Legislator Case Law & Legislation
1647/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against lower court ruling on property dispute involving good faith acquisition.

Case Number 1647/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a property dispute. The State argued that the lower court erred in finding the private parties were in good faith despite lacking formal title, while the private parties were absent from the hearing. The court rejected the appeal because the State failed to prove the lower court's findings were legally flawed and because the appeal was procedurally inadmissible due to the absence of the private parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 §1 and 576 §§1, 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only on legal grounds and cannot re-evaluate evidence or substitute its own assessment of good faith where the lower court has provided sufficient reasoning.

Keywords

AI generated
good faith acquisition property dispute appeal admissibility absence of parties legal review standard

Cited Legislation

AI generated
Article 561 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 §§1, 2 of the Code of Civil Procedure
Article 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 4 §1 item b of Law 3127/2003
Article 1042 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1647 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1647/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ζωή Μαυρίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Ι. και Ε., κατοίκου ..., 2) Α. συζ. Ν. Κ., το γένος Ι. και Ε. Κ., κατοίκου ..., 3) Ζ. συζ. Χ. Σ., το γένος Ι. και Ε. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2016 μη οριστική, 129/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576§§1, 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως εάν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευτεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση του αναιρεσείοντος, η από 17.10.2019 αίτηση για αναίρεση της 146/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την οικεία σειρά του πινακίου, οι νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθέντες για να παραστούν κατά την παρούσα συζήτηση (βλ. τη με στοιχεία 4485Β'/30.08.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ευβοίας που επικαλείται νομίμως και προσκομίζει το αναιρεσείον) αναιρεσίβλητοι, Ε.

Κ. του Ι., Α. σύζυγος Ν. Κ. το γένος Ι. και Ε. Κ. και Ζωή σύζυγος Χ. Σ. το γένος Ι. και Ε. Κ., δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε, εκπροσωπούμενοι από τέτοιον, κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρο 242§2 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.

Με την κρινόμενη από 17.10.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 146/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο απέρριψε την από 24.04.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 129/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 27.07.2015 αγωγή από το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998 των αναιρεσειόντων και της Ε.

χήρας Ι. Κ. το γένος Ν. Μ., την οποία, αποβιώσασα, διαδέχτηκαν στη δικονομική της θέση οι αναιρεσίβλητοι. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).

Στο άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1999 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως αντικαταστάθηκε από την §11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 και ισχύει ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. . Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. . ... .". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας, κατά πλάσμα του νόμου, είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος προβλέφθηκε, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.

με το άρθρο 53 του εισαγωγικού νόμου αυτού, και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.09.1915, αφού, μετά το χρονικό αυτό σημείο, δεν επιτρέπεται έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου.

Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι τις 19.03.2003 (άρθρο 9 του ν. 3127/2003), επί τριάντα (30) έτη, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν, κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπό του, οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 Α.Κ. .

Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστεως, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.

Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να εξειδικεύει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συγκροτούν την έννοια της καλής πίστεως ή την έλλειψή της, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού (Α.Π. 505/2014, 863/2011). Περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη λεκτέα τα εξής: Κατ' άρθρο 1042 του Α.Κ.

ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη "όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε κυριότητα". Άρα καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής: α) γνωρίζει ή β) από βαριά αμέλεια αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί.

Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστεώς του, αντιθέτως, κατά το άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003, την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής, υπό εκατέρου τούτων, φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 καθίσταται σαφές ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεώς του δεν έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλ', αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί ενός τέτοιου ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου προϋποθέτει, πλην άλλων, τη συμπλήρωση τριακονταετούς επ' αυτού νομής έως τις 19.03.2003, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 3127/2003. Σημειώνεται ότι αναφορά σε σχετική αγωγή ότι το επίδικο ακίνητο κατέχεται κατά το προβλεπόμενο στον νόμο χρονικό διάστημα χωρίς νόμιμο (τυπικό) τίτλο, δηλαδή χωρίς να υπάρχει πωλητήριο συμβόλαιο, δεν αποτελεί ομολογία περί της κακής πίστεως του ενάγοντος και ειδικότερα περί συνδρομής περιστατικών, που να θεμελιώνουν αντίστοιχο ισχυρισμό του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αλλά, αντιθέτως, συνιστούν ισχυρισμό περί του ότι για ολόκληρο το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα νεμόταν το επίδικο καλόπιστα (Α.Π. 80/2017, Α.Π. 1777/2011).

Η ως άνω ρύθμιση ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου αυτού (Ελληνικού Δημοσίου), νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα (30) έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι τις 19.03.2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην §1 στοιχ.

β' του ίδιου νόμου (Ολ.Α.Π. 11/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του Α.Κ. η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα από αυτή. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ.).

Η διατάραξη της νομής, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 984 του Α.Κ., αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 του Α.Κ. . Η έννοια όμως του όρου "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, μεταξύ άλλων, και η κοινοποίηση της πράξεως της αρμόδιας αρχής περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του δημοσίου κτήματος (Ολ.Α.Π. 11/2015), η κοινοποίηση πρωτοκόλλου καταλήψεως (Α.Π. 826/2018), η, με, οποιοδήποτε τρόπο, λήψη από τον ιδιώτη δηλώσεως ιδιοκτησίας του Δημοσίου ότι έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση (Α.Π. 712/2020), η γνωστοποίηση αποφάσεως επί ενστάσεως κατά της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβαλλόντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη (Α.Π. 807/2019).

Δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει υπόψη ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αδιαταρράκτως το δημόσιο κτήμα εις βάρος του Δημοσίου (Α.Π. 1813/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή και διορθώσεως εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 302,04 τ.μ., που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλης … και στη θέση "..." και επί της ....

Το ανωτέρω οικόπεδο αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α1 - Α2 - Α3 - Α4 - Α5 - Α6 - Α7 - Α8 - Α9 - Α10 - Α11 - Α12 - Α13 -Α14 - Α15 - Α1 στο από Ιουνίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ. που ενσωματώνεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής και συνορεύει βορειοανατολικά σε πλευρά Α1 - Α2, μήκους 7,39 μ., με δημοτική οδό (...), νοτιοανατολικά σε πλευρά Α2 - Α3, μήκους 6,63 μ., και σε πλευρά Α3 - Α4, μήκους 7,80 μ., με δημοτικό χώρο, νότια σε πλευρές Α4 -Α5, μήκους 3,13 μ., Α5 - Α6, μήκους 3,34 μ., και Α6 - Α7, μήκους 8,19 μ., με δημοτικό χώρο, νοτιοδυτικά σε πλευρές Α7 - Α8, μήκους 10,21 μ., και Α8 - Α9, μήκους 0,26 μ., με δημοτικό χώρο και βορειοδυτικά σε πλευρές Α9 - Α10, μήκους 8,99 μ., Α10 - Α11, μήκους 3,44 μ., Α11 - Α12, μήκους 0,58 μ., Α12 - Α13, μήκους 0,33 μ., Α13 - Α14, μήκους 2,49 μ., Α14 - Α15, μήκους 1,86 μ., και Α15 - Α1, μήκους 3,21 μ., με δημοτικό χώρο.

Στο παραπάνω οικόπεδο υφίσταται παλαιά ισόγεια οικία, εμβαδού 75,50 τ.μ., ενώ το οικόπεδο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού 4.536,00 τ.μ., που κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης έλαβε Κ.Α.Ε.Κ. ... και καταχωρίστηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.

Οι ενάγοντες απέκτησαν τη νομή του ανωτέρω ακινήτου κατόπιν κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής του Ι. Κ. του Κ. που απεβίωσε στις 01.06.2006 χωρίς να αφήσει διαθήκη και ο οποίος ετύγχανε πατέρας των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των αρχικώς εναγόντων (ήδη εφεσίβλητων) και σύζυγος της πρώτης εκ των αρχικώς εναγόντων, Ε.

χήρας Ι. Κ. το γένος Ν. Μ., η οποία απεβίωσε στις 28.09.2016, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ενώ στη θέση της υπεισήλθε η τέταρτη εκ των αρχικώς εναγόντων (ήδη τρίτη εφεσίβλητη) ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της δυνάμει της υπ' αριθμό ... δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ασημίνας Καλαθέρη - Κούρου που νόμιμα δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμό ...

πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας και την κληρονομία της οποίας η ως άνω διάδικος αποδέχθηκε με την υπ' αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Χρυσούλας Καραμιχαήλ. Περαιτέρω, όλοι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους Ι.

Κ. του Κ., στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, με την υπ' αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Χρυσούλας Καραμιχαήλ. Το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στη νομή του ως άνω δικαιοπαρόχου των εναγόντων κατά το έτος 1951 κατόπιν άτυπης αγοράς του από την Β. ή Κ. ή Κ.

χήρα Σ. Μ. το γένος Ν. Δ. η οποία είχε στην ιδιοκτησία της ευρύτερη έκταση 900,00 στρεμμάτων περίπου (τμήμα της οποίας αποτελούσε το επίδικο ακίνητο) που είχε περιέλθει στην κυριότητά της με το υπ' αριθμό ... προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Γεωργίου Αποστολίδη που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο ...

με αριθμό .... Στο επίδικο ακίνητο υπήρχε ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 8,00 μ. Χ 5,00 μ., που είχε ανεγερθεί κατόπιν της υπ' αριθμό ... άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου της Νομαρχίας Εύβοιας η οποία είχε εκδοθεί στο όνομα του Σ. Μ. (συζύγου της ως άνω Β. ή Κ. ή Κ. Δ.) και την οποία ο ως άνω Ι. Κ. χρησιμοποίησε αρχικά για τη στέγαση των οικόσιτων ζώων του ενώ στη συνέχεια προσέθεσε σε αυτή και άλλα κτίσματα που αποτέλεσαν την κατοικία του ίδιου και της οικογένειάς του, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ένορκη κατάθεση της γεννηθείσας κατά το έτος 1931 μάρτυρα Σ.

χήρας Σ. Μ. το γένος Δημητρίου Ρουσοδήμου η οποία ανέφερε στην προμνημονευθείσα υπ' αριθμό ... ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας ότι τουλάχιστον από το 1963, οπότε η ίδια εγκαταστάθηκε στην παραπάνω περιοχή, η οικογένεια του Ι. Κ. κατοικούσε στην πιο πάνω οικία που αποτελούσε ένα φτωχικό σπίτι κατασκευασμένο από πρόχειρα υλικά και στέγη από λαμαρίνες και το οποίο σταδιακά επεξέτεινε με διάφορες προσθήκες ο Ι.

Κ. και όπου ο τελευταίος κατοικούσε έως το θάνατό του κατά το έτος 2006 ενώ στη συνέχεια εξακολούθησε να κατοικεί επ' αυτού η σύζυγος του και πρώτη των αρχικώς εναγόντων Ε. χήρα Ι. Κ.. Επιπλέον, το ως άνω ακίνητο ηλεκτροδοτήθηκε από τη "Δ.Ε.Η." με μέριμνα του Ι. Κ. ο οποίος μερίμνησε επίσης και για σύνδεση του ακινήτου με το δίκτυο υδροδότησης καθόσον υπέβαλε την υπ' αριθμό 1800/08.02.1991 σχετική αίτησή του δηλώνοντας ότι ετύγχανε ιδιοκτήτης του ακινήτου και κατάρτισε το με ημερομηνία 07.02.1991 συμβόλαιο παροχής νερού με τη "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Χαλκίδας".

Το γεγονός της ύπαρξης της προαναφερόμενης οικίας ενισχύεται επιπλέον και από: α) Την με ημερομηνία 20.07.2009 έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών του δασοπόνου Δ. Α. από την οποία προκύπτει, μετά από μελέτη διάφορων στοιχείων και την εξέταση και ερμηνεία αεροφωτογραφιών του έτους 1988 της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και του έτους 1977 του "Ο.Κ.Χ.Ε.", ότι η ως άνω οικία είχε κατασκευαστεί τουλάχιστον πριν από το έτος 1977.

β) Την από Σεπτέμβριο του έτους 2016 έκθεση φωτοερμηνείας του ίδιου ως άνω δασοπόνου από την οποία προκύπτει, μετά από εξέταση και αξιολόγηση αεροφωτογραφίας του έτους 1973, ότι τμήμα της πιο πάνω οικίας υπήρχε στο επίδικο ακίνητο τουλάχιστον από το έτος 1973. γ) Την από 01.07.2009 έκθεση αυτοψίας των αρμόδιων υπαλλήλων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου ...

στην οποία αναφέρεται ως εκτιμώμενος χρόνος κατασκευής της ως άνω αυθαίρετης οικίας το έτος 1987. δ) Την από 15.01.2013 τεχνική έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Εύβοιας στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι από την εξέταση ζεύγους αεροφωτογραφιών του έτους 1977 προκύπτει ότι υπήρχε στο σημείο όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο μικρό πρόχειρο παράπηγμα χωρίς να ασκεί επιρροή το αναφερόμενο στην ίδια ως άνω τεχνική έκθεση περιστατικό ότι από την εξέταση αεροφωτογραφιών του έτους 1945 προκύπτει πως η ευρύτερη έκταση ήταν χορτολιβαδική εφόσον ο δικαιοπάροχος των εναγόντων άρχισε να νέμεται το ακίνητο από το έτος 1951 και μετέπειτα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι. Κ. νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο τουλάχιστον από το έτος 1951 έως και το θάνατο του κατά το έτος 2006 ασκώντας επ' αυτού υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο και, ειδικότερα, επόπτευε το ακίνητο, χρησιμοποιούσε την υφιστάμενη αποθήκη για τη στέγαση οικόσιτων ζώων, ανήγειρε τμηματικά επ' αυτού πρόχειρα κτίσματα τα οποία αποτέλεσαν την κατοικία του ίδιου και των μελών της οικογένειάς του, μερίμνησε για την ηλεκτροδότηση και υδροδότηση του ακινήτου και, γενικότερα, άσκησε υλικές πράξεις δηλωτικές εξουσίασης αυτού από κύριο χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν και ως εκ τούτου είχε την εύλογη πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου δηλώνοντας μάλιστα κύριος αυτού και επιβαρυνόμενος με τα φορολογικά βάρη που συνεπάγεται η κυριότητα ακινήτου (βλ.

αντίγραφο δήλωσης στοιχείων ακινήτων έτους 2005 (έντυπο Ε9) που υποβλήθηκε από τον Ι. Κ.). Επισημαίνεται ότι καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα το εναγόμενο, δια των αρμόδιων οργάνων του, δεν άσκησε καμία διακατοχική πράξη στο επίδικο ακίνητο ούτε προέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού (για παράδειγμα με έγερση αγωγής ή έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής) δεδομένου μάλιστα ότι το επίδικο ακίνητο δεν εμπίπτει στα καταγεγραμμένα δημόσια κτήματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (βλ.

την από 15.01.2013 τεχνική έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Εύβοιας) ούτε και υπάγεται στις εκτάσεις που διέπονται από δασικούς νόμους στους υπό ανάρτηση δασικούς χάρτες (βλ. το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο του Τμήματος Χαρτογράφησης της Διεύθυνσης Δασών Ν. Εύβοιας). Περαιτέρω, το εναγόμενο, καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, ουδέποτε όχλησε με οποιοδήποτε τρόπο τον ανωτέρω δικαιοπάροχο των εναγόντων αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου παρά μόνο όταν η Διεύθυνση Δασών υπέβαλε προς το Κτηματολογικό Γραφείο Χαλκίδας την υπ' αριθμό ...

δήλωση ιδιοκτησίας στην οποία το επίδικο ακίνητο αποτυπώνεται ως τμήμα ευρύτερης έκτασης, εμβαδού 4.536,00 τ.μ., ιδιοκτήτης της οποίας φέρεται το εναγόμενο πλην όμως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο ως άνω Ι. Κ. έλαβε με οποιοδήποτε τρόπο γνώση της ως άνω δήλωσης και ως εκ τούτου, ενόψει και των προαναφερόμενων στοιχείων που θεμελιώνουν την αδιατάρακτη και καλόπιστη νομή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διατάραξη της νομής του επί του επίδικου ακινήτου σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη.

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ. β' του Ν. 3127/2003 αφού νεμόταν συνεχώς και αδιατάρακτα αυτό επί τριάντα και πλέον έτη μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ως άνω νόμου (19.3.2003) χωρίς να αποδεικνύεται ότι βρισκόταν σε κακή πίστη τόσο κατά το χρόνο κτήσης της νομής του όσο και μεταγενέστερα αλλά, αντίθετα, είχε την απόλυτη πεποίθηση ότι ετύγχανε κύριος του ακινήτου εφόσον το εναγόμενο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επ' αυτού ούτε και προέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο, δια των αρμόδιων οργάνων του, δικαιώματα στο επίδικο ακίνητο και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ίδιας αυτού κυριότητας τυγχάνει απορριπτέος πρωτίστως ως αλυσιτελής δεδομένου ότι ακόμη και αν είχε θεμελιωθεί κυριότητα του εναγομένου, αυτή καταλύθηκε σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη κατ' εφαρμογή της ειδικότερης και εξαιρετικής διάταξης του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ενόψει των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων είχε καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου κατ' εφαρμογή της ως άνω νομοθετικής διάταξης και, στη συνέχεια, διέταξε την αντίστοιχη διόρθωση της αρχικής εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία δεν έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και, επομένως, οι λόγοι της έφεσης και, συνακόλουθα, η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχτηκαν ή ότι δεν αποδείχτηκαν (Α.Π. 968/2018, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 εδάφ.

α' του Συντάγματος 1975/1986/2001/ 2008/2019 που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018 Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (Α.Π. 649/2020, Α.Π. 563/2020, Α.Π. 1420/2013).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το εκδόσαν αυτή Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 4§1 στοιχ. β' του ν. 3127/2003 αναφορικά με το περιεχόμενου του όρου "αδιατάρακτη" νομή, εφόσον δέχτηκε ότι η νομή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων υπήρξε αδιατάρακτη καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα καίτοι, πριν από τη συμπλήρωση αυτού (χρονικού διαστήματος), διά της υποβολής στο Κτηματολογικό Γραφείο Χαλκίδας της υπ' αριθμ.

πρωτ. ... δηλώσεως ιδιοκτησίας του επιδίκου εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, μέσω της Διευθύνσεως Δασών Ευβοίας, επήλθε διατάραξη της νομής αυτού, απαίτησε δε προσθέτως γνώση του χρησιδεσπόζοντος δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων για το γεγονός αυτό ή διενέργεια άλλης ανάλογης πράξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην προηγηθείσα μείζονα πρόταση, η απλή υποβολή, αρμοδίως έστω, δηλώσεως ιδιοκτησίας εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου δεν θεωρείται διαταρακτικό της νομής περιστατικό του νεμομένου καλοπίστως δημόσιο ακίνητο, κατά τα ανωτέρω, εφόσον δεν συνοδεύεται από άλλη ενέργεια διά της οποίας δύναται να καταστεί αντιληπτή από τον τελευταίο η δήλωση αυτή του Ελληνικού Δημοσίου.

Περαιτέρω, με τους τρίτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 4§1 στοιχ. β' του ν. 3127/2003 και 1042 του Α.Κ., εφόσον έκρινε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων υπήρξε καλόπιστος τόσο κατά την κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου, αλλά και ακολούθως, αν και στην αγωγή του εκθέτει ότι απέκτησε το ακίνητο με άτυπη παραχώρηση, το έτος 1951, από την έως τότε κυρία του, αν και η έλλειψη τυπικού τίτλου υποδηλώνει ευθέως την έλλειψη καλής πίστεως επιπροσθέτως δε δεν διέλαβε πλήρη αιτιολογία, άλλως διέλαβε ελλιπή τέτοια, εφόσον απέρριψε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό του ότι η έλλειψη τυπικού τίτλου για τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου υποδηλώνει ό,τι αμέσως προηγουμένως αναφέρεται.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και τούτο διότι η αναφορά στο δικόγραφο αγωγής από το άρθρο 4§1 στοιχ. β' του ν. 3127/2003 ότι στον χρησιδεσπόσαντα ενάγοντα μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο ατύπως δεν ισοδυναμεί με εκ προοιμίου παραδοχή του ότι, κατά την κτήση της νομής του ακινήτου, εστερείτο καλής πίστεως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα πρόταση.

Έτι περαιτέρω, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της ανυπαρξίας πλήρους αιτιολογίας, άλλως της υπάρξεως ελλιπούς τοιαύτης, αναφορικά με το θέμα της καλής πίστεως του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, επιχειρείται ο μη προβλεπόμενος από τον Άρειο Πάγο έλεγχος των αποδείξεων που λήφθηκαν υπόψη εκ μέρους του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.).

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη για την επιβολή και τον προσδιορισμό δικαστικών εξόδων δεν περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή, διότι, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.10.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 146/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ