Legislator Case Law & Legislation
1647/2012 AI generated

1647/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1647/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 703 ΑΚ και διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ. Ο λόγος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος. Το Εφετείο δεν διεπίστωσε κενό στις ερμηνευόμενες συμβάσεις, ούτε δημιουργήθηκε σ’ αυτό αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν σ’ αυτές. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επισκόπηση των εγγράφων προκύπτει ότι, το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο των, όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση των, στη συνέχεια, δε, μετά από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, κατέληξε στην παραπάνω κρίση του.

Legislator headnote

AI generated

1647/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 70 ΑΚ, δικαιοπραξίες, που επιχείρησε μέσα στο όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως βασική αρχή του δικαίου των νομικών προσώπων η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου έναντι των μελών του και αντιστρόφως.

Keywords

AI generated
upzoning property market economical use of land promotion of home ownership duty to develop land land consolidation valuation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1647 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 703 ΑΚ και διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ. Ο λόγος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος. Το Εφετείο δεν διεπίστωσε κενό στις ερμηνευόμενες συμβάσεις, ούτε δημιουργήθηκε σ’ αυτό αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν σ’ αυτές. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επισκόπηση των εγγράφων προκύπτει ότι, το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο των, όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση των, στη συνέχεια, δε, μετά από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, κατέληξε στην παραπάνω κρίση του.

Αριθμός 1647/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Λ. του Α., κατοίκου ... και 2) Α. Ε. - Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αποστολάτο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, αλλά και ως μέλος της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΞΕΛΚΑ ΑΕ - ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΑΕ - ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Δ. - Β. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 5) Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., 6) Σ. Α. του Σ., κατοίκου ... και 7) Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17588/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 443/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 70 ΑΚ, δικαιοπραξίες, που επιχείρησε μέσα στο όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως βασική αρχή του δικαίου των νομικών προσώπων η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου έναντι των μελών του και αντιστρόφως.

Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων του, τα οποία αντιπροσωπεύουν αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 65, 67 και 68 ΑΚ και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή τον παραλείψαντα, που ευθύνεται και αυτός σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο.

Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία και στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης ο νόμιμος αυτών εκπρόσωπος δεν έχει μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη του από αδικοπραξία κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Η αρχή, δηλαδή, της μη ευθύνης του νομίμου εκπροσώπου δεν ισχύει, όταν υπάρχει ευθύνη αυτού από αδικοπραξία, κατά τις γενικές αρχές, οπότε θεμελιώνεται και ιδιαίτερη ευθύνη αυτού.

Ειδικότερα και όσον αφορά την εταιρία περιορισμένης ευθύνης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 61, 65, 68, 70 και 71 ΑΚ, με εκείνες των άρθρων 6,8,9§1, 17§1 και 18§1 του Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης" προκύπτει ότι η ΕΠΕ από τη νόμιμη σύστασή της σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μπορεί, με το καταστατικό ή με απόφαση της γενικής συνέλευσής της, να αναθέτει τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και την εκπροσώπηση της και σε ένα μόνο πρόσωπο εταίρο της ή μη, αποκαλούμενο διαχειριστή, ο οποίος, με την ιδιότητά του αυτή, την εκπροσωπεί και ενεργεί στο όνομά της κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης που ανάγεται στο σκοπό της εταιρικής επιχείρησης, για κάθε δε αδικοπραξία που τελεί κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτόν καθηκόντων ευθύνεται έναντι των ζημιωθέντων τρίτων εκτός από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ο ίδιος εις ολόκληρον με εκείνη.

Την ύπαρξη όμως τέτοιας ευθύνης του δεν δημιουργεί μόνη η ιδιότητά του ως διαχειριστή (εκπροσώπου) της εταιρείας. Περαιτέρω, η αθέτηση της συμβάσεως καθεαυτή δεν συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ. Η προσβολή εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου δικαιώματος που πηγάζει από σύμβαση συνιστά μεν πράξη παράνομη, οι έννομες όμως συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη μη εκπλήρωση της παροχής και όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, οι οποίες εφαρμόζονται μόνον σε περιπτώσεις συρροής ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, δηλαδή σε περιπτώσεις πράξεων οι οποίες και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενες θα ήταν καθαυτές παράνομες.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Π.Δ. 248/1993, μεσίτης αστικών συμβάσεων είναι το φυσικό πρόσωπο ή εμπορική εταιρία κάθε είδους που μεσολαβεί για τη σύναψη των αστικών συμβάσεων πωλήσεως, ανταλλαγής, μισθώσεως ακινήτων και παραχωρήσεως ακινήτων προς ανοικοδόμηση µε αντιπαροχή ή υποδεικνύει ευκαιρία για τη σύναψη τέτοιων συµβάσεων, ενώ κατά το άρθρο 2§1 του αυτού Π.Δ/τος, για την άσκηση του επαγγέλματος του µεσίτη αστικών συµβάσεων ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο της έδρας του.

Η υποχρέωση εγγραφής αρχίζει στην περίπτωση των φυσικών προσώπων από την έναρξη της εμπορικής τους δραστηριότητας και στην περίπτωση των νομικών προσώπων από τη σύστασή τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15Α του ν. 2000/1991, όπως προστέθηκε με το άρθρο 70§2 του Ν. 2065/1992 και το άρθρο 21 του Ν. 2081/1992,με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύεται στην ίδια Εφημερίδα, η οποία (προθεσμία) είναι δυνατό να παραταθεί για άλλους έξι μήνες, μπορεί να καταργηθούν όλες ή μερικές από τις ισχύουσες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που περιορίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, καθώς και εκείνες που προβλέπουν όρους και προϋποθέσεις συμπεριλαμβανομένης της άδειας σκοπιμότητας, για την ίδρυση, επέκταση, βελτίωση και γενικά, μεταβολή ή λειτουργία οποιασδήποτε επιχείρησης παραγωγής ή εμπορίου, κάθε είδους αγαθών ή παροχής υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο.

Με τα ίδια προεδρικά διατάγματα είναι δυνατόν να ρυθμίζονται θέματα αναγκαίως συνεχόμενα με τις καταργήσεις του προηγουμένου εδαφίου. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180 και 703 ΑΚ, συνάγεται αφενός μεν ότι η μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας έναντι αμοιβής για τη σύναψη αμφοτεροβαρών συμβάσεων που αφορούν ακίνητα, επιτρέπεται μόνο σε πρόσωπα, τα οποία έχουν τις νόμιμες προϋποθέσεις και επιπλέον έχουν εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο, αφετέρου δε ότι η συμφωνία περί καταβολής μεσιτικής αμοιβής για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς πραγματοποίηση μιας τέτοιας συναλλαγής σε πρόσωπο που δεν είναι επαγγελματίας μεσίτης με την προαναφερόμενη έννοια είναι άκυρη και δεν δημιουργεί οποιαδήποτε απαίτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εκθέτουν με την αγωγή τους, ότι ο πρώτος τούτων δραστηριοποιείται νόμιμα ως μεσίτης αστικών συμβάσεων στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της .../10-6-1998 αδείας του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης και διατηρεί για το σκοπό αυτό, κτηματομεσιτικό γραφείο.

Ότι η δεύτερη τούτων είναι βοηθός του πρώτου και εκτελεί εργασίες που τις αναθέτει στην άσκηση του άνω επαγγέλματος του, ο οποίος, εκτός των άλλων, "την χρησιμοποιεί" για να δέχεται και να εκτελεί τις εντολές των πελατών του, για λογαριασμό αυτού, που έχει λάβει και τη σχετική εντολή του πελάτη του για υπόδειξη ή διαμεσολάβηση.

Ότι πληροφορήθηκαν, το φθινόπωρο του 2001, ότι ο "Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Εργατοϋπαλλήλων Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης ΣΥΝ.ΠΕ", σκόπευε να αξιοποιήσει ακίνητα ιδιοκτησίας του, συνολικής έκτασης 19.117,85 μ2, που βρίσκονται στην περιοχή "Άγιος Ιωάννης" και συγκεκριμένα ότι θα δίδονταν τα ακίνητα αυτά σε εργολάβο εταιρία για την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής.

Ότι λόγω του ότι τα ακίνητα αυτά ανήκαν στο παραπάνω νομικό πρόσωπο που τελεί υπό κρατική εποπτεία, η επιλογή εργολάβου εταιρίας για την ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, θα γινόταν κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού. Ότι δεν συμβλήθηκαν με τον ως άνω Οικοδομικό Συνεταιρισμό του ΟΑΣΘ προς υπόδειξη ευκαιρίας, διότι η εκδήλωση ενδιαφέροντος από εργοληπτικές εταιρίες θα γινόταν κατόπιν σχετικού διαγωνισμού, με ανάδειξη αυτής που θα έδιδε την καλύτερη προσφορά κατασκευής και αντιπαροχής.

Ότι αυτό που επιθυμούσε ο εν λόγω Συνεταιρισμός ήταν να γίνει γνωστός ο διαγωνισμός σε εργοληπτικές εταιρίες, οι οποίες θα συμμετείχαν με αξιώσεις στο μέλλοντα να διενεργηθεί διαγωνισμό. Ότι γνωρίζοντας όλα τα ανωτέρω, προσπάθησαν να βρουν πελάτες, εργολάβους, στους οποίους θα υποδείκνυαν τα ακίνητα του ως άνω οικοδομικού Συνεταιρισμού και τη διενέργεια του διαγωνισμού, αφού θα συμβάλλονταν μαζί τους με σύμβαση μεσιτείας για την υπόδειξη αυτή, προσδοκώντας απ' αυτούς, εφόσον αναδεικνύονταν εργολήπτες, τη μεσιτική τους αμοιβή.

Ότι, στα πλαίσια αναζήτησης ενδιαφερομένων εργολάβων, έμαθαν από το σύζυγο της δεύτερης τούτων, ότι ο έβδομος εναγόμενος, που ήταν πολιτικός μηχανικός, συνεργαζόταν με άλλους πολιτικούς μηχανικούς και όλοι τους αναζητούσαν ακίνητα για ανοικοδόμηση με το σύστημα της αντιπαροχής. Ότι μετέβησαν, στις 16-4-2002, στο γραφείο του 7ου εναγομένου, όπου συνάντησαν τέσσερις μηχανικούς, μέλη της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, ανάμεσά τους και τον έβδομο εναγόμενο Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, τους οποίους ενημέρωσαν γενικόλογα ότι υπήρχαν προς ανοικοδόμηση οικόπεδα συνολικής έκτασης 19 περίπου στρεμμάτων, ανατολικά της Θεσσαλονίκης, ότι ιδιοκτήτης αυτών ήταν ένα νομικό πρόσωπο και ότι επρόκειτο να διενεργηθεί σχετικός διαγωνισμός για την επιλογή εργολάβου και ζήτησαν, προκειμένου να τους υποδείξουν ως μεσίτες την συγκεκριμένη ευκαιρία προς σύναψη σύμβασης, αμοιβή 700.000 ευρώ, διότι η ωφέλεια του εργολάβου θα ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, αφού τα ακίνητα είχαν δομήσιμη επιφάνεια 30.588,55 μ2 και με ποσοστό αντιπαροχής από 50% και άνω, ο εργολάβος προσδοκούσε να κερδίσει 30,5 εκατομμύρια ευρώ περίπου.

Ότι οι άνω πολιτικοί μηχανικοί ζήτησαν να τους υποδείξουν τα ακίνητα και να τους γνωρίσουν τον ιδιοκτήτη τους, αλλά αυτοί αξίωσαν πρώτα την υπογραφή της σχετικής εντολής με την αμοιβή τους, οπότε εκείνοι επιφυλάχθηκαν μέχρι να ενημερωθούν λεπτομερέστερα για το θέμα αυτό και τους είπαν, ότι μετά θα ετοίμαζαν οι ίδιοι σχετικό συμφωνητικό σύμβασης μεσιτείας, το οποίο θα κάλυπτε όλους με τον καλύτερο τρόπο και με αναλυτική περιγραφή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Επίσης, ότι οι άνω πολιτικοί μηχανικοί τους είπαν ότι, αφού το έργο επρόκειτο να δοθεί με διαγωνισμό, θα τους έδιναν αμοιβή κλιμακωτά μειούμενη, ανάλογα με το ποσοστό αντιπαροχής που θα επιτύγχαναν στο διαγωνισμό. Ότι αυτοί τους άφησαν να σκεφθούν το θέμα και τους είπαν να ετοιμάσουν το σχέδιο της μεσιτικής σύμβασης και όταν θα ήταν έτοιμοι θα τους υπέδειχναν την ακριβή θέση των ακινήτων και τον ιδιοκτήτη τους και θα τους χορηγούσαν τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα των ακινήτων και τα απαραίτητα στοιχεία που θα τους χρειάζονταν.

Ότι μετέβησαν το βράδυ της 18-4-2002, στο ίδιο γραφείο όπου και συνάντησαν τα ίδια πρόσωπα, από τα οποία ζήτησαν να τους δοθεί υπογεγραμμένη η σχετική εντολή μεσιτείας, αλλά δεν την είχαν έτοιμη και μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις οριστικοποίησαν το ύψος της μεσιτικής τους αμοιβής και τον τρόπο καταβολής της, που θα περιλαμβανόταν στη συνέχεια και σε έγγραφο συμφωνητικό, που εκείνοι θα ετοίμαζαν με τους νομικούς τους συμβούλους και θα τους το παρέδιδαν τη Δευτέρα της 21.4.2002.

Ότι η αμοιβή τους οριστικοποιήθηκε, μετά από διαπραγματεύσεις, το βράδυ της Πέμπτης της 18-4-2002, με προφορική συμφωνία, και ήταν: α) μεταβίβαση δύο διαμερισμάτων των 100 μ2, του 2ου ορόφου και καταβολή 117.338 €, αν η αντιπαροχή κυμαινόταν μεταξύ 50 και 53%, β) μεταβίβαση δύο διαμερισμάτων των 85 τμ, του 2ου ορόφου, και καταβολή 100.000 €, αν η αντιπαροχή κυμαινόταν μεταξύ 53 και 55%, γ) μεταβίβαση δύο διαμερισμάτων των 75 μ2, του 2ου ορόφου, και καταβολή 75.000 €, αν η αντιπαροχή κυμαινόταν μεταξύ 58 και 60% και εφόσον η αντιπαροχή ήταν πέραν του 60% η μεσιτική αμοιβή θα καθοριζόταν από κοινού κατόπιν συνεννόησης, σε ένα εφάπαξ ποσό.

Ότι, μετά το διακανονισμό αυτό της αμοιβής τους, δέχθηκαν να τους υποδείξουν τα ακίνητα και ο πρώτος τούτων έκλεισε μαζί τους ραντεβού για το μεσημέρι της 19-4-2002, στο υδραγωγείο της Καλαμαριάς. Ότι, όταν ο πρώτος τούτων έφθασε στο σημείο του ραντεβού, μαζί με το σύζυγο της δεύτερης ενάγουσας, συνάντησε εκεί τους 4ο και 7ο εναγομένους, στους οποίους επέδειξε τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα, ιδιοκτησίας του παραπάνω αστικού οικοδομικού συνεταιρισμού του ΟΑΣΘ, και εκείνοι έδειξαν ενδιαφέρον και υποσχέθηκαν ότι θα ετοίμαζαν και το συμφωνητικό της μεσιτικής τους αμοιβής.

Ότι την Τετάρτη της 24-4-2002 μετέβη ο σύζυγος της δεύτερης τούτων στο ίδιο ως άνω γραφείο και παρέλαβε το συμφωνητικό αμοιβής, το οποίο, απευθυνόταν σε αυτούς και περιείχε μεν το ύψος της αμοιβής που είχε συμφωνηθεί προφορικά, αλλά εξαρτούσε την καταβολή αυτής (μεσιτικής αμοιβής) από την καθοριστική διαμεσολάβησή τους και εφόσον ήθελαν προβεί (οι ενάγοντες) στις απαιτούμενες ενέργειες που θα οδηγούσαν στην κατάρτιση της σύμβασης εργολαβίας μεταξύ της ήδη εναγομένης ΕΠΕ και του σωματείου των συνταξιούχων του ΟΑΣΘ.

Ότι στην έγγραφη αυτή εντολή, που δεν ανταποκρινόταν στο περιεχόμενο της προηγηθείσας προφορικής συμφωνίας, με την οποία είχε συμφωνηθεί η καταβολή μεσιτικής αμοιβής για υπόδειξη ευκαιρίας και όχι όπως διαλαμβανόταν στην έγγραφη εντολή για καθοριστική διαμεσολάβηση, δεν εναντιώθηκε ο πρώτος τούτων ως μεσίτης, διότι έλαβε προφορική υπόσχεση ότι θα τηρούνταν τα προφορικώς συμφωνηθέντα και γιατί ήδη είχε υποδείξει τα ακίνητα και μπορούσαν οι άνω εταίροι της ΕΠΕ να αρνηθούν οποιαδήποτε αλλαγή της έγγραφης εντολής, αλλά και γιατί υπήρχε κίνδυνος να απόσχουν από το διαγωνισμό και αυτός να χάσει κάθε ελπίδα για μεσιτική αμοιβή.

Ότι, στη συνέχεια, αφού προκηρύχθηκε από τον εν λόγω Οικοδομικό Συνεταιρισμό δημόσιος μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάθεση της ανέγερσης οικοδομών στα επίδικα ακίνητα η εναγόμενη ΕΠΕ τους κοινοποίησε την από 30-11-2002 εξώδικη πρόσκληση- δήλωση, με την οποία δήλωσε ότι με την από 24-4-2002 επιστολή της, τους είχε προτείνει την καταβολή μεσιτικής αμοιβής για την περίπτωση που θα διαμεσολαβούσαν καθοριστικά στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης εργολαβίας και ότι, αφού κηρύχθηκε δημόσιος διαγωνισμός για την 7η Ιανουαρίου 2003, για την αξιοποίηση των ακινήτων του Σωματείου Συνταξιούχων του ΟΑΣΘ, καθίστατο άνευ αντικειμένου και σκοπού η διαμεσολάβηση τους, ως μεσιτών, για την κατάρτιση συμβάσεως εργολαβίας και ως εκ τούτου η ΕΠΕ ουδεμία υποχρέωση είχε απέναντί τους.

Ότι ο πρώτος τούτων προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους εταίρους της ΕΠΕ, αλλά οι τελευταίοι τον αγνόησαν. Ότι τελικά, κατόπιν δημόσιου-πλειοδοτικού διαγωνισμού που διενεργήθηκε την 7-1-2003, εργολήπτρια εταιρία αναδείχθηκε, με ποσοστό αντιπαροχής 57,60 %, η Κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΞΕΛΚΑ AE - EMΠOPIΚAI ΚAI ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ EΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΑΕ - Συστήματα Επικοινωνιών Βορείου Ελλάδος ΑΕ", που συστάθηκε στις 19-12-2002.

Ότι μέλος της κοινοπραξίας αυτής είναι και η δεύτερη εναγόμενη ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ, η οποία συστάθηκε την 1-8-2002, από τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο και, έβδομο των εναγομένων και την ανώνυμη ελβετική εταιρία "SΡIΕRΕR FRERES CIE SA", νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον τρίτο των εναγομένων (Δ.-Β. Φ.) και στην οποία άνω ελβετική ΑΕ οι μεριδιούχοι της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, δηλαδή οι 3ος έως και 7ος των εναγομένων μεταβίβασαν, στις 18-10-2002, το σύνολο σχεδόν των εταιρικών τους μεριδίων.

Ότι όλα τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα έχουν σχέση με τις εναγόμενες εταιρίες, αφού ήταν παλαιοί εταίροι της εναγόμενης ΕΠΕ και κατόπιν ιδρυτικά μέλη της εναγόμενης ΑΕ, η οποία είχε κοινή έδρα με τις άλλες δύο ΑΕ που απετέλεσαν την Κοινοπραξία, η οποία και αναδείχθηκε, μετά από διαγωνισμό, ανάδοχος του έργου και προέβη στην ανοικοδόμηση των οικοπέδων του Συνεταιρισμού, με αντιπαροχή 57,6 %.

Ότι η ανέγερση των οικοδομών, με 217 διαμερίσματα, στα ακίνητα του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού έγινε μετά από δική τους υπόδειξη των ακινήτων και υπόδειξη περί επικειμένου δημοσίου πλειστηριασμού, ώστε δικαιούνταν την άνω συμφωνημένη μεσιτική αμοιβή τους, που οι εναγόμενοι αρνούνταν να τους καταβάλουν.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με βάση τη σύμβαση μεσιτείας και επικουρικά με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, άλλως με τις διατάξεις περί ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις, άλλως με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εάν ήθελε κριθεί άκυρη η μεταξύ τους σύμβαση μεσιτείας, να τους μεταβιβάσουν: 1) δύο διαμερίσματα των 75 μικτών τετραγωνικών μέτρων, κατ' επιλογή τους από τις αναφερόμενες στην αγωγή οικοδομές και επί πλέον το ποσό των 70.000 € άλλως επικουρικά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν την αξία των δύο ως άνω διαμερισμάτων, ήτοι το ποσό των 375.000 € και επί πλέον το ποσό των 70.000 €, ήτοι συνολικά 445.000 €, με το νόμιμο και 2) το ποσό των 50.000 € στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από το άγχος και την αβεβαιότητα που τους δημιούργησε η συμπεριφορά των εναγομένων από την μη αναγνώριση της ένδικης αξιώσεώς τους, με νόμιμο τόκο.

Το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα, διότι αυτή, όπως ομολογεί με την αγωγή, δεν είχε άδεια για την άσκηση του επαγγέλματος μεσίτριας και ότι ενεργούσε ως βοηθός (αντιπρόσωπος) του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος και την "χρησιμοποιούσε" για να δέχεται και να εκτελεί τις εντολές των πελατών του, για λογαριασμό αυτού, που έχει λάβει και τη σχετική εντολή του πελάτη του για υπόδειξη ή διαμεσολάβηση.

Συνεπώς οι πράξεις αυτής (υπόδειξης και διαμεσολάβησης), ως αντιπροσώπου του πρώτου ενάγοντος, ενεργούσαν υπέρ και κατά του πρώτου ενάγοντος (μεσίτη) και αν οφείλεται μεσιτική αμοιβή, την δικαιούται ο πρώτος ενάγων και όχι αυτή. Αλλά και αποζημίωση να οφείλεται, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας ή περί ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις ή περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, πάλι την αποζημίωση αυτή δικαιούται ο πρώτος ενάγων ως μεσίτης, για λογαριασμό του οποίου αυτή και ενεργούσε.

Ενόψει όμως του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς την ίδια ενάγουσα, η δε απόρριψη της αγωγής ως αόριστης αντί ως μη νόμιμης οδηγεί σε διαφορετικό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό και καθιστά επιβλαβέστερη τη θέση της, δεν ασκήθηκε δε και αντίθετη έφεση από τους εφεσίβλητους (εναγομένους), το εφετείο, μη μπορώντας να διορθώσει το άνω σφάλμα της εκκαλουμένης (άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ), απέρριψε την έφεση της.

Περαιτέρω, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, δέχθηκε ότι τα ως άνω αναφερόμενα στο ιστορικό της αγωγής περιστατικά και αληθινά να εκληφθούν δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προσωπική ευθύνη των 3ου, 4ου, 5ου, 6ου και 7ου εναγομένων για την καταβολή μεσιτικής αμοιβής σε αυτόν, διότι από το λόγο ότι φέρονται ως εταιρικοί μεριδιούχοι και νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης κεφαλαιουχικής ΕΠΕ και ιδρυτικά μέλη της δεύτερης εναγομένης ΑΕ, δεν σημαίνει ότι έχουν και ατομική ευθύνη για λογαριασμό των ανωτέρω κεφαλαιουχικών εταιριών, για την καταβολή της αιτούμενης μεσιτικής αμοιβής, αφού οι τελευταίες διατηρούν έναντι των μελών τους και των νομίμων εκπροσώπων τους περιουσιακή αυτοτέλεια, όπως αυτό συμβαίνει και αντιστρόφως.

Επομένως, η αγωγή του πρώτου ενάγοντος κατά των 3ου, 4ου, 5ου, 6ου και 7ου εναγομένων, για καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, με βάση τη σύμβαση μεσιτείας, κρίνεται στην κύρια βάση της ως μη νόμιμη. Επίσης, τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά που αποδίδονται στους 3° έως και 7° των εναγομένων και αληθή να εκληφθούν, δεν συνιστούν παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη (αδικοπραξία) κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ως νομίμων εκπροσώπων της 1ης των εναγομένων ΕΠΕ, η οποία αδικοπραξία αν υφίστατο, θα μπορούσε να καταστήσει και αυτούς προσωπικά και σε ολόκληρο συνυπεύθυνους με την εν λόγω εταιρία, για την καταβολή στον πρώτο ενάγοντα της μεσιτικής αμοιβής του (ως αποζημίωσης).

Η άρνηση αυτών, ως νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης ΕΠΕ, να αναγνωρίσουν την αξίωση του ενάγοντος για μεσιτική αμοιβή συνιστά αθέτηση της μεσιτικής σύμβασης και όχι αδικοπραξία (ΑΚ 914), καθόσον η μη εκπλήρωση της άνω παροχής δεν είναι καθεαυτή πράξη παράνομη και υπαίτια. Επίσης, η, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύσταση απ' αυτούς, ως ιδρυτικών μελών, της δεύτερης εναγομένης ΑΕ, καθώς και η μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων που είχαν στην πρώτη εναγομένη ΕΠΕ προς στην "SPIERER FRERES CIESA", δεν συνιστά πράξη παράνομη και υπαίτια (αδικοπραξία) αλλά νόμιμη ενέργειά τους.

Επομένως, αφού δεν υπάρχει αδικοπραξία εκ μέρους των 3ου έως και 7ου εναγομένων φυσικών προσώπων, η κατ' αυτών αγωγή του πρώτου ενάγοντος για καταβολή της μεσιτικής αμοιβής του, με τη μορφή της αποζημίωσης, αλλά και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, από αδικοπραξία, κρίνεται επίσης μη νόμιμη στην πρώτη επικουρική βάση της αδικοπραξίας.

Ακόμη δέχθηκε ότι ούτε οι διατάξεις για την ευθύνη εκ των διαπραγματεύσεων βρίσκουν εφαρμογή σε βάρος των ως άνω εναγομένων φυσικών προσώπων, διότι οι διαπραγματεύσεις ευοδώθηκαν κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή περιστατικά, καθόσον, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, εκπροσωπούμενης από τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα, συνήφθη προφορικά, στις 18-4-2002, η επιδιωκόμενη μεταξύ τους σύμβαση μεσιτείας (εντολή προς υπόδειξη), με την οποία και οριστικοποιήθηκε το ύψος της μεσιτικής του αμοιβής.

Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 197, 198, 297, 298 και 919 του ΑΚ, που καθιερώνουν ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συγκεκριμένης συμβάσεως, θα έβρισκαν εφαρμογή μόνο αν ματαιωνόταν η σύναψη της επιδιωκόμενης συμβάσεως και εν προκειμένω της συμβάσεως μεσιτείας, η οποία όμως δεν ματαιώθηκε αλλά καταρτίστηκε προφορικά, λαμβανομένου υπόψη ότι για την ενοχική σύμβαση μεσιτείας δεν προβλέπεται έγγραφος τύπος.

Συνεπώς και ως προς την επικουρική αυτή βάση η αγωγή του πρώτου ενάγοντος κατά των αυτών ως άνω εναγομένων είναι μη νόμιμη. Επίσης, εάν ήταν άκυρη η ως άνω συναφθείσα σύμβαση μεσιτείας, ωφέλεια από (άκυρη σύμβαση) θα είχε η πρώτη εναγόμενη κεφαλαιουχική εταιρία (ΕΠΕ) και όχι ατομικά τα φυσικά πρόσωπα (εταίροι) που φέρονται με την αγωγή να την εκπροσωπούσαν, δηλαδή οι 3ος έως και 7ος των εναγομένων και συνεπώς η αγωγή κατ' αυτών και στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι μη νόμιμη. Παρέπεται ότι οι αυτοί ως άνω εναγόμενοι (φυσικά πρόσωπα) έχοντας, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, μόνο την ιδιότητα των ιδρυτικών μελών της δεύτερης εναγομένης, κεφαλαιουχικής ανώνυμης εταιρίας (ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ), ουδεμία ωφέλεια προσπορίστηκαν προσωπικά λόγω, τυχόν ακυρότητας της εν λόγω σύμβασης μεσιτείας. Καταλήγοντας το εφετείο απέρριψε την έφεση του πρώτου ενάγοντος κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς τους ίδιους εναγομένους. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλονται οι σχετικές αιτιάσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, υπό αιτιάσεις παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, μετά την κατάργηση του νόµου 308/1976 "περί µεσιτών αστικών συµβάσεων" µε το ΠΔ 248/1993, η σύµβαση µεσιτείας ρυθµίζεται πλέον από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 703 έως 707 του ΑΚ και 1 εποµ. του άνω Π.

Δ/τος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 703§1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αµοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη µεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη µιας σύµβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει µόνο αν η σύµβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης µεσιτικής αµοιβής είναι:

α) σύµβαση µεσιτείας, δηλαδή υπόσχεση αµοιβής για την ανατιθέμενη στο µεσίτη εντολή για µεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη συγκεκριμένης κύριας σύµβασης, β) µεσιτική δραστηριότητα µε τη µορφή µεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας για τη σύναψη συγκεκριμένης κύριας σύµβασης, γ) σύναψη της σκοπούµενης αυτής (κύριας) σύµβασης και δ) αιτιώδης συνάφεια µεταξύ της µεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της εν λόγω κύριας σύµβασης.

Πότε υπάρχει µεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόµο και εφόσον το περιεχόµενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύµβαση, η µεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του µεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα µέρη µε σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συµβάσεως και είναι δυνατόν, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον µεσίτη των συνεννοήσεων των µερών, τη µεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα µέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη µεσολάβηση, διότι µε αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητα συνάψεως της συμβάσεως που τον ενδιαφέρει.

Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στα δύο. Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας.

Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της συμβάσεως με απλή υπόδειξη του τελευταίου δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μεταξύ της ενέργειας του μεσίτη (υποδείξεως ή μεσολαβήσεως) και της πραγματώσεως της συμβάσεως, πρέπει να υπάρχει σχέση αιτίου προς το αποτέλεσμα.

Η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό που κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Ειδικά στην περίπτωση της διενέργειας δημόσιου πλειστηριασμού δεν αποκλείεται η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, αφού υπόδειξη ευκαιρίας προς συμμετοχή σ' αυτόν μπορεί να γίνει όταν ο εντολέας αγνοεί τη διενέργεια τούτου, η δε ανάδειξή του σε υπερθεματιστή κατ' αυτόν και η εντεύθεν κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης, τελεί, ως αποτέλεσμα, σε αιτιώδη συνάφεια προς την ως άνω ενέργεια του μεσίτου, ως αιτία, χωρίς την οποία, παρά τις γενόμενες δημοσιεύσεις, δεν θα εδίδετο η ευκαιρία συμμετοχής του εντολέα στον κρίσιμο πλειστηριασμό.

Η κρίση αν τα διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί, η μη, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 703 ΑΚ.

Εξάλλου η σύμβαση μεσιτείας λύεται, εκτός από τους γενικούς λόγους λύσεως των συμβάσεων, και με την ανάκληση της μεσιτικής εντολής από τον εντολέα και το μεσίτη. Η ανάκληση είναι κατά κανόνα κατά πάντα χρόνο ελεύθερη και δεν απαιτείται να αιτιολογείται, επιφέρει δε την ανατροπή της συμβάσεως μεσιτείας για το μέλλον (ex nunc).

Όμως, αν προγενέστερη της ανακλήσεως ενέργεια του μεσίτη υπήρξε η αιτία της μετά την ανάκληση πραγματώσεως της συμβάσεως, ο μεσιτικός εντολέας έχει υποχρέωση να πληρώσει τη μεσιτική αμοιβή.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος ενάγων ασκεί νόμιμα το επάγγελμα του μεσίτη αστικών συμβάσεων στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθόσον έχει εγγραφεί ως μεσίτης στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης στις 10-06-1998 με αριθμό ....

Για την άσκηση της ανωτέρω δραστηριότητάς του διατηρεί στη Θέρμη Θεσσαλονίκης, κτηματομεσιτικό γραφείο, στο οποίο απασχολεί την, στερούμενη επαγγελματικής αδείας μεσίτη, Α. Π., δηλαδή τη δεύτερη των εναγόντων. Στον ενάγοντα περιήλθε η πληροφορία, κατά το Φθινόπωρο του 2001, ότι ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός Εργατοϋπαλλήλων του ΟΑΣΘ επρόκειτο να αξιοποιήσει τα οικόπεδά του, με την ανέγερση οικοδομών, μέσω εργολάβου εταιρίας, με το σύστημα της αντιπαροχής, που βρίσκονται στην περιοχή "Αγίου Ιωάννη", στην επέκταση του σχεδίου πόλεως του Δήμου Καλαμαριάς Νομού Θεσσαλονίκης.

Την πληροφορία αυτή θεώρησε πολύ ενδιαφέρουσα και άρχισε να συλλέγει πληροφορίες για την ακριβή τοποθεσία των ακινήτων του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού, για την ακριβή έκτασή τους και για το αν πράγματι ο Συνεταιρισμός αυτός είχε αποφασίσει να αξιοποιήσει με τον προαναφερθέντα τρόπο τα οικόπεδά του.

Όταν περιήλθε στον ενάγοντα η εν λόγω πληροφορία, το Φθινόπωρο του 2001, ο "Αστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Εργατοϋπαλλήλων Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης ΣΥΝ.Π.Ε." είχε στην ιδιοκτησία του 9 άρτια οικόπεδα, συνολικής έκτασης 21.262,75 μ2 και όχι όπως ισχυρίζεται ο ενάγων 7 οικόπεδα συνολικής έκτασης 19.117,85 μ2 τα οποία είχαν προέλθει από μείζονος έκτασης αγροτεμάχια του, μετά την ένταξη της περιοχής όπου αυτά βρίσκονται, στο ρυμοτομικό σχέδιο επέκτασης της πόλεως του Δήμου Καλαμαριάς.

Αυτά ήταν: 1) το με αριθ. 3 του Ο.Τ. Γ437, έκτασης 2.520,60 μ2, 2) το με αριθ. 6 του Ο.Τ. Γ439, έκτασης 1.730,60 μ2, 3) το με αριθ. 8 του Ο.Τ. Γ440, έκτασης 2482,33 μ2, 4) το με αριθ. 9 του Ο.Τ. Γ351, έκτασης 498,08 μ2, 5) το με αριθ. 3 του Ο.Τ. Γ354, έκτασης 5.900,29 μ2, 6) το με αριθ. 9 του Ο. Τ.Γ444, έκτασης 2.042,59 μ2, 7) το με αριθ. 6 του Ο.Τ. Γ448, έκτασης 2.833,30 μ2 , 8) το με αριθ. 8 του Ο.Τ.

Γ441, έκτασης 1.608,14 μ2, 9) το με αριθ. 11 του Ο.Τ. Γ450, έκτασης 592,90 μ2, και όλων συνολικής έκτασης 21.244,13 μ2. Ο συντελεστής δόμησης στην άνω περιοχή ήταν 0,60, αλλά ο εν λόγω Οικοδομικός Συνεταιρισμός μπορούσε να κάνει χρήση του θεσμοθετηθέντος με το Ν. 1337/1983 "Κοινωνικού Συντελεστή" και να διπλασιάσει το συντελεστή δόμησης στα άνω οικόπεδά του, εφόσον παραχωρούσε ως ωφέλεια στο Δήμο Καλαμαριάς, από τον αυξημένο αυτό συντελεστή δόμησης, ποσοστό από 20% έως 80%, είτε σε οικόπεδα, είτε σε δομημένη επιφάνεια, είτε σε χρήμα.

Το θέμα αυτό δεν είχε διευθετηθεί έως και το τέλος φθινοπώρου του 2001, καθόσον, ο Συνεταιρισμός αυτός για πρώτη φορά υπέβαλε σχετική "Αίτηση - Έκθεση ωφέλειας" στο Δήμο Καλαμαριάς στις 10-01-2002. Επομένως, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ο ένδικος ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι πληροφορήθηκε το Φθινόπωρο του έτους 2001 ότι ως άνω Οικοδομικός Συνεταιρισμός είχε αποφασίσει να ανεγείρει οικοδομές σε 7 οικόπεδά του, συνολικής έκτασης 19.117,85 μ2, ενώ αυτά ήταν τότε 9 και είχαν συνολική έκταση 21.244,13 μ2, με το σύστημα της αντιπαροχής, μέσω εργολάβου εταιρίας, που θα αναδεικνυόταν ύστερα από δημόσιο πλειστηριασμό, γιατί ούτε και αυτός είχε προαποφασιστεί από το Συνεταιρισμό έως τα τέλη Φθινοπώρου 2001.

Το μόνο που είχε γίνει γνωστό σε πολλά μέλη του άνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού ήταν ότι το διοικητικό συμβούλιο του Συνεταιρισμού, είχε εντείνει τις προσπάθειές του για αξιοποίηση των εν λόγω οικοπέδων. Ήδη είχε συγκαλέσει σε τακτική γενική συνέλευση τα μέλη του Συνεταιρισμού, για την Τετάρτη της 2ης Μαΐου 2001, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε, ελλείψει απαρτίας.

Θέματα της γενικής αυτής συνέλευσης ήταν, εκτός των άλλων, και: α) ενημέρωση για την εισφορά σε χρήμα και λήψη σχετικής απόφασης, β) ενημέρωση για τις δυνατότητες οικοδόμησης και λήψη σχετικής απόφασης. Πολλά από τα μέλη που είχαν προσέλθει για τη γενική αυτή συνέλευση δεν γνώριζαν καν που βρίσκονταν τα οικόπεδα του Συνεταιρισμού, γιαυτό, μετά την ματαίωση της συνέλευσης, έγινε συνάντηση πολλών συνεταίρων στα "χωράφια" του Συνεταιρισμού, τα οποία και τους επιδείxθηκαν.

Την πιο πάνω Τετάρτη το ΔΣ διένειμε στους συνεταίρους σχεδιάγραμμα με τα οικόπεδα και "έγγραφα ερωτηματολόγια" για το ποιά λύση προτιμούσαν για την αξιοποίηση των οικοπέδων, διότι ή αξιοποίηση αυτή μπορούσε να γίνει με πολλούς τρόπους. Τα ανωτέρω επισημάνθηκαν ενώπιον 118 μελών του Συνεταιρισμού στην επαναληπτική, τακτική γενική συνέλευση της Τετάρτης της 6ης Ιουνίου 2001.

Εκεί έγινε επίσημη ενημέρωση των μελών του Συνεταιρισμού για τον κανονικό συντελεστή δόμησης (0,8) και για τον διπλό συντελεστή (1,6) με επιβάρυνση στη δεύτερη περίπτωση με κοινωνικό συντελεστή, από 60 έως 80% υπέρ του Δήμου Καλαμαριάς, ο οποίος δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια. Στη γενική αυτή συνέλευση ζητήθηκε από τα μέλη να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια που τους διανεμήθηκαν και να δοθούν συμπληρωμένα στο Συνεταιρισμό, για να ξέρει το ΔΣ προς τα που θα κατευθύνει τις ενέργειές του για την αξιοποίηση των οικοπέδων.

Εντός του καλοκαιριού του 2001 σε ουδεμία άλλη εμφανή ενέργεια προέβη το ΔΣ του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού όσον αφορά την αξιοποίηση των ανωτέρω οικοπέδων. Το καλοκαίρι του 2001 ο Α. Μ., φίλος του ενάγοντος, γνώρισε στα Λουτρά Αγίας Παρασκευής Χαλκιδικής τον Ι. Σ., συνταξιούχο του ΟΑΣΘ , ο οποίος του μετέφερε την πληροφορία "ότι επιτέλους τα ακίνητα των υπαλλήλων του ΟΑΣΘ, που για πολλά χρόνια ήταν αναξιοποίητα, επρόκειτο να κτιστούν και να πάρουν ως συνιδιοκτήτες από ένα διαμέρισμα".

Στις 9-10-2001 έγινε κοινή συνεδρίαση του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού και εκεί ανταλλάχθηκαν από τους συνέδρους απόψεις, μεταξύ των οποίων μία ήταν να απευθυνθούν στο Δήμο Καλαμαριάς για δουν σε ποιό ποσοστό θα ανερχόταν η επιβάρυνση των οικοπέδων από τον κοινωνικό συντελεστή, ώστε, να μπορούν να λάβουν ξεκάθαρη θέση στο Σώμα της γενικής συνέλευσης, και άλλη ήταν να εξεταστεί το θέμα ανέγερσης των οικοδομών με αυτοχρηματοδότηση, καθόσον τα τραπεζικά δάνεια που θα έπαιρναν ήταν πρόσφορα την εποχή εκείνη.

Την επόμενη ημέρα (10-10-2011/Τετάρτη) τα μέλη του εν λόγω Συνεταιρισμού συνήλθαν σε γενική συνέλευση με θέματα: 1) Λήψη απόφασης για την εισφορά σε χρήμα, 2) Εξουσιοδότηση στο ΔΣ: για διαπραγμάτευση με το Δήμο Καλαμαριάς του "Κοινωνικού Συντελεστή", 3) Λήψη απόφασης για τον τρόπο Ανοικοδόμησης, 4)Ανακοινώσεις.

Στη γενική αυτή συνέλευση, από τα 217 μέλη του Συνεταιρισμού είχαν συμπληρώσει τα ερωτηματολόγια 156 μέλη, από τα οποία: α) την πώληση των οικοπέδων ακινήτων είχαν ως πρώτη επιλογή 15 μέλη, ως δεύτερη επιλογή 31 μέλη, ως τρίτη επιλογή 12 μέλη και τα 71 μέλη δεν απάντησαν, β) την αντιπαροχή είχαν ως πρώτη επιλογή 118 μέλη, ως δεύτερη επιλογή 21 μέλη, ως τρίτη επιλογή 6 μέλη και τα 10 μέλη δεν απάντησαν στο ερώτημα αυτό, γ) τη χρηματοδότηση είχαν ως πρώτη επιλογή 13 μέλη, ως δεύτερη επιλογή 11 μέλη , ως τρίτη επιλογή 32 μέλη και τα 102 μέλη δεν απάντησαν στο ερώτημα αυτό.

Είναι προφανές ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μελών του άνω Συνεταιρισμού πρόκριναν, για την αξιοποίηση των οικοπέδων, την ανέγερση επ' αυτών οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής. Στη γενική αυτή συνέλευση το Διοικητικό Συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν ώριμα τα πράγματα για τη λήψη απόφασης για τον τρόπο ανοικοδόμησης των οικοπέδων και το σχετικό 3ο θέμα της ημερήσιας διάταξης το απέσυρε και η ΓΣ ενέκρινε ομόφωνα την απόσυρσή του.

Στις 27-3-2002 συνήλθαν πάλι τα μέλη του άνω Οικοδομικού Οργανισμού σε γενική συνέλευση, στην οποία εκτός άλλων, συζητήθηκε και το θέμα: "τρόπος αξιοποίησης των ακινήτων". Ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού κατέθεσε τρεις προτάσεις για την αξιοποίηση των ακινήτων: α) αυτοκατασκευή, β) εργολάβος, γ) αντιπαροχή. Για κάθε πρόταση είπε στη συνέλευση τα εξής:

ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ: Χρειάζονται 6 δισεκατομμύρια και δημιουργία εργοταξίου, λογιστηρίου κτλ, κάτι που ξεπερνάει τις δυνατότητες του Συνεταιρισμού. ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ: Ο Συνεταιρισμός θα πρέπει να αναλάβει ως κατασκευαστής και εργολάβος τη διεκπεραίωση. Απαραίτητη η δημιουργία ενός νομικού προσώπου. Χρηματοδότης θα πρέπει να είναι ο ίδιος ο Συνεταιρισμός.

ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ: Κρίνεται επαρκής η δομή του Συνεταιρισμού και είναι γνωστά εξ υπαρχής τα μ2 για τον καθένα. Μετά από ευρεία συζήτηση και τις παρασχεθείσες από τον Πρόεδρο απαντήσεις και διευκρινήσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση και την αντιπαροχή, το Σώμα της Γενικής Συνέλευσης έκανε δεκτή την πρόταση για αξιοποίηση με αντιπαροχή των οικοπέδων και εξουσιοδότησε "το Διοικητικό Συμβούλιο για τις περαιτέρω εξελίξεις".

Δεν αποφασίστηκε στη γενική αυτή συνέλευση αν ο εργολάβος που θα έδινε το καλλίτερο ποσοστό αντιπαροχής θα αναδεικνύονταν με δημόσιο διαγωνισμό και ούτε καν έγινε συζήτηση περί αυτού, που σημαίνει ότι το ΔΣ θα διερευνούσε το θέμα αυτό και θα το έφερε πάλι στη γενική Συνέλευση, όπως και έγινε την 1η Ιουλίου 2002.

Στο μεταξύ ο ενάγων, που προφανώς, είχε σχετική ενημέρωση, για τα τεκταινόμενα στις Γενικές συνελεύσεις του Συνεταιρισμού, αναζητούσε, στα πλαίσια της μεσιτικής δραστηριότητας του, εργολάβους, που θα είχαν την οικονομική δυνατότητα να αναλάβουν την εκτέλεση ενός τόσο μεγάλου έργου, δηλαδή την ανοικοδόμηση, με αντιπαροχή των οικοπέδων του Συνεταιρισμού.

Ο Μ. Π., που ήταν σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας, "εξωτερικής συνεργάτιδας" του πρώτου ενάγοντος, πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι γνώριζε τον πατέρα του πολιτικού μηχανικού Κ. Π. (1ου εναγομένου), ο οποίος ασχολούνταν με την ανέγερση οικοδομών και είχε και την "κάρτα του", που του την είχε δώσει ο πατέρας του.

Ο ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον 7° εναγόμενο, από τον οποίο έμαθε ότι αυτός και άλλοι συνάδελφοί του πολιτικοί μηχανικοί είχαν εταιρία που αναλάμβανε το κτίσιμο οικοδομών, με το σύστημα της αντιπαροχής. Ζήτησε, τότε, απ' αυτόν να του ορίσει ραντεβού προκειμένου να συζητήσουν για την ανέγερση οικοδομών σε μεγάλη οικοπεδική έκταση.

Το ραντεβού ορίστηκε για την 16η Απριλίου 2002, ημέρα Τρίτη, περί ώρα 22.30. Πράγματι την ορισθείσα αυτή ημέρα, ο ενάγων μετέβη, μαζί με τη δεύτερη ενάγουσα και το σύζυγό της, σε γραφείο, επί της οδού ..., όπου συνάντησε τον 7ο εναγόμενο, με τον οποίο είχε την προαναφερθείσα τηλεφωνική επικοινωνία, αλλά και τους 4°, 5° και 6ο εναγόμενους, που όλοι τους ήταν πολιτικοί μηχανικοί.

Εκεί έμαθε ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι στο γραφείο πολιτικοί μηχανικοί είχαν συστήσει και λειτουργούσαν, μαζί με έναν ακόμη (τον 3ο εναγόμενο), Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης, την 1η εναγομένη, με σκοπό και την ανοικοδόμηση κατοικιών. Ο ενάγων, αλλά και η δεύτερη ενάγουσα, συστήθηκαν ως μεσίτες στους εν λόγω πολιτικούς μηχανικούς και ο πρώτος τούτων τους είπε ότι υπήρχε ιδιοκτήτης οικοπέδων, έκτασης περίπου 19 στεμμάτων, που βρίσκονταν ανατολικά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος ενδιαφερόταν να βρει μια σοβαρή οικοδομική εταιρία, στην οποία θα ανέθετε την οικοδόμηση της έκτασης αυτής, με το σύστημα της αντιπαροχής και τους ρώτησε αν ενδιαφέρονταν.

Λεπτομέρειες για την ακριβή θέση των οικοπέδων αυτών, αλλά και τα στοιχεία του ιδιοκτήτη απέφυγε να δώσει, για να μην κινήσει τις υποψίες τους. Εκείνοι ζήτησαν, προτού απαντήσουν, να δουν την έκταση και να γνωρίσουν τον ιδιοκτήτης της. Τότε ο ενάγων απαίτησε, προκειμένου να τους δείξει τα οικόπεδα, να του υπογράψουν εντολή υπόδειξης ευκαιρίας, αξιώνοντας αμοιβή 700.000 €, αλλά αυτοί ζήτησαν πίστωση χρόνου για δύο ημέρες, έως την Πέμπτη της 18-4-2002, για να το σκεφθούν περισσότερο, αλλά και για να ενημερώσουν και το άλλο εταίρο της ΕΠΕ και εφόσον αποφάσιζαν θετικά θα ετοίμαζαν σχέδιο συμφωνητικού που θα πρόβλεπε αναλυτικά το ύψος της μεσιτικής αμοιβής.

Στις 18-5-2002, ο ενάγων μετέβη στο προαναφερθέν γραφείο των 4ου έως 7ου εναγομένων, μαζί με την Α. Π. (δεύτερη ενάγουσα),αποφασισμένος να λάβει απ' αυτούς τη σχετική εντολή μεσιτείας γιατί κάθε ημέρα, που περνούσε αισθανόταν αβεβαιότητα και άγχος, εξ αιτίας του ότι ήδη είχε παράσχει σε αυτούς τα προαναφερθέντα στοιχεία (έκταση οικοπέδων 19 περίπου, στρεμμάτων, ευρισκόμενα στην ανατολική Θεσσαλονίκη) και θα μπορούσαν, μια και ήταν όλοι τους πολιτικοί μηχανικοί, ασχολούμενοι με την ανέγερση οικοδομών, να εντοπίσουν την εν λόγω έκταση.

Κατά τη συνάντηση αυτή ο ενάγων έθεσε επιτακτικά το θέμα του συμφωνητικού μεσιτείας και οι εν λόγω πολιτικοί μηχανικοί, που δεν ενεργούσαν ατομικά αλλά για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ, της οποίας νόµιµος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο Α. Τ., παρών και αυτός στη συνάντηση αυτή, διαπραγματεύτηκαν με τους ενάγοντες το ύψος της μεσιτικής αμοιβής τους και μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις κατέληξαν προφορικά στην οριστική συμφωνία να καταβάλει η ΕΠΕ ως μεσιτική αμοιβή και στους δυο ενάγοντες, αφού και οι δυο τους εμφανίστηκαν και συστήθηκαν ως νόμιμοι μεσίτες:

α) δύο διαμερίσματα του 2ου ορόφου, των 100 μ2 στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και επιπλέον 117.338 €, αν το ποσοστό της αντιπαροχής ήθελε κυμανθεί μεταξύ 50 και 53% ή β) δύο διαμερίσματα του 2ου ορόφου, των 85 μ2 στις μέλλουσες να αναγερθούν οικοδομές και επιπλέον 100.000 €, αν το ποσοστό της αντιπαροχής ήθελε κυμανθεί μεταξύ 53 και 55% ή γ) δύο διαμερίσματα των 75 μ2 στις μέλλουσες να αναγερθούν οικοδομές και επιπλέον 70.000 €, αν το ποσοστό της αντιπαροχής ήθελε κυμανθεί μεταξύ 55 και 58% ή δ) ένα διαμέρισμα των 75 μ2 στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και επιπλέον 50.000 €, αν το ποσοστό της αντιπαροχής ήθελε κυμανθεί μεταξύ 58 και 60% και εφόσον το ποσοστό αντιπαροχής υπερέβαινε το 60% συμφώνησαν να καθορίσουν από κοινού τη μεσιτική αμοιβή σε ένα εφάπαξ ποσό.

Η ανωτέρω μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε να καταβληθεί για την καθοριστική διαμεσολάβηση των εναγόντων, ως μεσιτών και εφόσον ήθελαν προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες που θα οδηγούσαν στην κατάρτιση της οριστικής σύμβασης εργολαβίας. Ο ένδικος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η ανωτέρω αμοιβή συμφωνήθηκε προφορικά να καταβληθεί μόνο για την υπόδειξη των ακινήτων, ότι είχε πει στους εν λόγω πολιτικούς μηχανικούς ότι τα οικόπεδα ανήκαν σε νομικό πρόσωπο και ότι αυτό θα προέβαινε σε επιλογή της εργολάβου εταιρίας μετά από δημόσιο διαγωνισμό δεν αποδείχθηκε.

Άλλωστε, μέχρι την ημέρα εκείνη, τα μέλη του Οικοδομικού Συνεταιρισμού του ΟΑΣΘ δεν είχαν αποφασίσει, στην προαναφερθείσα γενική συνέλευση της 27-03-2002, για τον τρόπο επιλογής της εργολάβου εταιρίας. Εξαιτίας δε της μη λήψης απόφασης στο θέμα αυτό της επιλογής εργολάβου, τα μέλη του ΔΣ του άνω Συνεταιρισμού, μετά την εν λόγω γενική συνέλευση, δέχθηκαν παρεμβάσεις από διάφορα πρόσωπα, και μεσίτες, να γίνει ελευθέρως η επιλογή εργολάβου, γι' αυτό αισθάνθηκε την υποχρέωση ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού Τσακνάκης Ιωάννης να πει ενώπιον των μελών του Συνεταιρισμού, κατά τη ΓΣ της 1ης Ιουλίου 2002, τα εξής: "Όπως σας είπα μελετάμε τόσο το διαγωνισμό, όσο και τη συγγραφή.

Είμαστε ανοικτοί σε όλους, όμως μη περάσει από το μυαλό οποιουδήποτε ότι μπορεί να πιέσει ή να πάρει τη δουλειά με πλάγιο τρόπο". Ο ενάγων έχοντας, συνεπώς, υπόψη του, ότι κατά τη ΓΣ της 27-3-2002, δεν είχε αποφασιστεί ο τρόπος επιλογής της εργολάβου εταιρίας, πίστευε ότι θα μπορούσε ως μεσίτης να διαμεσολαβήσει για την επιλογή αυτή.

Ο ένδικος ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι είπε στους εν λόγω πολιτικούς μηχανικούς, κατά τη διαπραγμάτευση της άνω μεσιτικής αμοιβής, ότι ιδιοκτήτης των οικοπέδων, που βρίσκονταν στην ανατολική Θεσσαλονίκη, ήταν νομικό πρόσωπο, προσκρούσει και στη κοινή λογική για στοιχειώδη προφύλαξή του, αφού αν μετέφερε το στοιχείο αυτό σε τέσσερις πολιτικούς μηχανικούς που ασχολούνταν με την ανέγερση οικοδομών, μέσω της ΟIΚΟΔΟΜΗΣ ΕΠΕ (1ης εναγομένης), κινδύνευε από την αποκάλυψη αυτή, αφού ήταν πλέον πολύ πιθανόν οι πολιτικοί αυτοί μηχανικοί να ανακαλύψουν, με τις διασυνδέσεις που διαθέτουν, ότι τα υπό ανοικοδόμηση ακίνητα ανήκαν στο Συνεταιρισμό του ΟΑΣΘ.

Και πράγματι, αν ο ενάγων τους έδινε το άνω στοιχείο, πιθανότατα οι εν λόγω μηχανικοί θα ανακάλυπταν ότι μια τόσο μεγάλη οικοπεδική έκταση (19 στρεμμάτων) προς ανοικοδόμηση, ανατολικά της Θεσσαλονίκης, ήταν αυτή που ανήκε στο Συνεταιρισμό του ΟΑΣΘ, την οποία καλώς γνώριζε ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εναγομένης ΕΠΕ Α.

Τ. (πολιτικός μηχανικός), από το Μάιο του 2000, όταν ο τότε Πρόεδρος του ΔΣ του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού Π. Α., στα πλαίσια των προσπαθειών του για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των άνω ακινήτων και την επίλυση του προβλήματος του "Κοινωνικού Συντελεστή", συζητούσε με εργολάβους-πολιτικούς μηχανικούς για να ενημερωθεί για τον "Κοινωνικό Συντελεστή".

Τότε παραβρέθηκε, μαζί με τους Τ., Π., Π. και Μ., που ήταν μέλη του Οικοδομικού Συνεταιρισμού, σε μία συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο τεχνικό γραφείο οικοδομικών κατασκευών "DOMUS", που διατηρούσε στην ... ο γιός της Κ. Π. και συζητήθηκε ευρέως το θέμα του "Κοινωνικού Συντελεστή" των οικοπέδων του εν λόγω Συνεταιρισμού.

Στη συνάντηση αυτή παραβρέθηκε και ο προαναφερθείς πολιτικός μηχανικός και εργολάβος Α. Τ. (4ος εναγόμενος), ο οποίος, ενδιαφερόμενος για τα ως άνω οικόπεδα, εξέφρασε τις απόψεις του για τις προοπτικές ανοικοδόμησης αυτών. Είναι, συνεπώς, σχεδόν βέβαιο ότι ο πολιτικός αυτός μηχανικός θα υποψιαζόταν, αν ο ενάγων έλεγε στους πολιτικούς μηχανικούς, στη συνάντηση της 18-4-2002, ότι τα οικόπεδα των 19 στρεμμάτων, κείμενα στον ανατολικό τομέα της Θεσσαλονίκης, ανήκαν σε νομικό πρόσωπο, ότι αυτά ήταν του Οικοδομικού Συνεταιρισμού του ΟΑΣΘ.

Μετά τη συνάντηση της 18-4-2002, που είχε ο ενάγων με τους εν λόγω πολιτικούς μηχανικούς, κατά την οποία συνάντηση έγινε η οριστική προφορική συμφωνία για μεσιτική μεσολάβηση και καθορίστηκε και το ύψος της μεσιτικής αμοιβής, ορίστηκε ραντεβού για το μεσημέρι της επόμενης ημέρας Παρασκευής (19-4-2002), στο υδραγωγείο της ..., προκειμένου ο ενάγων να δείξει στους πολιτικούς μηχανικούς τα υπό ανοικοδόμηση οικόπεδα.

Η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε και παραβρέθηκαν ο ενάγων με το σύζυγο της δεύτερης ενάγουσας, ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης εναγομένης EΠE Α. Τ. (4ος εναγόμενος) και ο Κ. Π. (7ος εναγόμενος), προς τους οποίους ο ενάγων επέδειξε τα ακίνητα. Οι τελευταίοι ενημέρωσαν τον ενάγοντα ότι θα ετοιμάσουν την έγγραφη μεσιτική εντολή και να περάσει τη Δευτέρα από το γραφείο να την παραλάβει.

Ο ενάγων έστειλε τη Δευτέρα στο γραφείο τους τον Π. Μ. να την παραλάβει, αλλά επειδή δεν ήταν έτοιμη η εντολή, ξαναπέρασε την Τετάρτη, οπότε, του παραδόθηκε ένα έγγραφο, με το εξής περιεχόμενο: "ΟIΚΟΔΟΜΗ smart ΒuΙdίngs Cοnstructίοn. Θεσσαλονίκη 24/04/2002. Υπόψιν: 1. Λ. Σ. - Ε. Α. - Π.. ΘΕΜΑ: ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞIΟΥΧΩΝ OAΣΘ ΣTHN EΠΕKTAΣH ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ ΘEΣ/NIKHΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ 19.000 τ.μ.

ME ΣΔ 1,6. Κύριοι, σε συνέχεια της επαφής μας στις 23/04/2002 θα θέλαμε να σας πληροφορήσουμε ότι η εταιρεία μας "ΟIΚΟΔΟΜΗ ΕΠΕ" ενδιαφέρεται για την αξιοποίηση των άνω ακινήτων με το σύστημα της αντιπαροχής και προσφέρει αμοιβή για την καθοριστική διαμεσολάβησή σας και εφόσον προβείτε στις απαιτούμενες ενέργειες, οι οποίες θα οδηγήσουν στην κατάρτιση οριστικής σύμβασης εργολαβίας με το ως άνω σωματείο.

Η αμοιβή ανέρχεται σε: 1. Εάν το ποσοστό αντιπαροχής κυμανθεί μεταξύ 50-53%, τότε η αμοιβή σας θα είναι δύο διαμερίσματα 2ου ορόφου των 100 τ.μ. στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και 117.388 ευρώ. 2. Εάν το ποσοστό αντιπαροχής κυμανθεί μεταξύ 53-55%, τότε η αμοιβή σας θα είναι δύο διαμερίσματα 2ου ορόφου των 85 τ.μ.

στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και 100.000 ευρώ.3. Εάν το ποσοστό αντιπαροχής κυμανθεί μεταξύ 55-58%, τότε η αμοιβή σας θα είναι δύο διαμερίσματα των 75 τ.μ. στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και 70.000 ευρώ. 4. Εάν το ποσοστό αντιπαροχής κυμανθεί μεταξύ 58-60%, τότε η αμοιβή σας θα είναι ένα διαμέρισμα των 75 τ.μ.

στις μέλλουσες να ανεγερθούν οικοδομές και 50.000 ευρώ. Τέλος, εάν το ποσοστό αντιπαροχής ανέλθει πέραν του 60% τότε κατόπιν συνεννόησης των ενδιαφερομένων θα καθοριστεί από κοινού ένα εφάπαξ ποσό για την όλη διαμεσολάβηση. Η ως άνω αμοιβή θα καταβληθεί με την υπογραφή της οριστικής σύμβασης και διευκρινίζεται ότι όλοι οι φόροι καθώς και τα έξοδα μεταβίβασης των ακινήτων καθ' ολοκληρίαν βαρύνουν εσάς".

Από το περιεχόμενο του άνω εγγράφου καθίσταται σαφές ότι η πρώτη των εναγομένων ΕΠΕ παρέσχε την εντολή και στον ενάγοντα - μεσίτη για διαμεσολάβηση και όχι γα απλή υπόδειξη ευκαιρίας και ανέλαβε την υποχρέωση, εφόσον, συνεπεία της διαμεσολαβήσεώς του, η ΟIΚΟΔΟΜΗ ΕΠΕ κατάρτιζε τη σύμβαση εργολαβίας (σκοπούμενη σύμβαση) με τον άνω Οικοδομικό Συνεταιρισμό του ΟΑΣΘ, για την ανοικοδόμηση των οικοπέδων του, να του καταβάλει την στην εντολή αυτή μεσιτική αμοιβή του.

Οι περιεχόμενοι στην εντολή αυτή όροι καταβολής μεσιτικής αμοιβής αποτυπώνουν επακριβώς τα όσα είχαν συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ του ενάγοντος και των ως άνω Πολιτικών μηχανικών (4ου έως 7ου των εναγομένων), ενεργούντων για λογαριασμό της εναγομένης ΕΠΕ, κατά την 18-4-2002. Γι' αυτό, άλλωστε, ο ενάγων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, ούτε προφορικώς ούτε εγγράφως (με εξώδικη Δήλωση - Διαμαρτυρία), προς την εναγομένη ΕΠΕ, ως προς το περιεχόμενο της άνω έγγραφης εντολής.

Στο μεταξύ, ό εν λόγω Οικοδομικός Συνεταιρισμός του ΟΑΣΘ είχε υποβάλει στο Δήμο Καλαμαριάς, στις 10-1-2002 την υπ' αριθμ. 836/10-1-2002 "αίτηση-έκθεση ωφέλειας", την οποία έκανε δεκτή το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Καλαμαριάς, με την υπ' αριθμ. 556/2002 απόφασή του, που ελήφθη κατά τη συνεδρίαση 13/17.7.2002, δηλαδή σε χρόνο μετά την, ως άνω, εντολή μεσιτείας για μεσολάβηση.

Με την απόφαση αυτή ο Δήμoς δέxθηκε ότι η ανωτέρω οικοπεδική έκταση του Οικοδομικού Συνεταιρισμού του OAΣΘ των 21.244,13 μ2, αποτελούμενη από 9 οικόπεδα, να υπαχθεί στον Κοινωνικό Συντελεστή, (0,8+0,8=1,60) και να λάβει ως ωφέλεια ό Δήμος Καλαμαριάς 3 οικόπεδα και δη το με αριθ. 9 του Ο.Τ. Γ351, έκτασης 498,08 μ2, το με αριθ. 11 του Ο.Τ.

Γ450, έκτασης 592,90 μ2,και ένα τρίτο οικόπεδο έκτασης 1.035,30 μ2, που θα προερχόταν από την κατά τμηση του οικοπέδου 3 του Ο.Τ. Γ437, το οποίο είχε έκταση 3.555,90 μ2. Μετά την κατά τμηση θα διαμορφώνονταν δύο αυτοτελή, άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, το ένα 2.520,60 μ2 που θα παρέμεινε στο Συνεταιρισμό και το άλλο 1.035,30 μ2 που θα μεταβιβαζόταν στο Δήμο, όπως και έγινε με το .../2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, στον τόμο ...

με αριθμό 339. Μετά τη μεταβίβαση αυτή, στην κυριότητα του εν λόγω Οικοδομικού Συνεταιρισμού παρέμειναν προς ανοικοδόμηση 7 οικόπεδα, ήτοι: 1) το με αριθ. 3 του Ο.Τ. Γ 437,έκτασης 2.520,60 μ2, 2) το με αριθ. 6 του Ο.Τ. Γ 439, έκτασης 1.730,60 μ2, 3) το με αριθ. 8 του Ο.Τ. Γ440, έκτασης 2.482,33 μ2, 4) το με αριθ. 3 του Ο.Τ. Γ354, έκτασης 5.900,29 μ2, 5) το με αριθ. 9 του Ο.Τ.

Γ 444, έκτασης 2.042,59 μ2, 6) το με αριθ. 6 του Ο.Τ. Γ448, έκτασης 2.833,30 μ2 και το με αριθ. 8 του Ο.Τ. Γ441, έκτασης 1.608,14 μ2, 7) το με αριθ. 11 του Ο.Τ. Γ450, έκτασης 592,90 μ2, και όλων συνολικής έκτασης 19.117,85 μ2. Βάσει των ανωτέρω, ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει από το φθινόπωρο του 2001 για το ότι ο Δήμος Καλαμαριάς θα ζητούσε από το Συνεταιρισμό, για την εφαρμογή του Κοινωνικού Συντελεστή, τα προαναφερθέντα τρία οικόπεδα, συνολικής έκτασης 2.126,28 μ2, που φέρονται επισημειωμένα προχείρως επί του τοπογραφικού διαγράμματος, το οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι του παρέδωσε, κατά το Φθινόπωρο του 2001, στα γραφεία του Οικοδομικού Συνεταιρισμού, επί της οδού ..., ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού Ι.

Τ.. Αυτός ο ισχυρισμός είναι αναληθής, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το μεν σχεδιάγραμμα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων το εφοδιάστηκε από τον Ι. Σ., μέσω του φίλου του Α. Μ., οι δε επ' αυτού επισημειώσεις για τις απαιτήσεις του Δήμου, έγιναν από τον ίδιο και σε χρόνο μεταγενέστερο της 17.7.2002 και όχι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από πρόσωπα του ΟΑΣΘ, όταν ο ενάγων μετέβη στα γραφεία του το φθινόπωρο του 2001 για να συλλέξει πληροφορίες.

Αφού τακτοποιήθηκε οριστικά με το Δήμο Καλαμαριάς το θέμα "Κοινωνικού Συντελεστή", το ΔΣ του Οικοδομικού Συνεταιρισμού επίσπευσε τις διαδικασίες για την αξιοποίηση των άνω οικοπέδων. Κατέληξε να προσκαλέσει δημόσια εργολάβους για να κάνουν προσφορές για την ανέγερση των οικοδομών, με το σύστημα της αντιπαροχής και άρχισε να ετοιμάζει το περιεχόμενο της διακήρυξης, όπως είχε υποσχεθεί στα μέλη του Συνεταιρισμού στη Γενική Συνέλευση της 1ης Ιουλίου 2002.

Τελικώς, συνέταξε την, από 22-10-2002, διακήρυξη -"Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για Αντιπαροχή", την οποία και δημοσίευσε σε περίληψη, στον "Αγγελιοφόρο" της Θεσσαλονίκης, στο φύλλο 1847 της 25ης Οκτωβρίου 2002 και στο "ΒΗΜΑ" των Αθηνών, στο φύλλο 13701 της 30ης Οκτωβρίου 2002. Η πρώτη εναγόμενη ΕΠΕ, μόλις έλαβε γνώση, δια των ως άνω εταίρων της, των δύο αυτών δημοσιεύσεων της προκήρυξης, αντιλήφθηκε πλέον ότι ο ενάγων δεν είχε την προσδοκώμενη πρόσβαση του στη διοίκηση του Οικοδομικού Συνεταιρισμού για να την επηρεάσει στην ελεύθερη επιλογή εργολάβου εταιρίας, ούτε, συνεπώς, τη δυνατότητα, μετά τη δημοσίευση της εν λόγω προκήρυξης, να διαμεσολαβήσει στο Συνεταιρισμό για την επιλογή αυτής ως εργολάβου-εταιρίας στην ανοικοδόμηση των προαναφερθέντων οικοπέδων, οπότε ανακάλεσε εγγράφως την δοθείσα στον ενάγοντα εντολή διαμεσολάβησης για τη σύναψη εργολαβικής σύμβασης, με την από 30-11-2002 εξώδικη δήλωσή της, που του επέδωσε στις 16-12-2002.

Ο ενάγων δεν απάντησε στην εξώδικο αυτή, ούτε και διαμαρτυρήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στην πρώτη εναγομένη ΕΠΕ για την ανάκληση της εν λόγω εντολής. Από την ημέρα που περιήλθε η άνω εξώδικη δήλωση ανάκλησης εντολής στον ενάγοντα, ανατράπηκε για το μέλλον (ex nunc) η εν λόγω σύμβαση μεσιτείας. Ενόψει της ανάκλησης αυτής, και επειδή αποδείχθηκε ότι οι προγενέστερες της ανακλήσεως ενέργειες του ενάγοντος ουδεμία διαμεσολάβηση περιείχαν, η μεσιτική εντολέας (εναγόμενη ΕΠΕ) δεν έχει υποχρέωση να πληρώσει στον ενάγοντα μεσιτική αμοιβή, έστω και αν το έργο της οικοδόμησης των εν λόγω οικοπέδων του Οικοδομικού Συνεταιρισμού του ΟΑΣΘ εκτέλεσε η κοινοπραξία που συστάθηκε, στις 19-12-2002, αποκλειστικά και μόνο για την εκτέλεση του έργου αυτού από τις ανώνυμες εταιρίες:1) "ΕΞΕΛΚΑ ΑΕ - ΕΒΕ (ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ)", 2) "ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και 3) "ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" με το διακριτικό τίτλο "ΒΕΣΤ ΑΕ", τη δεύτερη των οποίων (ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΑΕ) συνέστησαν οι εταίροι - μεριδιούχοι της πρώτης εναγόμενης ΕΠΕ (3ος έως και 7οςεναγόμενοι).

Πράγματι, οι εν λόγοι εταίροι-μεριδιούχοι, παρακολουθώντας την πορεία των ενεργειών του Δήμου Καλαμαριάς όσον αφορά την υπ' αριθμ. 836/10-1-2002 "αίτηση - έκθεση ωφέλειας" του άνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού, μετά την έκδοση, στις 17 Ιουλίου 2007, από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Καλαμαριάς της προαναφερθείσας απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση για τον "Κοινωνικό Συντελεστή", έσπευσαν να συστήσουν την "ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ" για να διεκδικήσουν με αξιώσεις την ανάληψη του έργου ανέγερσης πολυκατοικιών στα οικόπεδα του Συνεταιρισμού.

Την 1η Αυγούστου 2002, αυτοί συνέστησαν τη 2η εναγομένη, με το .../2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νιόβης Κορίζη. Η ανώνυμη αυτή εταιρία εγκρίθηκε με την 17/12136/5-9-2002 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης και στις 12-9-2002 περίληψη του καταστατικού της δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Μετά τη δημοσίευση στον τύπο (στις 25 και 30-10-2002) της προαναφερθείσας διακήρυξης, για εκδήλωση ενδιαφέροντος, η δεύτερη εναγόμενη, (OΙKOΔOMH AE) ήρθε σε διαπραγματεύσεις με την "ΕΞΕΛΚΑ ΑΕΕΒΕ" και την "ΒΕΣΤ ΑΕ", και όλες μαζί συνέστησαν στις 19-12-2002,την προαναφερθείσα Κοινοπραξία με σκοπό την εκτέλεση του έργου, "Ανάληψη- Κατασκευή με αντιπαροχή της εργολαβίας ανοικοδομήσεως των στην επέκταση του σχεδίου πόλεως του Δήμου Καλαμαριάς κειμένων οικοπέδων του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Εργατοϋπαλλήλων Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης".

Η Κοινοπραξία αυτή υπέβαλε προσφορά στον άνω Οικοδομικό Συνεταιρισμό, όπως και άλλες τρεις κοινοπραξίες και ακόμη άλλες τρεις κατασκευαστικές ανώνυμες εταιρίες. Το Διοικητικό και Εποπτικό Συμβούλιο του εν λόγω Συνεταιρισμού, σε κοινή συνεδρίαση, στις 26-2-2003, έκρινε ομόφωνα ως καλύτερη προσφορά αυτή που υπέβαλε η Κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχε και η 2η εναγομένη "ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ".

Στη συνέχεια, τα μέλη του ως άνω Συνεταιρισμού στη γενική συνέλευση της 12-3-2003 ενέκριναν ομόφωνα την άνω από 26-2-2003 κοινή απόφαση του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου και έτσι η ανοικοδόμηση των οικοπέδων του Συνεταιρισμού ανατέθηκε στην Κοινοπραξία "ΕΞΕΛΚΑ ΑΕ ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και προς τούτο υπογράφηκε το 24834/2003 εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού.

Το συμβόλαιο αυτό εργολαβίας (σκοπούμενη δικαιοπραξία) δεν έγινε με οποιαδήποτε διαμεσολάβηση του ενάγοντος - μεσίτη, αλλά κατόπιν του προαναφερθέντος δημόσιου διαγωνισμού. Μέχρι την 16-12-2002, που η δεύτερη εναγόμενη ΕΠΕ κοινοποίησε στον ενάγοντα-μεσίτη την ανάκληση της εντολής διαμεσολάβησης, ο τελευταίος ουδεμία διαμεσολάβηση είχε κάνει στα πλαίσια της εντολής διαμεσολάβησης που του είχε δοθεί από τον Απρίλιο του 2002.

Βέβαια τα μέλη της ως άνω ΕΠΕ γνώριζαν έκτοτε για την επικείμενη ανοικοδόμηση των οικοπέδων του Συνεταιρισμού και συνέστησαν στη συνέχεια τη δεύτερη εναγομένη ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ, η οποία και συνέπραξε στην ίδρυση της κοινοπραξίας που τελικώς ανέλαβε το έργο, αλλά η γνώση αυτή δεν παρέχει το δικαίωμα στον ενάγοντα να αξιώσει μεσιτική αμοιβή, αφού η τελευταία συμφωνήθηκε να του καταβληθεί μόνο αν, με μεσολάβησή του, η εν λόγω ΕΠΕ και επέκεινα οι μεριδιούχοι της με άλλη μορφή εταιρίας αναλάμβαναν το έργο αυτό με διαμεσολάβηση του ενάγοντος, η οποία εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε.

Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι το έργο αυτό ανατέθηκε από το Συνεταιρισμό στην ως άνω κοινοπραξία, στην οποία συμμετείχε και η δεύτερη εναγομένη ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ, ύστερα από δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, καταλήγει το Εφετείο, πρέπει η αγωγή του πρώτου των εναγόντων κατά των δεύτερης και πρώτης των εναγομένων, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο στην κύρια βάση της (ενοχή από σύμβαση μεσιτείας), όσο και στην επικουρική της βάση, του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού αποδείχθηκε ότι η άνω σύμβαση μεσιτείας ήταν έγκυρη, αλλά ανακλήθηκε γιατί ο ενάγων δεν είχε, έως την ανάκληση αυτής, διαμεσολαβήσει για την ανάληψή του έργου αυτού από την εναγόμενη ΕΠΕ, οι μεριδιούχοι της οποίας συνέστησαν κατόπιν τη δεύτερη εναγομένη ΑΕ και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για ωφέλεια των άνω εταιριών από μη νόμιμη αιτία.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του πρώτου ενάγοντος(ήδη αναιρεσείοντος), κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης και της δεύτερης των εφεσιβλήτων, εξαφάνισε την 17588/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς αυτόν, και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή και ως προς τις παραπάνω εναγόμενες.

Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ και εκείνες που προαναφέρθηκαν, διότι, από τις παραπάνω παραδοχές σαφώς προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων δεν δικαιούται την αιτουμένη μεσιτική αμοιβή, αφού 1) ρητώς, συμφωνήθηκε να του καταβληθεί η παραπάνω αμοιβή, μόνο αν, με τη μεσολάβησή του, καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση εργολαβίας, 2) ο τελευταίος ουδεμία διαμεσολάβηση είχε κάνει στα πλαίσια της εντολής διαμεσολάβησης που του είχε δοθεί από τον Απρίλιο του 2002 μέχρι την ανάκληση της, για την κατάρτιση της σκοπούμενης δικαιοπραξίας, 3) το συμβόλαιο εργολαβίας (σκοπούμενη δικαιοπραξία) δεν έγινε μετά από οποιαδήποτε διαμεσολάβηση του ενάγοντος - μεσίτη, αλλά αποκλειστικά και μόνο, μετά από τη συμμετοχή, με δική τους και μόνο πρωτοβουλία των νομίμων εκπροσώπων της, ως άνω κοινοπραξίας, στην οποία συμμετείχε και η δεύτερη εναγομένη ΟIΚΟΔΟΜΗ ΑΕ στον προαναφερθέντα δημόσιο διαγωνισμό.

Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της εξάρτησης της αμοιβής του ενάγοντος, εκ της μεσολαβητικής δραστηριότητας του στην κατάρτιση της σκοπούμενης ανωτέρω συμβάσεως και τη μη συμμετοχή του σ' αυτήν (κατάρτιση), διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου είναι αβάσιμος.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336§4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336§4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα. (Ολ.ΑΠ. 8/2005).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, πλήττεται η προσβαλλομένη και για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.β. στις οποίες φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο, με το να αρνηθεί αναιτιολογήτως να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να διαγνώσει αν 1) η μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε για την υπόδειξη ευκαιρίας και 2) η ανάθεση του επίδικου έργου ανοικοδόμησης με δημόσιο διαγωνισμό στους αναιρεσίβλητους ήταν αποτέλεσμα υποδείξεως ευκαιρίας εκ μέρους των και διαμεσολάβησης των.

Ο λόγος αυτός, αιτιώμενος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι είναι και αόριστος, αφού δεν εκτίθενται τα συγκεκριμένα διδάγματα πείρας που το εφετείο παραβίασε. Τέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται και η πλημμέλεια της απόφασης, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και ειδικότερα δεν χρησιμοποίησε αυτούς για να καταλήξει στην κρίση του, ως προς το περιεχόμενο της από 24-4-2002 επιστολής και της από 30-11-2002 εξώδικης πρόσκλησης - δήλωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης προς αυτούς, είναι αβάσιμος, διότι, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι, από το περιεχόμενο των άνω εγγράφων, καθίσταται σαφές ότι η πρώτη των εναγομένων ΕΠΕ παρέσχε την εντολή στον ενάγοντα - μεσίτη για διαμεσολάβηση και όχι γα απλή υπόδειξη ευκαιρίας και ανέλαβε την υποχρέωση, εφόσον, συνεπεία της διαμεσολαβήσεώς του, η ΟIΚΟΔΟΜΗ ΕΠΕ κατάρτιζε τη σύμβαση εργολαβίας (σκοπούμενη σύμβαση) με τον άνω Οικοδομικό Συνεταιρισμό του ΟΑΣΘ, για την ανοικοδόμηση των οικοπέδων του, να του καταβάλει την στην εντολή αυτή μεσιτική αμοιβή του, από την παραδοχή δε αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν διεπίστωσε κενό στις ερμηνευόμενες συμβάσεις, ούτε δημιουργήθηκε σ' αυτό αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν σ' αυτές και γι' αυτό δεν προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.

Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν προέβη στην ερμηνεία του περιεχομένου του ή το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω, έγγραφο, με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή ότι αντικείμενο της συμφωνίας των διαδίκων ήταν η διαμεσολάβηση για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης και όχι μόνο η υπόδειξη ευκαιρίας, όπως αυτοί ισχυρίζονται, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της, από 24-4-2002, επιστολής και της από 30-11-2002 εξώδικης πρόσκλησης- δήλωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης προς αυτούς.

Όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επισκόπηση των εγγράφων αυτών, το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο των, όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγωση των, στη συνέχεια, δε, μετά από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, κατέληξε στην παραπάνω κρίση του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν σε αυτό με επίκληση για απόδειξη του αγωγικού ουσιώδους ισχυρισμού τους, περί κατάρτισης συμφωνίας για υπόδειξης ευκαιρίας εκ μέρους των, στους 4ο και 7ο από τους αναιρεσίβλητους, για την σύναψη της σύμβασης εργολαβίας και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του την 1) από 24-4-2002 επιστολή της πρώτης αναιρεσίβλητης και 2) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ.

Π.. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς, από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, την παραπάνω κατάθεση και το παραπάνω έγγραφο, μη προκύπτοντος του αντιθέτου από την αποδεικτική αξία, την οποία, κατά την, ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του, προσέδωσε σ' αυτά.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τους αρ. 8 και 19 και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό τους ότι κατάρτισαν συμφωνία για υπόδειξη ευκαιρίας και ότι προέβησαν στην υπόδειξη αυτής, στους 4ο και 7ο από τους αναιρεσίβλητους και επικουρικά ότι απέρριψε αυτόν δίχως επαρκή αιτιολογία είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό και με επαρκή και πλήρη αιτιολογία τον απέρριψε, ως αβάσιμο.

Τέλος ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται σε πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις που παραβιάστηκαν και σε τι συνίσταται η παραβίαση.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 27-9-2011, αίτηση των αναιρεσειόντων, για την αναίρεση της 443/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ