1647/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1647/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος ωστόσο αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην εφαρμογή των παραπάνω δικονομικού δικαίου κανόνων, η ρύθμιση δε του θέματος των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ` άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 1647 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1647/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "... Έργων" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σταύρο Μανούσο και Γεώργιο Παπαδημητρίου, που κατέθεσαν προτάσεις.
Κοινοποιούμενης της αίτησης στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2006 μη οριστική, 268/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6383/2008 μη οριστική και 1193/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1905/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε 1911/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/7/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 5.7.2016 αίτηση για αναίρεση της 1911/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για αμοιβές από την παροχή εργασίας, ασκήθηκε από την ηττηθείσα εν μέρει εναγομένη και στρέφεται κατ’ αποφάσεως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου , της οποίας δεν προκύπτει , ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση ( άρθρα 552,553 παρ. 1, 556παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Επομένως , πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ)
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β` του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του διαδίκου, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Πράγμα, υπό την έννοια αυτή αποτελεί και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη.
Εξάλλου , κατά το άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κατά δε το άρθρο 581 του ίδιου Κώδικα.
στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί εν μέρει , δηλαδή ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, εκτός αν πρόκειται για κεφάλαια που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής , ακόμη δε και του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν την ίδια της έκτασης της αναίρεσης ως ολικής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης, που έγινε δεκτός και, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού, η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται ξανά ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν και ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 479/2009, 1577/2000).
Στην προκείμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της ένδικης αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη 1911/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών , υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η προγενέστερη 1193/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου εν μέρει μόνο αναιρέθηκε με την 1905/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου , παρά τον νόμο παρέλειψε να εξετάσει όλους τους λόγους της από 14.2.2008 εφέσεώς της , επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω αναιρεθείσα απόφαση, ειδικά δε τον έκτο λόγο της εφέσεως αυτής εσφαλμένα παρέλειψε να εξετάσει καθόλη την έκτασή του, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα πιο κάτω.
Από την επισκόπηση ωστόσο των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και τώρα αναιρεσίβλητη τεχνική εταιρεία με την από 3-5-2006 αγωγή της , την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι στις 11-3-2002 η εναγομένη ανέθεσε σ’ αυτήν εγγράφως να συντάξει , με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, μελέτη για την έκδοση της οικοδομικής άδειας που θα αφορά την αλλαγή της χρήσης υφιστάμενου βιομηχανικού κτηρίου, ιδιοκτησίας της εναγομένης, και στη συνέχεια να αναπτύξει και εκπονήσει μελέτη του κτηριολογικού προγράμματος του ακινήτου, σύμφωνα με τη σκοπούμενη χρήση του, ενώ τον Ιούνιο του ίδιου έτους η εναγομένη της ανέθεσε επιπλέον την εντολή εκπόνησης, σε στάδιο προμελέτης, της αρχιτεκτονικής μελέτης του κτηρίου για την εφαρμογή του κτηριολογικού προγράμματος και των τροποποιήσεων αυτής καθώς και την εντολή εκπόνησης, επίσης σε στάδιο προμελέτης, της μελέτης παθητικής πυροπροστασίας - του κτηρίου και των τροποποιήσεων αυτής.
Ότι η αμοιβή της για την εκτέλεση της παραπάνω πρώτης εντολής ορίστηκε συμβατικά στο ποσό των 279.000 ευρώ. Ότι αυτή εκπόνησε όλες τις μελέτες που της ανατέθηκαν και η εναγομένη της κατέβαλε τη συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή των 279.000 ευρώ, που υπολειπόταν όμως της νόμιμης ελάχιστης τοιαύτης ,η οποία προβλέπεται από το ΠΔ 696/1974,σύμφωνα με τον παρατιθέμενο αναλυτικά στην αγωγή σχετικό προϋπολογισμό του έργου ,και ανέρχεται για όλες τις πιο πάνω μελέτες στο συνολικό ποσό των 4.920.869,47 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη τραπεζική εταιρεία οφείλει να καταβάλει για λογαριασμό της στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, του οποίου αυτή είναι μέλος, την προαναφερθείσα αμοιβή των 4.920.869,47 ευρώ, και επιπλέον να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει και τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) που αναλογεί στο σύνολο της παραπάνω αμοιβής, όπως αναλύεται αυτή κατά κεφάλαια.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν οι 254/2006 και 268/2007, παρεμπίπτουσα και οριστική αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την δεύτερη από τις οποίες η αγωγή έγινε δεκτή. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, η εναγομένη άσκησε την από 14-2-2008 έφεσή της και με αυτοτελές δικόγραφο τον από 24-4-2008 πρόσθετο λόγο εφέσεως, ζητώντας την εξαφάνισή της και περαιτέρω την απόρριψη της αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης που είχε ασκήσει υπέρ της ενάγουσας το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος.
Επί της ως άνω εφέσεως και του προσθέτου λόγου εκδόθηκαν οι 6383/2008 και 1193/2012 ,παρεμπίπτουσα και οριστική αντίστοιχα ,αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Με την δεύτερη από τις αποφάσεις αυτές, εξαφανίστηκε η ως άνω οριστική απόφαση και , αφού συνεκδικάστηκαν η αγωγή με την πρόσθετη παρέμβαση του ΤΕΕ, έγιναν αυτές εν μέρει δεκτές και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στο ΤΕΕ για λογαριασμό της ενάγουσας για όλες τις επίδικες μελέτες το ποσό των 4.006.778,7 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από 3-6-2004 καθώς και τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας επί του ως άνω κεφαλαίου της αμοιβής κατά την έκδοση του σχετικού φορολογικού παραστατικού.
Ειδικότερα ,με την ανωτέρω 1193/2012 οριστική απόφαση αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στο ΤΕΕ για λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των 1.242.949,35 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η υπόλοιπη, μετά την καταβολή του ποσού των 279.000 ευρώ, οφειλόμενη από την εναγομένη κατώτατη νόμιμη αμοιβή της ενάγουσας για την εκπόνηση της μελέτης έκδοσης της οικοδομικής άδειας, καθώς και το ποσό των 2.763.829,40 ευρώ ως οφειλόμενη κατώτατη νόμιμη αμοιβή της ενάγουσας για την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών προμελετών και των προμελετών παθητικής πυροπροστασίας και τις τροποποιήσεις τους.
Κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η μεν εναγομένη την από 9-7-2012 αίτηση αναίρεσης και το από 27-8-2012 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, η δε ενάγουσα την από 4-9-2012 αίτηση αναίρεσης, εκδόθηκαν δε επί αυτών οι 1904/2014 και 1905/2014 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου. Με την πρώτη από τις αποφάσεις αυτές απορρίφθηκε η ως άνω από 4-9-2012 αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας τεχνικής εταιρείας, ενώ με την δεύτερη αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση κατά παραδοχή σχετικού ( έκτου ) λόγου της αιτήσεως της εναγομένης.
Πιο συγκεκριμένα , με την ως άνω 1905/2014 απόφαση ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως της εναγομένης ( αντίστοιχοι κατά βάση με τους λόγους της εφέσεώς της ) και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως ,πλην του έκτου λόγου του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως ( αντίστοιχο του έκτου λόγου της εφέσεως ) , ο οποίος κρίθηκε βάσιμος και κατά παραδοχή του οποίου αναιρέθηκε η εν λόγω 1193/2012 απόφαση ως προς την αναιρεσίβλητη ( εναγομένη ) μόνο κατά το μέρος, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένσταση της εναγομένης από το άρθρο 281 ΑΚ .
Σημειώνεται ότι, όπως από την ανωτέρω 1905/2014 απόφαση συνάγεται και από υπόλοιπα κρίσιμα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης σαφώς προκύπτει { βλ. ιδίως σελ 1-2 των από 19.9.2006 των προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σελ.50 της από 14.2.2008 εφέσεώς της ( 6ος λόγος αυτής ) και σελ. 59 των από 15.9.2008 προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών } η ως άνω περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ένσταση δεν αφορά όλες τις αξιώσεις της ενάγουσας από την εκτέλεση των προαναφερόμενων επί μέρους εντολών που της ανέθεσε η εναγομένη αλλά μόνο την αξίωσή της για καταβολή του οφειλόμενου υπολοίπου της αμοιβής της ως μηχανικού για την εκτέλεση της πρώτης ( έγγραφης ) εντολής , δηλαδή της εντολής για την εκπόνηση της μελέτης , που αφορά την έκδοση της οικοδομικής άδειας .
Μετά απ’ αυτά , με την ανωτέρω 1905/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η υπόθεση - κατά το ως άνω μέρος που αναιρέθηκε η εν λόγω εφετειακή απόφαση- παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το τελευταίο, με την προσβαλλόμενη εδώ 1911/2016 απόφασή του , έκρινε ότι, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της περιγραφόμενης ανωτέρω διαδικαστικής εξέλιξης της υπόθεσης , θα εξεταστεί " η έφεση της εναγομένης μόνον κατά τον έκτο λόγο αυτής, που αφορά στις αιτιάσεις της κατά της εκκαλουμένης απόφασης, κατά το μέρος που απέρριψε σιωπηρά την ένσταση της περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής σε σχέση με το δικαίωμα της ενάγουσας για καταβολή της υπόλοιπης οφειλόμενης αμοιβής της ως μηχανικού για την εκπόνηση της μελέτης για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ενώ δεν θα ερευνηθούν εκ νέου οι λοιποί λόγοι της εφέσεως καθώς και ο ασκηθείς με αυτοτελές δικόγραφο από 24-4-2008 πρόσθετος λόγος αυτής.
Έτσι δεν θα ερευνηθούν εκ νέου οι λόγοι της έφεσης καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους η εναγομένη παραπονείται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως: α) για εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης σε ο,τι αφορά τον προϋπολογισμό του έργου (1ος λόγος), β) για εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης σε αφορά τον προϋπολογισμό του έργου (2ος λόγος), γ) για εσφαλμένη μη απόρριψη του κονδυλίου που αφορά την αμοιβή της μελέτης της οικοδομικής άδειας, αφενός λόγιο μη νόμιμης κατάρτισης του προϋπολογισμού του έργου και αφετέρου λόγοι μη σύνταξης της μελέτης σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Π.Δ. 696/74 (3ος λόγος), δ) για εσφαλμένη μη απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του κονδυλίου που αφορά την αμοιβή της μελέτης της οικοδομικής άδειας, διότι η αμοιβή αυτή στηρίχθηκε σε αυθαίρετο προϋπολογισμό του έργου ανερχόμενο στο ποσό των 42.726.969,45 ευρώ αντί του ποσού των 12.354307,43 ευρώ (4ος λόγος), ε) για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 83 παρ.3 του Π.Δ. 696/1974 για τον υπολογισμό των αμοιβών (5ος λόγος), στ) για εσφαλμένη μη απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του κονδυλίου, που αφορά στις αρχιτεκτονικές προμελέτες και προμελέτες παθητικής πυροπροστασίας και τις τροποποιήσεις τους, μη έγκυρης έγγραφης ανάθεσης του σχετικού έργου (7ος λόγος), ζ) για εσφαλμένη μη απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του ως άνω κονδυλίου λόγω μη παράδοσης των μελετών αυτών (80ς λόγος) και η) για εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης όσον αφορά το ίδιο ως άνω κονδύλιο, λόγω της μη αναφοράς των προσώπων με τα οποία συμφώνησε η ενάγουσα τεχνική εταιρεία την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών προμελετών και των προμελετών παθητικής πυροπροστασίας και των τροποποιήσεων τους (πρόσθετος λόγος έφεσης), αφού ως προς τα πιο πάνω ζητήματα οι σχετικές κρίσεις και διατάξεις της ως άνω μ’ αριθμό 1193/2012 αποφάσεως του Εφετείου αυτού έχουν καταστεί αμετάκλητες και επομένως ως προς τα ζητήματα αυτά υφίσταται ήδη δεδικασμένο, που καθιστά απαράδεκτη την εκ νέου έρευνα τους".
Ακολούθως, το Εφετείο ερεύνησε την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος και, αφού έκρινε ότι είναι βάσιμη η προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο ( εκείνο δηλαδή που αφορά την αμοιβή της ενάγουσας για την εκπόνηση της μελέτης για έκδοση της οικοδομικής αδείας) και απέρριψε κατά το κεφάλαιο αυτό την αγωγή .Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παρέλειψε - παρά τον νόμο - να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τους επικαλούμενους από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα λόγους εφέσεως και πρόσθετο λόγο εφέσεως, αφού, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, με την προαναφερόμενη 1905/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η 1193/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε όχι εξολοκλήρου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά μόνο κατά το περιγραφόμενο ανωτέρω μέρος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προϋποθέτει εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 179 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 176 και 178 ΚΠολΔ, διότι, η προσβαλλομένη της επέβαλε ένα μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, ενώ, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών έπρεπε να επιβάλει σε βάρος της τελευταίας το σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Ο λόγος ωστόσο αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην εφαρμογή των παραπάνω δικονομικού δικαίου κανόνων, η ρύθμιση δε του θέματος των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ` άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).Σημειώνεται ότι, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως , είναι άνευ αντικειμένου και δεν ερευνάται η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση ,που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε με αυτήν στην αναιρεσίβλητη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 5.7.2016 αίτηση της …Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 1911/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ,την οποία ορίζει στα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ