1647/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 136 - Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ι. Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1647/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά εις διατάξεις των άρθρων 505 § 2 και 473 § 3 Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με τις των άρθρων 504, 506 του Κωδικός, σαφώς προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση πάσης αποφάσεως, οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, ήτοι και της αθωωτικής αποφάσεως, δι’ οιονδήποτε, εκ των εις το άρθρο 510 § 1 Κ.Ποιν.Δ, λόγων, συνεπώς και δι’ έλλειψη αιτιολογίας (στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1647 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1647/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 136 - Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ι. Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 26350/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενους τους: 1) Π. - Θ. Π. του Μ., 2) Α. Α. του Γ., κάτοικοι ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ρουμελιώτη, 3) Α. Α. του Μ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, και 4)Δ. Μ. του Π., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Μίχα.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Π. του Μ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δαφνομήλη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 7/23 Φεβρουαρίου 2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 225/2016.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά εις διατάξεις των άρθρων 505 § 2 και 473 § 3 Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με τις των άρθρων 504, 506 του Κωδικός, σαφώς προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση πάσης αποφάσεως, οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, ήτοι και της αθωωτικής αποφάσεως, δι’ οιονδήποτε, εκ των εις το άρθρο 510 § 1 Κ.Ποιν.Δ, λόγων, συνεπώς και δι’ έλλειψη αιτιολογίας (στοιχ.
Δ’ ), ειδικής που επιβάλλει το Σύνταγμα, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογεγραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Ειδικά, προκειμένου περί αθωωτικής αποφάσεως, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητος, αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή του κατηγορουμένου και όχι η αθωότης αυτού, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνο εάν αποδειχθεί η ενοχή του, και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότης του, τεκμηρίου που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974),τοιαύτη δε έλλειψη αιτιολογίας, ιδρύουσα τον άνω λόγον αναιρέσεως υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικό περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν την συνδρομή όλων ή τινών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος που του αποδίδεται, είτε όταν δεν αιτιολογείται καθόλου ή με πληρότητα και σαφήνεια, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν επείσθη για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του, χωρίς να απαιτείται όμως να παρατίθενται περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο επείσθη για την αθωότητα του κατηγορουμένου.
Γενικώς, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοιν Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα, κατ’ άρθρα 177 παρ.1, 178 ΚΠοινΔ και όχι μόνο μερικό από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα ,δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δε εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [Ολ.ΑΠ. 1/2005] Στη προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών [που δίκασε κατ’ έφεση], όπως προκύπτει από την με αριθμό 26350/2015 απόφαση του, με συνδυασμό σκεπτικού και δια τακτικού της που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ’ είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Π.
Π. - Θ. τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις που εν προκειμένω του αποδίδονται. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι στην Αθήνα στις 12-8-2011, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στη Γερμανία στις 4-10-2011, ενώπιον του Γερμανικού Δικαστηρίου Κληρονομιών και στην Αθήνα στις 8-8-2013, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τέλεσε την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού κατ’ εξακολούθηση, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας.
Όσον αφορά, δε, στην από 5-11-20... γραφολογική γνωμοδότηση του Ειδικού Δικαστικού Γραφολόγου Χ. Μ., που αναφέρει ότι η από 23-4-2008 ιδιόχειρη διαθήκη δεν συνετάγη, εχρονολογήθη και υπεγράφη από το χέρι του διαθέτη, δεν επαρκεί για να αχθεί το Δικαστήριο στη δικανική πεποίθηση περί τελέσεως της ανωτέρω αξιόποινης πράξης από τον πρώτο κατηγορούμενο, δεδομένου ότι οι πραγματογνωμοσύνες, που έχουν εκπονηθεί ύστερα από αίτηση διαδίκου, εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο και πάντα σε συνδυασμό με το υπόλοιπο υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό.
Άλλωστε, η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη αναφέρει: "η διαθήκη συνετάγη από το χέρι άλλου (αγνώστου) προσώπου", χωρίς, όμως, να κατονομάζει τον πρώτο κατηγορούμενο. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος στις 3-3-2010 στην Αθήνα τέλεσε την αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και στη Γερμανία στις 31-7-2009 στο Μανχάιμ και στις 25-3-2010 στο Μανχάιμ στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μανχάιμ και στις 17-9-2009 στο Μανχάιμ και στις 6-4-2010 στο Μανχάιμ τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδούς αναφοράς στην αρχή κατ’ εξακολούθηση, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας.
Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος στο Ν.Ψυχικό στις 3-3-2010 και στην Αθήνα στις 16-3-2010 τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της ψευδούς αναφοράς στην αρχή και της ψευδούς υπεύθυνης δηλώσεως κατά συρροή και της ψευδορκίας μάρτυρα αντιστοίχως. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και Τρίτη των κατηγορουμένων στο Νέο Ψυχικό στις 3-3-2010, τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις της δήλωσης ψευδών γεγονότων με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση (παρ.αρθρ.22 παρ.6α Ν.1599/1961) και της παροχής άμεσης συνδρομής στην πράξη της υφαρπαγής ψευδούς δηλώσεως, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας.
Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Μ. Δ. στις 16-3-2012 τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας. Πλήν όμως ένα μέλος της σύνθεσης και συγκεκριμένα ο Πλημμελειοδίκης Α. Α. είχε την άποψη ότι ο πρώτος κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πρώτης πράξης, ήτοι της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ’ εξακολούθηση:
Κατά την εδώ εκφραζόμενη άποψη ως προς την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ’ εξακολούθηση από τον πρώτο κατηγορούμενο αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 17/10/2010 απεβίωσε στη Γερμανία ο Α. Σ. του Π. θείος του πρώτου κατηγορουμένου Θ. - Π. Π.. Ο πρώτος κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 12/08/2011 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσκόμισε την από 23/04/2008 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη, του ως άνω αποβιώσαντος η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης .../12.08.2011 και επί της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η 16.03.2012, ενώ εν συνεχεία υπέβαλε νεότερα δικόγραφα και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/31.01.2012 και .../16.03.2012 ζητώντας την κήρυξη της ως άνω διαθήκης ως κυρίας.
Περαιτέρω στη Γερμανία στις 04/10/2011 υπέβαλε αίτηση στο Γερμανικό Δικαστήριο Κληρονομιών του Φίλισμπουργκ και ζήτησε να του χορηγηθεί κληρονομητήριο από το οποίο να πιστοποιείται ότι αυτός είναι ο μοναδικός κληρονόμος του Α. Σ. με βάση την από 23.04.2008 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία είναι πλαστογραφημένη, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε με την υποβολή της προαναφερόμενης αίτησης, με σκοπό τη χορήγηση κληρονομητηρίου.
Τέλος στην Αθήνα στις 08.08.2013 κατά την κατάθεση της με αριθ. .../08.08.2013 αναγνωριστικής αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα να αναγνωριστεί δικαστικά ότι η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια εξ’ ολοκλήρου γραφείσα και υπογραφείσα από τον διαθέτη, προσκόμισε την προαναφερθείσα από 23.04.2008 ιδιόγραφη διαθήκη του Α.
Σ.. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η ως άνω διαθήκη είναι πλαστογραφημένη, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Στην ως άνω κρίση, οδηγήθηκε ο μειοψηφών κυρίως από την από 05.11.2012 γραφολογική γνωμοδότηση του Ειδικού Δικαστικού Γραφολόγου Χ. Μ. η οποία στο πόρισμα της αναφέρει τα εξής: "Η από 23.04.2008 ιδιόχειρη διαθήκη στο σύνολό της δεν συνετάγη, δεν εχρονολογήθη, και δεν υπεγράφη, χωρίς καμία αμφιβολία, από το χέρι του Α.
Σ. του Π., αλλά από το χέρι άλλου (άγνωστου) προσώπου, δηλαδή είναι πλαστή". Ο κατηγορούμενος γνώριζε την πλαστότητα της ως άνω διαθήκης και τη χρησιμοποίησε κατά τους ως άνω αναφερόμενους τόπους και χρόνους προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του, ήτοι να αναγνωριστεί ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος θείου του Α.
Σ., και για το λόγο αυτό θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Κήρυξε τον α’ κατηγορούμενο αθώο κατά πλειοψηφία του ότι: Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Π. - Θ. με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα και ειδικότερα : 1) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους και τόπους με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο και συγκεκριμένα:
α) Στην Αθήνα στις 12-8-2011 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσκόμισε την από 23-4-2008 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία είναι πλαστογραφημένη, προς δημοσίευση αυτής, έλαβε αριθμό κατάθεσης .../12-8-2011 και επί της οποίας ορίστηκε δικάσιμος 16-3-2012, ενώ εν συνεχεία υπέβαλε και νεότερα δικόγραφα με αρ κατάθεσης …/31-1-2012 και .../16-3-2012, ζητώντας την κήρυξη της ως άνω διαθήκης ως κύριας, β) στην Γερμανία στις 4-10-2011 υπέβαλε αίτηση στο γερμανικό δικαστήριο Κληρονομιών του Φίλιπσμπουργκ και ζήτησε να του χορηγηθεί κληρονομητήριο πιστοποιούντος ότι αυτός είναι ο μοναδικός κληρονόμος του Α.
Σ. με βάση την από 23-4-2008 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία είναι πλαστογραφημένη, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε με την υποβολή της προαναφερόμενης αίτησης, με σκοπό την χορήγηση κληρονομητηρίου, γ) στην Αθήνα στις 8-8-2013 κατά την κατάθεση της με αριθ..../8-8-2013 αναγνωριστικής αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα να αναγνωριστεί δικαστικά η ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια ως εξολοκλήρου γραφείσα και υπογραφείσα από τον διαθέτη, προσκομίζοντας προς τούτο την από 23-4-2008 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία είναι πλαστογραφημένη, του Α.
Σ.. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατ/νους αθώους του ότι: 2) Την 3-3-2010 στην Αθήνα ο α’ κατ/νος πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, και συγκεκριμένα προσήλθε στον Δήμο ... (αρμόδιο τμήμα για έκδοση πιστοποιητικών εγγυτέρων συγγενών) και κατέθεσε αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών της Ά.
Π., σύζυγος Μ. το γένος Σ., όπου προσκόμισε και τις αναλυτικώς διαλαμβανόμενες στο υπό στοιχ. "Β1" του παρόντος ψευδείς υπεύθυνες δηλώσεις, προκειμένου να επιτύχει χορήγηση σ’ αυτόν πιστοποιητικού πλησιέστερων συγγενών, από το οποίο να προκύπτει ότι η Ά. Π. σύζυγος Μ. το γένος Σ. του Π. και Σ., όταν πέθανε στις 22-8-1993 άφησε πιο κοντινούς συγγενείς 1) τα νόμιμα τέκνα της Π.
ετών 60 έγγαμο και Ι. ετών 67 έγγαμο και 2) τον αδελφό της Α. Σ. ετών 94, χήρο, άτεκνο, κάτοικο Μανχαιμ/ Γερμανίας και ότι κατά το χρόνο του θανάτου αυτής δεν άφησε άλλους πιο κοντινούς συγγενείς, ούτε άλλα παιδιά νόμιμα, ούτε εξώγαμα, ούτε υιοθετημένα ή παιδιά πεθαμένων παιδιών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες αφού πέτυχε να αποκρύψει τον εγγύτερο συγγενή Α.
Τ.. 3) Στην Γερμανία, και δη στο Μανχάιμ, στις 6-4-2010 χρησιμοποίησε ψευδή βεβαίωση, η οποία εκδόθηκε κατόπιν εξαπάτησης και βεβαιώνει αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό και ειδικότερα ενώπιον του Μονομελούς Δικαστηρίου Μαινχάμ /Δικαστήριο Επιτροπείας, συμπληρωματικά προς το δικόγραφο της από 25-3-2010 με αίτημα την αντικατάσταση του δικαστικού συμπαραστάτη, κατέθεσε ως συνημμένο έγγραφο το με αριθ πρωτ .../ 3-3-2010 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, το οποίο βεβαίωνε ψευδές γεγονός ήτοι όσα στο υπό στοιχείο Α2 ειδικότερα αναφέρονται, 4) Στην Γερμανία και κατά τους κατωτέρω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, αναφερόμενος στο Δικαστήριο Επιτροπείας στο Μανχάιμ Γερμανίας εξέθεσε εν γνώσει του ψέματα.
Ειδικότερα, προκειμένου να μεταβληθεί το πρόσωπο του δικαστικού συμπαραστάτη δηλ με σκοπό να εκδιώξει την κ. Φ. και να διοριστεί ο ίδιος δικαστικός συμπαραστάτης του Αλεξάνδρου Σ., α) κατέθεσε στις 31-7-2009 με βάση το από 13-7-2009 πληρεξούσιο στο Μονομελές Δικαστήριο Μαινχάμ /Δικαστήριο Επιτροπείας αίτηση μεταβολής δικαστικού συμπαραστάτη και αναφερόμενος στον Δικαστή του προαναφερόμενου δικαστηρίου εξέθεσε εν γνώση του ψέματα, ήτοι ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενεργούσε και για λογαριασμό του Σ.
Α. δηλώνοντας την εκπροσώπηση του συμπαραστατούμενου υπό την "δικηγορική του ιδιότητα", ότι εγγύτεροι συγγενείς του Σ. ήταν ο Π. Π. και ο αδελφός του και ότι ο Σ. έχει πολύ στενή σχέση με τον πρώτο (Π. Π. - και αιτούντα εν προκειμένω) και ότι έχει πολύ κακή σχέση με την νυν δικαστική συμπαραστάτιδα και τον σύζυγο της, παρόλο που στην πραγματικότητα τέτοια εκπροσώπηση δεν είχε δωθεί κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ούτε και εξέφραζε την πραγματική βούληση του συμπαραστατούμενου Σ.
Α., δεν είχε κακή σχέση με την δικαστικαστική συμπαραστάτιδα και αποκρύπτοντας ότι υπάρχει και έτερος ανιψιός Α. Τ. του Κ., αν και γνώριζε την αλήθεια, β) στις 17-9-2009 με επιστολή του προς το δικαστήριο του Μανχάιμ ανέφερε ότι ο ανιψιός του Σ. είναι ελεύθερος επιχειρηματίας, έχει μία ευρύχωρη μονοκατοικία περίπου 300 τμ., η οικογένεια του στην Ελλάδα είναι πρόθυμη και μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάρει τον Σ., γ) στις 25-3-2010 υπέβαλε δικόγραφο προς το Μονομελές Δικαστήριο του Μανχάιμ, με το οποίο δηλώνει ότι δεν συμμερίζεται την εκτίμηση του Ειδικού Επιτρόπου και ότι η τελευταία δεν αντιστοιχεί στα πραγματικά γεγονότα, στο οποίο επισυνάπτει αντίγραφο της από 11-3-2010 επιστολής δικηγόρου Αθηνών Μ.
με την σημείωση επισυνάπτεται αντίγραφο της επιστολής της δικηγόρου Μ. από 11-3-2010, αναφερόμεθα πλήρως στο περιεχόμενο της, ως εκ τούτου παρακαλούμε να κάνετε δεκτό το υποβληθέν αίτημα (ενν. αντικατάσταση του δικαστικού συμπαραστάτη), ενώ στην από 11-3-2010 επιστολή αναφέρεται ότι ο κ. Σ. θα ζούσε μαζί με τον ανιψιό και τη σύζυγο του σε ένα σπίτι 230 τμ, εκεί υπάρχει ήδη διαθέσιμο ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο με συνεχόμενο μπάνιο, το σπίτι διαθέτει μεγάλο κήπο και επομένως είναι δυνατή η παραμονή του έξω από κλειστούς χώρους χωρίς μεγάλη δαπάνη, δ) στις 6-4-2010 συμπληρωματικά προς το δικόγραφο της από 25-3-2010 με αίτημα την αντικατάσταση του δικαστικού συμπαραστάτη κατέθεσε ως συνημμένα έγγραφα το με αριθ πρωτ .../ 3-3-2010 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, το οποίο βεβαίωνε ψευδές γεγονός ήτοι όσα στο υπό στοιχείο Α2 ειδικότερα αναφέρονται, και το φορολογικό έντυπο Ε-9 με χρόνο παραλαβής 4-2-2008.
Όλα τα ανωτέρω είναι ψευδή τόσο ως προς το είδος της κατοικίας στην Αθήνα, όσο και ως προ ςτην επιφάνεια αυτής επί της οδού ..., αφού πρόκειται για πολυόροφη οικοδομή με 3 ορόφους, εκ των οποίων ο πρώτος όροφος ανήκει στον κατηγορούμενο, ενώ ο δεύτερος και τρίτος στον Α. Τ. και Κ. Τ.. 5) Στο ... στις 3-3-2010 προκάλεσε με πρόθεση στον δεύτερο και τρίτη των κατηγορουμένων την απόφαση να εκτελέσουν τις παραπάνω υπό στοιχείο Β1 και Β2 πράξεις της ψευδούς αναφοράς στις αρχές και υποβολής ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης που αυτοί διέπραξαν και, συγκεκριμένα, με πειθώ και φορτικότητα τους έπεισε, αναφερόμενοι στον Δήμο ...
για έκδοση πιστοποιητικών εγγυτέρων συγγενών, να εκθέσουν ψευδή περιστατικά, ήτοι όσα στο υπό στοιχείο Β1 και Β2 ψευδή περιστατικά αναφέρονται, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών. 6) Στην Αθήνα στις 16-3-2012 προκάλεσε με πρόθεση στον τέταρτο κατηγορούμενο την απόφαση να εκτελέσει την παραπάνω υπό στοιχείο Α’ πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που αυτός διέπραξε και, συγκεκριμένα, με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισε να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τα παραπάνω υπό στοιχείο Γ ψευδή περιστατικά, τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας αυτών.
Β) Οι δεύτερος και τρίτη των κατηγορουμένων Α. Α. και Α. Α.: 1) Στο ... στις 3-3-2010 αναφερόμενοι στον Δήμο ... για έκδοση πιστοποιητικών εγγυτέρων συγγενών εξέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα. Ειδικότερα, προκειμένου να εκδοθεί πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, που αφορούσε στην αποβιώσασα Ά. Π., κατέθεσαν την 3-3-2010 από μία έγγραφη υπεύθυνη δήλωση τους ότι η Ά.
Π. σύζυγος Μ. το γένος Σ. του Π. και Σ., όταν πέθανε στις 22-8-1993 άφησε πιο κοντινούς συγγενείς 1) τα νόμιμα τέκνα της Π. ετών 60 έγγαμο και Ι. ετών 67 έγγαμο και 2) τον αδελφό της Α. Σ. ετών 94, χήρο, άτεκνο, κάτοικο Μανχαιμ/ Γερμανίας και ότι κατά το χρόνο του θανάτου αυτής δεν άφησε άλλους πιο κοντινούς συγγενείς, ούτε άλλα παιδιά νόμιμα, ούτε εξώγαμα, ούτε υιοθετημένα ή παιδιά πεθαμένων παιδιών γεγονός το οποίο όμως ήταν ψέμα, διότι γνώριζαν ότι η Ά.
Π. είχε και άλλον ένα εγγύτερο συγγενή και δη "παιδί πεθαμένου παιδιού", τον Α. Τ., κάτοικο ... και υιό της προαποβιωσάσης αδελφής του εγκαλούντος Α., με συνέπεια το αρμόδιο για έκδοση πιστοποιητικών εγγυτέρων συγγενών τμήμα του Δήμου ... να του χορηγήσει το με αριθ πρωτ .../ 3-3-2010 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών την ίδια ημέρα υποβολής σ’ αυτήν των ανωτέρων υπευθύνων δηλώσεων του Ν.1599/86. 2) Στο ...
στις 3-3-2010 εν γνώσει τους δήλωσαν ψευδή γεγονότα με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 και ειδικότερα υπέβαλαν ο κάθε ένας τους ξεχωριστά την 3-3-2010 στον Δήμο ... για έκδοση πιστοποιητικών εγγυτέρων συγγενών από μία υπεύθυνη δήλωση, στην οποία εν γνώσει τους δήλωσαν ψευδές γεγονός, ήτοι ότι η Ά.
Π. σύζυγος Μ. το γένος Σ. του Π. και Σ., όταν πέθανε στις 22-8-1993 άφησε πιο κοντινούς συγγενείς 1) τα νόμιμα τέκνα της Π. ετών 60 έγγαμο και Ι. ετών 67 έγγαμο και 2) τον αδελφό της Α. Σ. ετών 94, χήρο, άτεκνο, κάτοικο Μανχαιμ/ Γερμανίας και ότι κατά το χρόνο του θανάτου αυτής δεν άφησε άλλους πιο κοντινούς συγγενείς, ούτε άλλα παιδιά νόμιμα, ούτε εξώγαμα, ούτε υιοθετημένα ή παιδιά πεθαμένων παιδιών, παρότι γνώριζαν ότι η Ά.
Π. είχε και άλλον ένα εγγύτερο συγγενή και δη "παιδί πεθαμένου παιδιού", τον Α. Τ., κάτοικο ... και υιό της προαποβιωσάσης αδελφής του εγκαλούντος Α..
3) Στο ... στις 3-3-2010 με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της τέλεσης από αυτόν της άδικης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και συγκεκριμένα υπέβαλαν ο κάθε ένας τους ξεχωριστά την 3-3-2010 στον Δήμο ... για έκδοση πιστοποιητικών εγγυτέρων συγγενών από μία υπεύθυνη δήλωση, στην οποία εν γνώσει τους δήλωσαν ψευδές γεγονός, ήτοι ότι η Ά.
Π. σύζυγος Μ. το γένος Σ. του Π. και Σ., όταν πέθανε στις 22-8-1993 άφησε πιο κοντινούς συγγενείς 1) τα νόμιμα τέκνα της Π. ετών 60 έγγαμο και Ι. ετών 67 έγγαμο και 2) τον αδελφό της Α. Σ. ετών 94, χήρο, άτεκνο, κάτοικο Μανχαιμ/ Γερμανίας και ότι κατά το χρόνο του θανάτου αυτής δεν άφησε άλλους πιο κοντινούς συγγενείς, ούτε άλλα παιδιά νόμιμα, ούτε εξώγαμα, ούτε υιοθετημένα ή παιδιά πεθαμένων παιδιών, παρότι γνώριζαν ότι η Ά.
Π. είχε και άλλον ένα εγγύτερο συγγενή και δη "παιδί πεθαμένου παιδιού", τον Α. Τ., κάτοικο ... και υιό της προαποβιωσάσης αδελφής του εγκαλούντος Α., παρέχοντας έτσι συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της τέλεσης της άδικης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, ήτοι έκδοσης πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών από τον Δήμο ...
Γ) Ο τέταρτος κατηγορούμενος Μ. Δ.: Στην Αθήνα στις 16-3-2012 ενώ εξετάσθηκε ένορκα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της με αρ. Κατ. .../2012 αίτησης ενώπιον του Μον.
Πρωτ. Αθηνών (Εκούσια Δικαιοδοσία-Τμήμα Διαθηκών), που κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος με αίτημα να κηρυχθεί κυρία η από 23-4-2008 ιδιόγραφη διαθήκη του Α. Σ., κατέθεσε ως μάρτυρας απόδειξης μεταξύ άλλων και τα εξής: "...Δεν αναγνωρίζω στη διαθήκη τη γραφή, αλλά αναγνωρίζω την υπογραφή του διαθέτη...... Όλα δε αυτά ήταν εν γνώσει του ψευδή, δεδομένου ότι η αλήθεια είναι ότι η τεθείσα υπογραφή δεν ανήκε στον διαθέτη.
Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα και εκθέτει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικό που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τις σκέψεις που στηρίζουν την απαλλακτική του κρίση και ειδικότερα την κρίση του ότι, από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν αμφιβολίες ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση [συνεκτίμηση] των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους.
Η αιτίαση ότι το Δικαστήριο, σχετικά με την απαλλακτική του κρίση για την υπό του πρώτου κατηγορουμένου χρήση πλαστού εγγράφου, προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ενός μόνο εγγράφου [γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του Χ.Μ.] είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, διότι, όπως προεκτέθηκε, για την απαλλακτική κρίση του Δικαστηρίου λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και όχι μόνο η ως άνω γνωμοδότηση.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αθωωτικής αποφάσεως (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοιν. Δ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί κατ’ ουσίαν η αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Φεβρουαρίου 2016 αίτηση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 26350/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ