1647/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 926/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5584/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/6/2017 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1647/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1647 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1647/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 926/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5584/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/6/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα, έτσι ώστε τα περιστατικά αυτά να μην προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, με αποτέλεσμα, εξαιτίας των ελλείψεων αυτών της αποφάσεως, να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικώς αν ορθώς ή όχι εφαρμόσθηκε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του πορίσματος της εκτιμήσεως αυτής, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Αν, όμως, το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ.
αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών, που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (Ολ.
Α.Π. 25/2003, ΑΠ 409/2018, 710/2017, ΑΠ 51/2017, ΑΠ 763/2016). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, 1668/2005).
Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, απόρροια δε αυτής αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλο (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο.
Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας συνήθως αναλαμβάνει την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ εξάλλου έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών των πωλουμένων προϊόντων, εκτός αν το περιθώριο μεταξύ της τιμής αγοράς από τον παραγωγό και της ανώτατης τιμής μεταπώλησης είναι τόσο μικρό, ώστε πρακτικά δεν υπάρχει ευχέρεια καθορισμού της τιμής πώλησης.
Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, το οποίο την αντιδιαστέλλει από τη σύμβαση αντιπροσωπείας, είναι και η δράση του διανομέα με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Έτσι, ο διανομέας, ως αυτόνομος επιχειρηματίας, φέρει τον κίνδυνο που απορρέει από τις ίδιες τις συναλλαγές.
Συνεπώς, φέρει τον κίνδυνο της διάθεσης των εμπορευμάτων, υφιστάμενος τη ζημία, αν αυτά δεν πωληθούν ή πωληθούν σε κατώτερες από την υπολογισθείσα τιμές ή σε μεταγενέστερο από τον υπολογισθέντα χρόνο, οπότε αυξάνεται το κόστος συντήρησης των εμπορευμάτων. Επίσης, φέρει έναντι των πελατών του τον κίνδυνο της παράδοσης των εμπορευμάτων, ευθύνεται δηλαδή για ελλείψεις συνομολογημένων ιδιοτήτων, πραγματικά ελαττώματα, υπερημερία, για την τυχόν καταστροφή ή χειροτέρευση των εμπορευμάτων κατά την διάρκεια της αποθήκευσης κλπ.
Ακόμη, φέρει τον κίνδυνο της μη είσπραξης του τιμήματος, επιβαρυνόμενος με τις συνέπειες της αφερεγγυότητας των πελατών του, αναγκαζόμενος έτσι να λαμβάνει ασφάλειες (π.χ. εγγύηση κλπ.) και να οργανώνει την δικαστική του προστασία για τις διενέξεις με τους πελάτες του. Ο διανομέας φέρει τις δαπάνες για την διάθεση, προμήθεια, ασφάλιση, μεταφορά, φύλαξη των προϊόντων της σύμβασης.
Επίσης, με δικά του έξοδα και κίνδυνο διατηρεί αποθέματα, προβαίνει σε επενδύσεις για την προώθηση των προϊόντων, καθώς και για την υποδομή ή εκπαίδευση του προσωπικού του και αναλαμβάνει έναντι των πελατών του την ευθύνη για τα ελαττώματα των προϊόντων του. Βαρύνεται, δηλαδή, αυτός με το εν γένει κόστος διανομής των προϊόντων του παραγωγού.
Ο διανομέας δεν είναι βοηθητικό πρόσωπο του εμπορίου, αλλά λειτουργεί και οικονομικά ως έμπορος με αυτοτελή δραστηριότητα, η οποία έχει ως κύριο σκοπό το ίδιον εμπορικό κέρδος, διαθέτοντας πολύ μεγαλύτερη, σε σχέση με τον εμπορικό αντιπρόσωπο, ανεξαρτησία και επιχειρηματική ελευθερία. Συνάγεται, επομένως, ότι η τυπολογική μορφή αλλά και η οικονομική λειτουργία της σύμβασης εμπορικής διανομής είναι διαφορετικές από αυτές της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού στη σύμβαση διανομής, η διανομή των προϊόντων ανήκει στον διανομέα και όχι στον παραγωγό, ενώ στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας τόσο η παραγωγή όσο και η διανομή των προϊόντων ανήκει στον παραγωγό, η δε δραστηριότητα του αντιπροσώπου έγκειται στην δημιουργία συμβατικής σχέσης μεταξύ του παραγωγού-πωλητή των προϊόντων και του αγοραστή.
Στη συναλλακτική πρακτική είναι δυνατό να υπάρχει καταμερισμός ευθυνών μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών (παραγωγού και διανομέα). Στην περίπτωση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για σύμβαση διανομής, όταν ο αντισυμβαλλόμενος του παραγωγού αναλαμβάνει τους κυρίους κινδύνους από τη σύμβαση αγοράς των προϊόντων του τελευταίου, όπως ο κίνδυνος να μην πωληθεί το προϊόν ή να πωληθεί σε χαμηλότερη τιμή από εκείνη που υπολογίστηκε, ο κίνδυνος από την ύπαρξη σημαντικών ποσοτήτων αποθεμάτων, ο κίνδυνος της αφερεγγυότητας των πελατών κλπ.
Η σύμβαση της αποκλειστικής διανομής διακρίνεται από τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία ρυθμίζεται από το ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με την οποία ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη μέριμνα των υποθέσεών του για ορισμένη εδαφική περιοχή, η οποία (μέριμνα) συνίσταται στην διαπραγμάτευση και στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Ωστόσο, αν και ο αποκλειστικός διανομέας, όπως προαναφέρθηκε, συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.
Στη σύμβαση αυτή, λόγω ελλείψεως ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του ΠΔ 219/ 1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ.4 ν.3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής (ΟλΑΠ 16/2013, AΠ 1441, 1442/2015, 852/2015, 1596/2017).
Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτου και του δανειστού κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπληρώσεως της παροχής, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλομένη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη.
Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών νομοθετικών μεταβολών, που επήλθαν μετά την υπογραφή της συμβάσεως, μετεβλήθησαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο την δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ` απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Εν όψει δε της διορθωτικής αυτής λειτουργίας, η αρχή του άρθρου 288 του ΑΚ εφαρμόζεται και επί προβλεφθείσης ακόμη μεταβολής των συνθηκών επί των οποίων τα μέρη στήριξαν τη συμφωνία τους, όταν η μετά την επέλευσή της, εκπλήρωση της παροχής κάποιου από αυτά, όπως συμφωνήθηκε, συνεπάγεται υπέρβαση του, βάσει της γενομένης πρόβλεψης, αναληφθέντος από αυτό κινδύνου ζημίας, καθιστώσα την εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση, αντίθετη προς την απαιτουμένη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα.
Συνεπώς και μάλιστα κατά μείζονα λόγο, εφαρμόζεται και όταν δεν προβλέφθηκε τέτοια μεταβολή, η μη πρόβλεψή της όμως δεν είναι ανυπαίτια. Από τα προεκτεθέντα παρέπεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ είναι συγχωρητή και επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων και όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, τιθεμένης από αυτό αποτελούσας γενικής αρχής της εκπληρώσεως της παροχής, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, διατάξεως του άρθρου 388 του ΑΚ, δηλαδή το μη προβλεπτό της μεταβολής και το ανυπαίτιο της μη προβλέψεώς της (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 167/2015, ΑΠ 524/2008).
Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (ετεροβαρούς ή αμφοτεροβαρούς), επέρχεται μεταβολή των συνθηκών, η οποία δεν συγκεντρώνει μεν τους όρους του άρθρου 388 του ΑΚ, καθιστά όμως, την εκπλήρωση της παροχής, για κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών, ιδιαιτέρως επαχθή, σε βαθμό, όμως, τέτοιο, ώστε να υπερβαίνεται ο κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κίνδυνος που μπορούσε να αναλάβει το συμβαλλόμενο αυτό μέρος.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, δηλαδή την προφανώς αντίθετη στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, είναι ευρύτερη της διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ, τόσο κατά το ότι αναφέρεται σε κάθε δικαίωμα και γενικότερα στην ελευθερία δράσεως και όχι μόνο σε ειδική σχέση μεταξύ προσώπων, όσο και κατά το ότι χρησιμοποιεί διαζευκτικά και άλλα κριτήρια εκτός από την καλή πίστη.
Όμως, η διάταξη του 288 ΑΚ είναι ευρύτερη, αναφορικά με την έννοια της καλής πίστης, αφενός διότι διέπει και τη συμπεριφορά υποχρέου (οφειλέτη), στην οποία μάλιστα κυρίως αναφέρεται, και αφετέρου κατά το ότι θεωρεί επαρκή οποιαδήποτε αντίθεση στην καλή πίστη και όχι μόνο την "προφανή". Οι παραπάνω πάντως διατάξεις, όταν επιδιώκεται, κατ' ουσίαν, η αναπροσαρμογή της συμβάσεως με βάση την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, επικαλύπτονται στο μέτρο, που επιβάλλουν περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος του δανειστή με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται σ' αυτές, ιδίως δε εκείνο της καλής πίστης.
Το σχετικό δικαίωμα, που απορρέει ως αντίθεση προς τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, για αναπροσαρμογή της καθορισθείσας χρηματικής παροχής, που απορρέει από μια διαρκή ενοχική σύμβαση (τέτοια μπορεί να συνιστά και η ορισμένου ή αορίστου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής), είναι διαπλαστικό, διότι αποτελεί διαμόρφωση της ενοχής στο προσήκον μέτρο, συνιστά δηλαδή διάπλαση ενός από τα στοιχεία της ενοχικής σύμβασης, με συνέπεια η σχετική αγωγή και η απόφαση που αναπροσαρμόζει την καταβαλλόμενη σε τακτά χρονικά διαστήματα χρηματική παροχή έναντι των παρεχομένων υπηρεσιών από τον δανειστή και ως προς το σημείο αυτό να είναι διαπλαστική.
Αποτέλεσμα του παραπάνω χαρακτηρισμού είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικά, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνηθείσα με τη σύμβαση ενοχική σχέση είναι ενεργής. Περαιτέρω, στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, στην διάταξη 18α του Ν. 146/1914 (προϊσχύσασα διάταξη 2α του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2837/2000 - ΦΕΚ Α'178/3-8-2000, προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005 - ΦΕΚ Α'188/2-8-2005, καταργήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3784/2009 - ΦΕΚ Α'137/7-8-2009 και εισήχθη ήδη με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3784/2009 στο Ν. 146/1914 ως αυτοτελές άρθρο 18α) ορίζεται ότι: "1.
Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 3.
Όποιος ατομικώς ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής τα παραπάνω όρια χρηματικής ποινής διπλασιάζονται.". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευσή της.
Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζεται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.
Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθεαυτή και όχι τα κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Βασικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή του ως άνω άρθρου 18 α Ν. 146/1914 είναι: 1) η σχέση της οικονομικής εξάρτησης, για την οποία δεν απαιτείται απόλυτη δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας, αλλά αρκεί ουσιαστικά η σχετική δεσπόζουσα θέση της μιας επιχείρησης απέναντι στην άλλη στις μεταξύ τους κάθετες σχέσεις συνεργασίας.
Οικονομική δε εξάρτηση μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις στοιχειοθετείται στην περίπτωση όπου ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, έχει προσαρμόσει πλήρως την επιχείρησή του στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες.
Εξαρτώμενη είναι η επιχείρηση που δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις, ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις, ή, αν μπορεί, όχι με τους ίδιους αλλά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία, να συνεχίσει τη λειτουργία της και, 2) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων, να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα, με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων.
Η παράβαση του ως άνω άρθρου συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. και δη 919 του ΑΚ, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 167/2015). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".
Με την διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Όπως έχει προαναφερθεί, τέτοια συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου (άμεσος δόλος) αλλά αρκεί να προέβλεψε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν ενδεχόμενη η επέλευση ζημίας στον άλλον και, παρά ταύτα, αυτός δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία. 3) Η πρόκληση ζημίας σε άλλον και 4) Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (βλ.
και άρθρ. 298 ΑΚ), υπό την έννοια ότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθ' εαυτήν, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, έτσι ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντίστοιχα, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη-επαρκή αιτία της ζημίας.
Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού, και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η προσβαλλόμενη, ως επιλήψιμη, συμπεριφορά και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου - "θύματος", για να κριθεί το αν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 900/2011).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του εν λόγω αιτιώδους συνδέσμου, αντίστοιχα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ (ΑΠ 2038/2014, ΑΠ 783/2014, ΑΠ 764/2014).
ΙΙ. Στην ένδικη αγωγή της, όπως παραδεκτά, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ αυτή επισκοπείται, η αναιρεσείουσα εταιρία ιστόρησε ότι μεταξύ της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας και της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ.. και ..." είχε συναφθεί ήδη από το έτος 1998 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, με βάση την οποία η τελευταία ως άνω Ο.Ε.
προμηθευόταν αποκλειστικά από την εναγομένη προϊόντα παραγωγής της (παγωτά), με σκοπό την περαιτέρω διανομή τους, στη συνέχεια, σε σημεία πώλησης, που βρίσκονταν σε .... Ότι την παραπάνω αποκλειστική διανομέα διαδέχθηκε στην εν λόγω συμβατική έννομη σχέση το Μάιο του έτους 2001 η ίδια η ενάγουσα εταιρεία, η οποία υπέγραψε με την εναγόμενη χωρίς καμία διαπραγμάτευση την από 12-1-2004 έγγραφη τυποποιημένη σύμβαση τριετούς διάρκειας, το κείμενο της οποίας περιλαμβάνεται στην αγωγή, η οποία περιελάμβανε πανομοιότυπους όρους με τους, επίσης, περιλαμβανόμενους στις σχετικές συμβάσεις όλων των άλλων αποκλειστικών διανομέων της επαρχίας και επιπλέον τους αναφερόμενους στην αγωγή καταχρηστικούς και περιοριστικούς του ανταγωνισμού όρους, την δε παραπάνω σύμβαση διαδέχθηκε η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα από 16-1-2008 έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής διανομής τριετούς διαρκείας, το κείμενο της οποίας περιλαμβάνεται επίσης αυτολεξεί στην κρινόμενη αγωγή και η οποία αποτελούσε πάλι σύμβαση - πρότυπο με ομοιόμορφους όρους, καταρτίστηκε χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης από την ενάγουσα - αποκλειστική διανομέα και περιείχε τους αναφερόμενους στην αγωγή καταχρηστικούς και περιοριστικούς του ανταγωνισμού όρους.
Η σύμβαση αυτή ίσχυε μέχρι τις 16-1-2011, αλλά η συναλλακτική της σχέση, με την ήδη αναιρεσίβλητη, συνέχισε να λειτουργεί και μετά τη λήξη της, καταστάσα, λόγω των αλλεπάλληλων ανανεώσεών της, αορίστου χρόνου. Ότι ειδικότερα περιοριστικοί του ανταγωνισμού ήταν οι όροι περί καθορισμού από την εναγομένη των εκπτώσεων και της τιμής μεταπώλησης των προϊόντων και περί απαγόρευσης παθητικών πωλήσεων σε όμορες περιοχές, ενώ καταχρηστικοί ήταν οι όροι που προέβλεπαν την απαγόρευση διανομής ακόμη και μη ανταγωνιστικών προϊόντων, την επιβολή της χρήσης των σημάτων και χρωμάτων της εναγομένης στα φορτηγά της ενάγουσας, το δικαίωμα της εναγομένης να καταγγείλει αζημίως τη σύμβαση σε περίπτωση απόκλισης από τους (μονομερώς τεθέντες) στόχους ή αυξομείωσης πτώσης του τζίρου σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και την επιβολή δυσανάλογα υψηλής ποινικής ρήτρας και πρόσθετης αποζημίωσης σε βάρος της ενάγουσας.
Ότι, κατόπιν προτροπής της εναγομένης, η ενάγουσα προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή επενδύσεις, δαπανώντας γι' αυτές το συνολικό ποσό των 211.198 ευρώ από το έτος 2004 και το επιμέρους ποσό των 74.316,74 ευρώ από το έτος 2008 και εφεξής, κατά την εκτέλεση δε της ως άνω σύμβασης και κατά παρέκκλιση από ρητά συμφωνημένους συμβατικούς όρους, η ενάγουσα αποκτούσε κυριότητα επί των παγωτών που προμηθευόταν από την εναγομένη, η οποία εξέδιδε στο όνομα της ενάγουσας τιμολόγια πώλησης και η ενάγουσα, στη συνέχεια, μεταπωλούσε τα παγωτά στα σημεία πώλησης, ενεργώντας στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της πιστωτικό και επιχειρηματικό κίνδυνο.
Ότι για την διανομή των παγωτών η ενάγουσα λάμβανε ως αμοιβή ποσοστό 19% επί της προ ΦΠΑ αξίας αυτών πλέον ποσοστού 0,70% για την κάλυψη μέρους του κόστους συντήρησης και επισκευής του ψυγείου των λιανοπωλητών και για την καταβολή τυχόν αποζημιώσεων λόγω αλλοιώσεων προϊόντων πλέον πριμ, στο παραπάνω δε ποσοστό περιλαμβανόταν και οι χρηματικές παροχές που χορηγούσε η ενάγουσα στους πελάτες - λιανοπωλητές, κατόπιν εντολής της εναγομένης που καθόριζε και το ύψος αυτών.
Ότι από την 01-01-2010 και εφεξής η εναγομένη τροποποίησε μονομερώς την αμοιβή της ενάγουσας, προσδιορίζοντάς την σε ποσοστό 19,70% για τα παραδοσιακά τυποποιημένα παγωτά, σε ποσοστό 26% για το επαγγελματικό παγωτό και σε ποσοστό 7% για την παράδοση των παγωτών σε σούπερ μάρκετ. Ότι η εναγόμενη καθόριζε τις τιμές μεταπώλησης και τις τιμές καταναλωτή στα σημεία πώλησης (διπλή δέσμευση τιμών), καθώς και τις παροχές προς κάθε σημείο πώλησης, ενώ από το έτος 2007 αύξησε μονομερώς και αυθαιρέτως την βαρύνουσα την ενάγουσα αναλογία στις παροχές αυτές προς τα μικρά σημεία πώλησης από 3% σε 7,14% επί του συνολικού τζίρου για την τετραετία 2007-2010, με συνέπεια το σύνολο της μικτής αμοιβής της ενάγουσας να μειωθεί σε 13,40% επί του συνολικού τζίρου.
Ότι κάθε έτος η εναγόμενη επέβαλε στην ενάγουσα, όπως σε όλους τους διανομείς, την υπογραφή χωρίς καμία διαπραγμάτευση των λεγομένων "εγκυκλίων", στις οποίες έθετε μονομερώς και αυθαιρέτως ατομικούς ποσοτικούς στόχους πωλήσεων με την πρόβλεψη πριμ σε περίπτωση επίτευξής τους, ενώ από το έτος 2007 και εξής επέβαλε στην ενάγουσα εξωπραγματικούς στόχους, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η επίτευξή τους, επιπλέον δε η εναγομένη επέβαλε στους διανομείς της (και στην ενάγουσα) να μην επιτρέπουν στους λιανοπωλητές να πωλούν παγωτά ή άλλα προϊόντα ανταγωνιστικών εταιρειών και ταυτόχρονα υποχρέωνε την ενάγουσα να προμηθεύεται παγωτά αποκλειστικά από αυτήν, ενώ της απαγόρευε την διανομή ανταγωνιστικών ή ομοειδών προϊόντων.
Ότι το έτος 1998, όταν καταρτίστηκε η αρχική σύμβαση αποκλειστικής διανομής με την δικαιοπάροχο της ενάγουσας, μέχρι και τη λήξη της επίδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, ο συνολικός τζίρος αγορών και πωλήσεων παγωτών της εναγομένης στην παραχωρηθείσα στην ενάγουσα περιοχή ανήλθε από τα 800.000 ευρώ το έτος 1998 στα 1.133.359,76 ευρώ το έτος 2010 και οι πελάτες της εναγομένης στην περιοχή αυτήν από 300 το έτος 1998 σε 420 το έτος 2010, πελατεία η οποία παρέμεινε στην εναγομένη μετά τη λήξη της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων.
Ότι ενώ η χρήση του έτους 2007 ήταν ζημιογόνος για την ενάγουσα, η εναγομένη δεν διέκοψε από τότε τη συνεργασία μ' αυτήν, όπως όφειλε ως μέση συνεπής πιστώτρια, αλλά αντίθετα, αντί να αυξήσει την αμοιβή της ενάγουσας σε εύλογα επίπεδα, ώστε να της εξασφαλίσει ένα εύλογο κέρδος από τη μεταξύ τους συνεργασία, τροποποιούσε μονομερώς προς το δυσμενέστερο τους συναλλακτικούς όρους επιβάλλοντας το έτος 2008 τη σύναψη της προαναφερόμενης σύμβασης τριετούς διάρκειας, που περιελάμβανε καταδυναστευτικούς όρους και προέτρεψε την ενάγουσα να προβεί σε νέες επενδύσεις, αναγκάζοντάς την να προσφύγει εκ νέου σε τραπεζικό δανεισμό, με τον τρόπο δε αυτό η εναγομένη επεδίωκε την διόγκωση του χρέους της ενάγουσας προς αυτή, για να το επικαλεστεί ως σπουδαίο λόγο καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, με σκοπό να υφαρπάξει την πελατεία της ενάγουσας και να την εκτοπίσει από την αγορά.
Ότι η τελευταία, από 16-1-2008 τριετούς διάρκειας σύμβαση, αν και έληξε στις 16-1-2011, συνέχισε να λειτουργεί, καθώς η ένδικη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας είχε καταστεί αορίστου χρόνου, λόγω των συνεχών ανανεώσεών της, παρά ταύτα, η εναγομένη στις αρχές Φεβρουαρίου 2011 διέδιδε στα σημεία πώλησης ότι ο διανομέας είχε αλλάξει και προέβη στην αντικατάσταση των ψυγείων των πελατών, που είχε τοποθετήσει η ενάγουσα, με συνέπεια η τελευταία να καταγγείλει λόγω υπαιτιότητας της εναγομένης την επίδικη σύμβαση, επικαλούμενη τα παραπάνω γεγονότα, με το από 23-2-2011 έγγραφό της, που περιήλθε αυθημερόν στην εναγομένη.
Ότι αμέσως μετά η εναγομένη, επικαλούμενη δήθεν οφειλή της ενάγουσας ύψους 191.538,17 ευρώ, κατήγγειλε, με τη σειρά της, την επίδικη σύμβαση με την από 23-2-2011 εξώδικη δήλωσή της, η οποία όμως αφενός δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα, αφού η σύμβαση είχε ήδη λυθεί με την πρώτη ως άνω από 23-2-2011 καταγγελία της ενάγουσας και αφετέρου δεν υπεγράφη από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ούτε από οποιοδήποτε νομίμως εξουσιοδοτημένο της, πρόσωπο, αλλά από τον διευθυντή πωλήσεων αυτής.
Ότι η εναγομένη κατά τα προαναφερθέντα, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της ενάγουσας, καθόριζε μονομερώς την τιμή μεταπώλησης των προϊόντων από την ενάγουσα στους πελάτες της, απαγόρευε τις παθητικές πωλήσεις της ενάγουσας σε άλλες κυρίως όμορες περιοχές και καθόριζε μονομερώς χωρίς καμία διαπραγμάτευση και κατά τρόπο, που αντίκειται στα χρηστά ήθη καθώς και κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης της ενάγουσας σε ποσοστό αρκετά χαμηλό την προμήθεια αυτής, με συνέπεια να μην της καταλείπεται περιθώριο κέρδους, ενώ ένα εύλογο περιθώριο κέρδους, σύμφωνα με τις οικείες εμπορικές συνήθειες για την διανομή των ως άνω εμπορευμάτων, ανέρχεται σε ποσοστό 4-7% επί του επιτευχθέντος τζίρου.
Ότι το κόστος διανομής έβαινε συνεχώς αυξανόμενο και υπερέβαινε το ποσοστό που αντιστοιχούσε στην καθορισμένη από την εναγόμενη αμοιβή της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να μην διασφαλίζεται στην τελευταία η απόληψη μιας εύλογης επιχειρηματικής αμοιβής που να καλύπτει το κόστος και να της αποφέρει ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, αναγκαίο για νέες αναγκαίες επενδύσεις αλλά και μια αξιοπρεπή διαβίωση του επιχειρηματία και της οικογένειάς του και, συνακόλουθα, οι 4 εταιρικές χρήσεις των οικονομικών ετών από 2007 έως 2010 να εμφανίσουν συνολικές ζημίες ύψους 133.851,18 ευρώ.
Ότι αν η εναγόμενη δεν ακολουθούσε την προαναφερόμενη καταχρηστική και ανταγωνιστική συμπεριφορά η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων θα συνέχιζε να λειτουργεί για τουλάχιστον 5 ακόμη έτη και ότι η όλη, ως άνω, συμπεριφορά της εναγομένης έπληξε τη φήμη και το μέλλον της επιχείρησης της ενάγουσας. Με βάση το ιστορικό αυτό και αφού εκθέτει, αφενός, το ποσό των προμηθειών, που αποκόμιζε κατά το χρονικό διάστημα προ της καταγγελίας, τις οποίες με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να λαμβάνει αν συνεχιζόταν η σύμβαση χωρίς τους καταχρηστικούς, αθέμιτους και αντί ανταγωνιστικούς ως άνω όρους, που μονομερώς της είχε επιβάλει η εναγομένη και, αφετέρου, τα συγκεκριμένα περιστατικά και τις ειδικές περιστάσεις με βάση τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, έστω και ίδια με εκείνα της προ της καταγγελίας περιόδου (όπως με τη συνέχιση της λειτουργίας και την περαιτέρω ανάπτυξη του πελατολογίου), μέτρα, που (κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή) αιτιολογούν την, μετά την καταγγελία, πραγματοποίηση πωλήσεων, από την ενάγουσα προς τους πελάτες της, των ίδιων προϊόντων και του ίδιου, συνολικά, τιμήματος, όπως και πριν την καταγγελία, η ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε, μετά τον περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά, να αναγνωριστεί ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει τα ακόλουθα ποσά: 1) για την διαφορά μεταξύ της συνολικής καταβληθείσας μικτής αμοιβής (13,40% επί του επιτευχθέντος τζίρου) και της οφειλόμενης εύλογης αμοιβής, το ποσό των 338.381,57 ευρώ (υπολογιζόμενο με βάση ποσοστό εύλογης αμοιβής 20% επί του επιτευχθέντος κατά τις 4 τελευταίες εταιρικές χρήσεις κύκλου εργασιών), αλλιώς το ποσό των 235.841,70 ευρώ (υπολογιζόμενο με βάση ποσοστό εύλογης προμήθειας 18% επί του επιτευχθέντος κατά τις ίδιες εταιρικές χρήσεις κύκλου εργασιών), ποσά στα οποία συμψηφίζει την οφειλή της προς την εναγομένη από τις αναφερόμενες στην αγωγή ακάλυπτες επιταγές, την οποία συνομολογεί, ανερχόμενη στο ποσό των 135.998,13 ευρώ, με συνέπεια τον περιορισμό των ως άνω αιτημάτων στα ποσά των (338.381,57 - 133.998,13) 202.383,44 και των (235.841,70 - 133.998,13) 99,843,57 ευρώ, αντίστοιχα, κυρίως, με βάση την διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, επικαλούμενη την ακυρότητα της ανωτέρω ρήτρας για την αμοιβή της, ως αντίθετης στα χρηστά ήθη, και επικουρικώς:
α) με βάση την διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, επικαλούμενη ότι η αμοιβή της πρέπει να προσδιορισθεί, από το δικαστήριο, με δίκαιη κρίση, β) άλλως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, επικαλούμενη την αντίθεση της υπόψη ρήτρας σ' αυτές, γ) άλλως, με βάση την διάταξη του άρθρου 18 α του Ν. 146/1914, επικαλούμενη την ακυρότητα της ίδιας ρήτρας, ως καθορισθείσας, από την εναγομένη, με καταχρηστική εκμετάλλευση της σχετικής οικονομικής εξάρτησης που αυτή (ενάγουσα) είχε από την εναγομένη, δ) άλλως, με βάση την διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, επικαλούμενη την αντίθεση της ρήτρας περί αμοιβής της σ' αυτήν.
Και, ε) για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν δικαιούται εύλογη αμοιβή, με βάση τα παραπάνω, ζήτησε το ποσό των 133.851,18 ευρώ, που αντιστοιχεί στη συνολική ζημία που αυτή υπέστη κατά τις 4 τελευταίες εταιρικές χρήσεις (2007-2010), λόγω του προσδιορισμού από την εναγομένη δυσανάλογα χαμηλού περιθωρίου κέρδους, η οποία ισούται με την διαφορά μεταξύ αφενός του συνόλου του κόστους διανομής των προϊόντων της εναγομένης, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά το χρονικό αυτό διάστημα και αφετέρου του συνόλου των μικτών αμοιβών της, βασίζοντας το τελευταίο αυτό αίτημά της στις διατάξεις των άρθρων 288, 914 και 919 του ΑΚ. 2) διαφυγόντα κέρδη πέντε ετών, που, κατά τους ισχυρισμούς της, απαιτούνται για την απόσβεση, σε σημαντικό βαθμό, των επενδύσεων που πραγματοποίησε μετά από παροτρύνσεις της εναγόμενης, το ποσό των 270.000 ευρώ (υπολογιζόμενο με βάση ποσοστό εύλογης προμήθειας 20% επί του επιτευχθέντος κατά το τελευταίο έτος της εμπορικής συνεργασίας τους κύκλου εργασιών - τζίρου-), άλλως το ποσό των 116.169,35 ευρώ (υπολογιζόμενης επί ποσοστού εύλογης προμήθειας 18% επί του επιτευχθέντος κατά το τελευταίο έτος της εμπορικής τους συνεργασίας κύκλου εργασιών, αφαιρουμένου του ίδιου ως άνω κόστους διανομής), επικουρικώς δε και για την περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση έπρεπε να λειτουργήσει για 3 ακόμη έτη, ώστε να αποσβεστούν οι επενδύσεις της σε επαρκή βαθμό, το ποσό των 162.000 ευρώ (υπολογιζόμενο με βάση ποσοστό εύλογης προμήθειας 20% επί του επιτευχθέντος κατά το τελευταίο έτος της εμπορικής τους συνεργασίας κύκλου εργασιών, αφαιρουμένου του ίδιου ως άνω κόστους διανομής), άλλως το ποσό των 69.701,61 ευρώ (υπολογιζόμενο με βάση ποσοστό εύλογης προμήθειας 18% επί του επιτευχθέντος κατά το τελευταίο έτος της εμπορικής τους συνεργασίας κύκλου εργασιών, αφαιρουμένου και πάλι του κόστους διανομής ποσοστού 15,95%, επί του ως άνω τζίρου).
Επικουρικότερα δε και για την περίπτωση που κριθεί ότι δικαιούται τα διαφυγόντα κέρδη του επομένου της λύσης της σύμβασης έτους, αφού η συνεργασία διεκόπη σε χρόνο, που δεν ήταν δυνατή η ανεύρεση ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης, λόγω του ότι η ένταξη νέων διανομέων στα δίκτυα διανομής πραγματοποιείται το αργότερο μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, το ποσό των 54.000 ευρώ (υπολογιζόμενο βάσει ποσοστού εύλογης προμήθειας 20% επί του επιτευχθέντος κατά το τελευταίο έτος της εμπορικής τους συνεργασίας κύκλου εργασιών, αφαιρουμένου του κόστους διανομής ποσοστού 15,95%, επί του ως άνω τζίρου), άλλως το ποσό των 23.233,87 ευρώ (υπολογιζόμενο, κατά τα παραπάνω επί ποσοστού εύλογης προμήθειας 18%), όλως δε επικουρικώς και για την περίπτωση που κριθεί ότι δικαιούται τα διαφυγόντα κέρδη του επόμενου εξαμήνου από τη λύση της επίδικης σύμβασης, το ποσό των 27.000 ευρώ (υπολογιζόμενο βάσει ποσοστού εύλογης προμήθειας 20% επί του επιτευχθέντος κατά το τελευταίο έτος της εμπορικής συνεργασίας των μερών κύκλου εργασιών, αφαιρουμένου του ίδιου ως άνω κόστους διανομής), άλλως το ποσό των 11.161,93 ευρώ (υπολογιζόμενο, κατά τα προαναφερθέντα, επί ποσοστού εύλογης προμήθειας 18%), κυρίως, με βάση το άρθρο 1 του Ν. 146/1914, επικουρικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 914 του ΑΚ, επικουρικότερα με βάση την διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, και, τέλος, όλως επικουρικά, την διάταξη του άρθρου 18 α του Ν. 146/1914. 3) το ποσό των 52.021,72 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 70% της συνολικής επενδυτικής της δαπάνης, στην οποία προέβη με την παρότρυνση της εναγομένης, όπως η ήδη αναιρεσείουσα διατείνεται στην αγωγή της, δεδομένου ότι κατά το ποσοστό αυτό ήταν αναπόσβεστες, κατά τη λήξη της σύμβασης, όλες οι σχετικές επενδύσεις, που αναλυτικά αναφέρονται στην ένδικη αγωγή της, θεμελιώνοντας αυτό το αγωγικό κονδύλιο στις διατάξεις των άρθρων 288, 722 και 723 ΑΚ. 4) Ως αποζημίωση πελατείας, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 ΠΔ 219/1991, σε συνδυασμό με άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 3557/2007, το ποσό των 258.537,28 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% (υπολογιζόμενο με βάση το μέσο ετήσιο όρο αμοιβών με ποσοστό εύλογης αμοιβής 20%) που έπρεπε, κατά τους ισχυρισμούς της, να λάβει η ενάγουσα, άλλως το ποσό των 233.614,49 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23% (υπολογιζόμενο κατά τα παραπάνω, με ποσοστό εύλογης προμήθειας 18%), άλλως το ποσό των 187.582,47 ευρώ (υπολογιζόμενο με βάση το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που πράγματι έλαβε η ενάγουσα).
Και, 5) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 200.000 ευρώ, με βάση τις διατάξεις των άρθρων: α) 1, 18 α του Ν. 146/1914, 932 ΑΚ, αλλιώς 281, 914, 932 ΑΚ, αλλιώς 919, β) 101 ΣΛΕΕ (πρώην 81 ΣυνθΕΚ), 1 Ν. 703/1977, 914, 932 ΑΚ. Και, τέλος, γ) 57, 59 ΑΚ.
ΙΙΙ. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, για την επιδιωκόμενη διαφορά: α) μεταξύ εύλογης και καταβληθείσας αμοιβής και, β) επικουρικά, μεταξύ κόστους διανομής και καταβληθείσας αμοιβής, καθ' όλες τις ανωτέρω νομικές της βάσεις. Συνακόλουθα, απορριπτέα, για τον ίδιο λόγο, έκρινε και τα αγωγικά κονδύλια, για διαφυγόντα κέρδη και αποζημίωση πελατείας, κατά το μέρος τους, που υπολογίσθηκε με βάση αυτή την διαφορά, με τις ακόλουθες, κατά το ενδιαφέρον μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, παραδοχές: "...το πρώτο (με στοιχείο α') κονδύλιο αυτής, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της εύλογης και της πράγματι καταβληθείσας αμοιβής, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων (πρώτου και δεύτερου) της εφέσεως της ενάγουσας, που υποστηρίζουν το αντίθετο.
Ειδικότερα, κατά την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στο άρθρο 288 νομική του βαση, είναι μη νόμιμο, ενόψει και της αρχής "pacta sunt servanda", διότι κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή δεν προκύπτει ανυπαίτια υπέρβαση του αναληφθέντος από την ενάγουσα επιχειρηματικού κινδύνου, αφού η τελευταία, στο πλαίσιο της σύμβασης, που συνήψε με την εναγομένη ως αυτόνομη επιχειρηματίας, ανέλαβε το σχετικό επιχειρηματικό κίνδυνο από τη δραστηριότητά της ως διανομέας και συνεπώς και τον κίνδυνο να μην επαληθευθούν οι υπολογισμοί της.
Σε κάθε δε περίπτωση το εν λόγω κονδύλιο δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, αφού με βάση τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα της διάπλασης για το μέλλον της συμβατικής σχέσεως με την αναπροσαρμογή της παροχής και της αντιπαροχής και όχι της ανατροπής καταβολών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο παρελθόν στα πλαίσια διαρκούς σύμβασης, καθώς αυτό θα δημιουργούσε δυσανάλογη ανασφάλεια στις οικονομικές συναλλαγές, η οποία θα ερχόταν σε αντίθεση με τα (λαμβανόμενα υπόψη κατά την εν λόγω διάταξη) συναλλακτικά ήθη.
Το ίδιο κονδύλιο της αγωγής είναι μη νόμιμο και κατά την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 371 ΑΚ (του οποίου η εφαρμογή δεν ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη, αφού η αναιρεσιβαλλομένη δεν πλήττεται για τις παραδοχές της ως προς αυτό) και του εφαρμοζόμενου αναλογικά άρθρου 5 παρ. 1 και 2 ΠΔ 219/1991 νομική του βάση, αφού βασική προϋπόθεση για να εφαρμοστούν οι εν λόγω διατάξεις είναι η αοριστία της παροχής, η οποία, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
Το ίδιο αγωγικό κονδύλιο όμως δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί φυσικών ελευθεριών, όπως είναι η κατ' άρθρο 361 ΑΚ ελευθερία του ατόμου να συνάπτει συμβάσεις ή να αρνείται τη σύναψή τους (πρβλ.
ΟλΑΠ 10/2010 ΔΕΕ 2010.954). Το ίδιο δε αγωγικό κονδύλιο δεν μπορεί να βρει νομικό έρεισμα ως κονδύλιο αποζημίωσης στηριζόμενο στα άρθρα 914 ΑΚ σε συνδυασμό με το 18 α του ν. 146/1914 (πρώην 2α του ν. 703/1977) ή στο άρθρο 919 ΑΚ, αφού η ενάγουσα ζητά την καταβολή της διαφοράς εύλογης και καταβληθείσας αμοιβής από την εναγομένη και δεν επικαλείται ότι υπέστη περιουσιακή ζημία, όπως για παράδειγμα ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς της εναγομένης απώλεσε τα σχετικά ποσά που ενδεχομένως θα αποκέρδαινε αν δεν μεσολαβούσε η τυχόν αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, με τη σύναψη άλλης σύμβασης.
Σε κάθε δε περίπτωση η ενάγουσα δεν επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι η εξάρτησή της από την εναγομένη ήταν τέτοιου βαθμού, ώστε να μη μπορεί να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες, αλλ' αντίθετα στην υπό κρίση αγωγή αναφέρεται, απλώς ότι λόγω της μακροχρόνιας σχέσης της με την εναγομένη δεν υπάρχει για την ενάγουσα ισοδύναμη εναλλακτική λύση, χωρίς όμως να εξειδικεύεται περαιτέρω κατά πόσο η τυχόν συνεργασία της ενάγουσας με κάποια από τις άλλες εταιρείες, που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά παγωτών, θα συνδέονταν με σοβαρά μειονεκτήματα για την ίδια λόγω της επιβολής δυσμενέστερων όρων...".
IV. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το υπό στοιχείο 1. α σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την αγωγική βάση, αναφορικά με το αίτημα περί καθορισμού εύλογης αμοιβής της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 288 ΑΚ και 5 παρ. 2 ΠΔ 219/1991 (αναλογικά εφαρμοζόμενο), όπως επαναφέρθηκε σ' αυτό, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της.
Ο λόγος, όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, ο σχετικός, πρώτος, λόγος της έφεσης της αναιρεσείουσας, που περιείχε τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό, ρητώς, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε, ευθέως, ως αβάσιμος, στο σύνολό του. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχεία 1.
β, 3. α και γ σκέλη του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται παραβίαση των άρθρων 178, 288 ΑΚ και 5 παρ. 2 εδ. β του ΠΔ 219/1991, με το να απορρίψει το Εφετείο τη σχετική αγωγή ως μη νόμιμη, είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού αυτή, κατά τα κεφάλαιά της, με τα οποία επιδιώκει η ήδη αναιρεσείουσα, ενάγουσα ν' αναγνωρισθεί ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη, της οφείλει την κατά τους ισχυρισμούς της, διαφορά μεταξύ της εύλογης αμοιβής της, ανερχόμενης σε ποσοστό 20% και επικουρικά 18% επί του επιτευχθέντος κατά τις τέσσερις τελευταίες εταιρικές χρήσεις κύκλου εργασιών της και της καταβληθείσας αμοιβής, επιχειρούμενη να θεμελιωθεί, στην διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ ελέγχεται ως μη νόμιμη, γιατί οι έννομες συνέπειες της εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι η απόλυτη ακυρότητα και όχι η αναπροσαρμογή της σύμβασης, μετά τη λήξη της (βλ.
σχετ. ΑΠ 167/2015). Εξάλλου, η επίκληση από την ενάγουσα της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" (σύμφωνα με την οποία ο εμπορικός αντιπρόσωπος, ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών, δικαιούται εύλογης αμοιβής με βάση όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη), προκειμένου να τύχει ανάλογης εφαρμογής στην ένδικη σύμβαση, τυγχάνει μη νόμιμη, επειδή προϋπόθεση εφαρμογής αυτού του άρθρου είναι η έλλειψη σχετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών για την αμοιβή του εμπορικού αντιπροσώπου, στοιχείο, που αληθούς υποτιθεμένης της ιστορικής βάσης της αγωγής, δεν συντρέχει, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, στην προκειμένη περίπτωση (βλ.
ΑΠ 167/2015). Εδώ, πρέπει να σημειωθεί ότι η απορριπτική της νομιμότητας της αγωγικής βάσης, από το άρθρο 288 ΑΚ, αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αξίωσε για την εφαρμογή του, χωρίς κατά τα παραπάνω ν' απαιτείται, ανυπαίτια έλλειψη, πρόβλεψης της υπέρβασης του επιχειρηματικού κινδύνου, τον οποίον ανέλαβε η ενάγουσα, κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης είναι εσφαλμένη.
Και τούτο διότι, κατά τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται ακόμη και όταν η έλλειψη πρόβλεψης, στην οποία τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της σύμβασής τους, δεν είναι ανυπαίτια. Επειδή, όμως, το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς στη, μη πληττόμενη αποτελεσματικώς, με το υπό στοιχείο 3.
γ σκέλος του πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης, (που κρίθηκε απορριπτέο), επάλληλη, αιτιολογία της, το υπό στοιχείο 3. α σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου, με το οποίο, αυτή πλήττεται, για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, η πρώτη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Ενώ τo αίτημα που διατυπώθηκε, περαιτέρω, στο πλαίσιο του ίδιου σκέλους (3. γ) του ως άνω αναιρετικού λόγου, για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, σχετικά με την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 6 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, που ενσωματώθηκε στο ΠΔ 219/1991 και της αρχής της αποτελεσματικότητας, που κατά την υποστηριζομένη από την αναιρεσείουσα άποψη, παραβιάζεται με την ανωτέρω εκδοχή για μη αναδρομικότητα της επερχομένης με βάση την διάταξη του άρθρου 288 διάπλαση της συμβατικής σχέσεως, με την αναπροσαρμογή της παροχής και αντιπαροχής, αλυσιτελώς προβάλλεται, στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον στο πλαίσιο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, πρόσωπα που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο αποκλειστικός διανομέας) δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της παραπάνω Οδηγίας για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή αυτής στα λοιπά πρόσωπα, μέσω της νομολογίας του ΔΕΕ (βλ.
ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1784/2014). Απορριπτέος, ως αβάσιμος, επίσης, κρίνεται ο ίδιος (πρώτος) αναιρετικός λόγος κατά το υπό στοιχείο 3. β σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος προβάλλεται υπό την εκδοχή ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο τα θεμελιωτικά της ως άνω αγωγικής βάσης, από το άρθρο 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 2 ΠΔ 219/1991, περιστατικά, διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, σαφώς, προκύπτει ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκε η βάση αυτή, ευθέως, ως μη νόμιμη.
Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή, ως προς το ίδιο αίτημα (της διαφοράς μεταξύ καταβληθείσης και εύλογης αμοιβής), επιχειρούμενη, κατά την δεύτερη επικουρική της βάση, να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 288 σε συνδ. με 281 του ΑΚ, είναι μη νόμιμη, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν δεν ζητείται από την ενάγουσα η αναπροσαρμογή για το μέλλον της σύμβασης ως προς το κύριο στοιχείο της, που αφορά την αμοιβή της αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, αλλ' αντιθέτως γίνεται επίκληση σ' αυτήν ότι η σύμβαση λύθηκε με την καταγγελία της ενάγουσας, από υπαιτιότητα της εναγομένης και ζητείται για το χρόνο που ίσχυσε αυτή, δηλαδή πριν την λύση της, ο ανακαθορισμός της συμφωνηθείσης μ' αυτήν αμοιβής και η αναγνώριση ως οφειλής της προκύπτουσας διαφοράς μεταξύ της εύλογης και της καταβληθείσας αμοιβής, ενώ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δικαίωμα τροποποίησης της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 288 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 281 του ίδιου Κώδικα, είναι διαπλαστικής φύσεως, αποτέλεσμα δε τούτου είναι, ότι βάσει αυτού του άρθρου (288 ΑΚ), το δικαίωμα αναπροσαρμογής ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση μάλιστα ότι η σύμβαση είναι ενεργής, στοιχείο, που, αληθούς υποτιθεμένης της ιστορικής βάσης της αγωγής, δεν συντρέχει, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, στην προκειμένη περίπτωση (βλ.
σχετ. ΑΠ 167/2015). Το Εφετείο, επομένως, το οποίο έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς το παραπάνω αίτημά της και κατά την δεύτερη επικουρική της βάση, της οποίας η νομική θεμελίωση επιχειρείτο στις ως άνω διατάξεις του άρθρων 288 και 281 ΑΚ, δεν παραβίασε αυτές με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και, επομένως, ο υπόψη αναιρετικός λόγος κατά το υπό στοιχείο 2.α σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, ο ίδιος αναιρετικός λόγος (πρώτος), κατά το υπό στοιχείο 2. β σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ανωτέρω αγωγική βάση, περί καθορισμού της (εύλογης) αμοιβής της ενάγουσας, δηλαδή την από το άρθρο 281 του ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η εν λόγω αγωγική βάση λήφθηκε υπόψη και, ρητώς, απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη.
Το ίδιο αγωγικό αίτημα, επιχειρούμενο, πλέον επικουρικά, να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 18α του Ν. 146/1914 (άρθρο 2 α του Ν. 703/1977) και 914 του ΑΚ, αντιστοίχως, είναι επίσης μη νόμιμο, γιατί η ενάγουσα, με αυτές τις βάσεις της αγωγής, ζητεί μόνο την διαφορά μεταξύ της εύλογης και της καταβληθείσης αμοιβής της και δεν ζητεί αποζημίωση, αφού δεν επικαλείται την πρόκληση σ' αυτήν περιουσιακής ζημίας, σχετικά με το αιτούμενο ποσό των 338.381,57 ευρώ, άλλως 235.841,70 ευρώ, από συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγομένης, εξ αιτίας της οποίας να απώλεσε το ποσό αυτό (υπό την έννοια του διαφυγόντος κέρδους).
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή, ως προς αυτές τις βάσεις της, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις (άρθρων 18α του Ν. 146/1914, πρώην άρθρο 2α του Ν. 703/1977 και 914 ΑΚ), και ο υπόψη αναιρετικός λόγος, κατά το υπό στοιχείο 4 σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως βάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο 4. β, σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι θεμελιωτικοί της προαναφερθείσας αγωγικής βάσης ισχυρισμοί, που προτάθηκαν στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αυτοί οι αγωγικοί ισχυρισμοί, ρητώς, λήφθηκαν υπόψη και η ένδικη αγωγή, ως προς αυτές τις νομικές της βάσεις, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Ενώ, οι προβαλλόμενες με τα υπό στοιχεία 4. γ αα και 4. γ ββ, αιτιάσεις, από τον αριθ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με την παραδοχή: "...Σε κάθε δε περίπτωση η ενάγουσα δεν επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι η εξάρτησή της από την εναγομένη ήταν τέτοιου βαθμού, ώστε να μη μπορεί να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες, αλλ' αντίθετα στην υπό κρίση αγωγή αναφέρεται, απλώς ότι λόγω της μακροχρόνιας σχέσης της με την εναγομένη δεν υπάρχει για την ενάγουσα ισοδύναμη εναλλακτική λύση, χωρίς όμως να εξειδικεύεται περαιτέρω κατά πόσο η τυχόν συνεργασία της ενάγουσας με κάποια από τις άλλες εταιρείες, που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά παγωτών, θα συνδέονταν με σοβαρά μειονεκτήματα για την ίδια λόγω της επιβολής δυσμενέστερων όρων...", παραβίασε την διάταξη του άρθρου 18 α Ν. 146/1914, (προηγούμενο άρθρο 2 α Ν. 703/1977), αφού στην ένδικη αγωγή αναφέρονται όλα τα θεμελιωτικά της πραγματικά περιστατικά, που επαναφέρθηκαν, στο Εφετείο, με λόγο έφεσης, ενώ υπό την εκδοχή ότι δεν έλαβε αυτά υπόψη του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλυσιτελώς προβάλλονται, εν προκειμένω.
Και τούτο διότι, η προαναφερθείσα αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι επάλληλη της προηγούμενης, η οποία, όπως αναφέρθηκε, στηρίζει με επάρκεια το σχετικό, απορριπτικό, διατακτικό της, το οποίο αναποτελεσματικά επλήγη, κατά τα παραπάνω, με το υπό στοιχείο 4 σκέλος του, ίδιου αναιρετικού λόγου, που κρίθηκε απορριπτέος.
Από την περαιτέρω επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το αγωγικό κονδύλιο της διαφοράς μεταξύ του συνολικού κόστους διανομής και της πράγματι καταβληθείσας αμοιβής κατά την τετραετία 2007 - 2010, ύψους 133.851,18 ευρώ, που ζήτησε η αναιρεσείουσα, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 288, 914 και 919 του ΑΚ, απορρίφθηκε, από το Εφετείο, ως μη νόμιμο με τις ακόλουθες παραδοχές: "...Όσον αφορά δε το ύψους 133.851,18 ευρώ αγωγικό κονδύλιο, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του συνολικού κόστους διανομής και της πράγματι καταβληθείσας, στην ενάγουσα, αμοιβής κατά την τετραετία 2007-2010 και το οποίο προβάλλεται επικουρικά σε σχέση με το προαναφερόμενο α' αγωγικό κονδύλιο (διαφορά μεταξύ εύλογης και πράγματι καταβληθείσας αμοιβής), το (επικουρικό) κονδύλιο αυτό είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο επιχειρούμενο, να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 288 και 914 ΑΚ, αφού η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη στις διαρκείς συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας (όπως η επίδικη) ουδόλως επιβάλλουν στον προμηθευτή να προτείνει υψηλό ποσοστό αμοιβής στον διανομέα ή να συμφωνήσει μαζί του τέτοιο ποσοστό, που να υπερβαίνει το τυχόν κόστος διανομής, το οποίο σε κάθε περίπτωση εξαρτάται κυρίως από τον ίδιο τον διανομέα και την επιχειρηματική πολιτική που ακολουθεί.
Επιπλέον στην προκείμενη περίπτωση προέχει η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που εκδηλώνεται ως ελευθερία του προμηθευτή να προτείνει τους δικούς του συμβατικούς όρους και ως ελευθερία του διανομέα, να συνάψει ή όχι την επίμαχη σύμβαση, αλλά και η αρχή "pacta sunt servanda", η οποία αποτελεί εκδήλωση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών στις εμπορικές συναλλαγές και περιορίζει το δικαίωμα του συναλλασσομένου να επικαλεστεί τις αρχές αυτές προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση των συμφωνηθέντων.
Επομένως, θα έβαινε πέραν του προστατευτικού σκοπού του νομοθέτη η επίκληση της αρχής της καλής πίστης για τη θεμελίωση νόμιμης υποχρέωσης του προμηθευτή να συμφωνήσει με τον αντισυμβαλλόμενό του διανομέα αμοιβή υψηλότερη του κόστους διανομής, λαμβανομένου υπόψη ότι το κόστος αυτό εξαρτάται κυρίως από τις επιλογές του ίδιου του διανομέα ως ανεξάρτητου επιχειρηματία.
Απορριπτέο επίσης ως μη νόμιμο είναι το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο και ως προς τη νομική του βάση που θεμελιώνεται στο άρθρο 919 ΑΚ, δεδομένου ότι κρίσιμη για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι η αντίθεση της συμπεριφοράς του οφειλέτη στα χρηστά ήθη. Όμως, όπως ήδη έχει αναφερθεί, η συμπεριφορά της εναγομένης, την οποία επικαλείται η ενάγουσα στην κρινόμενη περίπτωση για τη θεμελίωση του εν λόγω αγωγικού κονδυλίου, ήτοι η καταβολή αμοιβής χαμηλότερης, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, από την εύλογη, δεν έρχεται σε αντίθεση με το νόμο ή την καλή πίστη στις συναλλαγές αλλά είναι σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη, αν ληφθεί υπόψη ότι για τη θεμελίωση του εν λόγω κονδυλίου η ενάγουσα επικαλείται τον καθορισμό αμοιβής μικρότερης από το κόστος διανομής, το ύψος του οποίου οφείλεται κατά κύριο λόγο στις επιχειρηματικές επιλογές του ίδιου του διανομέα.
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, η συμπεριφορά της εναγομένης να μη λάβει υπόψη το κόστος διανομής των προϊόντων της από τον κάθε διανομέα κατά τον καθορισμό της αμοιβής του, δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη υπό την έννοια του άρθρου 919 ΑΚ...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές, αφού σύμφωνα με τις παρατιθέμενες νομικές σκέψεις στο υπό την παράγραφο (Ι) μέρος της παρούσας, ο διανομέας, ως αυτόνομος επιχειρηματίας, όπως και η ενάγουσα, στην προκειμένη περίπτωση, φέρει τον κίνδυνο, που απορρέει από τις δικές του συναλλαγές.
Συνεπώς, αυτός φέρει και τον κίνδυνο του, εν γένει, κόστους διανομής των προϊόντων του παραγωγού, τα οποία διαθέτει στην αγορά, στον οποίο περιλαμβάνεται και αυτός της μη είσπραξης του τιμήματος των διανεμομένων προϊόντων από τους πελάτες του, στους οποίους τα διαθέτει, επιβαρυνόμενος, ως εκ τούτου, με τις συνέπειες της αφερεγγυότητάς τους και, συνεπώς, το να μη λάβει υπόψη του ο παραγωγός, κατά τη σύναψη της σύμβασης αποκλειστικής διανομής το κόστος διανομής των προϊόντων του, από τον κάθε διανομέα, αντισυμβαλλόμενό του, κατά τον καθορισμό της αμοιβής του, δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πρώτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις, κατά τα υπό στοιχεία 5. α, 5 β αα και 5. β γγ σκέλη του, για παραβίαση των άρθρων 288, 914 ΑΚ και του άρθρου 919 ΑΚ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το υπό στοιχείο 5. β ββ σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του τον μη προταθέντα ισχυρισμό ότι: "...για τη θεμελίωση του εν λόγω κονδυλίου η ενάγουσα επικαλείται τον καθορισμό αμοιβής μικρότερης από το κόστος διανομής, το ύψος του οποίου οφείλεται κατά κύριο λόγο στις επιχειρηματικές επιλογές του ίδιου του διανομέα...", απέρριψε ως μη νόμιμο το προαναφερθέν κονδύλιο (της διαφοράς μεταξύ κόστους διανομής και καταβληθείσας αμοιβής).
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι, πράγματι, η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε, για τη νομική θεμελίωση του ως άνω αγωγικού κονδυλίου στο άρθρο 919 ΑΚ, το γεγονός ότι η αμοιβή που της κατέβαλε η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη υπολειπόταν του κόστους διανομής, (γι' αυτό, άλλωστε και επιδιώκει, με την ένδικη αγωγή της, την προκύπτουσα διαφορά).
Ενώ, η περαιτέρω παρατιθέμενη αιτιολογία του Εφετείου ότι, το ύψος του κόστους διανομής: "...οφείλεται κατά κύριο λόγο στις επιχειρηματικές επιλογές του ίδιου του διανομέα...", δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια του αριθ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, το οποίο, χωρίς να έχει προταθεί, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο ως θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό, αλλά επιχείρημα αυτού, αναφορικά με τη νομική αξιολόγηση του αγωγικού δικογράφου, αντλούμενο από το νόμο και δη από την ερμηνεία των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως νομικών διατάξεων, ως προς την φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του αποκλειστικού διανομέα και τους αναλαμβανόμενους από αυτόν κινδύνους, κατά την άσκησή της και, επομένως, δεν ιδρύεται τέτοιος αναιρετικός λόγος.
ΙV. Τα λοιπά κεφάλαια της ένδικης αγωγής και δη αυτά περί διαφυγόντων κερδών και αποζημίωσης πελατείας, για το χρονικό διάστημα έξι μηνών από τη λύση της ένδικης σύμβασης, υπολογιζόμενα με βάση τις καταβληθείσες στην ήδη αναιρεσείουσα, ενάγουσα, αμοιβές, που κρίθηκαν από το Εφετείο ως ορισμένα και νόμιμα, απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμα, στο σύνολό τους, και, συνακολούθως, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, στο σύνολό της, η έφεση της αναιρεσείουσας, με τις ακόλουθες παραδοχές: "...Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά αυτού, την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα με αρ. 20/23-1-2012 ένορκη βεβαίωση της Ειρηνοδίκου Καλαμάτας, η οποία δόθηκε μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης (βλ.
την 6270Ζ718-1-2012 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή Αθηνών Κ. Έ.), καθώς και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεξαρτήτως εάν μνημονεύονται ρητώς ή όχι στην παρούσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, που είναι καθολική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "...", έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, τη βιομηχανική επεξεργασία γάλακτος για την παραγωγή παγωτού. Για τη διανομή και διάθεση των προϊόντων της τόσο η δικαιοπάροχος της εναγόμενης όσο και η ίδια χρησιμοποιούν δίκτυο διανομέων, οι οποίοι διανέμουν κατ' αποκλειστικότητα δικά τους προϊόντα σε συγκεκριμένη εκτάστοτε περιοχή της χώρας.
Στο πλαίσιο αυτό η άνω δικαιοπάροχος της εναγομένης είχε συνάψει στις 18-11-1998 με την εταιρεία "....", ομόρρυθμος εταίρος της οποίας ήταν ο Κ. Μ., έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας (μέχρι τις 13-11-2001), δυνάμει της οποίας η ως άνω Ο.Ε. είχε αναλάβει αποκλειστικά τη διανομή και διάθεση των παγωτών της πρώτης (ΔΕΛΤΑ) σε σημεία πώλησης στην περιοχή της Καλαμάτας με φορτηγά αυτοκίνητα.
Κατά το έτος 2001 ο Δ. Α. αποχώρησε από την ως άνω διανομέα Ο.Ε. και στην επίδικη έννομη σχέση υπεισήλθε η εταιρεία με την επωνυμία "..." δυνάμει της από 20-5-2001 έγγραφης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου με τριετή διάρκεια μέχρι τις 30-10-2004. Στη συνέχεια και στις 10-11-2003 συνεστήθη η ήδη ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία, με εταίρους τον ως άνω Κ.
Μ. και τη θυγατέρα του Μ. Μ.. Η νέα αυτή εταιρεία (ενάγουσα) είχε ... και ως σκοπό την αποκλειστική αντιπροσώπευση, διανομή και εμπορία παγωτών και κατεψυγμένων προϊόντων στην Μ.. Με τη σύσταση δε της ενάγουσας εταιρείας δεν διεκόπη αλλά συνεχίστηκε η εμπορική συνεργασία, με την ως άνω δικαιοπάροχο της εναγομένης και μάλιστα συνήψαν τη νέα από 12-1-2004 έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου, με τριετή διάρκεια μέχρι τις 30-10-2007, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να διανέμει κατ' αποκλειστικότητα γαλακτοκομικά προϊόντα της δικαιοπαρόχου της εναγομένης στην προαναφερθείσα γεωγραφικά προσδιορισμένη περιοχή.
Σε όλες τις προαναφερόμενες έγγραφες συμβάσεις περιλαμβανόταν πανομοιότυποι όροι. Ειδικότερα και στις τρεις αυτές έγγραφες συμβάσεις είχε συμφωνηθεί μεταξύ άλλων ότι η διανομή των παγωτών θα γινόταν στο όνομα και για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου της εναγομένης (...) βάσει των τιμών ή πλαισίων τιμών και των εκπτώσεων που θα καθόριζε η τελευταία στους ετήσιους καταλόγους της, ότι το προϊόν των πωλήσεων θα αποστελλόταν από την ενάγουσα στη ..., ότι η εκκαθάριση και η καταβολή των προμηθειών στην ενάγουσα θα γινόταν με την παραλαβή του φορτίου, ότι ως αντάλλαγμα για την πώληση των παγωτών της ...
η ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να εισπράξει προμήθεια ποσοστού 19 % επί του πραγματοποιούμενου καθαρού κύκλου εργασιών, ότι η ενάγουσα θα είχε αξίωση καταβολής πρόσθετων προμηθειών σε περίπτωση επίτευξης των ετήσιων στόχων που θα καθόριζε η ... με την έκδοση ετήσιων εγκυκλίων, ότι σε περίπτωση μη επίτευξης των ετήσιων στόχων, καθώς και σε περίπτωση αθέτησης από την πλευρά της ενάγουσας των συμβατικών της υποχρεώσεων για τη χρήση κατάλληλων μεταφορικών μέσων για την ασφαλή μεταφορά των παγωτών και για την εποπτεία και φροντίδα της άψογης λειτουργίας των ψυκτικών θαλάμων των φορτηγών με τα οποία θα μεταφερόταν τα παγωτά στα σημεία πώλησης, η ...
θα είχε το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο, ότι η ενάγουσα δεν θα είχε το δικαίωμα να συναλλάσσεται ή να συνεργάζεται άμεσα ή έμμεσα με ανταγωνιστές της ..., να παραχωρεί σ' αυτούς τη χρήση των χωρών ή εγκαταστάσεων ή των μεταφορικών της μέσων και να προωθεί ή να διαθέτει με οποιονδήποτε τρόπο ομοειδή προϊόντα με αυτά της ..., ότι η ενάγουσα θα ήταν υποχρεωμένη να ειδοποιεί τη ...
για κάθε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού στην περιοχή ευθύνης της και για οτιδήποτε τυχόν υποπέσει στην αντίληψή της που θα μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντα και την καλή φήμη της ... και των προϊόντων της, ότι η ενάγουσα θα ήταν επίσης υποχρεωμένη να χρησιμοποιεί στους χώρους της και στα μεταφορικά της μέσα τα σήματα και χρώματα της ...
και ότι για την περίπτωση συνεργασίας της ενάγουσας με ανταγωνιστική επιχείρηση προβλεπόταν ποινική ρήτρα σε βάρος της ενάγουσας. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, μεταξύ αφενός της δικαιοπαρόχου της εναγομένης και αφετέρου της ενάγουσας και των προκατόχων αυτής στην επίδικη έννομη σχέση ίσχυσαν τρεις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με τριετή διάρκεια και πανομοιότυπους όρους και κατά συνέπεια η συνολική διάρκεια της επίδικης εμπορικής συνεργασίας με τους ίδιους όρους εκτεινόταν χρονικά από τις 18-11-1998 έως τις 30-10-2007, καλύπτοντας χρονικό διάστημα εννέα ετών.
Σε όλες τις παραπάνω συμβάσεις προβλεπόταν ρητά ότι σε περίπτωση που η εκάστοτε σύμβαση δεν καταγγελλόταν ή δεν λυνόταν μέχρι το χρόνο λήξης της, θα παρατεινόταν αυτοδικαίως με τους ίδιους όρους και για μία ακόμη τριετία. Μετά δε την έξαγορά της ... από την ήδη εναγομένη εταιρεία, μεταξύ της τελευταίας και της ενάγουσας καταρτίστηκε η από 16-1-2008 έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας τριετούς διάρκειας, που περιελάμβανε τους ίδιους ακριβώς συμβατικούς όρους, όπως και οι προαναφερθείσες συμβάσεις.
Όλες οι παραπάνω συμβάσεις περιείχαν προδιατυπωμένους από την εναγομένη και την προκάτοχο της όρους, στις οποίας προσχωρούσαν η ενάγουσα και οι προκάτοχοι αυτής, χωρίς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Η δε ενάγουσα (όπως και οι προκάτοχοι της) διέθετε την αναγκαία υποδομή για τη διανομή των προϊόντων της εναγομένης, δηλαδή των προϊόντων της εναγομένης.
Δηλαδή επαγγελματική πείρα, κεφάλαια, κατάλληλο βοηθητικό προσωπικό και εξοπλισμό και κυρίως αποθηκευτικούς χώρους και φορτηγά αυτοκίνητα εφοδιασμένα με ψυκτικούς θαλάμους, τους οποίους της είχε χρησιδανείσει η εναγομένη. Στους αποθηκευτικούς της χώρους αποθηκευόταν μεγάλες ποσότητες παγωτών, τα οποία προμηθευόταν η ενάγουσα σε τακτά χρονικά διαστήματα από την εναγομένη και τα οποία συντηρούσε η ενάγουσα στους ψυκτικούς θαλάμους των εγκαταστάσεών της με δικές της δαπάνες.
Η ενάγουσα, όπως και οι ως άνω δικαιοπάροχοί της στην επίδικη έννομη σχέση, ήταν ανεξάρτητοι επιχειρηματίες, καθόσον οι ίδιοι έφεραν τις δαπάνες λειτουργίας της επιχείρησής τους, χωρίς να έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου της εναγομένης. Έτσι οι οδηγοί της ενάγουσας δεν μετέβαιναν καθημερινά για ανεφοδιασμό των φορτηγών τους στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, αλλά προμηθευόταν καθημερινά τα απαιτούμενα προς διανομή προϊόντα, ανάλογα με τις ανάγκες της τοπικής αγοράς, από τους μισθωμένους από την ενάγουσα αποθηκευτικούς της ....
Τα προϊόντα αυτά αγόραζε η ενάγουσα από την εναγομένη και στη συνέχεια τα μεταπωλούσε στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό στα σημεία λιανικής πώλησης της περιοχής ευθύνης της. Το αρχικό πελατολόγιο είχε χορηγηθεί στον ανωτέρω δικαιοπάροχο της ενάγουσας από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης και έτσι περιελάμβανε πλέον και πελάτες που η τελευταία είχε υποδείξει.
Για τη διανομή των προϊόντων της εναγομένης στην περιοχή ευθύνης της, η ενάγουσα ελάμβανε από την εναγομένη αμοιβή, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 19% επί της καθαρής τιμολογούμενης αξίας των πράγματι διανεμόμενων προϊόντων. Η καταβολή της αμοιβής στην ενάγουσα γινόταν είτε με τη χορήγηση έκπτωσης στα εκδιδόμενα στο όνομά της τιμολόγια πώλησης, είτε σε μετρητά είτε με την έκδοση τραπεζικών επιταγών, ενώ η τελική εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων μεταξύ των διαδίκων γινόταν στο τέλος κάθε έτους.
Επιπλέον η εναγομένη χορηγούσε στην ενάγουσα (όπως και στους προκατόχους της) πρόσθετη αμοιβή (bonus) σε περίπτωση επίτευξης των στόχων πωλήσεων, τους οποίους έθετε η ίδια η εναγομένη με έγγραφες επιστολές της ("εγκυκλίους"), που απέστελλε επίσης στην ενάγουσα, όπως και στους άλλους διανομείς της. Κατά την εκτέλεση της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων τόσο η ενάγουσα όσο και οι δικαιοπάροχοί της είχαν αναλάβει την υποχρέωση να θέτουν τα χρώματα και τα σήματα της εναγομένης στα φορτηγά τους, να διακινούν τα εμπορεύματα της εναγομένης μόνο εντός της περιοχής που αυτή τους είχε αναθέσει, να μη συνεργάζονται με ανταγωνιστές της εναγομένης διανέμοντας ανταγωνιστικά προς τα δικά της προϊόντα και να συμμορφώνονται προς τις άνω "εγκυκλίους" της εναγομένης, με τις οποίες αυτή καθόριζε τους ετήσιους στόχους πωλήσεων και επιπλέον ανέθετε στην ενάγουσα τη διανομή κάθε νέου προϊόντος της, τη φροντίδα για την άριστη εμφάνιση των ψυγείων και σημείων πώλησης και όριζε την καταβολή στην ενάγουσα πρόσθετης αμοιβής ποσοστού 0,7% επί του συνόλου των πραγματοποιούμενων πωλήσεων για τη συντήρηση και επισκευή των ψυγείων και την αποκατάσταση ζημιών των λιανοπωλητών από τυχόν παράδοση σ' αυτούς αλλοιωμένων παγωτών.
Επίσης η ενάγουσα (όπως και οι προκάτοχοι της, ως ανεξάρτητη επιχειρηματίας, επιβαρυνόταν η ίδια με τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής της, όπως π.χ. έξοδα κτήσης, κίνησης, συντήρησης και ασφάλισης των φορτηγών αυτοκινήτων της, μισθοδοσία και ασφάλιση του προσωπικού της, ενώ επιπλέον η εναγομένη της είχε παραχωρήσει τη χρήση φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι οποίοι ήταν τοποθετημένοι στα φορτηγά της ενάγουσας, με καταχωρημένο το πελατολόγιο και τα συγκεκριμένα σημεία πώλησης.
Η ίδια η ενάγουσα, ως ανεξάρτητη επιχειρηματίας, έφερε τον κίνδυνο αφερεγγυότητας των λιανοπωλητών στους οποίους αυτή πωλούσε τα παγωτά της εναγομένης και για το λόγο αυτό, κατά τα συνομολογούμενα στην αγωγή απώλεσε κατά την τελευταία πενταετία της επίδικης εμπορικής συνεργασίας από ανείσπρακτες απαιτήσεις λιανοπωλητών το ποσό των 39.117,84 ευρώ.
Με βάση τα προαναφερόμενα, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων ήταν τα ακόλουθα: α) η ενάγουσα και οι άνω εταιρείες - προκάτοχοι της στην επίδικη έννομη σχέση προμηθευόταν κατ' αποκλειστικότητα τα προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια . μεταπωλούσαν σε τρίτους πελάτες στο όνομα και για λογαριασμό τους, και αποκλειστικά στην περιοχή της Καλαμάτας, β) η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοί της ήταν ανεξάρτητοι επιχειρηματίες, με δική τους υποδομή και έφεραν οι ίδιοι το βάρος των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής τους, καθώς και τον επιχειρηματικό κίνδυνο της αφερεγγυότητας των λιανοπωλητών, στους οποίους πωλούσαν τα προϊόντα της εναγομένης, γ) η ενάγουσα και οι προκάτοχοι αυτής λειτουργούσαν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης με έντονη εξάρτηση απ' αυτήν, χρησιμοποιώντας φορτηγά αυτοκίνητα που έφεραν τα χρώματα και τα σήματα της εναγομένης, μεταπωλώντας τα προϊόντα της εναγομένη σε τιμή μεταπώλησης, που εκείνη καθόριζε και σε πελάτες που στην πλειοψηφία τους η ίδια είχε καθορίσει, καθώς αυτή είχε χορηγήσει το αρχικό πελατολόγιο στην απώτερη δικαιοπάροχο της ενάγουσας, δ) τα φορτηγά αυτοκίνητα της ενάγουσας ήταν εφοδιασμένα με φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στους οποίους ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο και στους οποίους είχε πρόσβαση η εναγομένη, ε) η ενάγουσα και οι προκάτοχοι της συνέβαλλαν στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, γιατί φρόντιζαν για την καθημερινή διανομή των προϊόντων της και διαφήμιζαν με τα αυτοκίνητά τους το σήμα της, στ) η ενάγουσα και οι προκάτοχοι της είχαν αναλάβει την υποχρέωση να μη διανέμουν ανταγωνιστικά προϊόντα προς εκείνα της εναγομένης, ζ) το πελατολόγιο της ενάγουσας ήταν γνωστό στην εναγομένη και η) η αμοιβή της ενάγουσας και των προκατόχων της, που υπολογιζόταν σε καθορισμένο από την εναγομένη ποσοστό επί της αξίας των πωληθέντων προϊόντων, καθώς και η πρόσθετη αμοιβή (bonus) που τους παρείχε η εναγομένη σε περίπτωση επίτευξης συγκεκριμένων στόχων που καθόριζε η ίδια, προσομοιάζουν με τα οικονομικά οφέλη του εμπορικού αντιπροσώπου.
Με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά γνωρίσματα της επίδικης έννομης σχέσης μεταξύ των διαδίκων και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην οποία εφαρμόζεται αναλογικά το ΠΔ 219/1991. Επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι συμβάσεις που είχαν καταρτιστεί μεταξύ αφενός της εναγομένης και της δικαιοπαρόχου της και αφετέρου της ενάγουσας και των προκατόχων της στην επίδικη έννομη σχέση εταιρειών περιείχαν πανομοιότυπους όρους, ενώ η συνεργασία μεταξύ της διεξαγόταν στην πραγματικότητα συνεχώς και με τον προαναφερθέντα τρόπο.
Συνεπώς οι διάδικοι είχαν μεταξύ τους την ίδια μορφή εμπορικής συνεργασίας από το έτος 1998 μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2011, οπότε έληξε η μεταξύ τους συμβατική σχέση, σύμφωνα με όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια. Από όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η εμπορική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων είχε μεγάλη διάρκεια και λειτούργησε δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ταυτόσημους συμβατικούς όρους, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών όλοι οι ουσιώδεις συμβατικοί τους όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν και στις νεώτερες συμβάσεις όλοι οι περιεχόμενοι και στις προγενέστερες, οπότε στην πραγματικότητα επρόκειτο ουσιαστικά για μια ενιαία συμβατική σχέση αόριστης διάρκειας.
Αποδείχθηκε επίσης ότι με τις προαναφερόμενες "εγκυκλίους" η εναγομένη στις αρχές κάθε έτους προσδιόριζε ορισμένο πρόσθετο ποσό, που αντιστοιχούσε στις συνολικές παροχές των συμβαλλομένων μερών προς την τοπική αγορά, οι οποίες θα κάλυπταν το κόστος κτήσης και διατήρησης των σημείων πώλησης. Συγκεκριμένα οριζόταν ένα πάγιο ποσό αρχικών παροχών, οι οποίες θα βάρυναν την ίδια την εναγομένη και ανερχόταν ετησίως από το έτος 2006 έτος και το 2009 στο σταθερό ποσό των 38.000 ευρώ, ως προς το οποίο γινόταν ρητή επιφύλαξη στην εγκύκλιο για την οριστική λογιστική εκκαθάρισή του στο τέλος κάθε έτους.
Κατά την λογιστική εκκαθάριση των μεταξύ τους οικονομικών εκκρεμοτήτων που έκαναν στο τέλος κάθε έτους οι διάδικοι και οι δικαιοπάροχοι τους, συνέτασσαν από κοινού έγγραφο που έφερε τον τίτλο "εκκαθάριση αντιπροσώπου επαρχίας παγωτού" και απεικόνιζε το σύνολο των παροχών των αντισυμβαλλομένων, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών (προμηθειών) και των πρόσθετων παροχών (πριμ) για την επίτευξη των εκάστοτε οριζομένων στόχων.
Από τα αντίγραφα των παραπάνω εγγράφων που αφορούν τα έτη 2006 έως και 2010 αποδεικνύεται ότι το σύνολο των παροχών της εναγομένης, συμπεριλαμβανομένων των ως άνω αμοιβών και πρόσθετων παροχών, ανήλθε με τον αναλογούντα ΦΠΑ κατά το έτος 2006 στο τελικό ποσό των 136.325,54 ευρώ, κατά το έτος 2007 σε 129.816,42 ευρώ, κατά το έτος 2008 σε 125.244,55 ευρώ, κατά το έτος 2009 σε 156.648,53 ευρώ και κατά το έτος 2010 σε 227.498,80 ευρώ.
Συνεπώς, η συμμετοχή της εναγομένης στις παροχές προς την ενάγουσα για την κάλυψη των δαπανών και των ζημιών των λιανοπωλητών της τοπικής αγοράς έβαινε αυξανόμενη κατά τα τελευταία έτη, γεγονός που διαψεύδει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι υποχρεώθηκε από την εναγομένη να αυξήσει το ποσοστό συμμετοχής της στις παροχές προς τους ιδιοκτήτες των σημείων λιανικής πώλησης.
Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα ως ανεξάρτητη επιχειρηματίας έφερε και τον κίνδυνο της αφερεγγυότητας των λιανοπωλητών και για το λόγο αυτό, όπως συνομολογεί στην αγωγή της, εξακολουθεί να διατηρεί εναντίον τους αξιώσεις από ανείσπρακτες οφειλές τους. Στο πλαίσιο αυτό η ίδια η ενάγουσα διαπραγματευόταν απευθείας με τους λιανοπωλητές το ποσοστό της συμμετοχής της στις πρόσθετες παροχές προς αυτούς για την κάλυψη των δαπανών συντήρησης και λειτουργίας των σημείων λιανικής πώλησης και είχε έτσι τη δυνατότητα να κρίνει, αξιολογήσει κατά περίπτωση και να προσφέρει περισσότερες παροχές στους φερέγγυους και λιγότερες στους αφερέγγυους λιανοπωλητές.
Επομένως η εναγομένη δεν είχε επιβάλει στην ενάγουσα, όπως η τελευταία ισχυρίζεται αβάσιμα, την προσφορά ορισμένου ποσοστού πρόσθετων παροχών σε κάθε λιανοπωλητή, αλλά της παρείχε ένα πάγιο ποσό ετησίως, το οποίο η ενάγουσα διαχειριζόταν στο πλαίσιο της ελεύθερης επιχειρηματικής της δράσης, επιμερίζοντας και κατανέμοντας τις παροχές στα σημεία λιανικής πώλησης, ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες της τοπικής αγοράς.
Επίσης η ενάγουσα ελάμβανε κάθε έτος από την εναγομένη ένα ορισμένο ποσό πίστωσης ανερχόμενο σε 120.000 ευρώ ετησίως περίπου, εκδίδοντας προς εξασφάλιση της εναγομένης αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές. Η οφειλή της ενάγουσας από τις επιταγές αυτές μεταφερόταν μετά από διαπραγματεύσεις των διαδίκων στο επόμενο έτος, με τη χορήγηση νέας πίστωσης από την εναγομένη προς την ενάγουσα.
Έτσι, ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της ενάγουσας από την εμπορική τους συνεργασία ανερχόταν στο τέλος του 2007 σε 21.076,50 ευρώ, ανήλθε σε 50.650,74 ευρώ στο τέλος του 2008, σε 129.000,35 ευρώ στο τέλος του 2009 και σε 206.541,11 ευρώ στο τέλος του 2010. Αυτή η διόγκωση του χρεωστικού υπολοίπου της ενάγουσας, προς την εναγομένη δεν οφειλόταν στην αύξηση των παροχών της ενάγουσας προς τους λιανοπωλητές, όπως προαναφέρθηκε, αλλ' ούτε και στην καθιέρωση εξωπραγματικών στόχων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεδομένου ότι οι ετήσιοι στόχοι δεν παρουσίαζαν κατ' έτος ουσιώδη απόκλιση, αφού από τις ως άνω εγκυκλίους αποδεικνύεται ότι ο ετήσιος στόχος κατά το έτος 2006 ήδη, ανερχόταν σε 1.342.363 ευρώ, κατά το έτος 2007 σε 1.440.982 ευρώ, κατά το έτος 2008 σε 1.495.244 ευρώ, κατά το έτος 2009 σε 1.558.965 ευρώ και κατά το έτος 2010 σημείωσε πτώση στα 1.273.355 ευρώ.
Εξ όλων αυτών αποδεικνύεται ότι η αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου της ενάγουσας οφείλεται σε εσφαλμένη εκτίμηση εκ μέρους της φερεγγυότητας ορισμένων από τους αντισυμβαλλομένους της λιανοπωλητές, προς τους οποίους δεν μείωσε τις παροχές, ενώ μπορούσε να το κάνει, ελπίζοντας ότι η εναγομένη θα εξακολουθούσε και στο μέλλον να της χορηγεί πίστωση.
Επιπλέον η ενάγουσα προέβη κατά τα έτη 2008 και 2009 σε επενδύσεις για την αγορά συναγερμού, υπόστεγου ψυγείων, γεννήτριας, συστήματος HACCP, μηχανογραφικού συστήματος λογιστηρίου, ενώ προσέλαβε πέντε οδηγούς, έναν αποθηκάριο και λογιστή. Όμως, πέραν της αναγκαιότητας ορισμένων από τις ως άνω επενδύσεις για την εύρυθμη λειτουργία μιας επιχείρησης, η ενάγουσα γνώριζε ότι η τελευταία από τις επίδικες συμβάσεις είχε τριετή διάρκεια και θα έληγε τον Ιανουάριο του 2011 και ότι κατά τη σύναψη νέας τριετούς σύμβασης η εναγομένη δεν θα μπορούσε να της χορηγήσει πίστωση ανάλογη με αυτές των προηγουμένων ετών, εφόσον το χρεωστικό της υπόλοιπο είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό.
Παρά ταύτα οι διάδικοι τον Ιανουάριο του 2011 ήλθαν σε διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της εμπορικής τους συνεργασίας και πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις μεταξύ του Κ. Μ. ως αντιπροσώπου της ενάγουσας και υπαλλήλων της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και ο Β. Α. που κατέθεσε ως μάρτυρας αυτής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κατά τις εν λόγω διαπραγματεύσεις ετέθη το ζήτημα της διόγκωσης του χρεωστικού υπολοίπου της ενάγουσας και ζητήθηκε από τον ως άνω αντιπρόσωπο της να προσκομίσει εγγυητική επιστολή, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εξακολούθηση της επίδικης εμπορικής συνεργασίας. Όμως λόγω της μεγάλης οφειλής της ενάγουσας προς την εναγομένη δεν κατέστη δυνατή η προσκόμιση σχετικής εγγυητικής επιστολής και για το λόγο αυτό ο ως άνω υπάλληλος και μάρτυρας της εναγομένης ενημέρωσε προφορικά τον αντιπρόσωπο της ενάγουσας ότι δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί η επίδικη εμπορική συνεργασία.
Ακολούθως και με σκοπό να καλυφθεί η ζήτηση παγωτού στην περιοχή ευθύνης της ενάγουσας, η εναγομένη ανέθεσε τη διανομή των παγωτών της σε νέο διανομέα, επιδίδοντας παράλληλα στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Κ. Μ. την από 10-2-2011 εξώδικη καταγγελία (βλ. την 4069/15-2-2011 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή Καλαμάτας Δ.
Π.), με την οποία κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, για το λόγο ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της ενάγουσας που δημιουργήθηκε από τους προαναφερθέντες λόγους ανερχόταν στο ποσό των 191.538,17 ευρώ (η ίδια η ενάγουσα στην αγωγή της συνομολογεί οφειλή της ύψους 135.998,13 ευρώ) και ότι για το λόγο αυτό η εναγομένη θεωρούσε ότι η ενάγουσα δεν ήταν πλέον σε θέση να εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
Με βάση όσα έχουν παραπάνω αναφερθεί ως προς τους λόγους δημιουργίας του χρεωστικού υπολοίπου της ενάγουσας προς την εναγομένη, είναι σαφές ότι ουδεμία υπαιτιότητα της εναγομένης συντρέχει για την αύξηση της οφειλής της ενάγουσας και για την εξαιτίας αυτής ανώμαλη εξέλιξη της επίδικης σύμβασης, ενώ το γεγονός ότι το εν λόγω χρεωστικό υπόλοιπο διογκώθηκε δυσανάλογα από εσφαλμένες εκτιμήσεις της ενάγουσας σχετικά με τη φερεγγυότητα των αντισυμβαλλομένων της λιανοπωλητών και σχετικά με το ύψος των δαπανών της ως φορέα ανεξάρτητης επιχειρηματικής δραστηριότητας για την πραγματοποίηση επενδύσεων, συνιστά σαφώς σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης από την πλευρά της εναγομένης.
Συνεπώς η επίδικη σύμβαση έληξε στις 15-2-2011, με την κοινοποίηση στον Κ. Μ. της ως άνω καταγγελίας της εναγομένης. Σχετικά με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη, αφενός επειδή δεν υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ή από νόμιμα εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και αφετέρου επειδή δεν επιδόθηκε στο νομικό πρόσωπο της ενάγουσας αλλά στον Κ. Μ. ατομικά, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω από 10-2-2011 καταγγελία υπογράφεται από τον διευθυντή πωλήσεων της εναγομένης Ε. Π., ο οποίος έχει θέσει την υπογραφή του στην εξώδικη δήλωση της ίδιας της εναγομένης κάτω από την επωνυμία και τη σφραγίδα αυτής.
Συνεπώς είναι προφανές ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ως άνω διευθυντής πωλήσεων δεν ενεργούσε για τον εαυτό του ατομικά, αλλά ως αντιπρόσωπος και εντολοδόχος της εναγομένης, εκφράζοντας έγκυρα τη δικαιοπρακτική βούληση αυτής ως νομικού προσώπου. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο Κ. Μ. ήταν ομόρρυθμος εταίρος τόσο της ενάγουσας όσο και των προκατόχων της εταιρειών, τις οποίες (και) αυτός είχε συστήσει ακριβώς για την εξυπηρέτηση της επίδικης σύμβασης.
Ως εκ τούτου εκείνος κατά κύριο λόγο πραγματοποίησε όλες τις επαφές και διαπραγματεύσεις με την εναγομένη ως το φυσικό πρόσωπο που διοικούσε και εκπροσωπούσε την ενάγουσα. Επομένως η από 10-2-2011 καταγγελία της σύμβασης επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, παρόλο ότι επιδόθηκε (στις 15-2-2011) στον Κ. Μ. ατομικά, δεδομένου ότι αυτός ήταν ομόρρυθμος εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, με αποτέλεσμα η γνώση του για την ως άνω καταγγελία να μπορεί να καταλογιστεί στο νομικό πρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας.
Συνακόλουθα η από 10-2-2011 καταγγελία της επίδικης σύμβασης από την εναγομένη έγινε για σπουδαίο λόγο και αποτελούσε μία συναλλακτική δυνατότητα αυτής που ήταν αντικειμενικά προβλέψιμη από την ενάγουσα και, δεδομένης της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας, πραγματοποιήθηκε προς διαφύλαξη των συμφερόντων της επιχείρησης της εναγομένης και ουδόλως αποσκοπούσε στην εκτόπιση της ενάγουσας από τη σχετική αγορά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία.
Ως εκ τούτου η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από την πλευρά της ενάγουσας δεν είναι καταχρηστική, μη υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος. Κατά συνέπεια η διακοπή της συνεργασίας της εναγομένης με την ενάγουσα δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια ενέργεια της πρώτης και ως εκ τούτου η εναγομένη δεν οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη εξαιτίας της λύσης της συνεργασίας τους.
Με βάση τα προαναφερόμενα η καταγγελία της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής από την πλευρά της εναγομένης ήταν νόμιμη και προκάλεσε έγκυρα τη λύση της σύμβασης αυτής χωρίς την ανάγκη παρέλευσης οποιασδήποτε προθεσμίας, δεδομένου ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας αποτελούσε υπαίτια παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων και συνιστούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης.
Η δε συμπεριφορά της εναγομένης να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση και να αναθέσει τη διανομή των παγωτών της σε άλλο διανομέα δεν συνιστούσε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος όπως προαναφέρθηκε, αφού αποτέλεσε μία αντικειμενικά προβλέψιμη από την ενάγουσα συναλλακτική δυνατότητα της εναγομένης, η οποία, με δεδομένη την κατά τα ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, έγινε προς διαφύλαξη του συμφέροντος της εναγομένης, μη υπερβαίνουσα ως εκ τούτου τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού.
Εξάλλου η καταγγελία της επίδικης σύμβασης και η ανάθεση από την εναγομένη σε άλλο διανομέα της διανομής των παγωτών της δεν αποτελεί πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού δεν είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη και δεν έγινε με σκοπό ανταγωνισμού. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ανάμεσα στους διαδίκους υπήρχε σχέση ανταγωνισμού, αφού αυτοί δεν απευθύνονται στον ίδιο κύκλο πελατών και η μεν ενάγουσα διένειμε τα παγωτά της εναγομένης σε σημεία πώλησης ορισμένης περιοχής, η δε εναγομένη παρήγαγε γαλακτοκομικά προϊόντα από τη βιομηχανική επεξεργασία γάλακτος.
Επιπλέον η προαναφερθείσα συμπεριφορά της εναγομένης δεν ήταν αντίθετη στην αρχή της καλής πίστης, δεδομένου ότι από την εν λόγω αρχή ουδόλως απορρέει οποιαδήποτε υποχρέωση της εναγομένης να εξακολουθήσει τη συνεργασία της με την ενάγουσα, αν και η μέχρι την λήξη της σύμβασης οφειλή της τελευταίας είχε ανέλθει στο ως άνω υπέρογκο ποσό, εκ του οποίου συνάγεται αδυναμία της να εκτιμήσει και αξιολογήσει ορθά τους επιχειρηματικούς κινδύνους που αναλαμβάνει.
Αντιθέτως όλες οι προαναφερθείσες ενέργειες της εναγομένης ήταν σύμφωνες με την καλή πίστη και τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη, που επιτρέπουν στην εναγομένη (όπως και σε κάθε επιχειρηματία) να επιλέγει τους συνεργάτες της για τη διανομή των προϊόντων αυτής με κριτήριο την αποτελεσματικότητα και τη φερεγγυότητά τους.
Περαιτέρω η συμπεριφορά της εναγομένης δεν είναι αντίθετη ούτε με τα χρηστά ήθη, καθόσον πρώτον δεν συνιστούσε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος όπως προαναφέρθηκε και δεύτερον με βάση τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου ατόμου η συγκεκριμένη συμπεριφορά της δεν αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο, συνεκτιμουμένου και του γεγονότος ότι δεν χρησιμοποίησε δόλια μέσα και μεθοδεύσεις με σκοπό να αποσπάσει πελατεία από την ενάγουσα και να την εισφέρει στο νέο διανομέα, αλλά έκρινε απλώς επιχειρηματικά ασύμφορη την εξακολούθηση της επίδικης συνεργασίας της με την ενάγουσα, καταγγέλλοντας τη μεταξύ τους σύμβαση και αναθέτοντας τη διανομή των παγωτών της σε άλλο διανομέα, με σκοπό να διατηρήσει τη θέση της στην τοπική αγορά και να αποφύγει τη διακοπή της ικανοποίησης της ζήτησης παγωτών στην εν λόγω περιοχή.
Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη εκδήλωσε μια συμπεριφορά, η οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι δυσανάλογη με την προηγηθείσα συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία και οδήγησε στην επίδικη καταγγελία. Με βάση τα προαναφερθέντα αποδείχθηκε ότι η διακοπή της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων ουδόλως οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια ενέργεια της εναγομένης, καθώς και ότι αυτή προέβη σε όλες τις παραπάνω ενέργειες δικαιολογημένα, νόμιμα και σύμφωνα με τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη και, συνεπώς, η εναγομένη δεν οφείλει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση στην ενάγουσα, όσον αφορά δε τις δαπάνες που πραγματοποίησε η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε για την οργάνωση της επιχείρησης της (αγορά συναγερμού, υποστέγου ψυγείων, γεννήτριας συστήματος HACCP, μηχανογραφικού συστήματος λογιστηρίου), δεν αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω δαπάνες πραγματοποιήθηκαν μετά από υπόδειξη ή προτροπές της εναγομένης, αφού μάλιστα, όπως προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, υπάρχει πληθώρα διανομέων με τους οποίους αυτή συνεργάζεται χωρίς να έχουν εγκαταστήσει στις επιχειρήσεις τους σύστημα HACCP, ενώ σε κάθε περίπτωση, όπως κατ' επανάληψη αναφέρθηκε, η ενάγουσα αποτελεί ανεξάρτητη επιχείρηση και οι επενδύσεις που πραγματοποιεί αφορούν την ανεξάρτητη επιχειρηματική της δραστηριότητα.
Επομένως οι σχετικές δαπάνες αποτελούν οργανωτικές και λειτουργικές δαπάνες της επιχείρησης της ενάγουσας για τη δημιουργία υλικοτεχνικής υποδομής κατάλληλης για την καλή λειτουργία και για τη διανομή και μεταπώληση των προϊόντων της εναγομένης και εντάσσονται στις συμβατικές της υποχρεώσεις για την προσήκουσα εκτέλεση της επίδικης σύμβασης και για τη διανομή και μεταπώληση των προϊόντων της εναγομένης με κατάλληλο τρόπο, ενώ επιπλέον οι δαπάνες αυτές αντισταθμίζονται από τα κέρδη της ενάγουσας.
Επομένως οι εν λόγω δαπάνες δεν αποτελούν ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με συμπεριφορά της εναγομένης. Άλλωστε και μετά την λύση της επίδικης σύμβασης, ο εξοπλισμός αυτός παραμένει στην ενάγουσα, που έχει τη δυνατότητα να τον χρησιμοποιήσει στη νέα της επιχειρηματική δραστηριότητα.
Συνεπώς, και το αγωγικό κονδύλιο που αφορά τις αναπόσβεστες δαπάνες της ενάγουσας για επενδύσεις, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου ως αβασίμου του υποστηρίζοντος τα αντίθετα σχετικού λόγου της εφέσεως της ενάγουσας. Τέλος, ανεξαρτήτως του αν όντως η ενάγουσα έφερε νέους πελάτες στη εναγομένη ή προήγαγε συμβατικά τις υποθέσεις της με τους υπάρχοντες πελάτες και η εναγομένη διατηρεί ουσιαστικά οφέλη εξ αυτού (άρθρο 9 παρ. 1α του π.δ. 219/1991), η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας, κατά την παράγραφο 3α του άρθρου 9 του ως άνω π.δ/τος, εφόσον η εναγομένη, κατά τα αναλυτικά προαναφερθέντα, κατήγγειλε τη σύμβαση (για σπουδαίο λόγο), λόγω υπαιτιότητας της ενάγουσας, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο...".
V. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά τα υπό στοιχεία 1 α και 1 β σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι με το να δεχθεί ότι αρκεί για την επέλευση της έννομης συνέπειας της λύσης της ένδικης σύμβασης μόνη η υπογραφή του διευθυντή πωλήσεων κάτω από την εταιρική επωνυμία της εναγομένης επί του εγγράφου της καταγγελίας, ανεξαρτήτως αν έχει τη σχετική εξουσία από το ΔΣ ή από άλλο όργανο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 70, 167, 232, 233, 238, 8 παρ. 8 ΠΔ 219/1991, διότι θα έπρεπε να δεχθεί ότι η σχετική εξουσία ανήκε στο ΔΣ της εναγομένης ή σε φυσικό πρόσωπο, στο οποίο το όργανο αυτό παρέσχε, κατά το καταστατικό του τη σχετική εξουσία (1 α σκέλος). Και, ακόμη, ότι η αναιρεσιβαλλομένη διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν αναφέρει αν ο διευθυντής πωλήσεων της εναγομένης Ε. Π. είχε εξουσία από το ΔΣ αυτής να καταγγέλλει συμβάσεις αποκλειστικής διανομής (1 β σκέλος).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2, 22 του ν. 2190/1920, 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ η οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας από το διοικητικό της συμβούλιο ή η υποκατάσταση στις εξουσίες του τελευταίου τρίτου προσώπου, όταν την επιτρέπει το καταστατικό, είναι σχέσεις διαφορετικές από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπουν τα άρθρα 216 επ. και 713 επ. ΑΚ. Πράγματι, τόσο ο πληρεξούσιος όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα διοικήσεως, τα οποία εκφράζουν την βούληση της ανώνυμης εταιρίας, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποι πράξεις που αποφασίσθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή τα υποκατάστατά του όργανα και των οποίων (πράξεων) μόνο η εκτέλεση ανατίθεται σ' αυτούς. Η σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή των εν λόγω οργάνων είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να διατυπώνεται και πανηγυρικά. Περαιτέρω κάθε υπάλληλος της ανώνυμης εταιρίας, όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρίας, (ΑΠ 1187/2000).
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, επί του παραπάνω κρισίμου ζητήματος δέχθηκε τα εξής: "...η εν λόγω από 10-2-2011 καταγγελία υπογράφεται από τον διευθυντή πωλήσεων της εναγομένης Ε. Π., ο οποίος έχει θέσει την υπογραφή του στην εξώδικη δήλωση της ίδιας της εναγομένης κάτω από την επωνυμία και τη σφραγίδα αυτής.
Συνεπώς είναι προφανές ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ως άνω διευθυντής πωλήσεων δεν ενεργούσε για τον εαυτό του ατομικά, αλλά ως αντιπρόσωπος και εντολοδόχος της εναγομένης, εκφράζοντας έγκυρα τη δικαιοπρακτική βούληση αυτής ως νομικού προσώπου....". Επομένως, ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος κατ' αμφότερα τα ανωτέρω σκέλη του, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις, ως άνω φερόμενες, από την αναιρεσείουσα, ως παραβιασθείσες διατάξεις, αλλά, έστω και αν δεν τις μνημονεύει, ρητώς, αυτές των άρθρων του 216 επ.
και 713 επ. του ΑΚ, περί εντολής και αντιπροσώπευσης, αντίστοιχα, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, ενόψει της αναιρετικά ανέλεγκτης παραδοχής του ότι ο προαναφερθείς διευθυντής πωλήσεων της αναιρεσίβλητης κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση, ως αντιπρόσωπος και εντολοδόχος της. Περαιτέρω, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, κατά τα υπό στοιχεία 2 α και 2 β σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 167 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361 ΑΚ 8 παρ. 8 και 9 παρ. 3 α ΠΔ 219/1991, σχετικά με το γεγονός της περιέλευσης της ένδικης καταγγελίας στην αναιρεσίβλητη ως νομικό πρόσωπο, αφού δέχθηκε ότι: "...η από 10-2-2011 καταγγελία της σύμβασης επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, παρόλο ότι επιδόθηκε (στις 15-2-2011) στον Κ.
Μ. ατομικά, δεδομένου ότι αυτός ήταν ομόρρυθμος εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, με αποτέλεσμα η γνώση του για την ως άνω καταγγελία να μπορεί να καταλογιστεί στο νομικό πρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας....", αντί να δεχθεί ότι για να λυθεί η ένδικη σύμβαση θα έπρεπε η καταγγελία να απευθύνεται σ' αυτήν ως νομικό πρόσωπο και όχι στον Κ.
Μ., ατομικά (σκέλος 2 α). Ενώ, με την ίδια παραδοχή του παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες διατάξεις, αφού διέλαβε ελλιπή αιτιολογία, συνισταμένη στην έλλειψη αναφοράς ότι η ένδικη καταγγελία απευθύνθηκε σ' αυτήν ως νομικό πρόσωπο, διότι τότε μόνο θα μπορούσε να λυθεί η σύμβαση (σκέλος 2 β). Ο λόγος, όμως, αυτός, και κατά τα δύο ως άνω τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι: "....Ακολούθως και με σκοπό να καλυφθεί η ζήτηση παγωτού στην περιοχή ευθύνης της ενάγουσας, η εναγομένη ανέθεσε τη διανομή των παγωτών της σε νέο διανομέα, επιδίδοντας παράλληλα στο νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Κ.
Μ. την από 10-2-2011 εξώδικη καταγγελία (βλ. την 4069/15-2-2011 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμελητή Καλαμάτας Δ. Π.), με την οποία κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, για το λόγο ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της ενάγουσας που δημιουργήθηκε από τους προαναφερθέντες λόγους ανερχόταν στο ποσό των 191.538,17 ευρώ....".
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο [ΑΠ 435/2015, ΑΠ 640/2011, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 558/2008, ΑΠ 2104/2007].
Για το παραδεκτό δε του λόγου αυτού πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα νομίμως είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο και είχε επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθοριζομένου, συγχρόνως, του νόμιμου τρόπου προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο κατά την πρώτη συζήτηση και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο με λόγο έφεσης είτε νομίμως με τις προτάσεις στο εφετείο, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 2246/2009, 538, 259/2009, 1705/2008, 2013/2007, 2060/2007).
Με τον ίδιο (δεύτερο) αναιρετικό λόγος, κατά το υπό στοιχείο 2. γ, σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο ότι με την παράλειψή του να κηρύξει την ακυρότητα της επίδοσης της έγγραφης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης στον Κ. Μ., ατομικά και όχι ως νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, παραβίασε τα άρθρα 122 παρ. 1, 123 παρ. 1, 126 δ (ορθώς περ.
γ) του ΚΠολΔ. Ο λόγος, όμως, αυτός κρίνεται απορριπτέος, διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν η ακυρότητα αυτή προτάθηκε στο Εφετείο και μάλιστα με σημείωση του χρόνου και του τρόπου πρότασης ή επαναφοράς της σ' αυτό, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος, είναι και αλυσιτελής, διότι για να καταγγελθεί η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όπως η ένδικη και να επέλθουν, εντεύθεν, οι έννομες συνέπειές της, δεν απαιτείται να τηρηθεί έγγραφος τύπος, αλλά αρκεί η σχετική, άτυπη, έστω και προφορική, δήλωση του καταγγέλλοντος να περιέλθει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του (βλ.
σχετ. ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1909/2013, ΑΠ 734/2011). Ο ίδιος λόγος, περαιτέρω, κατά το υπό στοιχείο 5 β ββ σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, αιτιάται το Εφετείο ότι ενώ στην αγωγή εκτίθενται όλα τα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 3β ΠΔ 219/1991 και δη ότι η γενομένη από 10-02-2011 καταγγελία της ένδικης σύμβασης ήταν άκυρη και δεν έλυσε τη σύμβαση στις 15-02-2011, ότι η εναγομένη παραβίασε τη ρήτρα αποκλειστικότητας με την ανάθεση πριν τη λήξη της σύμβασης σε άλλο διανομέα και ότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε στις 17-02-2011 με εξώδικη δήλωση για συμμόρφωση στη ρήτρα αποκλειστικότητας και τελικά κατήγγειλε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο με υπαιτιότητα της εναγομένης, δεν δέχθηκε τα αγωγικά της αιτήματα, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, την αιτιάται στην πραγματικότητα ανεπίτρεπτα (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) για ζήτημα που αφορά την ουσία της υπόθεσης.
Ενώ, κατά τα υπ' αριθμ. 7 και 8 σκέλη του, με τα οποία επιχειρεί η αναιρεσείουσα να θεμελιώσει την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενη ασάφειες και αντιφατικές αιτιολογίες, κατά την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς τον τρόπο λύσης της ένδικης σύμβασης κρίνεται απορριπτέος, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ανάγονται στην αιτιολόγηση του όπως προαναφέρθηκε, σαφούς, αποδεικτικού του πορίσματος αυτής (άλλωστε ρητώς αναφέρεται στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ότι ανάγονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης) και συγκεκριμένα ότι, η σύμβαση λύθηκε με την από 10-02-2011 καταγγελία της εναγόμενης, για σπουδαίο λόγο συνιστάμενο στην ύπαρξη οφειλής ύψους 191.538,17 €, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, γενομένη μέσω του ως άνω διευθυντή πωλήσεων της αναιρεσίβλητης, η οποία κοινοποιήθηκε στον προαναφερθέντα νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας στις 15-02-2011.
Απορριπτέος ως αβάσιμος, επίσης, κρίνεται ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά τα υπό στοιχεία 5 α. και 5 β. αα, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλη του, με τα οποία η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως προταθέντα και επαναφερθέντα ενώπιόν του με σχετικό λόγο έφεσης, ισχυρισμό της περί ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας, πράγμα που αναγνώρισε και η αναιρεσίβλητη, με την επίδοση προς αυτή της, νέας, από 22-02-2011 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης και, συνακόλουθα, ότι αυτή, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς/αντένστασή της, λύθηκε με την από 23-02-2011 δική της καταγγελία, που επιδόθηκε στην ήδη αναιρεσίβλητη στις 24-02-2011.
Τούτο δε διότι, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν, ευθέως, με την παραδοχή ότι η λύση της ένδικης σύμβασης επήλθε στις 15-02-2011, με την από 10-02-2011 καταγγελία της αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 του ΠΔ 219/1991 παρ. 1.
περ. γ). "η χορήγηση της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα ......". Από την διάταξη αυτή και εκείνη του άρθρου 298 παρ.1 του Α.Κ. που ορίζει ότι "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.", συνάγεται ότι επί συμβάσεως αποκλειστικής εμπορικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται, όπως προαναφέρθηκε, αναλόγως οι διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας, αν αυτή (σύμβαση διανομής) είναι αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον αντισυμβαλλόμενο του διανομέως, χωρίς να τηρηθεί η προαναφερόμενη κατά περίπτωση νόμιμη προθεσμία και άνευ σπουδαίου λόγου, τότε ο διανομέας δικαιούται το διαφυγόν του κέρδος για τον μέχρι της λήξης της προθεσμίας αυτής χρόνο, όχι, όμως και τις πάγιες αναγκαίες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, κατά την κρίση του, για την εκτέλεση της σύμβασης διανομής, ως θετική ζημία, γιατί αυτές τις έλαβε υπόψη του προκειμένου να τις αποσβέσει για τον υπολογισμό της προμήθειας και του ύψους της και, εντεύθεν, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλογικά η Α.Κ 722 περί υποχρέωσης του εντολέα απόδοσης δαπανών στον εντολοδόχο και ακόμη γιατί οι δαπάνες αυτές δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου παράβαση της εκ του νόμου υποχρέωσής του τήρησης της ορισμένης αυτής νόμιμης προθεσμίας.
Δικαιούται, όμως, ο αποκλειστικός διανομέας, αποζημίωσης για τις αναπόσβεστες επενδύσεις (δαπάνες και έξοδα) που έγιναν κατόπιν υποδείξεως του προμηθευτή, για την καλόπιστη εκτέλεση της συμβάσεως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 361 και 288 Α.Κ. (ΑΠ 175/2010). Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε, όπως προκύπτει από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του, ότι: "...δεν αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω δαπάνες πραγματοποιήθηκαν μετά από υπόδειξη ή προτροπές της εναγομένης ....
δεν αποτελούν ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με συμπεριφορά της εναγομένης... και μετά την λύση της επίδικης σύμβασης, ο εξοπλισμός αυτός παραμένει στην ενάγουσα, που έχει τη δυνατότητα να τον χρησιμοποιήσει στη νέα της επιχειρηματική δραστηριότητα...", δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της ένδικης αναίρεσης, υπό στοιχείο 9 α, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. (Σημειώνεται, εδώ, ότι η ίδια η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί στην αγωγή της - σελ. 29 αυτής - ότι οι επενδύσεις έγιναν με προτροπή και υπόδειξη της ήδη αναιρεσίβλητης εναγομένης).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη, από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, 798/2010).
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 374/2012, 1535/1995, 567/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, από το επισκοπούμενο κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα με τη συνεκτίμηση όλων των επικληθέντων και προσκομισθέντων από την αναιρεσείουσα αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από "...όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.." μεταξύ των οποίων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα: 1) το υπ' αριθμ. 04-11-2010 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, αναφορικά με την εκπροσώπησή της από τον Πρόεδρο και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, 2) το από 24-01-2011 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, με το οποίο καθιερώνεται το σύστημα των δύο υπογραφών και ορίζονται τα πρόσωπα, που έχουν τέτοιο δικαίωμα, 3) η από 08-03-2011 δήλωσή της προς την εναγομένη, με την οποία αρνήθηκε την εγκυρότητα της ένδικης καταγγελίας της εναγομένης, για το λόγο ότι ο Ε.
Π. δεν είχε εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, 4) η από 23-02-2011 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη και το από 24-02-2011 αποδεικτικό παραλαβής - παράδοσης της εταιρείας courier ACS και, 5) η από 18-02-2011 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη με το από 18-02-2011 αποδεικτικό παράδοσης - παραλαβής της ACS. 5) αντίγραφο του από 24-02-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της εναγομένης με την εταιρεία "...
Ο.Ε.", από το οποίο προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν είχε υπαιτιότητα στην δημιουργία του επικαλεσθέντος από την αναιρεσίβλητη χρέους της και συνεπώς δεν συνέτρεχε ο επικληθείς σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασής τους, 6) αντίγραφο της από 20/2012 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Π. Δ. στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας, 7) αντίγραφο του από 3 Μαρτίου 2010 ενημερωτικού του Β.
Π. προς την ενάγουσα με συνημμένη μελέτη της επιθεωρήτριας Γ. Μ., από την οποία διαπιστώνεται η ανάγκη διενέργειας επενδύσεων, στις οποίες ήταν αυτή υποχρεωμένη και, 8) αντίγραφο του υπ' αριθμ. 9310/23-08-2013 εγγράφου της Περιφέρειας Πελοποννήσου, τα οποία σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο, παρά τη μη ειδική αναφορά αυτών (πλην της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, που ρητώς μνημονεύεται στην δεύτερη σελίδα του 17ου φύλλου της) και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.
Η άποψη δε της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της ένδικης αναίρεσης κατά τα υπό στοιχεία: 3 α, 3 β, 3 γ, 6 και 9 β σκέλη του, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Δηλαδή, για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270, ΑΠ 627/2003, 402/2004, 832/2009, 1627/2010).
Με το υπό στοιχείο 4. α σκέλος του ίδιου (δευτέρου) λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 10-02-2011 εξώδικης καταγγελίας της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, που μαζί με την παραγγελία της προς επίδοση έχει ως εξής: "ΕΝΩΠΙΟΝ ΠΑΝΤΟΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΞΩΔΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΜΕ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... 3.
ΠΡΟΣ Κ. Μ., κάτοικο .... Αναφερόμαστε σε προηγούμενες ειδοποιήσεις και οχλήσεις μας προς εσάς, με τις οποίες σας ζητήσαμε να προβείτε στην άμεση εξόφληση του χρεωστικού σας υπολοίπου έναντι της εταιρείας μας, το οποίο προέκυψε μετά από εκκαθάριση στο πλαίσιο της συνεργασίας μας δυνάμει της από 6.1.2008 σύμβασης αντιπροσωπείας - διανομής που έχει υπογραφεί μεταξύ μας (εφ' εξής "η Σύμβαση").
Όπως γνωρίζετε, το εν λόγω ληξιπρόθεσμο και απαιτητό υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό € 191.538.17, το έχετε δε ανεπιφύλακτα αναγνωρίσει, προσυπογράφοντας το οικείο έντυπο εκκαθάρισης. Σημειωτέον ότι το εν λόγω υπόλοιπο αφορά μόνο στη μεταξύ μας εμπορική δοσοληπτική σχέση (χρεώσεις - πληρωμές) και δεν περιλαμβάνει τυχόν περαιτέρω οφειλές σας που ενδέχεται να προκύψουν κατά τον έλεγχο του εις χείρας σας (ή υπ' ευθύνη σας) μηχανολογικού μας εξοπλισμού (ψυγείων κλπ) ή κατά τη φυσική από γραφή των κιβωτίων στον θάλαμο σας.
Δεδομένου ότι ως σήμερα αρνείσθε αδικαιολόγητα να εξοφλήσετε την παραπάνω ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή σας, με αποτέλεσμα αφ' ενός να υφιστάμεθα πρόδηλη ζημία λόγω της καθυστέρησης και αφ' ετέρου να έχει καταστεί εμφανές ότι δεν είσθε πλέον σε θέση να εκπληρώνετε τις συμβατικές σας υποχρεώσεις, μη δυνάμενος να εφοδιασθείτε με εμπόρευμα προς κάλυψη των αναγκών της περιοχής σας, διαμαρτυρόμασθε έντονα και με την παρούσα για την υπερημερία σας, σας δηλώνουμε, με τη ρητή επιφύλαξη κάθε δικαιώματος μας, ιδίως όσον αφορά επιπλέον οφειλές σας έναντι μας που δεν περιλαμβάνονται στην εκκαθάριση, ότι καταγγέλλουμε, με άμεσο αποτέλεσμα, την Σύμβαση και σας καλούμε να μας καταβάλετε, αμέσως και απροφασίστως, σε μετρητά, ποσό € 191.538,17 μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την λήψη της παρούσας, διαφορετικά επιφυλασσόμασθε να επιδιώξουμε την εξασφάλιση και είσπραξη κάθε απαίτησης μας εναντίον σας από τις παραπάνω αιτίες, καθώς και την ικανοποίηση κάθε αξίωσής μας προς αποκατάσταση οποιοσδήποτε περαιτέρω θετικής ή αποθετικής εντεύθεν ζημίας μας ή ηθικής μας βλάβης λόγω απομείωσης της εμπορικής μας φήμης και πελατείας, με κάθε νόμιμο μέσο.
Με τη ρητή επιφύλαξη κάθε δικαιώματος μας, αρμόδιος Δικαστικός Επιμελητής να επιδώσει νόμιμα την παρούσα προς όποιον αυτή απευθύνεται, προς γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, αντιγράφοντας την ολόκληρη στην Έκθεση Επίδοσής του. ... Φεβρουάριου 2011. Για την Εταιρεία". Κατά την αιτίαση που διαλαμβάνεται στον υπόψη αναιρετικό λόγο, ενώ από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι η από 10-02-2011 εξώδικη καταγγελία της ένδικης σύμβασης από την εναγομένη δεν απευθύνθηκε στην ενάγουσα ως αντισυμβαλλομένη της, αλλά αντίθετα ατομικά στον Κ.
Μ. και δεν μνημονεύεται στην παραγγελία ότι επιδίδεται σ' αυτόν με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της, το Εφετείο εσφαλμένα ανέγνωσε αυτό και δέχθηκε ότι περιέχει προδήλως διαφορετικό περιεχόμενο, από εκείνο του προαναφερθέντος εγγράφου, με αποτέλεσμα, στηρίζοντας αποκλειστικά σ' αυτό την κρίση του, να κρίνει ότι η εξώδικη καταγγελία περιήλθε σ' αυτήν, δια της ανωτέρω επιδόσεως αυτής στον προαναφερθέντα, ως νόμιμο εκπρόσωπό της και, ότι, έτσι, λύθηκε η μεταξύ τους ένδικη σύμβαση και, συνακόλουθα, να απορρίψει τη σχετική με την ακυρότητα της καταγγελίας αυτής αντένστασή της, που επανέφερε νομίμως με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της.
Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, σωστά ανέγνωσε το υπόψη έγγραφο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, αφού δέχθηκε ότι αυτό επιδόθηκε μεν στον Κ. Μ. ατομικά, αλλά από την εκτίμηση του περιεχομένου του, κατά την ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί, κατά τον αναιρετικό της λόγο, ορθό και συγκεκριμένα (συνήγαγε), ότι η γνώση του ανωτέρω, προς τον οποίον επιδόθηκε το έγγραφο αυτό, για την διαλαμβανομένη σ' αυτό καταγγελία της ένδικης σύμβασης, "..να μπορεί να καταλογιστεί στο νομικό πρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας..".
Επομένως, και ο λόγος αυτός της αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος.
VI. Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02/06/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 5584/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ