηση του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκα παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγουμένου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συνάγματος, η Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρο 103 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη- μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
θεωρούνται "διαδοχικές" β)χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου(ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας αυτής, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που καλείται να λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Σύμφωνα λοιπόν με όσα προαναφέρθηκαν, η παραπάνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται και δεν έχει ισχύ στην ελληνική έννομη τάξη μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής (10-7-2001) και μέχρι τις 2-4-2003 και 19-7-2004, που άρχισε η ισχύς των ΠΔ 81/2003 και 164/2004 (σχ. ΟλΑΠ20/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στις αγωγές τους, ότι προσελήφθησαν από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ανήκει κατά ποσοστό 60% στην Αγροτική Τράπεζα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου διάρκειας, που καταρτίστηκαν κατά τα έτη 1994 έως 2000, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με διάφορες ειδικότητες ο καθένας (ηλεκτρονικοί, υδραυλικοί κλπ), καλύπτοντας στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης και όχι προσωρινές, ότι οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν αλληλοδιαδόχως και ότι οι συμβάσεις αυτές υπέκρυπταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου για καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που αφορούν την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου κλπ.
Ζητούν με τις αγωγές, να αναγνωρισθεί ότι, εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης και ότι, οι συμβάσεις που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η αγωγή αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν είναι νόμιμη κατά τους ισχύοντες, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης κανόνες δικαίου, με βάση τους οποίους κρίνονται η ορθότητα ή μη αυτής (άρθρα 573 παρ.1 και 533 παρ 2 Κ.Πολ.Δ.), διότι οι συμβάσεις καταρτίσθηκαν υποχρεωτικώς από το νόμο ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας και δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως, ως ορισμένου χρόνου.
Περαιτέρω, η 1999/70/ΕΚ Οδηγία δεν ήταν εφαρμόσιμη ως μη έχουσα κατά τα προεκτεθέντα άμεση ισχύ στην εσωτερική ημεδαπή έννομη τάξη. Επομένως, ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή ως μη νόμιμη, η οποία (απόφαση) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1020 καθώς και την πιο πάνω Οδηγία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Το Εφετείο, ερμηνεύοντας το νόμο, δέχθηκε ότι, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που ο χρόνος διάρκειας της συμβάσεως ορίσθηκε από το νόμο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 26 και 87 παρ.2 του συντάγματος, με τις οποίες προβλέπεται και κατοχυρώνεται η διάκριση των εξουσιών, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού η παραπάνω ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έγινε από το δικαστήριο και όχι από τη νομοθετική εξουσία.
Με τα άρθρα 1 επ. του Ν. 2000/1991 "Για την αποκρατικοποίηση, απλούστευση διαδικασιών εκκαθάρισης, ενισχύσεως κανόνων ανταγωνισμού και άλλες διατάξεις" ορίζεται ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η αποκρατικοποίηση φορέων του δημοσίου, ενώ με το άρθρο 29 του Ν. 2843/2000, "Εκσυγχρονισμός των χρηματιστηριακών συναλλαγών, εισαγωγή εταιρειών επενδύσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες διατάξεις", που αντικατέστησε την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 2000/1991, ορίζεται ότι, "στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2414/1996, όπως αρχικά ίσχυε καθώς και αυτές που έχουν υπαχθεί ή θα υπαχθούν στις διατάξεις του νόμου αυτού, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου, καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων την απόλυτη πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου (51%) έχει το Ελληνικό Δημόσιο.
Εξαιρούνται ρητώς από την εφαρμογή του νόμου αυτού οι θυγατρικές τους επιχειρήσεις και λοιπές εταιρικές συμμετοχές των παραπάνω δημοσίων επιχειρήσεων και πιστωτικών ιδρυμάτων". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, με αυτές ρυθμίζεται το θέμα των αποκρατικοποιήσεων των φορέων του δημοσίου τομέα και όχι αυτό των προσλήψεων και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, επειδή η αναιρεσίβλητη μετά τον ν. 2843/2000 δεν υπάγεται στο σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 63/22-12-2005 αίτηση των ..... , ......, ...... , ......, ......, ......, ......, ......, και ...... για αναίρεση της 263/2005 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ