Legislator Case Law & Legislation
1647/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's withdrawal of insurance deposit, ruling it violated insurance law without needing ministerial approval.

Case Number 1647/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of an insurance company's claim against Alpha Bank. The court found that the bank's withdrawal of the insured deposit without immediate replacement constituted a direct violation of insurance law provisions, regardless of whether the banking regulator had been informed. Consequently, the court held that the lower court erred in requiring prior ministerial notification as a condition for establishing the bank's liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7 and 8 of Law 400/1970; The withdrawal of an insurance deposit without immediate replacement constitutes a direct violation of insurance law provisions, establishing liability independently of any prior or subsequent notification to the banking regulator.

Keywords

AI generated
insurance deposit withdrawal banking liability insurance law violation regulatory notification immediate replacement requirement court of appeal error insurance company claim

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, and 330 of the Civil Code
Articles 7 and 8 of Law 400/1970
Article 1 of Law 400/1970
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1647 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1647/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΞΠΡΕΣ ΑΕΓΑ", που τελεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, έχει έδρα το ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Επόπτη και Εκκαθαριστή της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά, ο οποίος ανακάλεσε την από 4/4/2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA BANK" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νίκο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της 21/1/2003 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5005/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 1493/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 662/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/8/2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από την από 22/3/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από τη Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι:1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την συμπεριφορά. Εξάλλου, το Ν.Δ. 400/1970 "Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως" ορίζει στην παράγραφο 3 του άρθρου 1, προστεθείσα με το άρθρο 2 του Π.Δ. 118/1985 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 76/580/ΕΟΚ κ.λπ.", ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου (συγχωνευθέντος ήδη στο Υπουργείο Ανάπτυξης, βλ.

Π.Δ. 27/1996), η οποία "έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση". Προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, ο νομοθέτης επιβάλλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σειρά ειδικών υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων και διάθεσης περιουσιακών στοιχείων προς κάλυψή τους.

Ειδικότερα ορίζονται: Στο άρθρο 7 παρ. 1: " Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να σχηματίζουν επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών... ". Στην παρ. 4: "Τα τεχνικά αποθέματα αντικρίζονται από ισοδύναμα ή εκφρασμένα στο ίδιο νόμισμα περιουσιακά στοιχεία... ".

Στην παρ. 6: "Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι τεχνικές βάσεις, η μέθοδος και ο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων κατά ζημιών και ασφαλίσεων ζωής". Στο άρθρο 8 παρ. 1: " Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Eλλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε.

Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση. Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων.

Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα του άρθρου 7 του παρόντος, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελαχίστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε του εδ. Α της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του παρόντος". Στην παρ. 3: "Την ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν μόνο τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία:

Α) Κατάθεση στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης σε τράπεζα της επιλογής της, μεταξύ αυτών που λειτουργούν στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος-μέλος της Ε. Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων ως εξής: α) Μετρητά σε δραχμές ή συνάλλαγμα", παρ. 4 εδ. α). "Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Εμπορίου τα περιουσιακά στοιχεία, που διαθέτει σε ασφαλιστική τοποθέτηση έναντι των οποίων δεν ισχύει το απόρρητο των καταθέσεων.

Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Ανάπτυξης κάθε μεταβολή των στοιχείων της ασφαλιστικής τοποθέτησης μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες. Για τα ακίνητα και ενυπόθηκα δάνεια η γνωστοποίηση πρέπει να γίνεται τρεις ημέρες πριν από τη μεταβολή.". Στην παρ. 5: "Για τον υπολογισμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, ισχύουν τα ακόλουθα:".

Στην παρ. 9: "Ειδικότερα για τα χρεόγραφα, τις προθεσμιακές καταθέσεις και τα μετρητά που φυλάσσονται ή είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες ισχύουν τα κάτωθι: α) Η ασφαλιστική επιχείρηση δηλώνει στο Υπουργείο Εμπορίου όλα τα στοιχεία των τραπεζών (χώρα εγκατάστασης, πλήρη νόμιμη ονομασία, διεύθυνση) οι οποίες θα αναλάβουν την διαχείριση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεών της.

Το Υπουργείο Εμπορίου δικαιούται να απαιτήσει και οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο της νόμιμης λειτουργίας των ή να διεξάγει έρευνες για την νόμιμη λειτουργία τους. β) Οι ανωτέρω τράπεζες υποχρεούνται να ενημερώνουν το Υπουργείο Εμπορίου για κάθε διάθεση (κατάθεση) και για κάθε μεταβολή η τροποποίηση των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων και να συνεργάζονται νια την εφαρμογή των διατάξεων περί εντοπισμού, δέσμευσης, κατάσχεσης και άρσης του απορρήτου των ανωτέρω ασφαλιστικών τοποθετήσεων".

Στην παρ. 10: "Η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση προς το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων που υποχρεούται να σχηματίσει η ασφαλιστική επιχείρηση. Η ασφαλιστική επιχείρηση συμπληρώνει μέσα σε 45 ημέρες την ασφαλιστική τοποθέτηση κατά το ποσό που μειώνεται είτε εξαιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης είτε εξαιτίας υποτίμησης περισσότερο από 25% της τρέχουσας τιμής των περιουσιακών στοιχείων των περιπτώσεων Α στοιχεία γ,δ,ε,στ,ζ,η, και θ και Γ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου σε σύγκριση με τη τιμή διάθεσής τους σε ασφαλιστική τοποθέτηση ή εφόσον η ως άνω μείωση υπερβαίνει το 15% του συνόλου της ασφαλιστικής τοποθέτησης.

Ως τιμή διάθεσης των ως άνω περιουσιακών στοιχείων θεωρείται για όσα αποκτήθηκαν μέσα στη χρήση η αξία κτήσης τους και για όσα αποκτήθηκαν σε προγενέστερες χρήσεις ο μέσος όρος της τιμής τους κατά τις τελευταίες 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των οικονομικών καταστάσεων ή της τιμής που προκύπτει από την εφαρμογή της περιπτ.

στ της παρ. 5 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης ή σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει εντός επτά ημερών ". Στην παρ.11α : "... Σε περίπτωση μείωσης της ασφαλιστικής τοποθέτησης εξαιτίας αναγκαστικής εκτέλεσης, απαλλοτρίωσης ή σύστασης εμπραγμάτου βάρους σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να τα συμπληρώσει με ομοειδή εντός δέκα ημερών".

Στην παρ.12 εδ. δ': "Η ασφαλιστική τοποθέτηση που διαμορφώνεται οριστικά μέχρι την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους μετά τον έλεγχο της εποπτεύουσας αρχής, διατηρείται υποχρεωτικά μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου της ασφαλιστικής τοποθέτησης του επόμενου χρόνου, εκτός και αν σύμφωνα με τις καταστάσεις σχηματισμού των τεχνικών αποθεμάτων και της ασφαλιστικής τοποθέτησης του επόμενου έτους η ασφαλιστική τοποθέτηση διαμορφώνεται σε μεγαλύτερο ύψος οπότε και η αύξησή της πρέπει να συντελείται κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφια β' και της παραγράφου αυτής".

Στο άρθρο 10 παρ. 2: "Κατάσχεση ασφαλιστικής τοποθέτησης στα χέρια της ασφαλιστικής επιχείρησης ή τρίτου επιτρέπεται μόνο υπέρ των δικαιούχων της προηγούμενης παρ. 1 με βάση τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Αντίγραφο του κατασχετηρίου επιδίδεται με ποινή ακυρότητας της κατάσχεσης στο Υπουργείο Εμπορίου".

Επίσης, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 400/1970, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παράγραφος 1 του Π.Δ.252/1996 "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις των Κοινοτικών ασφαλιστικών οδηγιών κ.λπ." (Α' 186/19.8.1996), επί παράβασης, εκ μέρους ασφαλιστικής επιχείρησης, των κατά τα άρθρα 7 και 8 του Ν.Δ. 400/1970 υποχρεώσεών της για σχηματισμό τεχνικών αποθεμάτων και διάθεση περιουσιακών στοιχείων σε ασφαλιστική τοποθέτηση "ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος ".

Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο νομοθέτης στα πλαίσια της κρατικής χρηματοοικονομικής εποπτείας που ασκείται επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων έχει θεσπίσει, για τον προαναφερθέντα σκοπό της προστασίας και εξασφάλισης των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση, μία σειρά ειδικών υποχρεώσεων για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων και διάθεσης ορισμένων περιουσιακών στοιχείων που θα καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα υπό τη μορφή ασφαλιστικής τοποθέτησης.

Η ανταποδοτικότητα της ασφάλισης επιβάλλει αυξημένη προστασία των ασφαλισμένων και των δικαιούχων ασφαλιστικής αποζημίωσης αλλά και του ανταποδοτικού χαρακτήρα της ασφάλισης. Για το λόγο αυτόν επιβάλλεται από το νόμο να υπάρχουν ανά πάσα στιγμή περιουσιακά στοιχεία, διατεθειμένα σε ασφαλιστική τοποθέτηση (βλ.

και άρθρο 18 παρ. 1, Α νϊ, Οδηγίας 92/96/ΕΟΚ, άρθρο 56 Οδηγίας 91/674). Η ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελεί περιουσία σκοπού, (στο βαθμό που αποβλέπει στη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση), και επιβάλλεται η διατήρησή της κατά πάντα χρόνο, από Οκτώβριο έως τον επόμενο Οκτώβριο κάθε έτους, οπότε επαναλαμβάνεται η αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων εκ των υποχρεωτικών κατηγοριών που προβλέπουν οι ως άνω διατάξεις, ώστε να εκπληρώνεται ο ασφαλιστικός σκοπός της διαρκούς και επαρκούς κάλυψης των συμφερόντων των ασφαλισμένων.

Εφόσον δε αυτά (περιουσιακά στοιχεία) είναι χρήματα ή δεκτικά κατάθεσης σε τράπεζα κινητά ορίζεται τράπεζα, η οποία "διαχειρίζεται" αυτά. Ως ελάχιστο περιεχόμενο δε της διαχείρισης αυτής κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του ΝΔ 400/1970 είναι και η τήρηση εκ μέρους της τράπεζας των διατάξεων του νόμου περί της υποχρεωτικής διατήρησης ασφαλιστικών τοποθετήσεων.

Συνεπώς, επί τραπεζικής κατάθεσης, που αποτελεί συγχρόνως και ασφαλιστική τοποθέτηση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρο 830 ΑΚ) με ελάχιστο περιεχόμενο όχι οριζόμενο από τα μέρη αλλά κατ' ελάχιστο καθοριζόμενο από τις διατάξεις του ΝΔ 400/1970 περί διατήρησης ελαχίστων τεχνικών αποθεμάτων, δηλαδή περί της κατά πάντα χρόνο ύπαρξης ασφαλιστικής τοποθέτησης, προκειμένου δε περί χρημάτων, περί της κατά πάντα χρόνο κατάθεσης ενός συγκεκριμένου ποσού σε "διαχειρίστρια" τράπεζα, ώστε να καλύπτονται τα τεχνικά αποθέματα.

Κατά την έννοια των ανωτέρω (με αναγκαστικό χαρακτήρα) διατάξεων ισχύει ο κανόνας της υποχρεωτικής ελάχιστης παρακαταθήκης χρηματικού ποσού σε τράπεζα και, ακολούθως, απαγορεύεται η εξάλειψη, καταστροφή, αλλοίωση της χρηματικής αυτής εξασφάλισης κάτω του ελαχίστου ορίου. Η συμπεριφορά αυτή από οποιονδήποτε εμπλεκόμενο (ασφαλιστική εταιρεία ή τράπεζα) συνιστά παράβαση του νόμου, διότι καταργεί την ίδια την εξασφάλιση, όταν η κατάργηση αυτή δεν συνοδεύεται από ταυτόχρονη αντικατάσταση της χρηματικής κατάθεσης με άλλη ισάξια παροχή ασφαλείας με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος.

Στα ανωτέρω συμπεράσματα, οδηγεί τόσον γραμματική διατύπωση όσο και η λογική των ανωτέρω διατάξεων και ενδεικτικά: α) Ο λεπτομερής στο νόμο τρόπος υπολογισμού των τεχνικών αποθεμάτων, β) η νομοθετική επιταγή ότι αυτά καλύπτονται με ίσης αξίας περιουσιακά στοιχεία "διατιθέμενα" σε ασφαλιστική τοποθέτηση, γ) η απαρίθμηση πλειόνων και περιοριστικώς αναφερομένων κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία και μόνο μπορεί να διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση, δ) ο λεπτομερής τρόπος υπολογισμού της αξίας των περιουσιακών αυτών στοιχείων, ώστε να "ισούνται" με το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων (του μαθηματικού δηλαδή εξαγομένου ελαχίστου ορίου αξίας ασφαλείας με βάση τις εργασίες της ασφαλιστικής επιχείρησης), ε) η θέση συγκεκριμένης καταληκτικής προθεσμίας (Οκτώβριος) περί σχηματισμού (διάθεσης) των ασφαλιστικών τοποθετήσεων και η επιταγή της απαρέγκλιτης τήρησής τους ως τέτοιων μέχρι τον επόμενο Οκτώβριο, στ) η πρόβλεψη ρητών προθεσμιών συμπλήρωσης των περιουσιακών στοιχείων εάν αυτά απομειωθούν ή χάσουν την αξία τους για κάποιο λόγο (μη οφειλόμενο στη βούληση της ασφαλιστικής επιχείρησης) και ζ) το ακατάσχετο αυτών των ασφαλιστικών τοποθετήσεων παρά μόνο υπέρ των δικαιούχων ασφαλίσματος (όχι οιουδήποτε άλλου δανειστή) και μόνο εάν αυτοί διαθέτουν τελεσίδικη απόφαση.

Το βασικό συμπέρασμα και εκ της τελευταίας αυτής επιταγής περί ακατασχέτου υπέρ των ασφαλισμένων είναι ότι κύρια επιδίωξη του νομοθέτη υπήρξε η προληπτική προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων έναντι των κινδύνων από την αφερεγγυότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης, αφερεγγυότητα η οποία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία κάλυψης των ζημιών τους.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη-ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία.....δραστηριοποιείται από το έτος 1981 στους κλάδους αστικής ευθύνης οχημάτων και λοιπών ζημιών, έχουσα λάβει σχετική άδεια λειτουργίας...Στις 20-11-1997 ανακλήθηκε με...απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης η άδεια λειτουργίας (και σύστασης) της παραπάνω ασφαλιστικής επιχείρησης, με το αιτιολογικό ότι η όλη οικονομική και διαχειριστική κατάστασή της έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και δικαιούχων ασφαλίσματος, τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη.

Ειδικότερα, καταλογίστηκε σ' αυτήν η παράβαση της υποχρέωσης για μη κάλυψη των τεχνικών αποθεμάτων χρήσης 1996, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του Ν.Δ./τος 400/1970, τα οποία παρουσίασαν έλλειμμα 81.000.000 δρχ. περίπου. Επιπλέον, με την....υπουργική απόφαση (Υπουργού Ανάπτυξης), διατάχθηκε η σφράγιση των γραφείων της παραπάνω εταιρίας, ενώ με....απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού, δεσμεύθηκε και τάχθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της.

Με την υπ' αριθμ.7/12-1-98 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης των παραπάνω τριών υπουργικών αποφάσεων μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα-εφεσίβλητη αίτησης ακύρωσης αυτών. Η παραπάνω αναστολή διήρκησε μέχρι τις 30-12-98, οπότε δημοσιεύθηκε η 4952/30-12-98 απόφαση του ΣτΕ με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα αίτηση ακύρωσης, με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση της διαταχθείσας ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και την είσοδο αυτής στο στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 4-1-1999, δηλαδή 4 ημέρες μετά τη δημοσίευση της παραπάνω 4952/1998 απόφασης του ΣτΕ, οι εκ των εκκαλούντων Α. Σ., Ι. Σ. και Χ. Κ., πρόεδρος, διευθύνουσα σύμβουλος και μέλος αντίστοιχα του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας-εφεσίβλητης ζήτησαν από την εκκαλούσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) τράπεζα (ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.) την ανάληψη (απόδοση) προθεσμιακής κατάθεσης, ποσού 118.173.126 δρχ.

και ήδη 346.803 ευρώ, η οποία είχε διατεθεί σ' αυτήν ως ασφαλιστική τοποθέτηση για την κάλυψη των τεχνικών της αποθεμάτων, την οποία και ανέλαβαν αυθημερόν, αποκρύψαντες αθεμίτως από την ως άνω τράπεζα την επελθούσα άρση της αναστολής και την συνεπεία αυτής ενεργοποίηση της διαταχθείσας με τις ως άνω Υπουργικές Αποφάσεις ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, τη δέσμευση όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτής και την είσοδό της στο στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η οποία καθιστούσε απαγορευτική την εκταμίευση της αναληφθείσας ως άνω ασφαλιστικής τοποθέτησης χωρίς την προηγουμένη άδεια του εποπτεύοντος υπουργείου Ανάπτυξης.

Με την ενέργειά τους αυτή τα παραπάνω μέλη του Δ.Σ. της εφεσίβλητης ασφαλιστικής επιχείρησης, τα οποία ουδέποτε μέχρι σήμερα έχουν επιστρέψει ή αντικαταστήσει με άλλα ισάξια περιουσιακά στοιχεία την αναληφθείσα ως άνω ασφαλιστική τοποθέτηση, παραβίασαν εν γνώσει τους τόσο τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του Ν.

Δ. 400/70 περί υπολογισμού και διατήρησης τεχνικών αποθεμάτων όσο και αυτή του άρθρου 12 α παρ. 10 του ίδιου Ν.Δ/τος, η οποία απαγορεύει την καθ' οιονδήποτε τρόπο απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων αυτής κατά το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε εισέλθει η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση μετά την άρση της αναστολής της (30-12-1998), με αποτέλεσμα τη μείωση της υποχρεωτικώς διατηρητέας περιουσίας αυτής κάτω του προβλεπομένου ελαχίστου ορίου για τεχνικά αποθέματα και την πρόκληση σ' αυτήν ισόποσης ζημίας, την οποία πρέπει να υποχρεωθούν να την αποκαταστήσουν τα παραπάνω μέλη...".

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την εναγομένη τράπεζα (και ήδη αναιρεσίβλητη), δέχθηκε στη μείζονα πρότασή της τ' ακόλουθα: "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 3, 6 παρ. 1, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 3, 4, 9, 10, 9 παρ. 1, 2 και 44 του Ν.Δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν με τα Π.Δ. 118/85 και 252/1996 προκύπτει ότι α) οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Ανάπτυξης, που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 400/70 και έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση, έχουν υποχρέωση, ευθύς από την έναρξη της λειτουργίας τους, να προβούν αφενός στο σχηματισμό επαρκών τεχνικών αποθεμάτων για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη -μέλη μέσω των υποκαταστημάτων τους και αφετέρου σε ασφαλιστική τοποθέτηση, συνισταμένη στη διάθεση στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε.

περιουσιακών στοιχείων, η αξία των οποίων πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με το ύψος των κατά τα άνω τεχνικών αποθεμάτων προς διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση, β) το είδος των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης, που μπορούν να τεθούν σε ασφαλιστική τοποθέτηση, ορίζεται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.Δ. 400/70 και είναι, κατά κύριο λόγο, τραπεζικές καταθέσεις (προθεσμιακές και μη), μετρητά, ακίνητα, ομόλογα και μετοχές σε προβλεπόμενες κατ' ανώτατο όριο, αναλογίες, γ) τα τιθέμενα σε ασφαλιστική τοποθέτηση ως άνω περιουσιακά στοιχεία έχει υποχρέωση η ασφαλιστική επιχείρηση να τα ανακοινώσει στο Υπουργείο Ανάπτυξης, στο οποίο επίσης υποχρεούται να γνωστοποιεί κάθε μεταβολή των στοιχείων αυτών της ασφαλιστικής τοποθέτησης, εντός 3 εργασίμων ημερών από τη μεταβολή, εκτός αν αυτή (μεταβολή) αφορά σε ακίνητα ή ενυπόθηκα δάνεια, οπότε η γνωστοποίηση πρέπει να γίνεται τρεις ημέρες πριν από τη μεταβολή.

Δηλαδή, κατ' αντίθεση με το προϊσχύσαν δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο η μεταβολή των στοιχείων της ασφαλιστικής τοποθέτησης ήταν δυνατή μόνον ύστερα από άδεια του (τότε) Υπουργού Εμπορίου, υπό το ισχύον σήμερα νομοθετικό καθεστώς για τη μεταβολή αυτή δεν απαιτείται άδεια του αρμοδίου υπουργού, αλλά απλή γνωστοποίηση της ασφαλιστικής εταιρείας περί της επελθούσας ή της επικείμενης (προκειμένου για ακίνητα και ενυπόθηκα δάνεια) μεταβολής εντός της οριζόμενης παραπάνω προθεσμίας.

Βεβαίως και υπό το νέο καθεστώς η ασφαλιστική τοποθέτηση εξακολουθεί να είναι περιουσία σκοπού, ο σχηματισμός της οποίας είναι υποχρεωτικός καθόσον προορίζεται αποκλειστικά για τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση. δ) Στην περίπτωση που η ασφαλιστική τοποθέτηση συνίσταται σε χρεόγραφα, προθεσμιακές καταθέσεις και μετρητά, που φυλάσσονται ή είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες, η μεν ασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρέωση να δηλώσει στο Υπουργείο Ανάπτυξης όλα τα στοιχεία των Τραπεζών, οι οποίες θα αναλάβουν τη διαχείριση της παραπάνω ασφαλιστικής τοποθέτησης, οι δε Τράπεζες "έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν το Υπουργείο Ανάπτυξης για κάθε διάθεση (κατάθεση) και για κάθε μεταβολή ή τροποποίηση της ως άνω ασφαλιστικής τοποθέτησης" (άρθρο 8 παρ. 9 εδάφ.

β' Ν.Δ. 400/70). Όπως σαφώς προκύπτει από την τελευταία αυτή διάταξη, η υποχρέωση των τραπεζών "να ενημερώνουν" το Υπουργείο Ανάπτυξης για κάθε διάθεση, μεταβολή ή τροποποίηση της ασφαλιστικής τοποθέτησης δεν ταυτίζεται και με αντίστοιχη υποχρέωση αυτών (τραπεζών) να εξασφαλίζουν, πριν από την οποιαδήποτε μεταβολή της ασφαλιστικής τοποθέτησης, την άδεια-συναίνεση του εποπτεύοντος Υπουργείου, και επομένως δεν είναι απαραίτητο να προηγείται η σχετική ενημέρωση προς το τελευταίο πριν από την πραγματοποίηση της μεταβολής, αφού η εν λόγω υποχρέωση εκπληρώνεται και με την παροχή της σχετικής ενημέρωσης αμέσως μετά την επέλευση της οποιασδήποτε μεταβολής, για την οποία από καμία διάταξη δεν προκύπτει ότι απαιτείται να προηγείται σχετική άδεια του εποπτεύοντος υπουργείου.

Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι, εφόσον κατά τα προαναφερθέντα, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να μεταβάλλει ελεύθερα τα στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης με μόνη την υποχρέωση γνωστοποίησης της εν λόγω μεταβολής στο αρμόδιο υπουργείο εντός τριών εργασίμων ημερών από της πραγματοποίησης της, εφόσον δεν πρόκειται για ακίνητα και ενυπόθηκα δάνεια, οπότε η γνωστοποίηση πρέπει να γίνει πριν από τρεις ημέρες, η αντίστοιχη υποχρέωση των τραπεζών, οι οποίες διαχειρίζονται τα σε χρεόγραφα, μετρητά και καταθέσεις συνιστάμενα στοιχεία της ασφαλιστικής τοποθέτησης, δεν μπορεί να είναι ευρύτερη αυτής των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ώστε να απαιτείται απ' αυτές να ενημερώνουν πριν από την οποιαδήποτε μεταβολή το αρμόδιο Υπουργείο προκειμένου να εξασφαλίζουν την άδεια αυτού για την πραγματοποίηση της μεταβολής.

Αν η βούληση του νομοθέτη ήταν να προηγείται της μεταβολής της ασφαλιστικής τοποθέτησης η άδεια του εποπτεύοντος υπουργείου θα χρησιμοποιούσε για τη διατύπωση της διάταξης αυτής ανάλογη φρασεολογία δηλωτική της σχετικής βούλησης του και δεν θα περιοριζόταν στη χρήση του ρήματος "ενημερώνουν", αφού το τελευταίο δεν υποδηλώνει αναγκαίως παροχή της ενημέρωσης πριν από την οποιαδήποτε ενέργεια (εδώ μεταβολή), ούτε συναρτάται υποχρεωτικά με την παροχή αδείας για την πραγματοποίηση της πράξης στην οποία αφορά η ενημέρωση.

Τυχόν αποδοχή της αντίθετης άποψης, ότι, δηλαδή, οι τράπεζες υποχρεούνται πριν από την οποιαδήποτε μεταβολή των στοιχείων της ασφαλιστικής τοποθέτησης να ζητούν τη συναίνεση-άδεια του υπουργείου θα οδηγούσε στην επαναφορά της κρατούσας υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ρύθμισης, σύμφωνα με την οποία για την οποιαδήποτε μεταβολή της ασφαλιστικής τοποθέτησης ήταν απαραίτητη η προηγουμένη άδεια του Υπουργείου Εμπορίου, η οποία (όμως, κατά τα προαναφερθέντα, δεν κρατεί υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς.

Συνακολούθως, οι τράπεζες μπορούν να προβαίνουν νομίμως στην απόδοση των ποσών της ασφαλιστικής τοποθέτησης χωρίς την προηγούμενη άδεια του εποπτεύοντος Υπουργείου. Το ζήτημα, δε, του πότε (δηλαδή άμεσα ή μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα) και με ποια περιουσιακά στοιχεία θα αναπληρωθούν αντικατασταθούν τα αναληφθέντα ποσά, επαφίεται στην εύλογη κρίση της διοίκησης της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Αν η ασφαλιστική επιχείρηση αποσύρει τα ποσά της ασφαλιστικής τοποθέτησης και δεν τα αντικαταστήσει με άλλα ισάξια μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 8 παρ. 1 και 12 στοιχ. δ ν.δ. 400/1970 και, πέραν των ποινικών κυρώσεων σε βάρος των προσώπων που τέλεσαν την πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 44 στοιχ.

δ ν.δ. 400/1970, μπορεί να επέλθουν ως προς την ασφαλιστική επιχείρηση οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 1 ν.δ. 400/1970, μπορεί δηλαδή το Υπουργείο Ανάπτυξης να χαρακτηρίσει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή του συνόλου της περιουσίας της ή και να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της.

Σε μια τέτοια περίπτωση ο νόμος προβλέπει την τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας, μεταξύ των οποίων και τη σημείωση στα βιβλία της τράπεζας όπου υπάρχει η σχετική κατάθεση (άρθρο 9 παρ. 2 ν.δ. 400/1970). Επομένως, στο ισχύον δίκαιο η επέμβαση της εποπτεύουσας αρχής σχετικά με τη διαφύλαξη των ποσών της ασφαλιστικής τοποθέτησης δεν είναι πλέον προληπτική αλλά κατασταλτική".

Στην ελάσσονα πρότασή της η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, (αναφορικά με την αναιρεσίβλητη), τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η από την εφεσίβλητη-ενάγουσα (ΕΞΠΡΕΣ ΑΕΓΑ) επικαλούμενη γνώση ή υπαίτια άγνοια της εκκαλούσας-εναγομένης τράπεζας (ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.), είτε περί της διαταχθείσας με τις παραπάνω Υπουργικές αποφάσεις ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής και της δέσμευσης ως ασφαλιστικής τοποθέτησης του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, είτε περί της χορηγηθείσας με την 7/12-1-98 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Σ.τ.Ε.

αναστολής εκτέλεσης των αποφάσεων αυτών μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του Σ.τ.Ε. επί της ασκηθείσας από την εφεσίβλητη - ενάγουσα αίτηση -ακύρωσης των εν λόγω αποφάσεων, είτε, τέλος, περί της δημοσιεύσεως, την 30ή-12-1998, της 4952/30-12-98 απόφασης του Σ.τ.Ε. με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα αίτηση ακύρωσης και συνεπώς έπαυσε υφισταμένη η δοθείσα αναστολή εν όψει του ότι δεν αποδείχθηκε είτε ότι η ίδια η εφεσίβλητη-ενάγουσα, είτε η κατά νόμο εποπτεύουσα αρχή (Υπουργείο Ανάπτυξης) προέβησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε ενημέρωση της εκκαλούσας τράπεζας με τα παραπάνω ζητήματα (ανάκληση αδείας, δέσμευση περιουσίας, αναστολή εκτέλεσης) και κυρίως περί της δημοσιεύσεως της 4952/30-12-98 απόφασης του Σ.τ.Ε.

με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, έπαυσε ισχύουσα η δοθείσα αναστολή και ενεργοποιήθηκε η διαταχθείσα δέσμευση και ασφαλιστικής τοποθέτησης όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας - εφεσίβλητης και η είσοδος αυτής στο στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η οποία καθιστούσε απαγορευτική για την εναγομένη εκκαλούσα τράπεζα την αποδέσμευση της, ως ασφαλιστικής τοποθέτησης - δεσμευμένης ως άνω προθεσμιακής κατάθεσης χωρίς την προηγούμενη άδεια του εποπτεύοντος Υπουργείου Ανάπτυξης.

Η κρίση δ' αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται κυρίως στα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα Κ3/454/18-1-99 και Κ3/13891/23-4-99 έγγραφα της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου, με τα οποία ρητά βεβαιώνεται ότι "για την έκδοση της 4952/30-12-98 απόφασης του Σ.τ.Ε. ενημερωθήκαμε την 5η-1-1999 και αυθημερόν ενημερώσαμε το υποκατάστημα σας", ευχερώς εντεύθεν συναγομένου ότι πριν από την 5-1-1999 δεν υπήρξε εκ μέρους της εποπτεύουσας αρχής ενημέρωση της εκκαλούσας αναφορικά με την άρση της χορηγηθείσας αναστολής.

Επομένως, εν όψει και του ότι δεν αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, σχετική ενημέρωση της εκκαλούσας τράπεζας για την άρση της αναστολής ούτε από την εφεσίβλητη ούτε από οποιονδήποτε άλλον τρίτο η εκ μέρους αυτής αποδέσμευση της παραπάνω προθεσμιακής κατάθεσης σε χρόνο προγενέστερο (4-1-99) δεν συνιστά παράβαση ούτε της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 9 εδάφ.

β', ούτε αυτής του άρθρου 12α παρ. 10 του Ν.Δ. 400/70, όπως αβασίμως επικαλείται η εφεσίβλητη - ενάγουσα. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η ευθύνη της εκκαλούσας τράπεζας δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στην παράβαση των από το επόπτευαν Υπουργείο Ανάπτυξης δοθεισών σ' αυτή, με το υπ' αριθμ. Κ3/12244/18-12-98 έγγραφο του οδηγιών αναφορικά με τη διαχείριση των δεσμευμένων για ασφαλιστική τοποθέτηση προθεσμιακών καταθέσεων και λοιπών χρεογράφων, στο οποίο ρητά αναφερόταν ότι "δεν έχουμε αντίρρηση να προβαίνετε σε ισόποση με άλλα στοιχεία αντικατάσταση των στοιχείων της ασφαλιστικής τοποθέτησης ύστερα από αίτηση της ασφαλιστικής εταιρείας (εφεσίβλητης), χωρίς έγκριση της Υπηρεσίας μας αλλά με παράλληλη ενημέρωση αυτής.

Σε περίπτωση όμως που τα στοιχεία είναι μικρότερης αξίας από τα ήδη δεσμευμένα, σας εφιστούμε την προσοχή να προβαίνετε σε αντικατάσταση ύστερα από έγκριση της Υπηρεσίας μας και μόνο", καθόσον το εν λόγω έγγραφο φέρει μεν ημερομηνία έκδοσης την 18-12-98, περιήλθε όμως στην ως άνω διαχειρίστρια τράπεζα την 14.14' ώρα της 26-1-99 όπως τούτο προκύπτει από την υπάρχουσα επί του μετ' επικλήσεως προσκομιζομένου από την εκκαλούσα αντιγράφου του εγγράφου αυτού σχετική σημείωση, δηλαδή μεταγενέστερα της γενομένης κατά την 4-1-99 ανάληψης της επίδικης προθεσμιακής κατάθεσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος για μη συμμόρφωση αυτής (τράπεζας) προς τις οδηγίες του εποπτεύοντος υπουργείου, η οποία θα μπορούσε να θεμελιώσει ευθύνη προς αποζημίωση ανεξάρτητη αυτής, που αβασίμως, όπως αποδείχθηκε, επιχειρείται να θεμελιωθεί στη μη συμμόρφωση της προς τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 9 εδάφ.

β' και 12α παρ. 10 του Ν.Δ. 400/1970". Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε την πρώτη εναγομένη- αναιρεσίβλητη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού δεν αποδείχθηκε παράνομη συμπεριφορά της τελευταίας κατά την αποδέσμευση της επίδικης ασφαλιστικής τοποθέτησης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του ΝΔ 400/1970, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο (της επικαλούμενης αδικοπραξίας), αφού, όπως προεκτέθηκε, η ανάληψη και η απόδοση του χρηματικού ποσού κατάθεσης, που αποτελεί ασφαλιστική τοποθέτηση, άνευ άλλου τινός, δηλαδή χωρίς ισάξια αντικατάσταση, συνιστά κατάργηση της ασφαλιστικής τοποθέτησης και παραβιάζει ευθέως τις εν λόγω διατάξεις, ανεξαρτήτως προηγούμενης ή μεταγενέστερης σχετικής ενημέρωσης του Υπουργού Εμπορίου (και ήδη Ανάπτυξης), η οποία (ενημέρωση) δεν έχει καμία νομική σημασία εν προκειμένω ως αυτοτελής προϋπόθεση για την αξιολόγηση της παραβατικότητας (του παρανόμου) της συμπεριφοράς (και) της διαχειρίστριας τράπεζας.

Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός έβδομος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ . Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή κατά παραδοχή του ανωτέρου λόγου της, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ.

Η αναιρεσίβλητη θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ),

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 662/2008 απόφαση του Eφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ