1647/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1647/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο, επικαλείται ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο δέχθηκε πως δεν του οφείλεται αμοιβή, γιατί ρητά παραιτήθηκε της αξιώσεως του αυτής για τις υπόλοιπες δικαστικές αποφάσεις, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Δικηγορικού Κώδικα, ότι συμφωνία κατά την οποία η αμοιβή του δικηγόρου είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια αμοιβών είναι άκυρη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1647 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1647/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. Σ., επίτιμου δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ν. Π. του Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Σταυρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5334/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3732/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-3-2012 αίτησή του και τους από 17-12-2013 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 16-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αιτήσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 3732/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε έφεση του εδώ αναιρεσείοντος κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 9-3-2003 αγωγή της αναιρεσίβλητης με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως από αδικοπραξία. Η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.
Απόρροια της αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που έλαβε ή όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, είναι ο καθιερούμενος από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ειδικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 12 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία υπάρχουν δυο βαθμοί δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά και εκείνες των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, που ισχύουν, αντίστοιχα, για τον πρώτο και δεύτερο βαθμό, καθιερώνοντας -έμμεσα- την αδυναμία προβολής πραγματικών ισχυρισμών (το πρώτον) ενώπιον του Αρείου Πάγου. Πρέπει; μάλιστα, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως να αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο προτάθηκε ο ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας και ο τρόπος επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολομ. ΑΠ 43/1990, ΑΠ 1777/2005, 1616/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται με τους πρώτοκαι δεύτερο λόγους της αιτήσεώς του, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ενώ με τον τρίτο λόγο στην από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ τοιαύτη. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο, επικαλείται, ότι το Εφετείο δέχθηκε πως το ελάχιστο όριο της αμοιβής του ανέρχεται σε ποσοστό 3% επί των ποσών που επιδικάσθηκαν ως κεφάλαιο με βάση τις αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, για τις οποίες δεν παραιτήθηκε αυτός από την αμοιβή του, ποσά τα οποία και έκρινε ότι νομίμως παρακράτησε από τα ποσά που εισέπραξε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 107 παρ. 1 του Δικηγορικού Κώδικα, οι ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων καθορίζονται επί του αντικειμένου της διαφοράς και όχι επί των επιδικαζομένων ως κεφαλαίων ποσών.
Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο, επικαλείται ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο δέχθηκε πως δεν του οφείλεται αμοιβή, γιατί ρητά παραιτήθηκε της αξιώσεως του αυτής για τις υπόλοιπες δικαστικές αποφάσεις, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Δικηγορικού Κώδικα, ότι συμφωνία κατά την οποία η αμοιβή του δικηγόρου είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια αμοιβών είναι άκυρη.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της τοκοδοσίας των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης δέχθηκε ότι με βάση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπήρξε όχληση τούτου στις 10-2-2003, παρά το ότι στην ενώπιον του δίκη δεν προσκομίσθηκε ούτε η εξώδικη δήλωση - όχληση αυτής ούτε η σχετική έκθεση επιδόσεως.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί της από 9-3-2003 αγωγής της αναιρεσίβλητης με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως από αδικοπραξία, που διέπραξε σε βάρος της ο αναιρεσείων, παρακρατώντας τα χρήματα που είχε εισπράξει για λογαριασμό της ως πληρεξούσιος δικηγόρος της για αγωγές αποζημιώσεως, που είχε ασκήσει αυτός κατά ασφαλιστικής εταιρείας με βάση τροχαίο ατύχημα που είχε υποστεί η ίδια, δέχθηκε ότι επί των επιδικασθέντων ως κεφαλαίων ποσών από τις υπ' αριθμ. 5066/1996 και 4851/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ποσού 3.959.721 δρχ.
και 824.000 δρχ., αντίστοιχα, είχε δικαίωμα να παρακρατήσει αυτός ποσό που αντιστοιχούσε στο ελάχιστο όριο της αμοιβής του κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, δηλαδή (118.792 + 24.720) 143.512 δρχ., ενώ περαιτέρω, ως προς τις λοιπές δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν για το ίδιο βιοτικό συμβάν, και συγκεκριμένα τις 3913/1995, 3402/1996, 10726/1997, 10850/1997, 412/1997 και 2181/1998 αποφάσεις διαφόρων δικαστηρίων, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος - αναιρεσείων παραιτήθηκε της αξιώσεως αμοιβής για τις υπηρεσίες του.
Τέλος, ως προς το ζήτημα της τοκοδοσίας για το οφειλόμενο ποσό των 29.013,77 ευρώ στην αναιρεσίβλητη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξε εξώδικη όχληση του εναγομένου (αναιρεσείοντος) στις 10-2-2003 και τον υποχρέωσε να καταβάλει το ποσόν τούτο με το νόμιμο τόκο από την ως άνω ημερομηνία. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του επανέλαβε τα αυτά ως προς τα ζητήματα της δικηγορικής αμοιβής του αναίρεσε ιόντος, ενώ ως προς το ζήτημα των τόκων δέχθηκε ότι ο εναγόμενος συνομολογεί με την έφεση του την κοινοποίηση σ' αυτόν στις 10-2-2003 της από 6-2-2003 εξώδικης δηλώσεως της ενάγουσας, ενώ προσκομίζει και την από 12-2-2003 εξώδικη απάντηση του σ' αυτήν και τη σχετική έκθεση επιδόσεως, και ότι ,εφόσον δεν υπήρχε στην έφεση του ειδικός λόγος ως προς το κεφάλαιο αυτό της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όρισε την έναρξη της τοκοδοσίας από την 10-2-2003.
Με τους λόγους της εφέσεως του ωστόσο ο αναιρεσείων δεν παραπονέθηκε ειδικά για τις ως άνω κρίσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις οποίες υιοθέτησε και το Εφετείο, και ειδικότερα ως προς το ότι το ποσοστό της αμοιβής του θα έπρεπε να υπολογισθεί επί του αντικειμένου της διαφοράς και όχι επί των επιδικασθέντων ως κεφαλαίων ποσών, ούτε ως προς το εγκυρότατης παραιτήσεώς του από τη δικηγορική αμοιβή του για τις λοιπές αποφάσεις, ζητώντας μόνο να υπολογισθεί η αμοιβή του σε ποσοστό 20% επί των επιδικασθέντων ποσών, ενώ ως προς την έναρξη της τοκοδοσίας δεν είχε ιδιαίτερο λόγο εφέσεως.
Κατόπιν τούτου και οι τρεις λόγοι της αιτήσεως τυγχάνουν απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, εφόσον οι σχετικές αιτιάσεις δεν προτάθηκαν με λόγους εφέσεως, και σε κάθε περίπτωση ως αόριστοι, εφόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο προτάθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί στο δικαστήριο της ουσίας.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 12, 17, 19 και 20 ΚΠολΔ, ιδρύονται, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως, αν το ουσιαστικό δικαστήριο: α) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, β) αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, γ) δεν διέλαβε νόμιμη βάση στην απόφαση του, και ιδίως αν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 1-5-1994 η ενάγουσα είχε τραυματισθεί σε αυτοκινητικό ατύχημα και είχε εγείρει σχετικές αγωγές κατά των: Χ. Δ., Χ. Δ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Μ." για την αποζημίωση της.
Στις διεξαχθείσες δίκες, ο εναγόμενος, ο οποίος γνώριζε την μητέρα της, την εκπροσώπησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της. Κατόπιν εκδόσεως δικαστικών αποφάσεων ο εναγόμενος εισέπραξε για λογαριασμό της τα ακόλουθα ποσά από την πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία:... Επομένως, ο εναγόμενος εισέπραξε συνολικά: α) 11.582.791 δρχ.
για κεφάλαιο, β) ποσό 7.305.574 δρχ. για τόκους και γ) 485.000 δρχ. για δικαστικά έξοδα, ήτοι 19.378.365 δρχ., από το οποίο ποσό παρακρατήθηκε ποσό ύψους 1.461.115 δρχ. για τοκόσημο και τελικά εισέπραξε για λογαριασμό της ενάγουσας 17.917.250 δρχ. Το εισπραχθέν ως άνω ποσό συνομολογεί ο εναγόμενος με την έφεση του. Από το ποσόν αυτό στις 17-2-1997 κατέβαλε στη μητέρα της ενάγουσας Θ.
Π., που ενεργούσε για λογαριασμό της, το ποσό των 4.940.000 δρχ. και στις 23-6-1998 το ποσό των 3.969.545 δρχ. ... δηλαδή συνολικά της κατέβαλε 8.909.545 δρχ. ... Στην απόδειξη καταβολής του ποσού των 3.969.545 δρχ. αναφέρεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά αξίωση αμοιβής ως προς τις υπ' αριθμ. 3913/1995, 3402/1996, 10726/1997, 10850/1997, 412/1997 και 2181/1998 αποφάσεις. ...
Το γεγονός αυτό συνομολογείται από τον εκκαλούντα και με το δικόγραφο της εφέσεως του. Άλλο χρηματικό ποσό δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλε στην ενάγουσα. Έτσι από το εισπραχθέν ποσό υπολείπεται αυτό των 9.007.705 δρχ. ... Απ' αυτό είχε δικαίωμα να παρακρατήσει ποσό που αντιστοιχούσε στο ελάχιστο όριο της αμοιβής του, ...
δηλαδή ποσοστό 3% επί των επιδικασθέντων ως κεφαλαίων ποσών από τις υπ' αριθμ. 5066/1996 και 4851/2001 αποφάσεις, από τις οποίες δεν υπάρχει παραίτηση από την αμοιβή του. Συγκεκριμένα, από την πρώτη απόφαση οφείλεται το ποσό των 118.792 δρχ. (3959.721 δρχ. Χ 3%), και από τη δεύτερη απόφαση το ποσό των 24.720 δρχ. (824.000 Χ 3%), δηλαδή το συνολικό ποσό των 143.512 δρχ. (421,16 ευρώ).
Έτσι απομένει υπόλοιπο 8.864.193 δρχ. (9007.705 -143.512) ή 26.013,77 ευρώ. Ο εκκαλών εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι με τη μητέρα της ενάγουσας Θ. Π., από το έτος 1994 είχε συνάψει σοβαρή σχέση, η οποία, από το έτος 1997 εξελίχθηκε σε φιλική και συνεχίσθηκε ως τέτοια μέχρι το έτος 2001, ότι της είχε δανείσει το ποσό των 15.000.000 δρχ., το οποίο δεν του το είχε εξοφλήσει, ότι με το από 19-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, που κατήρτισε με αυτή, τροποποιήθηκε προγενέστερο συμφωνητικό με ημερομηνία 24-8-1998 ως προς την οφειλή της προς αυτόν και ότι το ανωτέρω ποσό δεν το παρακράτησε παράνομα, διότι, για τη διεξαγωγή των δικών της ενάγουσας, η αμοιβή του είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό 20% επί του κεφαλαίου και των τόκων.
Επί των ισχυρισμών αυτών του εκκαλούντος πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα : Το από 19-11-1998, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε, ως προς έναν όρο, προγενέστερο ιδιωτικό συμφωνητικό (από 24-8-1998), καταρτίσθηκε, όπως και το προγενέστερο, μεταξύ του εναγομένου και της μητέρας της ενάγουσας Θ. Π. και αναφέρεται σ' αυτό ότι ο πρώτος θα λάβει από τη δεύτερη, ως τόκους, ποσό ίσο με εκείνο το οποίο ήθελε εισπράξει ως τόκους, οποτεδήποτε και παρ' οιουδήποτε η θυγατέρα της Ν.
Π., σχετικά με τον τραυματισμό της από αυτοκίνητο, που έλαβε χώρα την 1-5-1994 από τη Χ. Δ.. Επίσης, αναφέρεται ότι εάν η Θ. Π. δεν εξοφλήσει την εκ 15.000.000 δρχ. οφειλή της (κεφάλαιο) έως την 1-9-1999, τότε, από την επομένη (2-9-1999), θα οφείλονται νόμιμοι τόκοι υπερημερίας μέχρι πλήρους εξοφλήσεως της οφειλής της. Οι όροι αυτοί δεν δεσμεύουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την ενάγουσα, καθόσον ο εναγόμενος δεν συμβλήθηκε με αυτή, ούτε η τελευταία είχε δώσει στη μητέρα της εξουσιοδότηση προς σύναψη συμφωνίας, που να δεσμεύει και την ίδια.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα αναγραφόμενα στο υπ' αριθμ. …/22-11-2000 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της ενάγουσας προς τον εναγόμενο και την Π. Ν. Ι., δικηγόρους Αθηνών, ότι τους παρέχει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να διορίζουν και άλλους πληρεξουσίους δικηγόρους ή όχι, με τις ίδιες ή λιγότερες εντολές και ότι εγκρίνει όλες τις μέχρι τότε πράξεις των πληρεξουσίων της ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες.
Τούτο δε διότι, στα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά ο εναγόμενος συμβλήθηκε με τη μητέρα της ενάγουσας ατομικά και όχι με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου της. Εξ άλλου, δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τον εναγόμενο συμφωνία με την ενάγουσα, ότι η αμοιβή του θα ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί του κεφαλαίου και των τόκων που θα επιδικάζοντο σ' αυτή, αφενός μεν διότι δεν προέκυψε η σύνταξη σχετικού συμφωνητικού, αφετέρου δε οι καταθέσαντες περί αυτού μάρτυρες (στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και στις ένορκες βεβαιώσεις) δεν γνωρίζουν αυτό εξ ιδίας αντιλήψεως, αλλά απ' όσα ο ίδιος ο εναγόμενος τους ανέφερε.
Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το υπ' αριθμ. 3415/2006 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το οποίο, το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του προσφεύγοντος κατηγορουμένου ήδη εναγομένου για την πράξη της υπεξαιρέσεως σε βάρος της εγκαλούσας - ενάγουσας Ν. Π., διότι δεν αποτελεί δεδικασμένο για το παρόν Δικαστήριο.
Κατόπιν όλων αυτών, ο εναγόμενος όφειλε να αποδώσει στην ενάγουσα το ποσό των 8.864.193 δρχ. (26.013,77 ευρώ), το οποίο δεν της απέδωσε, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος της, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση της ... πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο.
Έτσι, η συνολική απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 29.013,77 ευρώ". Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με καθένα από τα επιμέρους κονδύλια που έκρινε ότι ο εναγόμενος - αναιρεσείων όφειλε στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της υπαγωγής των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 340, 346 ΑΚ που εφαρμόσθηκαν.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις: α) ότι, ενώ δέχθηκε ότι οι εκ μέρους του αναίρεσε ιόντος καταβολές των αντίστοιχων χρηματικών ποσών στις 17-2-1997 και 23-6-1998 στη μητέρα της αναιρεσίβλητης έγιναν κατ* εντολή και για λογαριασμό της, αντιφατικά προς την παραδοχή αυτή δέχθηκε στη συνέχεια ότι η μητέρα της, κατά την υπογραφή του από 19-11-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού για συμψηφισμό των τόκων του κεφαλαίου με τους τόκους που όφειλε αυτή στον ίδιο για τα ποσά που είχε λάβει για την κάλυψη των δαπανών θεραπείας της θυγατέρας της, δεν ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της τελευταίας, και β) ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι διέπραξε σε βάρος της αναιρεσίβλητης το αδίκημα της υπεξαιρέσεως, παρά το ότι με βούλευμα του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για την ως άνω αξιόποινη πράξη, τυγχάνουν αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, τυγχάνει αβάσιμος, γιατί ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό της αποφάσεως, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Εξάλλου, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του …/22-11-2000 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο, και ειδικότερα ενώ στο έγγραφο αυτό περιέχεται η δήλωση της αναιρεσίβλητης ότι εγκρίνει όλες τις μέχρι τότε πράξεις των πληρεξουσίων της δικηγόρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και ο αναιρεσείων, ως νόμιμες, έγκυρες και απρόσβλητες, το Εφετείο, κατά παραμόρφωση του εγγράφου αυτού, δέχθηκε ότι οι όροι του από 19-11-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της μητέρας της αναιρεσίβλητης για τη ρύθμιση των μεταξύ τους οφειλών, δεν δεσμεύουν την αναιρεσίβλητη, γιατί στο συμφωνητικό αυτό ο αναιρεσείων συμβλήθηκε με τη μητέρα της ατομικά και όχι με την ιδιότητα του πληρεξουσίου της δικηγόρου.
Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συμβολαιογραφικού αυτού εγγράφου, τον όρο μάλιστα του οποίου για την έγκριση των ενεργειών των πληρεξουσίων της δικηγόρων αυτούσιο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά εκτιμώντας αυτό σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτά στριχεία δέχθηκε ότι στο από 19-11-1998 συμφωνητικό ο αναιρεσείων συνεβλήθη με τη μητέρα της αναιρεσίβλητης ατομικά και όχι με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου της.
Κατά συνέπεια, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν και όχι μόνο στο έγγραφο αυτό, ούτε κυρίως σε αυτό, και κατόπιν τούτου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τέλος, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα του ως άνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου που του χορήγησε η αναιρεσίβλητη, με το να δεχθεί όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σε σχέση με το από 19-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, παραβλέποντας την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του εν λόγω πληρεξουσίου.
Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος, γιατί η αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων αφορά μόνο εκείνα τα περιστατικά που βεβαιώνει ο συντάκτης τους ότι έγιναν από αυτόν ή ενώπιόν του και μόνο διά προσβολής του εγγράφου ως πλαστού χωρεί ανταπόδειξη, ενώ ως προς τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των μερών που περιέχονται σ' αυτά επιτρέπεται ανταπόδειξη με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, και στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων," έκρινε ότι στο από 19-11-1998 συμφωνητικό ο αναιρεσείων συνεβλήθη με τη μητέρα της αναιρεσίβλητης ατομικά και όχι με την ιδιότητα του πληρεξουσίου της δικηγόρου και ότι κατόπιν τούτου δεν δεσμευόταν αυτή από το περιεχόμενο του, παρά την έγκριση που είχε παράσχει με το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για τις πράξεις και τις ενέργειες του.
Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2012 αίτηση και τους από 17-12-2013 πρόσθετους λόγους του Ι. Γ. Σ. για αναίρεση της 3732/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ